Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 52ο: " Διώξε τα σύννεφα"

Κεφάλαιο 52ο:
"Διώξε τα σύννεφα"

...................................................................................................................................................................
Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο κύριος Λέννοξ δεν ήταν συνεπής στο ραντεβού του την επόμενη ημέρα.
Ο κος Θόρντον όμως, ήταν ακριβής στην ώρα του και αφού τον άφησε να περιμένει σχεδόν μια ώρα , η Μάργκαρετ κατέβηκε – ήταν χλωμή και ανήσυχη.
Άρχισε να μιλάει βιαστικά. « Σας ζητώ συγνώμη που δεν είναι εδώ ο κύριος Λέννοξ – θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα από εμένα. Είναι ο σύμβουλός μου σ’ αυτά….»
« Λυπάμαι που ήρθα αν αυτό σας ενοχλεί. Μήπως να πάω στην οικία του και να προσπαθήσω να τον βρω;»
«Όχι, ευχαριστώ. Ήθελα να σας πω πόσο πολύ με λύπησε το ότι θα σας χάσω από ενοικιαστή. Αλλά ο κος Λέννοξ λέει ότι τα πράγματα θα φτιάξουν….»
«Ο κος Λέννοξ δεν γνωρίζει πολλά επ αυτού,» είπε ήσυχα ο κος Θόρντον. «Ευτυχής και τυχερός σε όλα όσα αφορούν έναν άνδρα, δεν κατανοεί τι σημαίνει να μην είσαι πλέον νέος και όμως να πρέπει να ξαναρχίσεις από την αρχή, κάτι που απαιτεί όλη την ενέργεια και την ελπίδα που μπορεί να δώσει η νιότη∙ να νοιώθεις ότι η μισή σου ζωή έχει φύγει και δεν έκανες τίποτα – να μην έχει μείνει τίποτα από την χαμένη ευκαιρία παρά η πικρή ανάμνηση του παρελθόντος. Δεσποινίς Χέηλ, θα προτιμούσα να μην ακούσω την άποψη του κου Λέννοξ για τα όσα με αφορούν. Όσοι είναι επιτυχημένοι και ευτυχείς συχνά δεν παίρνουν στα σοβαρά την δυστυχία των άλλων.»
«Είστε άδικος,» είπε η Μάργκαρετ απαλά. « Ο κος Λέννοξ αναφέρθηκε μόνο στην σπουδαία πιθανότητα που πιστεύει ότι υπάρχει για να ξανακερδίσετε αυτά που χάσατε και ακόμα περισσότερα. Μην μιλήσετε μέχρι να τελειώσω – σας παρακαλώ!»
