Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα North and South. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα North and South. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Κεφάλαιο 41ο "ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ".




Κεφάλαιο 41ο

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Καθώς ο χειμώνας προχωρούσε, οι μέρες άρχισαν να μεγαλώνουν χωρίς να φέρνουν τίποτα από την λάμψη της ελπίδας που συνήθως συνοδεύει τις ηλιαχτίδες του Φεβρουαρίου. Η κυρία Θόρντον, όπως είναι φυσικό είχε ολωσδιόλου πάψει να έρχεται στο σπίτι. Ο κύριος Θόρντον ερχόταν περιστασιακά αλλά οι επισκέψεις του απευθύνονταν στον πατέρα της και περιορίζονταν στο σπουδαστήριο. Ο κύριος Χέηλ μιλούσε γι αυτόν όπως πάντα. Μάλιστα η σπανιότητα των συναντήσεών τους, τους προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερη αξία. Και αυτό που καταλάβαινε η Μάργκαρετ από τα λεγόμενα του κυρίου Θόρντον, ήταν ότι η ελάττωση των επισκέψεών του δεν είχε προκύψει από κάποια ματαίωση ή κάτι άτοπο. Υπήρξε μια εμπλοκή στη δουλειές του κατά την διάρκεια της απεργίας και απαιτούσε μεγαλύτερη προσοχή από μέρους του απ’ όσο είχε δείξει τον προηγούμενο χειμώνα. Η Μάργκαρετ ανακάλυψε μάλιστα ότι από καιρού εις καιρόν αναφερόταν στο πρόσωπό της, και απ’ όσο  μπορούσε να ξέρει, στον ίδιο φιλικό και ήρεμο τόνο, δίχως να το επιζητά αλλά ούτε και να το αποφεύγει.
Εκείνη δεν είχε την κατάλληλη διάθεση για να ανυψώσει τον ψυχισμό  του πατέρα της. Η ήρεμη αταραξία είχε διαδεχθεί μια τόσο μακρά εποχή άγχους και έγνοιας – ανάμεικτη με ξαφνικές αναταράξεις- ώστε ο νους της είχε γίνει άκαμπτος.  Προσπάθησε να βρει μια απασχόληση με το να διδάσκει τα παιδιά των Μπάουσερ και εργάστηκε σκληρά με στόχο την αγαθοεργία. Αληθινά, δούλευε σκληρά όμως η καρδιά της ήταν απονεκρωμένη και δεν συμμετείχε σ’αυτό με την ψυχή της και μ’ όλο που κατέβαλλε κάθε προσπάθεια επίπονα και  με συνέπεια, δεν ένοιωθε την παραμικρή ευχαρίστηση –  η ζωή εξακολουθούσε να της φαίνεται ζοφερή και θλιβερή. Το μόνο πράγμα που έκανε καλά, ήταν αυτό που έκανε  από οίκτο, χωρίς να το συνειδητοποιεί – η σιωπηλή παρηγοριά και ανακούφιση που πρόσφερε στον πατέρα της. Μπορούσε να αντιληφθεί και να κατανοήσει κάθε του διάθεση, να πραγματοποιήσει κάθε του επιθυμία πριν εκείνος προλάβει να την εκφράσει. Επιθυμίες που σε κάθε περίπτωση  εκφράζονταν διακριτικά και πάντα με  δισταγμό και με ζητώντας συγνώμη. Πρόθυμα και με πραότητα έσπευδε να υπακούσει.
  Ο Μάρτιος έφερε τα νέα για τον γάμο του Φρέντερικ. Έλαβαν γράμμα από εκείνον και την Ντολόρες.  Εκείνη έγραφε σε Ισπανικά-Αγγλικά όπως ήταν φυσικό, ενώ εκείνος με κάποιους ιδιωματισμούς που φανέρωναν πόσο πολύ τον είχε επηρεάσει  η γλώσσα που μιλιόταν στη χώρα της συζύγου του. Λαμβάνοντας το γράμμα του Χένρυ Λέννοξ στο οποίο  ανάφερε πόσο μικρές  ήταν οι ελπίδες να αποκατασταθεί το όνομά του σε ενδεχόμενο ναυτοδικείο λόγω της έλλειψης μαρτύρων,  ο Φρέντερικ είχε γράψει ένα μάλλον οργισμένο γράμμα στο οποίο αποκήρυσσε την Αγγλία ως πατρίδα του και ευχόταν να μπορούσε να αποποιηθεί την ιθαγένειά του. Δήλωνε πως δεν θα δεχόταν την απόδοση χάριτος ακόμη και αν του προσφερόταν ούτε θα ζούσε στην χώρα ακόμα κι αν του επιτρεπόταν.  Όλα αυτά έκαναν την Μάργκαρετ να κλάψει με πόνο – τόσο αφύσικο της φάνηκε όταν το πρωτοδιάβασε. Όταν όμως το συλλογίστηκε καλά, κατάλαβε ότι ήταν περισσότερο ένας τρόπος να εκφράσει την πικρή του απογοήτευση για τις ελπίδες του που χάθηκαν, κι ένιωσε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την υπομονή. Στο επόμενο γράμμα, ο Φρέντερικ μιλούσε με τόση χαρά για το μέλλον ώστε δεν σκεφτόταν καθόλου το παρελθόν και η Μάργκαρετ συνειδητοποίησε αυτό που επιθυμούσε για τον αδελφό της – η υπομονή- ήταν αυτό που θα έπρεπε να επιδείξει και η ίδια.
..........................................................................................................................................................
Ο πατέρας της, εκείνη την Άνοιξη,  αντιμετώπιζε ενίοτε κάποια δυσκολία στην αναπνοή,  που τον στεναχωρούσε αρκετά. Η Μάργκαρετ δεν ανησυχούσε πολύ καθώς αυτή η δυσκολία εξαφανιζόταν εντελώς στα μεσοδιαστήματα, εντούτοις όμως, ήθελε πολύ να τον ταρακουνήσει από την παθητικότητά του και τον πίεζε να αποδεχτεί την πρόσκληση του κυρίου Μπέλλ να τον επισκεφθεί στην Οξφόρδη τον ερχόμενο Απρίλιο. Η πρόσκληση συμπεριλάμβανε και την ίδια . Για την ακρίβεια, είχε γράψει ένα γράμμα που απευθυνόταν ιδιαιτέρως στην ίδια και την διέταζε να έρθει, αλλά εκείνη αισθανόταν ότι θα ήταν μεγαλύτερη ανακούφιση για την ίδια να παραμείνει στην  γαλήνη  του σπιτιού της, απαλλαγμένη εντελώς από οιεσδήποτε ευθύνες  έτσι ώστε να μπορέσει να  ηρεμήσει την καρδιά και το μυαλό της με τρόπο που δεν μπόρεσε να κάνει  τα τελευταία δύο χρόνια.
Όταν ο πατέρας της έφυγε για το σιδηροδρομικό σταθμό, η Μάργκαρετ αισθάνθηκε πόσο μεγάλη πίεση είχε υποστεί – πίεση χρόνου και πίεση ψυχική. Ένοιωθε κατάπληκτη, σχεδόν αποσβολωμένη  μέσα σε τόση ελευθερία. Κανείς δεν περίμενε από εκείνη να τον εμψυχώσει ή να τον ψυχαγωγήσει. Δεν είχε να νοιαστεί και να φροντίσει  για κανέναν ασθενή. Μπορούσε να κάθεται άπραγη, αμίλητη, χωρίς έγνοια καμμιά και – αυτό που έμοιαζε πιο πολύτιμο απ’ όλα τα άλλα δικαιώματα – μπορούσε να είναι δυστυχής αν το ήθελε. Εδώ και μήνες,  έπρεπε να κλειδώνει  τις  δικές της ανάγκες και τα προβλήματα σε ένα σκοτεινό ντουλάπι. Τώρα όμως, είχε την άνεση να τις ανασύρει, να θρηνήσει επάνω τους, να ανακαλύψει την φύση τους και να ψάξει τον καλύτερο  τρόπο να τις αποσυνθέσει έτσι ώστε να  βρει γαλήνη. Όλες αυτές τις εβδομάδες είχε  θολή επίγνωση της ύπαρξής τους, μ’ όλο που ήταν κρυμμένες και αθέατες. Τώρα, για μια και μοναδική φορά, θα τις συλλογιζόταν και θα όριζε πώς η κάθε μια επηρέαζε τη ζωή της. Έτσι, έμεινε για ώρες στο καθιστικό σχεδόν χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της, αναπολώντας την πίκρα κάθε ανάμνησης με ατάραχη αποφασιστικότητα. Μια φορά μόνο έκλαψε γοερά, στην οδυνηρή ανάμνηση της ολιγοπιστίας της που την οδήγησε να πει εκείνο το ταπεινωτικό ψέμα.
Τώρα δεν μπορούσε ούτε καν να αναγνωρίσει την ισχύ της αιτίας που  την οδήγησε εκεί. Όλα τα σχέδιά της για τον Φρέντερικ είχαν αποτύχει και το αρχικό της κίνητρο κείτονταν εκεί, ένας νεκρός εμπαιγμός – ένας εμπαιγμός που ποτέ δεν υπήρξε στ’ αλήθεια. Το ψέμα ήταν τόσο ανόητα αξιοκαταθρήνητο ιδωμένο υπό το πρίσμα των γεγονότων που ακολούθησαν ενώ η πίστη στην ισχύ της αλήθειας εμπεριείχε τόσο περισσότερη σοφία.
Πάνω στην ταραχή της, άνοιξε ασυναίσθητα ένα βιβλίο του πατέρα της που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Τα λόγια στα οποία έπεσε η ματιά της, έμοιαζαν να ανταποκρίνονται ακριβώς στην παρούσα κατάστασή της-  του δριμύ αυτοοικτιρμού:

Ωστόσο,φτωχή μου καρδιά, ιδού, είμαστε πεσμενοι μεσα στο λακκο τον οποιο ημασταν τοσο αποφασισμενοι ν' αποφύγουμε.Ας ανασυνταχθουμε,και ας τον αφησουμε για παντα,ας ζητησουμε το ελεος του Θεου και ας ελπισουμε σε Αυτόν  πως θα μας βοηθησει εφεξης για να ειμαστε πιο σθεναροι, και ας ξαναμπουμε στην οδό  της ταπεινότητας. Κουράγιο,ας είμαστε σε επιφυλακή, ο Θεός θα μας βοηθήσει.

« Η οδός της ταπεινότητος. Α..»  σκέφτηκε η Μάργκαρετ «αυτό το ξέχασα! Κουράγιο όμως, καρδούλα μου. Θα γυρίσουμε πίσω και με τη βοήθεια του Θεού θα βρούμε το χαμένο δρόμο.»

