Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 10 " Σφυρήλατος σίδηρος και χρυσός"



Βορράς   κ Νότος

Κεφάλαιο 10

« Σφυρήλατος σίδηρος και χρυσός»



Ο κος Θόρντον  έφυγε από το σπίτι χωρίς να ξαναμπεί στην τραπεζαρία. Είχε  ήδη αργήσει και προχωρούσε  βιαστικά με κατεύθυνση το Κράμπτον. Ανησυχούσε γιατί δεν ήθελε να  προσβάλλει το νέο του φίλο  και να δείξει έλλειψη σεβασμού αν τυχόν αργοπορούσε.
................................................................................................


Στα μάτια  του κυρίου Θόρντον, όλη αυτή  η γεμάτη χάρη φροντίδα, έμοιαζε να είναι κάτι το συνηθισμένο για την οικογένεια και μάλιστα κάτι  το οποίο έφερε την σφραγίδα της Μάργκαρετ. Στεκόταν δίπλα στο τραπέζι του τσαγιού, ντυμένη  με μια ανοιχτόχρωμη μουσελίνα, που είχε πάνω της αρκετές  ρόδινες πινελιές.  Έμοιαζε να μην προσέχει την συζήτηση, παρά να είναι απορροφημένη  με το σερβίτσιο του τσαγιού,  γύρω από το οποίο τα χέρια της  πετούσαν με αβρές, ανάλαφρες κινήσεις. Φορούσε ψηλά  στο χέρι, ένα μπρασελέ, το οποίο κάθε τόσο έπεφτε στην καμπύλη  του καρπού της. Ο κος Θόρντον παρακολουθούσε τον τρόπο  επαναφοράς  του άτακτου κοσμήματος στην αρχική του θέση με πολύ περισσότερη προσοχή από αυτήν που έδινε στη συζήτηση με τον πατέρα της.  Φαινόταν  ότι τον γοήτευε να την βλέπει να  το σπρώχνει ανυπόμονα και να το στερεώνει στο απαλό της δέρμα    και έπειτα να το βλέπει  ξανά να χαλαρώνει – να πέφτει. Σχεδόν του ερχόταν να αναφωνήσει: « Να’το πάλι !»

Ήταν τόσα λίγα αυτά που έπρεπε να γίνουν για την προετοιμασία του τσαγιού, την ώρα που έφτασε, ώστε σχεδόν λυπήθηκε που η διαδικασία του να πιούν  το τσάι και να δοκιμάσουν τα βουτήματα ξεκίνησε τόσο γρήγορα  στερώντας του  την δυνατότητα να παρακολουθεί την Μάργκαρετ.


Του πρόσφερε το τσάι  με τον περήφανο τρόπο μιας απρόθυμης σκλάβας ∙ το βλέμμα της όμως έπιασε αμέσως πότε ήταν  έτοιμος για δεύτερο φλυτζάνι  και εκείνος  σχεδόν λαχταρούσε να της ζητήσει να κάνει και γι αυτόν  ότι είχε κάνει πριν για τον πατέρα της ο οποίος είχε πάρει τα μικρά της δάχτυλα μέσα στο ανδρείκιο χέρι του και τα είχε χρησιμοποιήσει ως λαβίδες για τους κύβους ζάχαρης. Ο κος Θόρντον  την είδε τότε να στρέφει στον πατέρα της ένα βλέμμα φωτεινό, γεμάτο αγάπη και γέλιο, όσο  διαρκούσε αυτή η παντομίμα μεταξύ τους, απαρατήρητη, όπως νόμιζαν, από τρίτους. Η Μάργκαρετ είχε ακόμα πονοκέφαλο, όπως μαρτυρούσαν η χλωμάδα και η σιωπή της ∙ ήταν όμως αποφασισμένη να αναλάβει εκείνη δράση αν υπήρχε κάποια μακρόσυρτη αμήχανη σιωπή παρά να  νοιώσει  ο φίλος, μαθητής και προσκεκλημένος του πατέρα της ότι τον παραμελούσαν. Όμως η συζήτηση έρρεε αβίαστα, έτσι η Μάργκαρετ αποτραβήχτηκε με το εργόχειρό της σε μια γωνιά δίπλα στην μητέρα της, μόλις τα του τσαγιού αποσύρθηκαν  και ένοιωσε  ελεύθερη να αφεθεί στις σκέψεις της χωρίς το φόβο μήπως χρειαστεί να παρέμβει για να καλύψει κάποιο κενό στη συζήτηση.