Συγκεντρώθηκε ξανά και άρχισε να ψάχνει βιαστικά και να ξεφυλλίζει κάποια νομικά έγγραφα και λογιστικούς πίνακες, με χέρια που έτρεμαν. «Ω, να - εδώ είναι! Μου έδειξε μια πρόταση – μακάρι να ήταν εδώ να την εξηγήσει - λέγοντας ότι αν σας έδινα κάποια χρήματα, χίλιες οκτακόσιες πενήντα επτά λίρες, που αυτή τη στιγμή απλά κάθονται άχρηστες στην τράπεζα αποφέροντάς μου μόνο δύο τοις εκατό , θα μπορούσατε να μου αποδώσετε μεγαλύτερο τόκο και να ξαναλειτουργήσετε την κλωστουφαντουργία Μάρλμποροου.»
Η φωνή της ήταν τώρα πιο σταθερή και ξεκάθαρη. Ο κος Θόρντον δεν μίλησε και εκείνη συνέχισε να ψάχνει ανάμεσα στα χαρτιά αναζητώντας για περισσότερη σιγουριά το έγγραφο με την πρόταση∙ επειδή αγωνιούσε να τεθούν όλα υπό το πρίσμα της εμπορικής συναλλαγής έτσι ώστε το να έχει το βασικό πλεονέκτημα με το μέρος της. Ενώ έψαχνε γι αυτό το χαρτί η καρδιά της σταμάτησε από τον τόνο με τον οποίο μίλησε ο κος Θόρντον. Η φωνή του ήταν βραχνή και έτρεμε από τρυφερότητα και πάθος καθώς της είπε:
«Μάργκαρετ!»
Σήκωσε το βλέμμα της στιγμιαία και μετά το χαμήλωσε για να κρύψει τα μάτια της που γυάλιζαν , ακουμπώντας το μέτωπό της στα χέρια της. Πλησιάζοντας πιο κοντά φώναξε το όνομά της ξανά με φωνή που έτρεμε από θέρμη:«Μάργκαρετ!»
Το κεφάλι χαμήλωσε ακόμα περισσότερο, κρύβοντας εντελώς το πρόσωπό της που τώρα σχεδόν ακουμπούσε πάνω στο γραφείο. Πήγε κοντά της. Γονάτισε δίπλα της φέρνοντας το πρόσωπό του στο ίδιο ύψος με το αυτί της και ψιθύρισε – ασθμαίνοντας – τα λόγια:
«Πρόσεξε! Αν δεν μιλήσεις, θα σε διεκδικήσω με τρόπο παράξενο και αλαζονικό. Αν πρέπει να φύγω, διώξε με αμέσως – Μάργκαρετ!»
Σε αυτήν την τρίτη φορά, έστρεψε προς το μέρος του το πρόσωπό της, σκεπασμένο ακόμα με τα μικρά, λευκά της χέρια και έγειρε στον ώμο του, κρύβοντάς το εκεί ∙ ήταν τόσο υπέροχο να αισθάνεται το απαλό της μάγουλο δίπλα στο δικό του που δεν ήθελε να δει ούτε ντροπαλά κοκκινίσματα ούτε βλέμματα αγάπης. Την έσφιξε περισσότερο στην αγκαλιά του. Όμως κανείς απ΄τους δυό δεν μίλούσε. Στο τέλος, εκείνη μουρμούρισε με σπασμένη φωνή –«Ω, κύριε Θόρντον! Δεν είμαι αρκετά καλή!»
«Δεν είστε αρκετά καλή! Μην περιπαίζετε το δικό μου βαθύτατο αίσθημα ανεπάρκειας»Έπειτα ένα ή δύο λεπτά, της τράβηξε απαλά τα χέρια από το πρόσωπο και τα απόθεσε πάνω του έτσι όπως είχαν σταθεί κάποτε για να τον προστατέψουν από το έξαλλο πλήθος.