Έτσι σηκώθηκε, αποφασισμένη να απασχοληθεί με κάτι για να μην σκέφτεται. Για αρχή, κάλεσε τη Μάρθα, καθώς εκείνη περνούσε από τη πόρτα του καθιστικού για να πάει στα επάνω δωμάτια,  και προσπάθησε να μάθει τι βρισκόταν κάτω από τους σοβαρούς, ευπρεπείς και σαν που ταιριάζει σε υπηρέτρια τρόπους της που εμπεριέκλειαν την ιδιαίτερη προσωπικότητά της με μια υπακοή  σχεδόν μηχανιστική.
Δυσκολεύτηκε να την κάνει να μιλήσει για τα προσωπικά της ενδιαφέροντα αλλά φαίνεται πως χτύπησε τη σωστή χορδή όταν ανέφερε το όνομα της κυρίας Θόρντον. Το πρόσωπο της Μάρθας έλαμψε και με ελάχιστη ενθάρρυνση, ξετύλιξε μια μεγάλη ιστορία  για το πώς ο πατέρας της παλαιότερα  σχετιζόταν με τον σύζυγο της κυρίας Θόρντον – για την ακρίβεια ήταν σε θέση να τον βοηθήσει –πώς ακριβώς η Μάρθα δεν το γνώριζε επειδή ήταν πολύ μικρή τότε. Οι περιστάσεις χώρισαν τις δύο οικογένειες μέχρι που η Μάρθα ήταν σχεδόν μεγάλη κοπέλα. Τότε ο πατέρας της άρχισε να ξεπέφτει κοινωνικά από τη θέση που είχε σαν υπάλληλος σε εταιρεία, και με το θάνατο της μητέρας της, εκείνη και η αδελφή της θα ήταν «ολότελα χαμένες» όπως χαρακτηριστικά είπε η Μάρθα, αν δεν βρισκόταν η κυρία Θόρντον, η  οποία έψαξε να τις βρει, και νοιάστηκε γι αυτές, και τις φρόντισε.
«Ήμουν άρρωστη με πυρετό και πολύ αδύναμη. Η κυρία Θόρντον αλλά και ο κύριος Θόρντον δεν ησύχασαν μέχρις ότου με πήραν στο σπίτι τους να με φροντίσουν για να γίνω  καλά. Μέχρι και στη θάλασσα με έστειλαν. Ο γιατρός είπε πως ο πυρετός ήταν κολλητικός αλλά δεν τους ένοιαξε σταλιά. Μόνο η δεσποινίς Φάννυ έφυγε να επισκεφτεί εκείνη την οικογένεια στην οποία σύντομα θα γινόταν νύφη. Έτσι, μ’όλο που  φοβόταν τότε, όλα τέλειωσαν καλά.»
«Η δεσποινίς Φάννυ θα παντρευτεί!» αναφώνησε η Μάργκαρετ.
«Ναι, και μάλιστα μ’έναν πλούσιο κύριο, μόνο που είναι κάπως μεγαλύτερος απ’αυτήν. Τον λένε Γουάτσον και έχει εργοστάσια έξω από το Χέηλυ. Είναι καλό ταίριασμα μ’όλο που εκείνος έχει γκρίζα μαλλιά.»
Αυτή η πληροφορία έκανε την Μάργκαρετ να μείνει σιωπηλή για λίγο, ήταν όμως αρκετό το διάστημα ώστε η Μάρθα να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και μαζί με αυτήν την λακωνικότητα στις απαντήσεις της. Αποτελείωσε το σκούπισμα του τζακιού, ρώτησε τι ώρα  έπρεπε να ετοιμάσει το τσάι και έφυγε από το δωμάτιο με το ίδιο ανέκφραστο πρόσωπο που είχε όταν μπήκε.  Η Μάργκαρετ χρειάστηκε να συγκρατήσει τον εαυτό της από το να επαναλάβει ένα άσχημο παιχνίδι που είχε υιοθετήσει προσφάτως : το να σκέφτεται  τι επιρροή είχε επάνω του κάθε συμβάν  που μάθαινε ότι σχετιζόταν με τον κύριο Θόρντον ˙  του άρεσε ή όχι ;
Την επόμενη μέρα υποδέχτηκε τα μικρά των Μπάουσερ για μάθημα και έπειτα βγήκε για μια μεγάλη βόλτα που κατέληξε σε επίσκεψη στην Μαίρη Χίγκινς.  Προς μεγάλη της έκπληξη βρήκε τον Νίκολας να έχει  ήδη επιστρέψει από την δουλειά στο σπίτι.
Η μεγαλύτερη διάρκεια της μέρας την ξεγέλασε ως προς το πόσο προχωρημένη ήταν ήδη η ώρα. Από τους τρόπους του, ήταν εμφανές ότι και εκείνος είχε αποκτήσει λίγη ταπεινότητα, ήταν πιο ήρεμος και με λιγότερο κομπασμό.
«Το λοιπόν, ο  αφέντης πάει ταξίδι, έτσι ; Έτσι μου ‘παν τα μικρά. Μα είναι διαόλια στην εξυπνάδα, έτσι δεν είναι ; Σάματις είναι πιο ξύπνια κι από τα δικά μου, αν και δε πρέπει να το λέω μιας κι έχω ένα παιδί στο μνήμα. Ο καιρός τώρα δα κάνει τους ανθρώπους να τριγυρνάνε ‘δω κι εκεί. Και το αφεντικό στο εργοστάσιο, σταματημό δεν έχει – όλο φεύγει και γυρνάει έξω.»
«Αυτός είναι ο λόγος που γύρισες νωρίτερα στο σπίτι;» ρώτησε με αφέλεια η Μάργκαρετ.
«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται.» έκανε περιφρονητικά. « Δεν έχω δυο πρόσωπα ελόγου  μου – ένα για όταν με βλέπει ο αφέντης κι  άλλο για πίσω από την πλάτη του. Λόγιασα καλά την ώρα από  όλα τα ρολόγια που χτύπησαν στην πόλη πριν φύγω από τη δουλειά. Όχι – ο Θόρντον σου, είναι καλός αντίπαλος αλλά είναι πιότερο άξιος σαν πάει κανείς να τον ξεγελάσει. ‘συ μου βρήκες τη θέση και σ’ευχαριστώ. Τούτες τις μέρες δεν είναι καθόλου κακό να δουλεύεις στο εργοστάσιο του Θόρντον. Σήκω πάνω, λεβέντη μου και πες τον ύμνο που’μαθες στη δεσποινίδα Μάργκαρετ. Έτσι, πάτα γερά στα πόδια σου, τέντωσ’το χέρι σου σαν καλάμι. Με το ένα, με το δύο, με το τρία…!»
Ο μικρούλης επανέλαβε έναν ύμνο των Μεθοδιστών, με νοήματα πολύ προχωρημένα για την ηλικία του, που όμως είχε καταλάβει τον ρυθμό του και τον επαναλάμβανε με ύφος και πόζα μέλους του Κοινοβουλίου. Καθώς η Μάργκαρετ χειροκροτούσε αδιάφορα, ο Νίκολας του ζήτησε να πει κι άλλον ύμνο, κι ύστερα κι άλλον, ανακάλυψε προς μεγάλη της έκπληξη ότι ο Νίκολας έτσι παράδοξα και ασυνείδητα,  είχε αρχίσει να δείχνει ενδιαφέρον προς τα της εκκλησίας που πριν απαξιούσε.
Είχε περάσει η ώρα που συνήθως έπαιρνε το τσάι της όταν γύρισε στο σπίτι, αλλά ήταν μια ανακούφιση η αίσθηση ότι δεν είχε κάνει κανέναν να την περιμένει και το να μπορεί να παραδίδεται στις δικές της σκέψεις αντί να παρακολουθεί κάποιον άλλον  για να δει αν θα πρέπει να είναι χαρούμενη ή λυπημένη. Μετά το τσάι, αποφάσισε να μελετήσει ένα μεγάλο πακέτο με γράμματα και να ξεχωρίσει κάποια που έπρεπε να καταστραφούν.
..................................................................................................................................................................
Αναστέναξε καθώς σηκώθηκε να πάει για ύπνο.  Παρά το «Ένα βήμα τη φορά», παρά τη μία και μοναδική της υποχρέωση να είναι αφοσιωμένη στον πατέρα της, αισθανόταν στην καρδιά της αγωνία και λύπη.
Αλλά και ο κύριος Χέηλ είχε στη σκέψη του την Μάργκαρετ, εκείνη την Απριλιάτικη βραδιά, τόσο επίμονα και παράδοξα όσο και η κόρη του. Ήταν κουρασμένος έχοντας συναντήσει  παλιούς φίλους και περπατήσει σε γνώριμα μέρη. Είχε ίσως υπερβάλλει στη σκέψη για το  πώς οι παλιοί του φίλοι θα τον υποδέχονταν  δεδομένης  της αλλαγής στα πιστεύω του, όμως αν και κάποιοι ίσως να αισθάνθηκαν ταραχή και θλίψη ή αγανάκτηση για την πτώση του θεωρητικά, όμως μόλις  ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο που κάποτε είχαν αγαπήσει, οι θεωρίες ξεχάστηκαν ή απλά πρόσθεσαν μια τρυφερή σοβαρότητα  στη συμπεριφορά τους. Ο κύριος Χέηλ δεν ήταν γνωστός σε πολλούς. Ανήκε σε μια από τις μικρότερες αδελφότητες και  πάντα ήταν συνεσταλμένος και ντροπαλός. Όμως εκείνοι που τον καιρό της νεότητος είχαν λάβει τον κόπο να διεισδύσουν την λεπτότητα της σκέψης και των συναισθημάτων που κρύβονταν κάτω από την σιωπή και την αναποφασιστικότητά του, τον είχαν κλείσει βαθιά μέσα στην καρδιά τους με εκείνη την προστατευτική ευγένεια  που θα έδειχναν σε μια γυναίκα. Και η ανανέωση αυτής της καλοσύνης, μετά από τη διακοπή τόσων χρόνων και εν μέσω τόσων αλλαγών τον είχε ταράξει περισσότερο από οποιαδήποτε αγένεια ή έκφραση δυσαρέσκειας.
«Φοβάμαι ότι το παρακάναμε,» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Τώρα σε βλέπω να υποφέρεις έχοντας ζήσει τόσο πολύ στην ατμόσφαιρα του Μίλτον.»
«Είμαι κουρασμένος,»  είπε ο κύριος Χέηλ. «Αλλά όχι από την ατμόσφαιρα του Μίλτον. Είμαι πενήντα πέντε χρόνων και αυτό από μόνο του αρκεί για να δικαιολογήσει  απώλεια δυνάμεων.»
«Ανοησίες! Είμαι πάνω από εξήντα και καθόλου δεν έχω απωλέσει τις δυνάμεις μου, φυσικές ή πνευματικές. Μη μου λές εμένα  τέτοια   πράγματα! Πενήντα πέντε! Μα, είσαι νέος ακόμα!»
Ο κύριος Χέηλ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτά τα λίγα τελευταία χρόνια!»  Αφού  έκανε μια παύση, ανασηκώθηκε από την σχεδόν ύπτια θέση που είχε σε μια από τις  αναπαυτικές  σαιζ-λονγκ του κυρίου Μπέλλ και είπε  με παλλόμενη  φωνή σε πολύ σοβαρό τόνο:
«Μπελλ, μην σκεφτείς ότι αν  μπορούσα να προείδω όλα αυτά που θα επακολουθούσαν της ιδεολογικής μου μεταστροφής και της μετοίκησής μου -  Όχι! Ούτε ακόμα αν εγνώριζα πόσο εκείνη θα υπέφερε –  δεν θα  άλλαζα κάτι στην δημόσια παραδοχή μου  ότι δεν είχα πλέον την ίδια πίστη στην Εκκλησία την οποία υπηρετούσα ως ιερέας. Όπως το βλέπω τώρα, ακόμα κι αν μπορούσα να προβλέψω  το φρικτό μαρτύριο  που πέρασα μέσα από τα πάθη ενός αγαπημένου μου προσώπου, θα είχα πράξει το ίδιο, δηλαδή θα εγκατέλειπα ανοικτά και ξεκάθαρα την Εκκλησία. Ίσως να είχα πράξει διαφορετικά και με πιο σώφρονα τρόπο όσον αφορά τα σχετικά με την οικογένειά μου.  Όμως νομίζω πως ο Κύριος δεν με προίκισε με υπερβάλλουσα σωφροσύνη ή δύναμη.» συμπλήρωσε ξαναγυρνώντας στην προηγούμενή του θέση.
Ο κύριος Μπέλλ φύσηξε επιδεικτικά την μύτη του πριν απαντήσει, λέγοντας:
«Σου έδωσε δύναμη να κάνεις αυτό που θεωρούσε η συνείδησή του, σωστό. Και δεν θεωρώ ότι χρειάζεται περισσότερη ή ιερότερη δύναμη ή σοφία από αυτή.  Γνωρίζω πως εγώ δεν διαθέτω τόση. Κι όμως θεωρούμαι σοφός στα ανόητα βιβλία κάποιων ανθρώπων. Χαρακτήρ αδαμάντινος, ανεξάρτητος και τα τοιαύτα. Κι όμως  ο πλέον ηλίθιος που υπακούει στο δικό του απλοϊκό  σύστημα αξιών, ακόμα κι αν αυτό είναι το να σκουπίζει τα πόδια του στον τάπητα της  εξώπορτας, είναι σοφότερος και ισχυρότερος εμού. Πόσο εύκολα εξαπατούνται οι άνθρωποι!»
Ακολούθησε μια παύση. Ο κύριος Χέηλ μίλησε πρώτος, συνεχίζοντας την σκέψη του.
«Σχετικά με την Μάργκαρετ.»
« Σχετικά με την Μάργκαρετ, λοιπόν! Τι συμβαίνει ;»
«Αν πεθάνω….»
«Ανοησίες!»
«Τι θα απογίνει εκείνη – το σκέφτομαι συχνά.  Υποθέτω ότι οι Λέννοξ θα της ζητήσουν να μείνει μαζί τους. Προσπαθώ να φαντάζομαι ότι έτσι θα γίνει. Η θεία της η Σώ, την αγαπούσε με το δικό της  σιωπηλό τρόπο, όμως η αγάπη της ξεχνιέται εν τη απουσία.»
« Σφάλμα σύνηθες πολύ. Τι είδους άνθρωποι είναι οι Λέννοξ;»
«Εκείνος  είναι ευειδής, ομιλητικός και ευπροσήγορος. Η Ήντιθ μια γλυκιά, κάπως κακομαθημένη καλλονή. Η Μάργκαρετ την αγαπά με όλη της την καρδιά και η Ήντιθ το ίδιο – τουλάχιστον όσο της είναι δυνατόν να αγαπήσει.»
« Άκου, Χέηλ. Γνωρίζεις ότι αυτό το κορίτσι σου  μες στην καρδιά μου το’χω. Σου το έχω ξαναπεί. Φυσικά ως θυγατέρα σου και πνευματικό μου τέκνο ενδιαφερόμουν για εκείνη και πριν να την δω την προηγούμενη φορά.  Όμως με αυτήν μου την επίσκεψη στο Μίλτον έγινα σκλάβος της. Μ’ έσυρε  ολοπρόθυμον στο άρμα της, εμένα το γέρο ξεκούτη. Επειδή, αληθινά, έχει  όλο το μεγαλείο και την γαλήνη του ανθρώπου που έχει παλέψει και παλεύει ακόμα, κι όμως προσβλέπει στη νίκη που θα έρθει αναμφίβολα. Ναι, μ’ όλες τις παρούσες δυσκολίες της, έχει αυτό το βλέμμα στο πρόσωπό της. Έτσι, όλη μου η περιουσία, είναι στην υπηρεσία της αν τη χρειαστεί και θα γίνει δική της ούτως η άλλως όταν πεθάνω. Επιπλέον, θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της ως πιστός της ιππότης και ακόλουθος μ’ όλο που είμαι ένας εξηντάρης γεροπαράξενος. Ειλικρινά, παλιέ μου φίλε, η κόρη σου  θα είναι η πρωταρχική μου έγνοια στη ζωή και όποια αρωγή  μπορούν  να συνδράμουν το πνεύμα μου, η σοφία μου ή η πρόθυμη καρδιά μου, θα την έχει. Δεν την επέλεξα ως αντικείμενο διαπαιδαγώγησης και νουθεσίας . Κάτι που γνωρίζω από τα παλιά ότι είναι δική σου μέριμνα, διαφορετικά δεν θα ήσουν ευχαριστημένος.  Όμως σίγουρα εσύ θα ζήσεις πολύ περισσότερα χρόνια από εμένα. Βλέπεις ότι οι αδύνατοι πάντα καταφέρνουν να ξεγελάνε και να νικούν  το Χάρο. Είναι οι εύσωμοι και πληθωρικοί σαν κι εμένα που φεύγουν πρώτοι !»
Αν ο κύριος Μπέλλ είχε προφητικό χάρισμα, θα είχε δει τον πυρσό να τρεμοσβήνει και τον Άγγελο σοβαρό και πένθιμο  να γνέφει στο φίλο του από τα ύψη. Εκείνη την νύχτα ο κύριος Χέηλ έγειρε στο προσκέφαλό του και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Ο υπηρέτης που μπήκε στο δωμάτιο το άλλο πρωί δεν έλαβε  καμμία απάντηση όταν του μίλησε. Πλησίασε στην κλίνη και είδε το ήρεμο, όμορφο πρόσωπο να κείτεται ωχρό και παγωμένο κάτω από την αναπόδραστη σφραγίδα του θανάτου.  Η όψη του ήταν γαλήνια. Δεν υπήρχαν σημάδια αγωνίας ή πόνου. Η καρδιά του θα πρέπει να έπαψε να χτυπά ενώ κοιμόταν.
Ο κύριος Μπέλλ έμεινε αποσβολωμένος από το πλήγμα και συνήλθε μόνο και μόνο για να εξοργιστεί με αυτό που του πρότεινε ο υπηρέτης του.
« Εισαγγελική έρευνα; Ήμαρτον ! Μήπως θαρρείς πως τον δηλητηρίασα; Ο κύριος Φόρμπς λέει πως είναι η φυσιολογική κατάληξη μιας καρδιακής νόσου. Καημένε Χέηλ! Την έφθειρες πρόωρα την τρυφερή καρδιά σου. Καημένε μου παλιόφιλε!  Πώς μιλούσε για  - Γουώλις, σε πέντε λεπτά να μου έχεις έτοιμη μια μικρή βαλίτσα. Κάθομαι εδώ και μιλάω… Ετοίμασέ την, είπα!  Πρέπει να πάω στο Μίλτον με το επόμενο δρομολόγιο.»