Ο κος Θόρντον και ο κος Χέηλ ήταν απορροφημένοι και οι δύο τους με το να συζητάνε κάτι που τους απασχολούσε από την προηγούμενη συνάντησή τους. Η Μάργκαρετ  προσγειώθηκε στην πραγματικότητα από  ένα ασήμαντο, χαμηλόφωνο σχόλιο της μητέρας της και  καθώς σήκωσε τα μάτια από το εργόχειρο, τράβηξε την προσοχή της  η διαφορά μεταξύ του κου Θόρντον και του πατέρα της ως προς την εξωτερική εμφάνιση, πράγμα που δήλωνε δύο εντελώς αντίθετες φύσεις. Ο πατέρας της ήταν λεπτός και αυτό τον έκανε να φαίνεται πιο ψηλός απ’ ότι ήταν, όταν δεν είχε να συγκριθεί , όπως τώρα με την ψηλή, γεροδεμένη κορμοστασιά κάποιου άλλου. Οι γραμμές στο πρόσωπό του ήταν μαλακές και οι εκφράσεις του εναλλάσονταν γοργά, δείχνοντας κάθε του συναίσθημα ∙ τα βλέφαρά του βαριά και καμπυλόγραμμα, έδιναν στο βλέμμα του μια παράξενη, νωθρή, σχεδόν θηλυκή ομορφιά. Τα φρύδια ήταν τοξωτά και καλογραμμένα αλλά σε μεγάλη απόσταση από τα μάτια, εξαιτίας των μεγάλων, ονειροπόλων βλεφάρων.  Απ’ την άλλη, στο πρόσωπο του κου Θόρντον,  τα ίσια φρύδια βρίσκονταν ακριβώς πάνω απ’τα  βαθουλωτά, σοβαρά μάτια, που το βλέμμα τους κοφτερό, αν και όχι  με άσχημο τρόπο, εν τούτοις, φαινόταν ότι μπορούσε να διειδύσει στα κατάβαθα της ψυχής του ανθρώπου στον οποίο στρεφόταν.

Είχε λίγες αλλά έντονες γραμμές στο πρόσωπο και έμοιαζαν σκαλισμένες σε μάρμαρο. Βρίσκονταν κυρίως γύρω από τα χείλη που  έσφιγγαν ελαφρά  πάνω από δόντια τόσο άψογα και όμορφα ώστε έδιναν την εντύπωση μιας ξαφνικής λιακάδας  κάθε φορά που ένα σπάνιο, λαμπερό χαμόγελο εμφανιζόταν στιγμιαία και έλαμπε μέσα από τα μάτια, αλλάζοντας  ολόκληρη την όψη του: ο σοβαρός και αποφασιστικός άνδρας που ήταν έτοιμος να κάνει και να τολμήσει τα πάντα, παραδινόταν στην  αυθόρμητη και ειλικρινή απόλαυση της στιγμής, τόσο άφοβα  και απροσποίητα   όπως ένα παιδί.    


Στην Μάργκαρετ άρεσε αυτό το χαμόγελο ∙ ήταν το πρώτο πράγμα που θαύμασε στον καινούριο αυτό φίλο του πατέρα της ∙ και η αντίθεση στο χαρακτήρα όπως διαγραφόταν και από τις λεπτομέρειες της εμφάνισής τους που τώρα μόλις παρατηρούσε, έμοιαζε να εξηγεί την  ολοφάνερη συμπάθεια  του ενός προς τον άλλον.