«Θυμάσαι αγάπη μου;» μουρμούρισε εκείνος. «Και πώς σου το ανταπέδωσα με την αναίδειά μου την επόμενη μέρα;»«Θυμάμαι πόσο άσχημα σας μίλησα – αυτό μόνο.»
«Δες εδώ! Σήκωσε το κεφάλι σου. Έχω κάτι να σου δείξω!» Εκείνη, αργά, στύλωσε επάνω του το βλέμμα της, λάμποντας με υπέροχη αιδημοσύνη.
«Αναγνωρίζεις αυτά τα τριαντάφυλλα;» είπε βγάζοντας το σημειωματάριό του στο οποίο είχε φυλαγμένα μερικά ξερά λουλούδια.
...........................................................................

Κεφάλαιο 51ο : "Νέα συνάντηση"

Κεφάλαιο 51ο:
"Νέα Συνάντηση"

Ήταν μια ζεστή βραδυά καλοκαιριού. Η Ήντιθ μπήκε στην κάμαρα της Μάργκαρετ, την πρώτη φορά φορώντας το καθημερινό της φόρεμα, ενώ την δεύτερη ήταν ήδη ντυμένη για το δείπνο.

Στην αρχή δεν βρήκε κανέναν εκεί ˙ έπειτα βρήκε την Ντίξον να απλώνει στο κρεβάτι το φόρεμα της Μάργκαρετ. Η Ήντιθ έμεινε για να της γκρινιάξει  σχετικά.
«Ώ, Ντίξον! Μη μου πεις ότι θα βάλεις εκείνα τα απαίσια  μπλέ λουλούδια με αυτό το σε απόχρωση παλιωμένου χρυσού φόρεμα!  Τι γούστο ! Περίμενε και θα σου φέρω μερικά  άνθη ροδιάς.»
«Δεν είναι σε απόχρωση παλιωμένου χρυσού. Είναι στο χρώμα του άχυρου. Και το μπλέ ταιριάζει πάντα με το χρώμα του άχυρου.» Αλλά η Ήντιθ είχε πάει κι είχε φέρει τα λαμπερά άλικα λουλούδια προτού η Ντίξον προλάβει να τελειώσει τη φράση της.
«Πού είναι η δεσποινίς Χέηλ;» ρώτησε η Ήντιθ, μόλις τελείωσε το στόλισμα του φορέματος. «Δεν μπορώ να καταλάβω» συνέχισε ενοχλημένη, « πώς η θεία μου  της επέτρεπε να κάνει τέτοιους περίπατους στο Μίλτον! Έχω την βεβαιότητα ότι κάτι  φριχτό θα έχει κολλήσει  σε εκείνα τα απαίσια μέρη που τριγυρνούσε. Δεν θα τολμούσα ποτέ να εμφανιστώ σε εκείνους τους δρόμους αν δεν συνοδευόμουν από κάποιον υπηρέτη. Δεν είναι πρέπον για  κυρίες της τάξης μας.»
Η Ντίξον, που ήταν ακόμα θυμωμένη για την απαξίωση του προσωπικού της γούστου, απάντησε μάλλον κοφτά.
« Δεν είναι ν’απορεί κανείς, όταν ακούει  κυρίες να κάνουν τόση φασαρία για τον καθωσπρεπισμό τους – και μάλιστα κυρίες τόσο φοβιτσιάρες, ευαίσθητες και μη μου άπτου – λέω λοιπόν, πως δεν είναι ν’απορεί κανείς που χάθηκαν οι άγιοι άνθρωποι από τον κόσμο»
«Ω, Μάργκαρετ! Ήρθες ! Σε έψαχνα ώρα. Πώς έχεις αναψοκοκκινήσει από τη ζέστη, καημενούλα μου!  Άκου να δεις τι πήγε κι έκανε αυτός ο εκνευριστικός ο Χένρυ. Ειλικρινά, ξεπερνάει τα όρια του κουνιάδου. Μόλις που είχα καταφέρει και είχα οργανώσει τόσο ωραία το δείπνο για τον κύριο Κόλθαρστ, να’σου κι έρχεται ο Χένρυ – η αλήθεια είναι ότι ζήτησε συγνώμη – και χρησιμοποιώντας το όνομά σου σαν δικαιολογία,  με ρώτησε αν μπορούσε να φέρει τον κύριο Θόρντον από το Μίλτον – ξέρεις, τον εκμισθωτή σου- ο οποίος έχει έρθει στο Λονδίνο για κάτι  νομικές υποθέσεις. Θα μου ανατρέψει εντελώς  τον αριθμό των καλεσμένων.»
« Δεν με πειράζει για το δείπνο. Δεν πεινάω.» είπε η Μάργκαρετ χαμηλόφωνα. « Η Ντίξον μπορεί να μου ανεβάσει ένα φλυτζάνι τσάι, και θα είμαι στο καθιστικό την ώρα που θα έρθετε. Πραγματικά θα μου άρεσε να πάω να ξαπλώσω.»