Σε είκοσι λεπτά από τη λήψη αυτής της απόφασης, η βαλίτσα είχε ετοιμαστεί, η άμαξα είχε κληθεί, και ο κύριος Μπέλλ είχε ήδη φτάσει στο σιδηροδρομικό σταθμό.
Το τραίνο από το Λονδίνο έφτασε ασθμαίνον, οπισθοχώρησε μερικά μέτρα, και ο κύριος Μπέλλ επιβιβάσθηκε ωθούμενος κάπως βιαστικά από τον ανυπόμονο σιδηροδρομικό υπάλληλο. Έγειρε πίσω και έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει  πώς μπορούσε κάποιος που ήταν εν ζωή χθες να κείτεται νεκρός σήμερα. Αμέσως  δάκρυα  άρχισαν να ξεγλιστρούν  ανάμεσα από τα γεροντικά του βλέφαρα. Καθώς το ένοιωσε, άνοιξε τα μάτια του αποφασισμένος  να δείχνει όσο το δυνατόν πιο εύθυμος. Δεν θα έβαζε τα κλάματα μπροστά σε  δυο ξένους. Όχι αυτός !
Δεν κάθονταν δύο ξένοι απέναντί του, αλλά μονάχα ένας και  αυτός στο ίδιο κάθισμα, αλλά μακριά , στην άλλη άκρη. Ο κύριος Μπέηλ άρχισε να τον παρατηρεί διακριτικά για να δει τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που μπορεί να είδε το συναισθηματικό του ξέσπασμα. Και πίσω από την ολάνοιχτη εφημερίδα των Times αναγνώρισε τον κύριο Θόρντον.
« Μα, τι στο καλό, εσύ είσαι Θόρντον;» είπε πλησιάζοντας πιο κοντά. Έσφιξε το χέρι του κυρίου Θόρντον σε μια δυνατή και θερμή χειραψία που όμως σταμάτησε απότομα γιατί έπρεπε να σκουπίσει τα δάκρυά του. Την τελευταία φορά που τον είχε δει ήταν με συντροφιά τον φίλο του τον Χέηλ.
«Πηγαίνω στο Μίλτον για ένα θλιβερό καθήκον. Πάω να αναγγείλω στην κόρη του Χέηλ τον αιφνίδιο θάνατό του.»
«Τον θάνατο του ;! Ο κύριος Χέηλ νεκρός;!»
«Ναι, το λέω συνεχώς στον εαυτό μου ‘Ο Χέηλ πέθανε’ αλλά δεν εννοώ να το πιστέψω πως είναι αλήθεια. Παρ’ όλ’αυτά, ο Χέηλ είναι νεκρός. Πήγε για ύπνο υγιής κατά τα φαινόμενα και ήταν εντελώς παγωμένος σήμερα το πρωί που πήγε ο υπηρέτης μου να τον φωνάξει.»
«Πού ; Δεν καταλαβαίνω!»
«Στην Οξφόρδη. Είχε έρθει να μείνει μαζί μου. Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν την Οξφόρδη εδώ και δεκαεπτά χρόνια….και η τελευταία.»
Κανείς δεν είπε λέξη επί ένα τέταρτο της ώρας. Έπειτα μίλησε ο κύριος Θόρντον.
«Και εκείνη…!»  αμέσως όμως τα λόγια του  κόπηκαν.
«Εννοείς την Μάργκαρετ. Ναι, πηγαίνω να της το πώ. Ο καημένος! Πόσο την είχε στο μυαλό του το τελευταίο βράδυ! Θεέ και Κύριε – χθες βράδυ μόλις !  Και πόσο απροσμέτρητα μακρυά βρίσκεται σήμερα. Αλλά προς χάριν  του θα έχω την Μάργκαρετ σαν παιδί μου. Χθες βράδυ είπα πως θα την πάρω υπό την προστασία μου προς χάριν της. Ε, λοιπόν, θα το κάνω προς χάριν και των δύο.»
Ο κύριος Θόρντον προσπάθησε μια- δυο φορές να μιλήσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος, μπόρεσε να πει: «Τι θ’απογίνει εκείνη ;»

«Φαντάζομαι ότι δύο άνθρωποι θα την περιμένουν. Ένας εγώ. Θα έβαζα έναν δράκοντα αληθινό στο σπίτι μου, αν έχοντας τέτοιον συνοδό και φτιάχνοντας δικό μου νοικοκυριό, μπορούσα να δώσω στα γεράματά μου λίγη ευτυχία έχοντας την Μάργκαρετ για κόρη. Αλλά είναι κι αυτοί οι Λέννοξ!»
«Ποιοι είναι αυτοί ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον με φωνή που έτρεμε μόλις κρύβοντας το ενδιαφέρον του.
«Ω, αυτάρεσκοι Λονδρέζοι  που πολύ πιθανόν να θεωρούν ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα πάνω της.  Ο λοχαγός Λέννοξ παντρεύτηκε την εξαδέλφη της – το κορίτσι με το οποίο μεγάλωσε η Μάργκαρετ. Αρκετά καλοί άνθρωποι, θα έλεγα.
Και ύστερα, είναι και η θεία της, η κυρία Σω. Ίσως υπάρχει κάποιος τρόπος, αν ζητήσω σε γάμο αυτήν την πλούσια κυρία! Όμως αυτό θα ήταν υπερβολικό! Είναι και εκείνος ο αδελφός !»
«Ποιος αδελφός ; Ο αδελφός της θείας της ;»
«Όχι, όχι. Ο έξυπνος Λέννοξ (γιατί ο λοχαγός είναι ηλίθιος καθώς αντιλαμβάνεσαι), ένας νεαρός δικηγόρος που θα θέσει τον εαυτό  του στις υπηρεσίες της Μάργκαρετ. Γνωρίζω πως την είχε στο μυαλό του τα τελευταία πέντε χρόνια  ίσως και παραπάνω. Μου το είπε ένας από τους συνέταιρούς του. Το μόνο που τον σταματούσε είναι ότι η Μάργκαρετ δεν είχε περιουσία. Αλλά τώρα αυτό δεν είναι πλέον θέμα.»
«Μα, πώς ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον που η περιέργειά του ήταν πολύ ειλικρινής για να συνειδητοποιήσει το αδιάκριτο της ερώτησης.
«Θα με κληρονομήσει όταν πεθάνω. Και αν αυτός ο Χένρυ Λέννοξ της αξίζει έστω και κατά το ήμισυ και της αρέσει – ε, τότε ίσως βρω άλλον τρόπο να στήσω σπιτικό μέσω ενός γάμου. Τρέμω,  μήπως σε κάποια  ανύποπτη στιγμή ,  υποπέσω σε τέτοιο πειρασμό με τη θεία.»
Όμως κανείς από τους δύο δεν είχε διάθεση να γελάσει, έτσι η παραδοξότητα των λόγων του κυρίου Μπέλλ διέλαθε της προσοχής και των δύο. Ο κύριος Μπελλ έσμιξε τα χείλη του σε σφύριγμα αλλά κανένας ήχος δεν βγήκε παρά μια μακρόσυρτη συρριστική ανάσα. Άλλαξε θέση αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία. Ο κύριος Θόρντον καθόταν εντελώς ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο στην εφημερίδα, την οποία είχε πάρει στα χέρια του για να δώσει στον εαυτό του την άνεση να σκεφτεί.
...................................................................................................................................................................

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Κεφάλαιο 39ο "Κάνοντας φίλους".



   Όπως σας υποσχέθηκα, μέσα στον Απρίλη ολοκληρώθηκε το 39ο. Και τί κεφάλαιο....! Η Μάργκαρετ προβαίνει σε μια σημαντική ανακάλυψη! Εμείς βέβαια, το είχαμε δει να'ρχεται ...!