Διόρθωσε το  κακοδουλεμένο εργόχειρο της μητέρας της και  βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις της – ο κος Θόρντον την είχε ξεχάσει εντελώς, σαν να μην υπήρχε στο δωμάτιο ∙ τόσο ήταν απορροφημένος στο να εξηγεί στον κο Χέηλ την θαυμαστή δύναμη αλλά και την αβρή προσαρμογή ισχύος της ατμοκίνητης σφύρας, πράγμα που θύμιζε στον κο  Χέηλ  τις υπέροχες ιστορίες για το υποτακτικό τζίνι  από τις Χίλιες και Μια Νύχτες: Τη μια στιγμή να επεκτείνεται από τη γη ως τον ουρανό και να γεμίζει τον ορίζοντα και την άλλη να συρρικνώνεται υπάκουα  για να χωρέσει σε ένα βάζο τόσο μικρό που και ένα παιδί  θα μπορούσε να το κρατήσει στην παλάμη του.



«Και αυτή η φαντασία που κινεί την δύναμη , αυτή η πρακτική εφαρμογή μιας γιγάντιας σκέψης, προήλθε από το μυαλό ενός ανθρώπου εδώ, στην πόλη μας. Αυτός ο άνθρωπος το έχει μέσα του να σκαρφαλώνει βήμα –βήμα  από κάθε θαύμα που κατορθώνει σε ακόμα μεγαλύτερα επιτεύγματα. Και είμαι υποχρεωμένος να πω, ότι  έχουμε πολλούς ανάμεσά μας, οι οποίοι, όταν εκείνος θα έχει φύγει, μπορούν να συνεχίσουν επάξια τον αγώνα του, ο οποίος υποχρεώνει και πρέπει να υποχρεώνει όλες τις δυνάμεις της ύλης να υποταχθούν στην επιστήμη.»


«Ο κομπασμός σας, μου θυμίζει εκείνο το περίφημο –΄Εκατοντάδες έχω στην Αγγλία καπεταναίους΄ είπε ΄άξιους όσο κι εκείνος μες στην μάχη»


Στο σχόλιο του πατέρα της η Μάργκαρετ σήκωσε  ξαφνιασμένη το βλέμμα της, απορώντας. Πώς στο καλό είχαν φτάσει από τις τροχαλίες στην κλασσική  λογοτεχνία;


«Δεν είναι καθόλου δικός μου κομπασμός», απάντησε ο κος Θόρντον ∙ «είναι η ίδια η πραγματικότητα. Δεν  θα αρνηθώ ότι είμαι περήφανος που ανήκω σε μια πόλη – ή μάλλον σε μια επαρχία- οι ανάγκες της οποίας  γεννούν τέτοιες μεγαλόπνοες ιδέες.  Θα προτιμούσα να είμαι κάποιος που πασχίζει, υποφέρει - ακόμα και μέσα από αποτυχίες και ελλείψεις- εδώ, παρά να έχω μια ζωή βαριεστημένης ευδαιμονίας στις τάξεις των αποκαλούμενων αριστοκρατικών κύκλων, κάτω στο Νότο, με τις αργόσυρτες μέρες τις γεμάτες ξένοιαστη βολή. Όποιος έχει κορεστεί στο μέλι είναι αδύνατον να υψωθεί και να πετάξει.»