 

    «Κaνοντας φiλους»


Η Μάργκαρετ, αφού άφησε μόνη της την κυρία Θόρντον, πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω, όπως έκανε και παλαιότερα κάθε φορά που εκνευριζόταν. Όμως, καθώς θυμήθηκε ότι σε εκείνο το σπίτι με τους λεπτούς τοίχους τα πάντα ακούγονταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, κάθισε μέχρι να ακούσει την κυρία Θόρντον να φεύγει για τα καλά από το σπίτι. Πίεσε τον εαυτό της να ξαναθυμηθεί την συνομιλία που είχαν. Υποχρέωσε την μνήμη της να  την ανατρέξει λέξη προς λέξη. Στο τέλος, σηκώθηκε και μονολόγησε μελαγχολικά:
«Όπως και να ‘χει, τα λόγια της δεν με αγγίζουν. Πέφτουν άχρηστα από πάνω μου, γιατί είμαι αθώα απ’ όλα όσα μου καταλογίζει. Όμως είναι σκληρό να σκέφτομαι ότι κάποιος – και μάλιστα γυναίκα – μπορεί να πιστέψει αυτά τα πράγματα για μια άλλη, τόσο εύκολα. Είναι σκληρό και θλιβερό. Για εκείνο το οποίο πραγματικά έχω φταίξει δεν με κατηγορεί – γιατί δεν το ξέρει. Εκείνος δεν  της το είπε. Έπρεπε να το καταλάβω ότι δεν θα το έκανε!»
Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά σαν να αισθανόταν περήφανη για όποια αβρότητα αισθημάτων είχε τυχόν δείξει ο κύριος Θόρντον. Έπειτα, καθώς μια καινούρια σκέψη πέρασε από το μυαλό της, έσφιξε τα χέρια της το ένα με το άλλο.
« Κι αυτός θα πίστεψε ότι ο καημένος ο Φρέντερικ ήταν κάποιος εραστής μου.»
(Κοκκίνησε  στη σκέψη και μόνο της λέξης) «Τώρα το καταλαβαίνω. Δεν είναι μόνο ότι γνωρίζει το ψέμα που είπα, αλλά πιστεύει επίσης ότι κάποιος άλλος έχει αισθήματα για μένα και ότι εγώ – Ω, Θεέ μου, Ω, Θεέ μου! Τι θα κάνω ;  Τι λέω;  Γιατί με νοιάζει το τι σκέφτεται, πέραν του ότι έχω χάσει  την καλή του γνώμη σε σχέση με το αν είπα ή όχι την αλήθεια ; Δεν ξέρω τι να πω. Αλλά είμαι πολύ δυστυχισμένη. Ω, πόση δυστυχία έφερε αυτή η χρονιά! Δεν έζησα σαν νεαρή κοπέλα, σαν γυναίκα. Δεν έχω πια ελπίδα να ζήσω σαν γυναίκα, γιατί δεν θα παντρευτώ ποτέ. Προβλέπω να έχω τις ίδιες θλίψεις και βάσανα που έχει μια ηλικιωμένη και με τον ίδιο φόβο στην καρδιά. Είμαι κατάκοπη πια με το να πρέπει να δείχνω συνέχεια  δυνατή. Για χάρη του πατέρα, θα μπορούσα να αντέξω γιατί αυτό είναι φυσιολογικό και ευσεβές καθήκον μου. Και νομίζω πως θα μπορούσα να αντέξω και στα – όπως και να’χει  μπορούσα να έχω  την δύναμη να αντικρούσω τις  άδικες και απρεπείς υποψίες της κυρίας Θόρντον. Όμως είναι σκληρό να νοιώθω ότι εκείνος με έχει εντελώς παρεξηγήσει ! Τι έπαθα σήμερα και είμαι τόσο χάλια ; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Κάποιες φορές πρέπει να τα παρατάω.  Όμως όχι, δεν θα το κάνω,» είπε και τινάχτηκε επάνω. «Δεν θα το κάνω, δεν θα σκεφτώ ποιά είμαι και πού βρίσκομαι. Δεν θα αναλύσω τα αισθήματά μου. Δεν θα ωφελούσε τώρα. Κάποια στιγμή, αν ζήσω, όταν θα έχω γεράσει και θα κάθομαι δίπλα στη φωτιά κυττάζοντας τη θράκα, ίσως να αναπολήσω τη ζωή που θα μπορούσα να έχω ζήσει.»
Όλη αυτήν την ώρα, ετοιμαζόταν βιαστικά για να βγει έξω, σταματώντας μονάχα πού και πού για να σκουπίσει με μια ανυπόμονη κίνηση τα δάκρυά της, ξέροντας ότι θα συνεχίσουν να αναβλύζουν παρά την γενναιοψυχία της.
«Νομίζω πως πολλές γυναίκες κάνουν τέτοια θλιβερά  λάθη όπως εγώ και το ανακαλύπτουν όταν είναι πολύ αργά. Και  πόσο βιαστικά, με πόση αυθάδεια του μίλησα εκείνη την ημέρα! Όμως, τότε δεν ήξερα!  Μου συνέβη σιγά-σιγά και δεν ξέρω πότε άρχισε. Τώρα δεν θα τα παρατήσω. Θα μου είναι πολύ δύσκολο να συμπεριφερθώ με τον ίδιο τρόπο απέναντί του, έχοντας αυτήν την άθλια επίγνωση, αλλά θα είμαι πολύ ήρεμη, πολύ ήσυχη και θα μιλήσω ελάχιστα. Αλλά σίγουρα, μπορεί να μην τον δώ. Προφανώς, μας αποφεύγει. Αυτό θα ήταν το χειρότερο απ’ όλα. Και δεν είναι περίεργο που με αποφεύγει, αφού έχει αυτήν την γνώμη για μένα.»
Βγήκε έξω γρήγορα με κατεύθυνση προς την εξοχή προσπαθώντας με το γρήγορο βάδισμα να αποφύγει τις σκέψεις.


..........................................................................................................................................................


Βρήκε τον Νίκολας απασχολημένο με το να προσπαθεί να κάνει ένα νόμισμα να στριφογυρίσει πάνω στη συρταριέρα για να διασκεδάσει τα τρία μικρότερα παιδιά που ήταν γαντζωμένα πάνω του χωρίς φόβο. Τόσο αυτός όσο και τα παιδιά χαμογελούσαν πλατιά όταν το νόμισμα κατάφερνε να στριφογυρίσει  για πολλή ώρα. Η Μάργκαρετ σκέφτηκε ότι αυτή η χαρούμενη όψη και το ενδιαφέρον που έδειχνε στο παιχνίδι  ήταν καλό σημάδι. Όταν το νόμισμα σταμάτησε να στριφογυρνάει, ο «μικούλης Τζόννυ» άρχισε να κλαίει.
«Έλα σε μένα» είπε η Μάργκαρετ, σηκώνοντάς τον από την συρταριέρα και κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Κράτησε το ρολόι της στο αυτί του ενώ παράλληλα ρωτούσε τον  Νίκολας αν είχε δει τον κύριο Θόρντον.
Το ύφος του άλλαξε αμέσως.
«Αμέ, πώς!» είπε. «Τον είδα και τον άκουσα και με το παραπάνω!»
«Σου αρνήθηκε λοιπόν ;» είπε η Μάργκαρετ λυπημένα.
« Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Το’ξερα δα, απ’την αρχή.  Δε ‘φελάει να περιμένεις λύπηση από ‘κείνους εκεί τους αφεντάδες. Σύ ‘σαι ξενομερίτισσα, φερμένη απ’ αλλού και δεν ξέρεις τα χούγια τους. Ελόγου μου όμως τα ξέρω.»
«Λυπάμαι που σου το ζήτησα. Ήταν θυμωμένος; Δεν σου μίλησε όπως ο Χάμπερ, έτσι;»
«Δεν  μου φέρθηκε και με το γάντι!» είπε ο Νίκολας στριφογυρίζοντας άλλη μια φορά το νόμισμα, προς τέρψιν τόσο των παιδιών όσο και δική του. «Μη σκάς. Δεν έγινε τίποτα. Θα βγώ στη γύρα αύριο. Αλλά κι εγώ δεν του χαρίστηκα. Του’πα πως δεν είχα και την καλύτερη γνώμη για λόγου του και πώς ούτε που θα ματα’ρχόμουν στο εργοστάσιό του, αλλά πως με παρακάλεσες εσύ και σου’ κανα το χατίρι.»
«Του είπες πως σε έστειλα εγώ;»
«Δεν ξέρω αν είπα το όνομά σου. Δεν θυμάμαι αν το ’κανα. Είπα ότι μια κυρά που δεν κάτεχε κι αυτή με ορμήνεψε να πάω να δω άμα έχει μια στάλα ανθρωπιά στην καρδιά του.»
«Και εκείνος….» είπε η Μάργκαρετ.
«Μου ‘πε να σου πώ να κυττάς τη δουλειά σου – Ε, ρε τι στριφογύρισμα ήταν αυτό, λεβέντες μου;! - Και με στόλισε και μένα με διάφορες κουβέντες. Δεν πειράζει όμως. Δε χάσαμε τίποτα που είχαμε. Κάλιο να πάω να σπάω πέτρες στο δρόμο παρά να αφήσω τούτα ‘δω να πεινάσουνε.»
Η Μάργκαρετ έβαλε ξανά  πίσω στη θέση του τον Τζώννη που πάσχιζε να ξεφύγει από την αγκαλιά της.
«Συγνώμη που σου ζήτησα να πας στον κύριο Θόρντον. Είμαι απογοητευμένη  μαζί του.»
Ακούστηκε ένας ανάλαφρος θόρυβος πίσω της. Η Μάργκαρετ κι ο Νίκολας γύρισαν ταυτόχρονα να δουν. Πίσω τους στεκόταν ο κύριος Θόρντον με ένα ύφος που φανέρωνε δυσάρεστη έκπληξη. Ενστικτωδώς, η Μάργκαρετ ξεγλίστρησε δίπλα του και  τον προσπέρασε βιαστικά, χωρίς να πεί λέξη, κάνοντας μόνο μια βαθιά υπόκλιση για να κρύψει την ξαφνική χλωμάδα που απλώθηκε στο πρόσωπό της. Εκείνος την χαιρέτησε με μια εξίσου βαθιά υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Καθώς προχωρούσε βιαστικά για της κυρίας Μπάουσερ, άκουσε τον σύρτη να κλείνει και αυτός ο ήχος φάνηκε να επιτείνει την ντροπή της.


Κι εκείνος ενοχλήθηκε που την βρήκε εκεί. Υπήρχε τρυφερότητα  στην καρδιά του – «ανθρωπιά» όπως το έλεγε ο Νίκολας- αλλά από κάποιο αίσθημα υπερηφάνειας την έκρυβε. Ήταν κάτι ιερό και πολύτιμο που ζηλόφθονα προσπαθούσε να το προστατεύσει. Όμως, μολονότι φοβόταν να παραδεχτεί την ευαισθησία του, αντίθετα, έκανε το παν για να μάθουν όλοι ότι ήταν ένας άνθρωπος με υψηλό αίσθημα δικαίου. Και ένοιωθε ότι είχε φανεί άδικος με το να ακούσει τόσο περιφρονητικά το αίτημα ενός ανθρώπου που περίμενε ταπεινά και με υπομονή πέντε ώρες για να του μιλήσει.
Το ότι ο άνθρωπος αυτός του είχε μιλήσει με αυθάδεια, δεν είχε σημασία για τον κύριο Θόρντον ˑ μάλλον τον συμπαθούσε γι αυτό και είχε επίγνωση της δικής του οξύθυμης διάθεσης εκείνη τη στιγμή, άρα ήταν κι οι δύο πάτσι.  Ήταν εκείνες οι πέντε ώρες αναμονής που έκαναν εντύπωση στον κύριο Θόρντον. Ο ίδιος δεν είχε πέντε ώρες για χάσιμο.
Όμως θυσίασε μια - δύο ώρες από τον σκληρό, βαθιά πνευματικό   αλλά και σωματικό μόχθο του για να συγκεντρώσει πληροφορίες για την πιστότητα της ιστορίας του Χίγκινς, το χαρακτήρα του και τη ζωή του. Θέλοντας και μη, πείστηκε ότι όσα είχε πει ο Χίγκινς  ήταν αλήθεια. Κι έπειτα, αυτή η πεποίθηση εισχώρησε ως δια μαγείας και άγγιξε την άδηλη ευαισθησία της καρδιάς του. Η υπομονή που έδειξε αυτός ο άνθρωπος, η απλή γενναιοδωρία των κινήτρων του (επειδή έμαθε για τον καυγά που είχε ο Χίγκινς με τον Μπάουσερ) τον έκανε να ξεχάσει τις αιτιολογίες περί δικαιοσύνης και μόνον και να τις υπερπηδήσει χάρις ενός θεϊκότερου ενστίκτου. Ήρθε να πει στον Χίγκινς ότι θα του πρόσφερε εργασία ˙ και ήταν περισσότερο ενοχλημένος που βρήκε την Μάργκαρετ εκεί παρά που άκουσε τα τελευταία της λόγια˙ επειδή τότε κατάλαβε πως αυτή ήταν η γυναίκα που τον είχε πιέσει να πάει να τον δει. Και έτρεμε να αφήσει να εισχωρήσει στο μυαλό του η σκέψη της σαν το κίνητρο πίσω από την πράξη του, απλά επειδή ήταν αλήθεια.
«Αυτή ήταν λοιπόν η κυρία για την οποία μου έλεγες;» είπε εκνευρισμένος στον Χίγκινς. «Θα μπορούσες να μου το είχες πει ποια ήταν.»
«Και το λοιπόν, θα μου μίλαγες πιο ευγενικά ; Έχεις μια μητέρα τέτοια που θα έπρεπε να σε κάνει να το ξανασκεφτείς πριν πεις ότι οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα.»
« Και βεβαίως, το είπες αυτό στην δεσποινίδα Χέηλ.»
«Φυσικά και το’πα. Τουλάχιστον έτσι θαρρώ. Της είπα να μην ανακατευτεί ξανά στις δουλειές σου.»


«Αυτά τα παιδιά; Δικά σου είναι;» Ο κύριος Θόρντον, από τις πληροφορίες που είχε πάρει,  γνώριζε πολύ καλά τίνος  ήταν τα παιδιά αλλά αισθανόταν αμήχανα και ήθελε να  μεταστρέψει τη συζήτηση από αυτήν την αποθαρρυντική εκκίνηση.
«Δεν είναι παιδιά μου, αλλά είναι δικά μου.»
«Είναι τα παιδιά για τα οποία μου μίλησες σήμερα το πρωί;»
«Όταν μου είπες, » απάντησε ο Χίγκινς στρέφοντας με θυμό που μετά βίας συγκρατούσε, « ότι η ιστορία μου μπορεί να ‘ταν αλήθεια, μπορεί και όχι αλλά σου’μοιαζε για ψεύτικη. Αφεντικό, δεν το ‘χω ξεχάσει.»
Ο κύριος Θόρντον έμεινε σιωπηλός για λίγο κι έπειτα είπε: «Ούτε εγώ. Θυμάμαι τι είπα. Δεν είχα δικαίωμα να σου μιλήσω γι αυτά τα παιδιά με τέτοιο τρόπο. Δεν σε πίστεψα. Δεν θα μπορούσα να αναλάβω τη φροντίδα των παιδιών ενός άλλου αν μου είχε φερθεί με τον τρόπο που έμαθα πως σου φέρθηκε ο Μπάουσερ. Τώρα όμως ξέρω ότι έλεγες αλήθεια. Σου ζητώ συγνώμη.»
Ο Χίγκινς δεν γύρισε ούτε αποκρίθηκε αμέσως. Όμως όταν μίλησε, ήταν σε πιο ήπιο τόνο αν και τα ίδια τα λόγια του είχαν αρκετή τραχύτητα.
«Δεν είχες καμμιά δουλειά να γυρνάς και να ρωτάς τι έγινε με λόγου μου και τον Μπάουσερ. Αυτός είναι πεθαμένος κι εγώ έχω μετανοιώσει. Αυτό.»
« Μάλιστα. Λοιπόν, θα δουλέψεις για μένα; Αυτό ήρθα να σε ρωτήσω.»
Το πείσμα του Χίγκινς φάνηκε να κλονίζεται, ανέλαβε δυνάμεις και στάθηκε ακλόνητος. Δεν θα μιλούσε. Ο κύριος Θόρντον δεν θα του ζητούσε το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά. Το βλέμμα του Χίγκινς έπεσε στα παιδιά.
«Με είπες θρασύ και ψεύτη και ταραχοποιό, και ίσως και να’χες δίκιο γιατί πού και πού συνήθιζα να πίνω. Και ‘γω σε είπα τύραννο, και σκυλί μαύρο, σκληρό αφεντικό και άκαρδο. Εδώ βρισκόμαστε. Αλλά, για χάρη των παιδιών, αφεντικό, θαρρείς πως μπορούμε να τα πάμε καλά;»
« Μια φορά,» είπε ο κύριος Θόρντον μισογελώντας «δεν έκανα εγώ την πρόταση να τα πάμε καλά. Αλλά κατά τα λεγόμενά σου, υπάρχει κάτι καλό: Χειρότερη γνώμη δεν θα μπορούσαμε να έχουμε ο ένας για τον άλλον από αυτήν που έχουμε τώρα.»

« Σωστά μιλάς.» είπε ο Χίγκινς αυθόρμητα. «Συλλογιόμουνα από τη στιγμή που σε είδα, τι καλά που δε με πήρες στη δούλεψή σου, γιατί καθόλου δεν θα μπορούσα να  υπακούω τις εντολές σου. Ίσως όμως να βιάστηκα να σε κρίνω, και σε ανθρώπους σαν κι ελόγου μου η δουλειά είναι πάντα δουλειά. Το λοιπόν, αφεντικό, θα έρθω. Και το πιο σπουδαίο – σ’ευχαριστώ. Ο λόγος μου συμβόλαιο,» είπε με περισσότερη ειλικρίνεια, γυρνώντας ξαφνικά και κυττάζοντας για πρώτη φορά τον κύριο Θόρντον καταπρόσωπο.
« Κι ο δικός μου επίσης.» είπε ο κύριος Θόρντον δίνοντας το χέρι του στον Χίγκινς σε μια δυνατή χειραψία. « Λοιπόν, το νου σου να είσαι συνεπής στην ώρα σου,» συνέχισε παίρνοντας πάλι το ύφος του αφεντικού. Δε θέλω χασομέρηδες στο εργοστάσιό μου. Υπάρχουν πρόστιμα και μάλιστα τσουχτερά. Και με το πρώτο που θα σε δω να κάνεις φασαρία, έφυγες. Τώρα λοιπόν ξέρεις με τι έχεις να κάνεις.»
« Είπες κάτι για τη διάνοιά μου, σήμερα το πρωί. Να υποθέσω ότι θα πρέπει να κουβαλάω και το μυαλό μου μαζί, ειδάλλως θα μ’ έχεις να σου δουλεύω χωρίς μυαλό.»
«Άσ’το μυαλό σου στην άκρη αν είναι να ανακατεύεσαι στις δουλειές μου. Να το χρησιμοποιείς μόνο αν  πρόκειται για τις δικές σου δουλειές.»
«Θα χρειαστώ μια στάλα μυαλό για να ξεχωρίσω ποιες είναι οι δικές σου δουλειές και ποιες είναι οι δικές μου .»
«Η δική σου δουλειά δεν ξεκίνησε ακόμα και η δικιά μου αφορά ακόμα εμένα. Καλό σου απόγευμα.»
Λίγο πριν φτάσει ο κύριος Θόρντον στην πόρτα της κυρίας Μπάουσερ, βγήκε από αυτήν η Μάργκαρετ. Δεν τον είδε, και την ακολούθησε για λίγο, θαυμάζοντας το ανάλαφρο και άνετο βάδισμά της, την ψηλή και λυγερή της κορμοστασιά. Όμως ξαφνικά, αυτή η απλή αίσθηση ευχαρίστησης κηλιδώθηκε, δηλητηριάστηκε από τη ζήλεια. Ήθελε να την προφτάσει και να της μιλήσει, να δει πώς θα τον αντιμετωπίσει τώρα που  ήξερε ότι κι ο ίδιος γνώριζε για εκείνη την άλλη σχέση της. Ήθελε επίσης, αλλά γι αυτήν του την επιθυμία μάλλον ντρεπόταν, ότι  είχε δικαιώσει τη φρόνησή της να στείλει τον Χίγκινς σε αυτόν να του ζητήσει δουλειά, και πως είχε μετανοιώσει για την πρωινή του απόφαση.
Την πλησίασε. Εκείνη ξαφνιάστηκε.
«Επιτρέψτε μου να σας πω δεσποινίς Χέηλ ότι μάλλον βιαστήκατε να εκφράσετε την απογοήτευσή σας. Προσέλαβα τον κύριο Χίγκινς.»
«Χαίρομαι γι αυτό,» είπε εκείνη ψυχρά.
«Μου είπε πως επανέλαβε σ’εσάς αυτό που είπα σχετικά με….» ο κύριος Θόρντον δίστασε. Η Μάργκαρετ συνέχισε.
«Για το ότι δεν πρέπει να ανακατεύονται οι γυναίκες. Είχατε κάθε δικαίωμα να εκφράσετε τη γνώμη σας η οποία αναμφίβολα ήταν σωστή. Αλλά…» συνέχισε με περισσότερη ζέση, « ο Χίγκινς δεν σας είπε την  ακριβή αλήθεια.» Η λέξη ‘αλήθεια’ της θύμισε το δικό της ψέμα και σταμάτησε απότομα, νοιώθοντας τρομερά αμήχανα.
Ο κύρος Θόρντον στην αρχή απόρησε με την σιωπή της. Κατόπιν θυμήθηκε το ψέμα το οποίο είχε πει και όλα όσα συνέβησαν. «Την ακριβή αλήθεια!» είπε. «Ελάχιστοι άνθρωποι λένε την ακριβή αλήθεια. Δεν ελπίζω πια σε κάτι τέτοιο. Δεσποινίς Χέηλ, μήπως έχετε να μου δώσετε κάποια εξήγηση; Θα πρέπει να αντιλαμβάνεστε τι περνάει από το μυαλό μου.»
Η Μάργκαρετ δεν μιλούσε. Αναρωτιόταν κατά πόσο οποιαδήποτε εξήγηση θα έθετε σε κίνδυνο την αφοσίωσή της στον Φρέντερικ.
«Μπά…» είπε εκείνος «Δεν θα ρωτήσω περισσότερα.  Ίσως σας βάζω σε πειρασμό. Επί του παρόντος, πιστέψτε με ότι το μυστικό σας δεν κινδυνεύει από εμένα. Επιτρέψτε μου όμως να σας πω, ότι διατρέχετε μεγάλο κίνδυνο με το να είστε τόσο αδιάκριτη. Τώρα μιλώ σαν φίλος του πατέρα σας˙ αν είχε υπάρξει κάποια άλλη σκέψη ή ελπίδα εκ μέρους μου, αυτή έχει λήξει. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου.»
«Αυτό το γνωρίζω,» είπε η Μάργκαρετ, καταβάλλοντας προσπάθεια να ακουστεί αδιάφορη και ψύχραιμη. « Έχω επίγνωση του πως πρέπει να δείχνω στα μάτια σας αλλά πρόκειται για το μυστικό κάποιου άλλου προσώπου και δεν μπορώ να σας δώσω κάποια εξήγηση χωρίς να του προξενήσω ζημιά.»

«Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να εντρυφήσω στα μυστικά του κυρίου,» είπε εκείνος με αυξανόμενο θυμό. «Το ενδιαφέρον μου είναι για εσάς είναι απλώς αυτό ενός φίλου. Ίσως να μην με πιστεύετε δεσποινίς Χέηλ, αλλά έτσι είναι – παρά την φορτικότητα της παρουσίας μου  με την οποία σας απείλησα κάποτε – όμως όλα αυτά έχουν λήξει. Ανήκουν στο παρελθόν. Με πιστεύετε, δεσποινίς Χέηλ ;»
«Μάλιστα,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή ήσυχη και λυπημένη.
«Τότε, πραγματικά, δεν βλέπω  για ποιο λόγο πλέον να περπατάμε μαζί. Νόμιζα ότι ίσως θα είχατε κάτι να πείτε, αλλά βλέπω ότι δεν έχουμε τίποτα εμείς οι δύο. Αν είστε απόλυτα πεπεισμένη ότι οιοδήποτε ανόητο αίσθημα εκ μέρους μου είναι οριστικά λήξαν, τότε σας εύχομαι καλό απόγευμα.» Έφυγε πολύ βιαστικός.
«Τι εννοεί;» σκέφτηκε η Μάργκαρετ. «τι ήθελε να πει με αυτά τα λόγια, σαν να έχω πάντα στο μυαλό μου ότι αυτός νοιάζεται για μένα, αφού το ξέρω πως δεν νοιάζεται – δεν μπορεί να νοιάζεται. Η μητέρα του θα του έχει πει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα για μένα. Μα δεν θα νοιαστώ γι αυτόν. Σίγουρα είμαι αρκετά κυρία του εαυτού μου για να τιθασεύσω αυτό το παράφορο, περίεργο, άθλιο συναίσθημα που με έβαλε σε πειρασμό να προδώσω τον ίδιο τον αγαπημένο μου Φρέντερικ προκειμένου να ξανακερδίσω την καλή γνώμη εκείνου – την καλή γνώμη ενός άνδρα που προσπαθεί σκληρά να μου πει πως δεν σημαίνω τίποτα γι αυτόν. Εμπρός, καρδιά μου! Να είσαι χαρούμενη και γενναία. Δεν θα μας βοηθήσει σε τίποτα να είμαστε παραπεταμένες και έρημες.»
........................................................................................................................................

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Κεφάλαιο 38ο - "Υποσχέσεις Που Εκπληρώνονται"

Πολλά και σημαντικά σε αυτό το 38ο κεφάλαιο. Υποσχέσεις που εκπληρώνονται είτε με χαιρεκακη διάθεση είτε με το στανιό. Και αντιπαραθέσεις ! Ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις !!!