«Κάνετε λάθος» είπε η Μάργκαρετ ,  που ξεσηκώθηκε ακούγοντας να συκοφαντούν τον αγαπημένο της Νότο και βάλθηκε να τον υπερασπιστεί με τέτοιο πάθος και οργή που έφερε χρώμα στα μάγουλά της και  δάκρυα θυμού στα μάτια της. «Δεν ξέρετε τίποτα για το Νότο. Αν υπάρχει λιγότερο ρίσκο  και πρόοδος – υποθέτω δεν μπορώ να πω και λιγότερη έξαψη- σε σχέση με τον τυχοδιωκτισμό που χαρακτηρίζει το εμπόριο και που φαίνεται να είναι απαραίτητος για να  δώσει ώθηση σε αυτές τις υπέροχες  εφευρέσεις, υπάρχουν επίσης και λιγότερα δεινά. Έχω δει ανθρώπους να περπατάνε στο δρόμο με το βλέμμα καρφωμένο στο χώμα, γεμάτο θλίψη και βάσανα – άνθρωποι που δεν υποφέρουν μόνο  αλλά μισούν.  Απ’ την άλλη, και στο Νότο έχουμε φτωχούς αλλά δεν υπάρχει αυτή η φριχτή έκφραση  στο πρόσωπό τους, αυτή η σκυθρωπή  αίσθηση της αδικίας που βλέπω εδώ. Δεν έχετε ιδέα τι είναι ο  Νότος, κύριε Θόρντον,» κατέληξε η Μάργκαρετ και  κλείστηκε αποφασιστικά στη σιωπή της, θυμωμένη με τον εαυτό της που είχε πει τόσα πολλά.


«Μου επιτρέπετε, ίσως να πω ότι κι εσείς δεν έχετε ιδέα τι είναι ο Βορράς;» ρώτησε εκείνος  με μια απρόσωπη  ευγένεια στο ύφος του, καθώς είδε ότι πραγματικά  την είχε πληγώσει. Εκείνη είχε αποφασίσει να παραμείνει σιωπηλή, νοιώθοντας τέτοια αφόρητη νοσταλγία για όλα εκείνα τα όμορφα μέρη που είχε αφήσει πίσω στο Χάμπσαϊρ, που φοβόταν  ότι αν μιλούσε η φωνή της θα έβγαινε ασταθής και τρεμάμενη.



«Μ' όλα ταύτα, κύριε Θόρντον,» είπε ο κος Χέηλ, « θα παραδεχτείτε ότι η πόλη του Μίλτον είναι πολύ πιο αιθαλώδης και βρώμικη από αυτές που θα συναντήσετε στο Νότο.»



«Φοβάμαι ότι θα πρέπει να αφήσω κατά μέρος το θέμα καθαριότητας του Μίλτον» είπε ο κος Θόρντον με εκείνο το γρήγορο , λαμπερό του χαμόγελο. « Το Κοινοβούλιο όμως μας υποχρεώνει να φιλτράρουμε τον καπνό μας. Έτσι, υποθέτω ότι σαν καλά παιδάκια θα πρέπει να κάνουμε ότι μας λένε – καμιά φορά.»



«Μα νομίζω μου είχατε πεί ότι εσείς είχατε αλλάξει τις καμινάδες σας  ώστε να συγκρατούν τον περισσότερο καπνό, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο κος Χέηλ.




«Τις είχα αλλάξει με δική μου πρωτοβουλία,  πριν εμπλακεί το Κοινοβούλιο στην υπόθεση.  Προς στιγμήν ήταν ένα μεγάλο κόστος αλλά μου επιστράφηκε  αργότερα με την εξοικονόμηση σε άνθρακα. Δεν είμαι σίγουρος αν θα το είχα κάνει σε περίπτωση που  περίμενα να ψηφιστεί πρώτα ο νόμος. Σε τέτοιο ενδεχόμενο, θα περίμενα να μου κάνουν καταγγελία και να μου επιβληθεί πρόστιμο με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες στην παραγωγή.  Όμως, όλοι οι νόμοι που επιβάλλονται μέσα από καταγγελίες και πρόστιμα, στο τέλος αδρανούν εξαιτίας της απέχθειας που προκαλούν στους εργοστασιάρχες. Αμφιβάλλω αν είχε γίνει καταγγελία για κάποια καμινάδα εδώ στο Μίλτον  τα τελευταία πέντε χρόνια, αν και ορισμένες μετέτρεπαν συνεχώς το ένα τρίτο του άνθρακά τους σε  αυτό που εδώ αποκαλείται αντικοινοβουλευτικός καπνός.»



«Αυτό που ξέρω είναι ότι είναι αδύνατον να διατηρηθούν καθαρές οι κουρτίνες για περισσότερο από μια εβδομάδα ∙ ενώ στο Χέλστοουν τις είχαμε για ένα μήνα και παραπάνω, και ακόμα και τότε δεν φαίνονταν βρώμικες. Όσο για τα χέρια – Μάργκαρετ, πόσες φορές είπες ότι έπρεπε να πλύνεις τα χέρια σου σήμερα πριν ακόμα το μεσημέρι ; Τρεις φορές, δεν είναι έτσι;»


«Μάλιστα, μητέρα»



«Φαίνεται πως έχετε σφοδρές ενστάσεις όσον αφορά  τους νόμους του Κοινοβουλίου και όλη τη νομοθεσία που επηρρεάζει τη διαχείριση των  υποθέσεών  σας εδώ στο Μίλτον.» είπε ο κος Χέηλ.




«Ναι, πράγματι. Το ίδιο και πολλοί άλλοι. Και δικαίως, νομίζω. Ολόκληρη η βιομηχανία – όχι, δεν εννοώ την βιομηχανία ξύλου και σιδήρου – αλλά η βιομηχανία βάμβακος είναι τόσο καινούρια ώστε δεν είναι να απορεί κανείς που δεν δουλεύουν σε κάθε τομέα τα πάντα όπως πρέπει. Τι ήταν πριν από εβδομήντα χρόνια;  Και σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα; Τραχειά, χοντροκομμένα στοιχεία ενώθηκαν ∙ άνθρωποι του ίδιου επιπέδου ως προς την εκπαίδευση και την κοινωνική θέση ξαφνικά διαφοροποιήθηκαν σε εργάτες και αφεντικά,  χάρη στο πρακτικό τους πνεύμα όσον αφορά τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες, το οποίο διέκρινε κάποιους και τους έκανε να προβλέψουν το λαμπρό μέλλον που κρυβόταν πίσω από εκείνη την πρωτόλεια μηχανή του Σερ Ρίτσαρντ Αρκραϊτ.*
 Η ταχεία ανάπτυξη αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ένα καινούριο είδος εμπορίου, παρείχε σε εκείνους τους πρώτους εργοδότες τεράστια δύναμη σε πλούτο και εξουσία. Και όχι μόνο πάνω στους εργάτες ∙ αλλά και πάνω στους αγοραστές – πάνω στην αγορά ολόκληρου του κόσμου.

Ορίστε, θα μπορούσα να αναφέρω για παράδειγμα, μια καταχώρηση σε εφημερίδα του Μίλτον, δεν είναι ούτε πενήντα χρόνια που δημοσιεύτηκε, ότι ο κύριος Τάδε (ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα παραγωγούς σταμπωτών  υφασμάτων) θα έκλεινε την αποθήκη του καθημερινά το μεσημέρι, επομένως όλοι οι αγοραστές θα έπρεπε να πάνε νωρίτερα  από εκείνη την ώρα. Φανταστείτε έναν άνθρωπο να υπαγορεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο  ποια ώρα θα πουλήσει και ποια όχι. Στις μέρες μας, πιστεύω, αν  ένας καλός πελάτης διαλέξει να έρθει μέσα στα μεσάνυχτα, θα πρέπει να σηκωθώ  με το κλειδί στο χέρι και να εκτελέσω την παραγγελία του.»

Τα χείλη της Μάργκαρετ συστράφηκαν ελαφρά, αλλά για κάποιο λόγο ήταν υποχρεωμένη να ακούει ∙ δεν μπορούσε πλέον να αποτραβηχτεί στις σκέψεις της.