Κεφαλαιο 38ο

Υποσχεσεισ Που Εκπληρωνονται


Δεν ήταν μόνον ότι ο κύριος Θόρντον γνώριζε πως η Μάγκαρετ είχε δώσει ψευδή μαρτυρία – αν και η ίδια πίστευε πως για το γεγονός αυτό είχε ξεπέσει στην υπόληψή του -  αλλά το ότι αυτό της το ψεύδος, στο νού του,  σχετιζόταν ολοφάνερα με κάποιον εραστή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το γεμάτο αγάπη και ειλικρίνεια βλέμμα που την είδε να ανταλλάσσει με έναν άλλον άνδρα, την μεταξύ τους οικειότητα που πρόδιδε τουλάχιστον σχέση εμπιστοσύνης αν όχι βέβαιης αγάπης. Αυτή η σκέψη τον κέντριζε ολοένα ˙ ήταν μια εικόνα που την έβλεπε μπροστά του όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε. Επιπροσθέτως (και αυτό τον έκανε να τρίζει τα δόντια του στην ανάμνηση και μόνο) ήταν η ώρα, σούρουπο μόλις σκοτείνιαζε, το μέρος, τόσο μακριά από το σπίτι και όχι πολυσύχναστο. Η ευγενέστερη πλευρά του εαυτού του αρχικά έτεινε να πιστέψει ότι όλα αυτά μπορεί να ήταν  τυχαία, αθώα και δικαιολογημένα. Όμως, άπαξ και της αναγνώρισε το δικαίωμα να αγαπήσει και να αγαπηθεί ( και τι λόγο είχε να της το αρνηθεί ; Μήπως δεν είχε  με πολύ ξεκάθαρα λόγια  απορρίψει την αγάπη του ;)θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε παρασυρθεί σε έναν μακρινότερο περίπατο, μια ώρα περισσότερο προχωρημένη απ’ όσο περίμενε. Όμως εκείνο το ψέμα! Πού  πρόδιδε κάποια  ένοχη συνείδηση για κάποιο σφάλμα, το οποίο προσπάθησε να αποκρύψει  - κάτι που ήταν τόσο αταίριαστο με το χαρακτήρα της.
Τουλάχιστον αυτό της το αναγνώριζε αν και θα ήταν πιο ανακουφιστικό αν όλον αυτόν τον καιρό τη θεωρούσε ανάξια της εκτίμησής του. Αυτό ήταν η αιτία της δυστυχίας του – ότι την αγαπούσε με πάθος, και πως τη θεωρούσε, με όλα τα ψεγάδια της, πιο υπέροχη και αξιαγάπήτη από κάθε άλλη γυναίκα. Κι όμως, έβλεπε πως ήταν τόσο προσκολλημένη σε έναν άλλον άνδρα, είχε τόσο παρασυρθεί από τα αισθήματά της για εκείνον, ώστε να παραβιάσει τον  φιλαλήθη χαρακτήρα της. Αυτό ακριβώς το ψέμα που την στιγμάτιζε ήταν η απόδειξη του πόσο τυφλά αγαπούσε κάποιον άλλον – εκείνον τον όμορφο άνδρα  που ήταν λυγερός, κομψός και  μελαχρινός – ενώ ο ίδιος ήταν τραχύς, σκυθρωπός και με γεροδεμένος. Ρίχτηκε στο μαρτύριο της αυτομαστίγωσης μέσα σε αγωνιώδη, πυρετική ζήλια. Σκέφτηκε εκείνο το βλέμμα, εκείνη τη στάση! Πώς θα είχε ρίξει τη ζωή του στα πόδια της για ένα της τέτοιο βλέμμα, για να τον αγγίξει με τέτοια  στοργή.  Οίκτιρε τον εαυτό του επειδή είχε δώσει αξία στον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο τον είχε υπερασπιστεί απέναντι στην οργή του πλήθους. Τώρα ήξερε πόσο τρυφερή και γοητευτική φαινόταν όταν ήταν με έναν άνδρα που αγαπούσε πραγματικά. Θυμήθηκε λέξη προς λέξη τα λόγια της που έκοβαν σαν λεπίδες: « Θα έκανε  το ίδιο– και περισσότερο πρόθυμα- για κάθε έναν από εκείνο το πλήθος, όπως και για εκείνον.» Στην προσπάθειά της να αποφύγει την αιματοχυσία τον θεωρούσε ίσο με τον καθένα από το πλήθος. Όμως εκείνος ο άνδρας, εκείνος ο κρυφός εραστής δεν ήταν ίσος με κανέναν άλλον. Βλέμματα, λέξεις, αγκαλιές, ψέματα, συγκαλύψεις – όλα για εκείνον.
Ο κύριος Θόρντον είχε επίγνωση ότι ποτέ άλλοτε στη ζωή του δεν είχε υπάρξει τόσο ευέξαπτος  όσο ήταν τώρα. Σε όποιον τον ρωτούσε ήθελε να δώσει – ή καλύτερα να γρυλίσει-  μια σύντομη, κοφτή απάντηση, και αυτή η επίγνωση πλήγωνε την υπερηφάνειά του. Πάντα υπερηφανευόταν για τον αυτοέλεγχό του και ήταν αποφασισμένος να ελέγξει τον εαυτό του.  Έτσι κατάφερε να μαλακώσει το ύφος του σε έναν τόνο ήπιας αποφασιστικότητας, όμως  ήταν πιο σκληρός και αυστηρός απ’ όσο συνήθως. Στο σπίτι ήταν περισσότερο σιωπηλός απ’ όσο πριν. Περνούσε τα απογεύματά του  βαδίζοντας αδιάκοπα πάνω κάτω, κάτι που, αν το έκανε κάποιος άλλος, θα είχε εξοργίσει αφάνταστα την μητέρα του, η οποία δύσκολα το ανεχόταν ακόμα και από τον αγαπημένο της γυιό.
«Δεν μπορείς να σταματήσεις λιγάκι- δεν μπορείς να καθίσεις για ένα λεπτό; Θέλω κάτι να σου πω, αν μπορέσεις να πάψεις αυτό το αδιάκοπο πήγαιν’ έλα.»
Κάθισε αμέσως σε μια καρέκλα κοντά στον τοίχο.
«Ήθελα να σου μιλήσω για την Μπέτσυ. Λέει πως πρέπει να φύγει. Ότι ο θάνατος του μνηστήρα της  την επηρέασε τόσο ώστε δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.»


«Πολύ καλά. Υποθέτω, τότε,  πως θα πρέπει ν’ αρχίσουμε να ψάχνουμε για μαγείρισσα.»
« Εσείς οι άντρες έτσι σκέφτεστε. Δεν είναι μόνο  το μαγείρεμα, είναι ότι ξέρει τα πάντα για το νοικοκυριό μας. Εκτός αυτού μου είπε κάτι για την φίλη σου, την δεσποινίδα Χέηλ.»
«Δεν είμαι φίλος με την δεσποινίδα Χέηλ. Είμαι φίλος με τον κύριο Χέηλ.»
«Χαίρομαι που τ’ ακούω, γιατί αν ήταν φίλη σου, θα σε πείραζε αυτό που λέει η Μπέτσυ.»
«Πες  μου», είπε εκείνος με εκείνη την ακραία  ηρεμία που είχε υιοθετήσει στην συμπεριφορά του τις τελευταίες ημέρες.
«Η Μπέτσυ λέει ότι την νύχτα που ο αρραβωνιαστικός της – ξεχνώ το όνομά του, γιατί πάντα λέει ΄εκείνος’ - »
«Ο Λέοναρντς.»
«Την νύχτα που  είδανε τον Λέοναρντς για τελευταία φορά στο σταθμό – στην τελευταία του βάρδια, δηλαδή – η δεσποινίδα Χέηλ ήταν εκεί και περιφερόταν με έναν νεαρό, ο οποίος, όπως πιστεύει η Μπέτσυ σκότωσε τον Λέοναρντς, χτυπώντας τον με γροθιά ή σπρώχνοντάς τον.»
«Ο Λέοναρντς δεν πέθανε από  γροθιά ή σπρώξιμο.»
«Πώς το ξέρεις;»
« Γιατί έθεσα ξεκάθαρα την ερώτηση στον γιατρό του νοσοκομείου.  Μου είπε ότι υπήρχε μια μακροχρόνια αρρώστια που προκλήθηκε από την συνήθεια του Λέοναρντς να πίνει υπερβολικά. Ότι το γεγονός πως η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία όταν βρέθηκε σε κατάσταση μέθης, έδωσε απάντηση στο ερώτημα αν η τελευταία και θανατηφόρα κρίση προκλήθηκε από την υπερβολική μέθη ή την
 πτώση.»
« Την πτώση; Ποια πτώση;»
« Αυτήν που προκλήθηκε από το σπρώξιμο ή το χτύπημα που αναφέρει η Μπέτσυ.»
«Άρα υπήρξε χτύπημα ή σπρώξιμο.»
«Έτσι πιστεύω.»
«Και ποιος το έκανε;»
« Καθώς δεν διεξήχθη έρευνα, μετά από την γνωμάτευση του γιατρού, δεν είμαι σε θέση να σου πώ.»
«Όμως η δεσποινίς Χέηλ βρισκόταν εκεί;»
Καμμία απάντηση.
«Και μάλιστα με κάποιον νεαρό.»
Και πάλι καμμία απάντηση. Στο τέλος είπε: «Μητέρα, σου είπα πως δεν έγινε ανάκριση. Δεν  υπήρξε έρευνα .Καμμία δικαστική  έρευνα θέλω να πω.»
« Η Μπέτσυ λέει ότι ο Γούλμερ (ένας γνωστός της που δουλεύει σε οπωροπωλείο, πέρα στο Κράμπτον)  ορκίζεται πως η δεσποινίς Χέηλ βρισκόταν στον σταθμό εκείνη την ώρα, περπατώντας πέρα δώθε με έναν νεαρό.»
« Δεν βλέπω σε τι μας αφορά αυτό. Η δεσποινίς Χέηλ μπορεί να πράττει ελεύθερα, όπως της αρέσει.»
«Χαίρομαι που το λες αυτό,» είπε η κυρία Θόρντον με ζέση. «Σίγουρα έχει λίγη σημασία για εμάς – καθόλου μάλιστα για εσένα, μετά από όσα συνέβησαν!  Όμως, υποσχέ- έδωσα υπόσχεση στην κυρία Χέηλ ότι δεν θα επέτρεπα στην κόρη της να παραστρατήσει χωρίς να τη νουθετήσω και να της δώσω κάποια συμβουλή. Σίγουρα θα της δείξω ποια είναι η γνώμη μου για μια τέτοια διαγωγή.»
«Δεν βλέπω τίποτα επιλήψιμο σε ό,τι έκανε εκείνο το απόγευμα,» είπε ο κύριος Θόρντον και πλησίασε τη μητέρα του. Στάθηκε κοντά στο τζάκι, στρέφοντας το πρόσωπό του από την άλλη μεριά.
« Δεν θα ενέκρινες να γυρνάει η Φάννυ με έναν νεαρό, σούρουπο σε ένα απομονωμένο μέρος. Για να μην αναφέρω το ότι επέλεξε να κάνει τον περίπατό της την ώρα  που η μητέρα της ήταν ακόμα άταφη. Θα ήθελες να δει ένας βοηθός οπωροπώλη  την αδελφή σου να συμπεριφέρεται έτσι ;»
«Κατ’ αρχάς, μια και δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κι εγώ ήμουν βοηθός υφασματοπώλη, απλά το  γεγονός ότι ένας βοηθός οπωροπώλη είδε να συντελείται μια πράξη, δεν αλλάζει το χαρακτήρα της πράξης κατά τη γνώμη μου. Και εν συνεχεία,  βλέπω να υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της δεσποινίδος Χέηλ και της Φάννυ.  Φαντάζομαι  ότι η πρώτη μπορεί να είχε σοβαρούς λόγους  για τους οποίους θα όφειλε να παραβλέψει κάθε φαινομενική απρέπεια στην συμπεριφορά της. Δεν νομίζω ότι η Φάννυ είχε ποτέ σοβαρούς λόγους για να κάνει οτιδήποτε. Χρειάζεται την επίβλεψη άλλων. Η δεσποινίς Χέηλ πιστεύω ότι είναι σε θέση να επιβλέψει τον εαυτό της.»
«Ωραία γνώμη έχεις για την αδελφή σου, στ’ αλήθεια!  Πραγματικά, Τζων, θα έλεγε κανείς ότι με τόσα που έχει κάνει η δεσποινίς Χέηλ θα έπρεπε να είχες ανοίξει τα μάτια σου ! Σε ανάγκασε να της προτείνεις γάμο, επιδεικνύοντας με τόλμη ένα ψεύτικο  ενδιαφέρον για σένα – για να σε εξαπατήσει με αυτόν τον νεαρό, αναμφίβολα. Βλέπω ξεκάθαρα τη διαγωγή της τώρα. Πρέπει να πιστεύεις ότι είναι εραστής της, έτσι δεν είναι ;»
Στράφηκε προς τη μητέρα του. Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό και σκυθρωπό. «Μάλιστα, μητέρα. Πράγματι πιστεύω ότι είναι εραστής της.»  Με αυτά τα λόγια επέστρεψε ξανά στην προηγούμενη στάση του. Φάνηκε να σφαδάζει σαν κάποιος που βιώνει έντονο σωματικό πόνο. Έπειτα, προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει, στράφηκε ξανά προς το μέρος της.
«Μητέρα. Αυτός, όποιος κι αν είναι, είναι ο εραστής της.  Εκείνη όμως ίσως χρειάζεται τη βοήθεια και τη συμβουλή μιας γυναίκας.  Ίσως να αντιμετωπίζει δυσκολίες και πειρασμούς τους οποίους δεν γνωρίζω. Φοβάμαι όμως πως υπάρχουν. Δεν θέλω να ξέρω τι ακριβώς είναι. Όμως εσύ, καθώς πάντα στάθηκες μια καλή  - ναι! και τρυφερή μητέρα  σε μένα, πήγαινε κοντά της, κέρδισε την εμπιστοσύνη της  και συμβούλεψέ την τι είναι καλύτερο να πράξει. Ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά. Κάτι τρομερό την βασανίζει.»
«Για όνομα του Θεού, Τζων!» είπε η μητέρα του, που τώρα είχε πραγματικά σοκαριστεί, «τι εννοείς; Τι θέλεις να πεις ; Τι ξέρεις ;»
Εκείνος δεν της απάντησε.
«Τζων! Δεν ξέρω τι να βάλω με το μυαλό μου, γι αυτό μίλα !  Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς  έτσι εναντίον της.»
«Όχι εναντίον της, μητέρα! Δεν θα μπορούσα να μιλήσω εναντίον της.»
«Ε, λοιπόν, δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς έτσι γι αυτήν εκτός αν δώσεις περισσότερες εξηγήσεις. Αυτά τα μισόλογα  μπορούν να καταστρέψουν την υπόληψη μιας γυναίκας.»
« Την υπόληψή της !  Μητέρα, μην τολμήσεις….» Γύρισε και την κύτταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. Έπειτα ορθώνοντας το κορμί του αποφασιστικά και με αξιοπρέπεια, είπε « Δεν θα πώ τίποτα άλλο παρά αυτό που είναι λίγο-πολύ η  ξεκάθαρη αλήθεια και είμαι σίγουρος ότι με πιστεύεις: Έχω σοβαρούς  λόγους να πιστεύω ότι η δεσποινίς Χέηλ αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα και δυσκολίες που συνδέονται  με μια σχέση, η οποία απ’όσον τουλάχιστον γνωρίζω τον χαρακτήρα της  δεσποινίδος Χέηλ, είναι  απόλυτα αθώα. Ποιοι είναι αυτοί οι σοβαροί λόγοι, δεν θα αναφέρω. Όμως δεν θα δεχτώ να ακούσω από κανέναν ούτε λέξη εναντίον της, ή κάποιον ενοχοποιητικό υπαινιγμό, παρά μονάχα ότι αυτή τη στιγμή χρειάζεται τη συμβουλή κάποιας ευγενικής και τρυφερής κυρίας. Υποσχέθηκες στην κυρία Χέηλ να είσαι εσύ αυτή!»
«Όχι!» είπε η κυρία Θόρντον. « Μετά χαράς μπορώ να πώ ότι δεν υποσχέθηκα να δείξω ευγένεια ή τρυφερότητα, γιατί  εκείνη την ώρα ένοιωσα ότι θα ήταν πέραν των δυνάμεών μου να προσφέρω κάτι τέτοιο σε μια κοπέλα με το χαρακτήρα της δεσποινίδος Χέηλ. Υποσχέθηκα να την συμβουλέψω και να δώσω την γνώμη μου, όπως θα έκανα  και για την κόρη μου. Θα της μιλήσω όπως θα μιλούσα και στην Φάννυ αν την είχαν δει να περιφέρεται με κάποιον νεαρό στο σούρουπο. Θα της μιλήσω βασιζόμενη σε αυτά που γνωρίζω, χωρίς να επηρεαστώ με τον έναν  ή τον άλλον τρόπο από τους ‘σοβαρούς λόγους’ που δεν  θέλεις να μου εμπιστευτείς. Έτσι θα έχω εκπληρώσει την υπόσχεσή μου και θα έχω κάνει το καθήκον μου.»
«Δεν θα το δεχτεί» της απάντησε οργισμένα.
«Θα αναγκαστεί να το δεχτεί, αν μιλήσω στο όνομα της νεκρής μητέρας της.»
« Λοιπόν» είπε εκείνος βγαίνοντας , «μην μου πεις τίποτε άλλο πάνω στο θέμα. Δεν αντέχω να το σκεφτώ. Καλύτερα να της μιλήσεις εσύ με οποιονδήποτε τρόπο παρά να μην της μιλήσει κανένας – Ω, αυτό το βλέμμα της αγάπης!» συνέχισε με σφιγμένα δόντια  κλεισμένος στο ιδιαίτερο δωμάτιό του. «Και αυτό το αναθεματισμένο ψέμα που φανέρωνε κάποια τρομερή καταισχύνη που δεν έπρεπε να βγει  φως στο οποίο θεωρούσα ότι ζούσε εκείνη συνεχώς! Ω, Μάργκαρετ, Μάργκαρετ ! Μητέρα, τι μαρτύριο με έκανες να περάσω! Ω, Μάργκαρετ, γιατί δεν αγάπησες εμένα ; Μπορεί να είμαι άξεστος και απότομος αλλά δεν θα σου ζητούσα ποτέ να πεις ψέματα για χάρη μου.»
...............................................................................................................................................................
Η Μάργκαρετ ήταν μόνη της. Έγραφε γράμμα στην Ήντιθ, δίνοντάς της πολλές λεπτομέρειες για τις τελευταίες ημέρες της μητέρας της. Ήταν μια ασχολία που την έκανε να αισθάνεται ευάλωτη και χρειάστηκε να σκουπίσει τα δάκρυά της καθώς της ανακοινώθηκε η άφιξη της κυρίας Θόρντον.  
Ήταν τόσο γλυκιά κι ευγενική στην υποδοχή που της έκανε, ώστε η επισκέπτριά της ένοιωσε κάπως να λυγίζει. Έμοιαζε αδύνατον να μπορέσει να εκφέρει τα λόγια που είχε τόσο καλά προετοιμάσει όταν δεν είχε μπροστά της την παραλήπτρια.  Η πλούσια, ήσυχη φωνή της Μάργκαρετ ήταν πιο χαμηλότονη απ’ ότι συνήθως. Οι τρόποι της είχαν περισσότερη χάρη, επειδή η καρδιά της  ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για την φιλόφρονα επίσκεψη της κυρίας Θόρντον. 
Έκανε το πάν για να βρει ενδιαφέροντα θέματα προς συζήτηση. Εξήρε την Μάρθα, την υπηρέτρια που τους είχε βρει η κυρία Θόρντον, είπε πως έγραψε στην Ήντιθ για ένα μικρό ελληνικό   για το οποίο είχαν μιλήσει με την δεσποινίδα Θόρντον.  Η κυρία Θόρντον ήταν αρκετά αμήχανη. Το κοφτερό δαμασκηνό σπαθί της  έμοιαζε να αχρηστεύεται ανάμεσα στα ροδοπέταλα. Παρέμενε σιωπηλή γιατί προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να πράξει το καθήκον της.  Στο τέλος, βρήκε τη δύναμη να το κάνει, χάρη σε μια υποψία η οποία αντίθετα σε κάθε πιθανότητα, εισχώρησε στο μυαλό της : Πως όλη αυτή η γλυκύτητα τρόπων είχε στόχο να εξευμενίσει  τον κύριο Θόρντον. Ότι με κάποιον τρόπο  η άλλη σχέση είχε αποτύχει και ότι εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δεσποινίδος Χέηλ να στραφεί στον θαυμαστή που απέρριψε. Η καημένη η Μάργκαρετ! Η μόνη αλήθεια που υπήρχε σε αυτήν την υποψία ήταν ότι η κυρία Θόρντον ήταν η μητέρα  του ανθρώπου, του οποίου τη γνώμη εκτιμούσε και φοβόταν πως είχε χάσει. Και αυτή η σκέψη υποσυνείδητα, βάρυνε επιπλέον στην  φυσική επιθυμία της να ευχαριστήσει κάποιον που της έδειχνε καλοσύνη με την επίσκεψή του. Η κυρία Θόρντον σηκώθηκε να φύγει, όμως έμοιαζε ότι δεν είχε πει ακόμα αυτό που ήθελε. Ξερόβηξε και άρχισε:
«Δεσποινίς Χέηλ, έχω ένα καθήκον να εκπληρώσω. Υποσχέθηκα στην καημένη την μητέρα σου ότι, στο βαθμό που μου επιτρέπει η φτωχή μου κρίση, δεν θα σας επέτρεπα να  υποπέσετε σε κάποιο σφάλμα (εδώ η φωνή της γλύκανε λιγάκι) άθελά σας, χωρίς να προσπαθήσω να σας νουθετήσω, χωρίς τουλάχιστον να σας δώσω κάποια συμβουλή, είτε την δεχτείτε, είτε όχι.»
Η Μάργκαρετ στεκόταν μπροστά της, κατακόκκινη όπως όλοι οι ένοχοι με μάτια που έμοιαζαν να διαστέλλονται καθώς κοίταζε την κυρία Θόρντον. Νόμισε ότι είχε έρθει να της μιλήσει για το ψευδή της κατάθεση – ότι ο κύριος Θόρντον της αναθέσει να της εξηγήσει τους κινδύνους στους οποίους είχε εκθέσει τον εαυτό της: Να πρέπει να παραστεί στην ολομέλεια του δικαστηρίου. Και  μόλο που η καρδιά της βούλιαζε στη σκέψη ότι  είχε προτιμήσει να μην έρθει ο ίδιος να την επικρίνει, ώστε αφού λάβει την τιμωρία της να επανορθωθεί στην εκτίμησή του, ωστόσο ήταν αρκετά ταπεινωμένη ώστε να αντέξει κάθε ψόγο ως προς αυτό το θέμα υπομονετικά και με πραότητα.
Η κυρία Θόρντον συνέχισε:
«Αρχικά, όταν κάποια από τις υπηρέτριές μου με πληροφόρησε ότι σας είδαν να περπατάτε με κάποιον νεαρό άνδρα, στο Άουτγουντ, τόσο μακριά από την οικία σας, και μια τέτοια ώρα, δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Όμως, ο γιός μου, λυπάμαι που το λέω, επιβεβαίωσε την ιστορία της. Ήταν – το λιγότερο – απρεπές! Πολλές νεαρές έχασαν ήδη την υπόληψή τους….»
Τα μάτια της Μάργκαρετ  άστραψαν φλογισμένα.  Αυτό ήταν αναπάντεχο – και τόσο προσβλητικό. Αν η κυρία Θόρντον της είχε μιλήσει για το ψέμα που είπε, όλα καλά και άγια – θα το δεχόταν και θα ταπεινωνόταν. Αλλά να αναμειχθεί στην αγωγή της – να μιλήσει για την υπόληψή της! Εκείνη, η κυρία Θόρντον – μια ξένη-  ήταν υπερβολική αυθάδεια! Δεν θα της απαντούσε – ούτε μια λέξη. Η κυρία Θόρντον είδε την οργή στα μάτια της Μάργκαρετ, πράγμα που πυροδότησε την μαχητικότητά της.

«Προς χάριν της μητέρας σου, θεώρησα  σωστό να σε προειδοποιήσω ενάντια σε τέτοιες απρέπειες. Μακροπρόθεσμα θα σε κάνουν να ξεπέσεις στην εκτίμηση του κόσμου, ακόμα κι αν δεν επιφέρουν κάποια  συγκεκριμένη βλάβη.»
«Προς χάριν της μητέρας μου,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή σπασμένη από τα δάκρυα, «θα μπορούσα να αντέξω πολλά – αλλά όχι τα πάντα. Σίγουρα, η μητέρα μου δεν θα ήθελε να υποστώ τέτοια προσβολή.»
«Προσβολή, δεσποινίς Χέηλ!»
«Μάλιστα, κυρία.» είπε η Μάργκαρετ πιο σταθερά. « Είναι προσβολή. Τι σας κάνει να υποψιάζεστε ότι εγώ…Ω!» έκανε καταρρέοντας και σκεπάζοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της « ..τώρα ξέρω. Ο κύριος Θόρντον σας είπε…»