«Τα λέω αυτά για να δείξω την απεριόριστη σχεδόν δύναμη που είχαν οι βιομήχανοι στο ξεκίνημα περίπου του αιώνα μας. Ήταν κάτι που τους ζάλισε. Επειδή κάποιος ήταν επιτυχημένος στις επιχειρήσεις, δεν σημαίνει ότι και σε όλα τα άλλα πράγματα το μυαλό του ήταν εξίσου ισορροπημένο. Αντίθετα, η αίσθησή του περί δικαίου και η απλοϊκότητά του, συχνά ασφυκτιούσαν εντελώς κάτω από  τον υπερκορεσμό του πλούτου που του είχε προκύψει ξαφνικά.  Αφηγούνται μάλιστα περίεργες ιστορίες για τις ξέφρενες υπερβολές της ζωής εκείνων των πρώτων Αφεντάδων του Βάμβακος. Και αναμφίβολα εξασκούσαν τυραννία στους εργάτες τους. Γνωρίζετε την παροιμία κύριε Χέηλ :  «Δώσε άλογο στο διακονιάρη και μέχρι το διάολο θα το πάει» Ε, λοιπόν,  κάποιοι από αυτούς τους πρώιμους εργοστασιάρχες το πήγαν μέχρι το διάολο και μάλιστα  με κάθε μεγαλοπρέπεια : συντρίβοντας ανθρώπινη σάρκα και οστά κάτω από τις οπλές των αλόγων τους χωρίς τύψεις. Όμως σιγά- σιγά ήρθε η αντίδραση: έγιναν περισσότερα  τα εργοστάσια, περισσότερα τα αφεντικά ∙ χρειάζονταν περισσότερα εργατικά χέρια. Η ισχύς των αφεντικών και των εργατών ήρθε σε καλύτερη ισορροπία ∙ έτσι τώρα η μεταξύ μας πάλη γίνεται με πιο δίκαιους όρους.  Δεν θα υποταχθούμε εύκολα  στις αποφάσεις κάποιου μεσολαβητή, πολύ περισσότερο δεν θα δεχθούμε  να ανακατευτεί στις υποθέσεις μας κάποιος που έχει πολύ επιφανειακή και αποσπασματική γνώση των γεγονότων ακόμα και αν αυτός  ο κάποιος είναι η Ολομέλεια του Κοινοβουλίου.»



«Είναι απαραίτητο να το ονομάζετε πάλη  μεταξύ δύο τάξεων;» ρώτησε ο κος Χέηλ. « Ξέρω ότι εφόσον χρησιμοποιείτε τον όρο αυτόν, αυτήν την ιδέα θα πρέπει να έχετε  σχηματίσει στο μυαλό σας.»




«Είναι αλήθεια∙ και το θεωρώ  ως τέτοια βεβαιότητα όπως και το ότι η συνετή σοφία και η σωστή καθοδήγηση  εναντιώνονται  και αντιμάχονται την άγνοια και την απρονοησία. Είναι από τις σημαντικότερες αρετές του συστήματός μας το ότι  ένας εργάτης μπορεί να ανέλθει στην εξουσία και στην θέση του αφεντικού μόνο με την δική του προσπάθεια και συμπεριφορά ∙ ότι στην ουσία,  καθένας που φέρεται με αξιοπρέπεια και εγκράτεια και είναι συνεπής στα καθήκοντά του, μπορεί να ανέβει στη δική μας κάστα ∙ ίσως να μην είναι δυνατόν πάντα να γίνει αφεντικό, αλλά ως επιστάτης, ταμίας, λογιστής, υπάλληλος, τέλος πάντων κάποιος από την πλευρά της εξουσίας και της τάξης.»





« Επομένως, αν κατάλαβα καλά, θεωρείτε εχθρούς σας αυτούς που, από οποιαδήποτε αιτία, αποτυγχάνουν να ανέλθουν στα κοινωνικά στρώματα,» είπε η Μάργκαρετ και η φωνή της ήταν καθαρή και ψυχρή.




«Σαφέστατα, είναι εχθροί του εαυτού τους,»  ανταπάντησε εκείνος, αρκετά θιγμένος από την υπεροπτική αποδοκιμασία που  έκρυβαν  το ύφος και τα λόγια της.  Αμέσως όμως, η ειλικρινής του ευθύτητα τον έκανε να νοιώσει  ότι απάντησε με ανεπάρκεια  και  υπεκφυγές σε αυτό που του είπε εκείνη και πως με όλη την περιφρόνηση που έδειχνε ο τρόπος της, εκείνος το όφειλε στον εαυτό του να εξηγήσει όσο πιο ξεκάθαρα μπορούσε τι ήθελε να πει . Όμως ήταν πολύ δύσκολο να διαχωρίσει  με σαφήνεια την δική της ερμηνεία από αυτό που εννοούσε ο ίδιος.   Ο καλύτερος τρόπος για να απεικονίσει τι ήθελε να  πει, ήταν να δώσει ένα παράδειγμα από τη ζωή του – αλλά μήπως  ήταν υπερβολικά προσωπικό να μιλήσει γι αυτό σε ξένους; Εντούτοις ,  ήταν ο πιο απλός και έντιμος τρόπος για να εξηγήσει αυτό που ήθελε ∙ έτσι, παραμερίζοντας  έναν νυγμό αιδημοσύνης που για μια στιγμή έβαψε άλικο  το μελαχρινό του πρόσωπο, άρχισε να λέει :




«Δεν μιλάω χωρίς αποδείξεις.  Δεκαέξι χρόνια πριν, ο πατέρας μου πέθανε κάτω από συνθήκες εξαιρετικά δυσάρεστες. Έπρεπε να αφήσω το σχολείο και να ανδρωθώ  (όσο καλύτερα μπορούσα) μέσα σε λίγες μέρες. Αξιώθηκα να έχω μια μητέρα τόσο καλή όσο λίγες ∙ μια γυναίκα με  τεράστια δύναμη και ακλόνητη αποφασιστικότητα. Μετακομίσαμε σε  μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου εκεί η ζωή δεν ήταν τόσο ακριβή όσο στο Μίλτον, και  μπόρεσα να βρώ δουλειά σε ένα μαγαζί με υφάσματα ( ένα εξαίρετο μέρος, παρεμπιπτόντως,  για να μαθητεύσει κανείς  στη γνώση των αγαθών). Κάθε εβδομάδα, το εισόδημά μου ήταν δεκαπέντε σελίνια και με αυτό  έπρεπε να ζήσουν τρείς άνθρωποι. Η μητέρα μου κανόνισε έτσι ώστε να αποταμιεύω συστηματικά  τρία από αυτά τα δεκαπέντε σελίνια.  Αυτό ήταν το ξεκίνημα ∙ μου δίδαξε την αυταπάρνηση. Τώρα που μπορώ να παρέχω στην μητέρα μου όλες τις ανέσεις που η ηλικία της – και όχι αυτή η ίδια- απαιτεί,  την ευχαριστώ σιωπηλά, με κάθε ευκαιρία, για  αυτή την εκπαίδευση που μου έδωσε από πολύ νωρίς. Έτσι λοιπόν, συναισθανόμενος ότι στην δική μου περίπτωση  δεν ήταν θέμα τύχης, ή αξίας ή ταλέντου – απλά το γεγονός ότι η ζωή με δίδαξε να αποστρέφομαι απολαύσεις που δεν τις κέρδισα με το σπαθί μου, στην πραγματικότητα να μην τις σκέφτομαι καν-  πιστεύω ότι η τα δεινά που η Δεσποινίς Χέηλ βλέπει αποτυπωμένα στο πρόσωπο των κατοίκων του Μίλτον, δεν είναι παρά η φυσική τιμωρία για κάποιες ανέντιμα κερδισμένες  απολαύσεις σε κάποια προηγούμενη περίοδο της ζωής τους. Δεν θεωρώ ότι όσοι είναι μαλθακοί και παραδομένοι στα πάθη τους αξίζουν το μίσος μου ∙  απλά τους θεωρώ άξιους περιφρόνησης για την αδυναμία του χαρακτήρα τους.»





«Όμως εσείς είχατε τα οφέλη μιας καλής εκπαίδευσης,» παρατήρησε ο κος Χέηλ. « Η ζέση και η ταχύτητα  με την οποία  διαβάζετε τώρα Όμηρο, μου δείχνει ότι δεν σας είναι άγνωστο κείμενο, το είχατε διαβάσει παλαιότερα και τώρα απλά ανακαλείτε την προηγούμενη γνώση.»