«Όχι, δεσποινίς Χέηλ,» είπε η κυρία Θόρντον που η φιλαλήθειά της δεν της επέτρεπε να αφήσει την Μάργκαρετ να συνεχίσει την εξομολόγησή της, αν και από περιέργεια ήθελε να την ακούσει. «Σταματήστε, ο κύριος Θόρντον δεν μου είπε τίποτα. Δεν γνωρίζετε τον γυιό μου. Δεν είσαστε άξια να τον γνωρίσετε. Μου είπε τα εξής. Άκουσε τα, νεαρά μου, και ίσως καταλάβεις – αν είσαι σε θέση να καταλάβεις – τι είδους άνθρωπο απέρριψες. Αυτός ο βιομήχανος απ’το Μίλτον, που την μεγάλη, ευαίσθητη καρδιά του απαξίωσες με τέτοιον τρόπο, μου είπε μόλις χθες το βράδυ – ‘Πήγαινε κοντά της. Έχω λόγους να πιστεύω ότι βρίσκεται σε στεναχώριες εξαιτίας κάποιας σχέσης. Χρειάζεται μια γυναίκα να τη συμβουλέψει.’ Ναι, νομίζω πως αυτό είπε, επί λέξει. Πέραν τούτου – εκτός από το να παραδεχτεί ότι βρισκόσουν στο σταθμό Άουτγουντ με έναν νεαρό το βράδυ της εικοστής έκτης του μηνός – δεν είπε τίποτα άλλο. Ούτε μία λέξη εναντίον σου. Αν γνωρίζει ο,τιδήποτε για την αιτία  που σε κάνει να έχεις ξεσπάσει έτσι σε λυγμούς, το κρατά για τον εαυτό του.»
.....................................................................................................................................................
Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή  να θέσει το αίτημά του ο Χίγκινς. Όμως είχε υποσχεθεί στην Μάργκαρετ να το κάνει με οποιοδήποτε κόστος. Έτσι, παρ’ όλο που κάθε λεπτό που περνούσε ένοιωθε να μεγαλώνει η αποστροφή καθώς και η υπερηφάνειά του και ένοιωθε το θυμό του να φουντώνει, στεκόταν με τις ώρες ακουμπώντας σε ένα τοιχάκι, πότε ακουμπώντας στο ένα πόδι, πότε στο άλλο. Κάποια στιγμή, άκουσε επιτέλους το σύρτη να τραβιέται, και είδε να βγαίνει ο κύριος Θόρντον.
«Θέλω να σας μιλήσω, κύριε.»
« Δεν έχω χρόνο τώρα, άνθρωπέ μου. Έχω ήδη αργήσει.»
«Το λοιπόν,  θα πρέπει να περιμένω μέχρις να γυρίσετε.»
Ο κύριος Θόρντον είχε σχεδόν φτάσει στο δρόμο. Ο Χίγκινς αναστέναξε. Ήταν όμως ανώφελο. Το να προσπαθήσει να τον συναντήσει στο δρόμο, ήταν η μόνη του ευκαιρία για να δει «τ’ αφεντικό». Αν είχε χτυπήσει το κουδούνι, πολύ περισσότερο αν είχε ανέβει να τον ζητήσει, θα τον είχαν στείλει στον επιστάτη. Έτσι, έμεινε πάλι ακίνητος, χωρίς να μιλά σε κανέναν απλά νεύοντας στους λίγους που τον αναγνώριζαν και του μιλούσαν καθώς οι εργάτες έβγαιναν από την αυλή για την ώρα του φαγητού και ρίχνοντας το πιο βλοσυρό του ύφος στους Ιρλανδούς «ρουφιάνους» που μόλις  είχαν έρθει.  Ο κύριος Θόρντον επιτέλους, επέστρεψε.
«Πώς! Είσαι ακόμα εδώ ;»
«Μα’στα, κύριε. Πρέπει να σας μιλήσω.»
«Έλα μαζί μου, τότε. Περίμενε. Θα κάνουμε το γύρο της αυλής. Οι εργάτες δεν έρχονται στο πίσω μέρος και θα  έχουμε ησυχία. Είναι η ώρα του φαγητού, καθώς βλέπω…» είπε κλείνοντας την πόρτα στο δωμάτιο των αχθοφόρων.
Σταμάτησε να μιλήσει στον επιστάτη. Εκείνος του είπε χαμηλόφωνα:
«Υποθέτω πως γνωρίζετε κύριε, ότι αυτός ο άνθρωπος, είναι ο Χίγκινς, ένας από τους αρχηγούς στο Συνδικάτο. Έβγαλε εκείνον το λόγο στο Χάρτσφηλντ.»
«Όχι, δεν το γνώριζα,» είπε ο κύριος Θόρντον γυρίζοντας απότομα να δει τον άνθρωπο που περπατούσε μαζί του. Είχε ακουστά μόνο τον Χίγκινς ως ταραχοποιό πνεύμα.
« Πάμε!» του είπε και ο τόνος του ήταν πιο απότομος από πριν. «Τέτοιοι άνδρες σαν κι αυτόν,» αναλογιζόταν «πλήττουν το εμπόριο και την πόλη στην οποία ζουν. Απλοί δημαγωγοί που αγαπούν την εξουσία, με οποιοδήποτε κόστος στις ζωές των άλλων.»
« Λοιπόν, κύριε, τι  θέλετε από εμένα;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον γυρίζοντας να τον κυττάξει καταπρόσωπο, μόλις μπήκαν στο λογιστήριο του εργοστασίου.
«Με λένε Χίγκινς…»
«Αυτό το γνωρίζω,» τον διέκοψε. «Το θέμα είναι τι θέλετε, κύριε Χίγκινς.»
«Δουλειά θέλω.»
«Δουλειά.! Είσαι πολύ ξύπνιος που  έρχεσαι να μου γυρέψεις δουλειά. Δεν είσαι αναιδής, αυτό είναι σίγουρο !»
« Είναι πολλοί και καλύτεροί μου,  ‘κείνοι που δεν με χωνεύουνε, οχιές που χτυπάνε πισώπλατα. Μα και τούτοι ακόμα δεν μ’ έχουνε για σεμνό!» είπε  ο Χίγκινς. Είχε ενοχληθεί περισσότερο από το ύφος του κυρίου Θόρντον παρά από τα λόγια του.
Ο κύριος Θόρντον είδε πάνω στο γραφείο ένα γράμμα που απευθυνόταν προς αυτόν. Το πήρε και άρχισε να το διαβάζει. Στο τέλος,  ανασήκωσε το κεφάλι του.
«Τι περιμένεις ;»
«Μια ερώτηση έκαμα και περιμένω απάντηση.»
«Σου απάντησα. Μη χάνεις άλλο  το χρόνο σου.»
« Κύριε, πρωτύτερα είπατε κάτι για την αναίδειά μου. Κείνο που ξέρω όμως είναι ότι αν έχεις τρόπους πρέπει να λές ‘ναι’ ή ‘όχι’ όταν κάποιος σε ρωτάει κάτι. Θα σας ήμουν υπόχρεος αν μου δίνατε δουλειά. Ο Χάμπερς μπορεί να σας πει ότι είμαι καλός  στη δουλειά μου.»
« Καλά θα κάνεις να μη με στείλεις στο Χάμπερ για συστάσεις, άνθρωπέ μου! Ίσως μου  πει περισσότερα απ’ όσα θέλεις ν’  ακούσω !»
« Θα το ρισκάρω. Το χειρότερο που μπορούνε να πούνε για μένα είναι ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για τους άλλους, ακόμα και με χάσιμο δικό μου.»
«Καλύτερα να πας να τους γυρέψεις δουλειά. Έδιωξα  πάνω από εκατό από τους καλύτερους εργάτες μου επειδή  ακολούθησαν εσένα και κάποιους σαν και σένα- και πιστεύεις ότι θα σε πάρω στη δουλειά;  Καλύτερα να βάλω φωτιά στο εργοστάσιο και να το κάψω!»
Ο Χίγκινς γύρισε να φύγει. Έπειτα, θυμήθηκε τον Μπάουσερ και γύρισε και τον κύτταξε κάνοντας την μεγαλύτερη παραχώρηση που μπορούσε να επιδείξει.
«Αφεντικό, σου υπόσχομαι  ότι δεν θα πω ούτε λέξη που θα μπορούσε να σου προξενήσει ζημιά, όσο εσύ μας φέρεσαι δίκια. Και θα σου πώ και το άλλο: Σου δίνω το λόγο μου, πως αν σε δω να κάνεις κάτι στραβό και να φέρεσαι άδικα, θα’ρθώ να σου το πώ πρώτα σε σένα μοναχά, και αυτό λογιάζω ότι είναι μια δίκια προειδοποίηση. Κι έτσι και δεν έρθουμε σε συμφωνία, τότε μπορείς να με διώξεις  μες στην επόμενη ώρα.»
«Μα την αλήθεια, έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου! Χάσιμο είχε ο Χάμπερς που σ’ έδιωξε. Πώς άφησε και του ξέφυγε τέτοια διάνοια ;»
« Μπορείς να πεις πώς κανείς μας δεν ήταν ευχαριστημένος με τον άλλονε. Εγώ δεν υπέγραφα  ΄κείνα  που θέλανε να μου δώσουνε να υπογράψω κι αυτοί δε θα  με παίρνανε έτσι. Έτσι λοιπόν, έχω το ελεύθερο να πάω αλλού να γυρέψω δουλειά. Κι όπως είπα, αφεντικό, αν και δε θα ‘πρεπε να το πώ, είμαι καλός στη δουλειά μου και μπορεί κανείς να μου ’χει εμπιστοσύνη- ειδικά αν κρατηθώ μακριά από το ποτό. Κι έχεις το λόγο μου, αυτό θα κάνω από ‘δω και μπρός.»
«Για να σου μένουν περισσότερα χρήματα να οργανώσεις την επόμενη απεργία, υποθέτω, έτσι;»
«Όχι! Μακάρι να  μπορούσα, μα τα θέλω για να φροντίσω τη χήρα και τα ορφανά κάποιου που του σάλεψε το μυαλό από ‘κείνους τους ρουφιάνους που έφερες. Του’φαγε τη δουλειά  ένας  Ιρλανδέζος που δεν ήξερε πού παν τα τέσσερα !»
«Ε, λοιπόν, άμα έχεις αυτές τις καλές προθέσεις, καλύτερα να κυττάξεις κάπου αλλού. Θα σε συμβούλευα να μην μείνεις στο Μίλτον γιατί εδώ σε γνωρίζουν πολύ καλά οι πάντες.»
«Έτσι κι ήτανε καλοκαίρι, θα πήγαινα στη θέση του Ιρλανδέζου. Θα ‘κανα το ναυτικό, θα πήγαινα στ’ αλώνια ή στο θέρο κι ούτε που θα ’θελα να ξαναδώ το Μίλτον στα μάτια μου. Αλλά είναι χειμώνας και τα παιδιά θα πεινάσουνε.»
«Ωραίος ναυτικός θα γινόσουνα ! Και δεν θα μπορούσες να βγάλεις ούτε το μισό μεροκάματο ενός Ιρλανδού στα χωράφια.»
«Ε, τότες θα ζήταγα μισό μεροκάματο για  δώδεκα ώρες έτσι και δεν μπορούσα να βγάλω ολόκληρη τη  δουλειά. Δεν ξέρετε κάπου που να χρειάζονται εργάτη και να μπορούν να με δοκιμάσουν ; Μακριά από τα  εργοστάσια μιας και θαρρείτε πως είμαι  ένας τέτοιος μπουρλοτιέρης! Για χάρη των παιδιών, θα δεχτώ ό,τι μεροκάματο μου δώσουν.»
«Μα δεν βλέπεις τι θα γίνεις ; Ένας ‘ρουφιάνος’. Θα χρέωνες μικρότερο μεροκάματο από τους άλλους εργάτες – κι αυτό για χάρη των παιδιών ενός άλλου. Σκέψου τι κακό θα έκανες σε έναν άλλο φουκαρά που θα ήθελε να βγάλει ένα μεροκάματο για ταίσει τα δικά του παιδιά. Εσύ και το Συνδικάτο σου θα στρεφόσασταν εναντίον του. Όχι, όχι! Μόνο και μόνο αν σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκες σε αυτούς τους φτωχούς Ιρλανδούς μέχρι τώρα, θα αρνηθώ αυτό που μου ζητάς. Δεν θα σου δώσω δουλειά. Δε λέω ότι δεν πιστεύω την πρόφαση  με την οποία μου γυρεύεις δουλειά – δεν ξέρω λεπτομέρειες γι αυτό. Μπορεί να είναι αλήθεια, μπορεί και όχι. Όπως και να ΄χει δεν είναι μια πολύ πιθανή ιστορία. Θα μου επιτρέψεις να φύγω. Δεν σου δίνω δουλειά. Ορίστε η απάντηση που γυρεύεις.»
«Σας άκουσα, κύριε.  Δεν θα έμπαινα στον κόπο να σας ενοχλήσω, αλλά ήρθα με το στανιό, γιατί μου ’πανε πως έχετε ανθρωπιά μέσα σας. Φαίνεται πως η κυρία  που μου το είπε παρεξήγησε κι εγώ παραπλανήθηκα. Δεν είμαι δα κι ο πρώτος που τον παραπλανεί μια γυναίκα.»
«Την επόμενη φορά, να πεις στην κυρία να κυττάζει τη δουλειά της και να μη σπαταλά ούτε το χρόνο σου ούτε το δικό μου. Οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα στον κόσμο. Άντε – δίνε του !»
«Σας είμαι υπόχρεος για την καλοσύνη σας και πιότερο για το ευγενικό σας κατευόδιο.»
Ο κύριος Θόρντον δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει. Όμως κυττάζοντας από το παράθυρο λίγο αργότερα, του έκανε εντύπωση η  αδύνατη φιγούρα του σκυφτού άνδρα  που προχωρούσε στην αυλή. Βάδιζε αργά και κουρασμένα, κάτι που ερχόταν  σε μεγάλη αντίθεση με την ξεκάθαρη αποφασιστικότητα με την οποία τον είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος άνδρας λίγο πριν. Πήγε στο δωμάτιο του θυρωρού.
«Πόση ώρα περίμενε εκείνος ο Χίγκινς για να μου μιλήσει;»

...........................................................................................................................................................