«Σωστά – είχα ασχοληθεί με τα κείμενα αυτά στο σχολείο ∙ τολμώ να πώ μάλιστα ότι με θεωρούσαν πολύ καλό μαθητή στις κλασσικές σπουδές, αν και η γνώση μου των Λατινικών και των Ελληνικών  ατόνισε έκτοτε. Όμως σας ερωτώ, μήπως  με προετοίμασε για  τη ζωή που αναγκάστηκα να κάνω ; Καθόλου. Με κανέναν τρόπο.  Στον τομέα της εκπαίδευσης ο οποιοσδήποτε  γνωρίζει ανάγνωση και γραφή ξεκινά με τα ίδια  εφόδια σε σχέση με την πραγματικά χρήσιμη γνώση που είχα κι εγώ, εκείνη την εποχή.»




«Μάλιστα ! Δεν συμφωνώ μαζί σας. Όμως εγώ ίσως και να είμαι κάπως σχολαστικός.  Όταν αναπολούσατε την ηρωική λιτότητα της Ομηρικής εποχής, δεν νοιώθατε  κάποιου είδους εμψύχωση;»


«Ούτε στο ελάχιστο!» αναφώνησε γελώντας ο κος Θόρντον.  «Δεν είχα καιρό να σκέφτομαι πεθαμένους ήρωες όταν  είχα να συναγωνιστώ ζωντανούς  ανθρώπους στον πιεστικό αγώνα για να βγάλω το ψωμί μου. Τώρα που έχω εξασφαλίσει στη μητέρα μου την ηρεμία που αρμόζει στην ηλικία της και ανταμοίβω  δεόντως  τις προσπάθειές της, μπορώ να επιστρέψω σε εκείνα, τα παλαιά κείμενα και να τα απολαύσω πλήρως.»


«Τολμώ να πω, ότι η παρατήρησή μου, οφείλεται στην πεποίθησή μου λόγω επαγγέλματος ότι τίποτα δεν συγκρίνεται με τους Κλασσικούς,» απάντησε ο κος Χέηλ.

Όταν ο κος Θόρντον σηκώθηκε να φύγει, αφού χαιρέτησε δια χειραψίας τον Κο και την Κα Χέηλ, προχώρησε προς την Μάργκαρετ  για να χαιρετήσει κι αυτήν με τον ίδιο τρόπο. Ήταν ένας ειλικρινής, συνηθισμένος τρόπος στα μέρη εκείνα αλλά  η Μάργκαρετ  αιφνιδιάστηκε. Έτσι τον αποχαιρέτησε απλά με μια υπόκλιση, αν και τη στιγμή που τον είδε να της προτείνει το χέρι του και αμέσως να το αποτραβά, λυπήθηκε που δεν κατάλαβε από την αρχή την πρόθεσή του.

Όμως ο Κος Θόρντον, δεν κατάλαβε την αμηχανία  της, και ισιώνοντας το κορμί του, απομακρύνθηκε , μονολογώντας καθώς έφευγε από το σπίτι: «Δεν έχω δει ποτέ μου πιο  περήφανο και αντιπαθητικό κορίτσι. Το αλαζονικό της ύφος σε κάνει να ξεχνάς ακόμα και την λαμπρή καλλονή της.»



Σερ Ρίτσαρντ Άρκραϊτ ( 1733 –  1792), ήταν Άγγλος βιομήχανος και εφευρέτης του κλωστικού πλαισίου, μιας κλωστικής μηχανής που επέτρεπε το ταυτόχρονο γνέσιμο πολλών νημάτων.  Ήταν αυτοδημιούργητος και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους επιχειρηματίες της Βιομηχανικής Επανάστασης. Με την οργανωτικότητα που τον διέκρινε και τα επιτεύγματά του στο κλωστήριο που διατηρούσε στο Κρόμφορντ, έβαλε τα θεμέλια της βιομηχανικής δύναμης της Μεγάλης Βρετανίας.