«Όχι, όχι! Ούτε να το συζητάς. Η αλήθεια είναι πως έχεις χλωμιάσει λίγο, αλλά μάλλον είναι εξαιτίας της ζέστης και δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρουμε χωρίς εσένα. (Λίγο πιο χαμηλά αυτά τα λουλούδια, Ντίξον. Μοιάζουν με λαμπερές φλόγες πάνω στα μαύρα σου μαλλιά, Μάργκαρετ.) Το ξέρεις πως υπολογίζουμε σε σένα να μιλήσεις για το Μίλτον στον κύριο Κόλθαρστ. Α, μα βέβαια! Και αυτός ο άνθρωπος προέρχεται επίσης από το Μίλτον! Μα, θα είναι σπουδαίο, τελικά! Ο κύριος Κόλθαρστ θα τον βοηθήσει με τα νομικά, ενώ εσύ και αυτός ο κύριος Θόρντον θα του  δώσετε  πληροφορίες  για το Μίλτον, έτσι ώστε να τις χρησιμοποιήσει στο λόγο του στο Κοινοβούλιο. Πραγματικά, τα κατάφερε περίφημα, ο Χένρυ. Τον ρώτησα, για τον άνθρωπο αυτόν, μην τυχόν και είναι κάποιος που μας ντροπιάσει αλλά μου είπε « Όχι, αν έχεις μια στάλα λογικής, αδελφούλα μου.»
Φαντάζομαι λοιπόν, ότι θα είναι σε θέση να μιλήσει σωστά Αγγλικά, κάτι για το οποίο δεν φημίζονται στο Ντάρκσάιρ, έτσι Μάργκαρετ;»
«Μήπως ανέφερε ο κύριος Λέννοξ για ποιόν λόγο ήρθε ο κύριος Θόρντον στο Λονδίνο; Αυτές οι νομικές υποθέσεις είχαν σχέση με την περιουσία του;» είπε η Μάργκαρετ με σβησμένη φωνή.
« Ω, απλώς ότι χρεοκόπησε ή κάτι τέτοιο όπως σου είπε και εκείνη την ημέρα που σε είχε πιάσει φοβερός πονοκέφαλος – τι μέρα ήταν; (Έτσι, μπράβο είναι υπέροχο, Ντίξον. Η δεσποινίδα Χέηλ μας βγάζει ασπροπρόσωπες, έτσι ;) Μακάρι να ήμουν ψηλή σαν βασίλισσα και μελαχρινή σαν τσιγγάνα, Μάργκαρετ.»
« Ναι, αλλά τι έγινε με τον κύριο Θόρντον;»
«Ω, πραγματικά δεν τα συγκρατώ καθόλου αυτά τα νομικά. Ο Χένρυ θα είναι πανευτυχής να σου τα εξηγήσει όλα. Αυτό που  μου έδωσε να καταλάβω είναι  πως ο κύριος Θόρντον βρίσκεται σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, ότι είναι ένας πολύ αξιοσέβαστος άνθρωπος και πως πρέπει να είμαι ιδιαίτερα ευγενική μαζί του. Και καθώς δεν έχω ιδέα πώς να το κάνω αυτό, ήρθα σου ζητήσω να με βοηθήσεις. Έλα τώρα κάτω μαζί μου, να ξεκουραστείς στον καναπέ για λίγη ώρα.»
Ο προνομιούχος κουνιάδος ήρθε νωρίς, και η Μάργκαρετ κοκκινίζοντας όση ώρα του μιλούσε, άρχισε να τον ρωτά αυτά που ήθελε να μάθει σχετικά με τον κύριο Θόρντον.
« Ήρθε για να υπενοικιάσει τα ακίνητα – το εργοστάσιο και τα παρακείμενα κτίσματα δηλαδή. Δεν μπορεί πλέον να τα κρατήσει και πρέπει να συνταχθούν συμβολαιογραφικές πράξεις και μισθωτήρια. Ελπίζω πως η Ήντιθ να τον υποδεχθεί κοσμίως, αν και μάλλον ενοχλήθηκε με το θάρρος που πήρα να της ζητήσω να τον συμπεριλάβει στους προσκεκλημένους. Νομίζω όμως πως εσύ θα ήθελες να του δείξουμε λίγη προσοχή. Και θα πρέπει κανείς να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός στο να αποδίδει κάθε σεβασμό σε κάποιον που χάνει την κοινωνική του θέση.» Είχε χαμηλώσει τη φωνή του καθώς της μιλούσε καθισμένος δίπλα της, αλλά τελειώνοντας τη φράση του πετάχτηκε επάνω για να συστήσει, στην Ήντιθ και στον Λοχαγό Λέννοξ, τον κύριο Θόρντον που μόλις είχε μπει στο δωμάτιο.
Καθώς ο κύριος Θόρντον ήταν απασχολημένος με τις συστάσεις, η Μάργκαρετ τον παρατηρούσε ανήσυχη. Είχε να τον δει παραπάνω από ένα χρόνο, και τα γεγονότα που συνέβησαν στο διάστημα αυτό τον είχαν αρκετά αλλάξει. Η ψηλόλιγνη κορμοστασιά του τον έκανε ακόμα να ξεχωρίζει ανάμεσα στους άλλους και η άνεση στις κινήσεις του έδινε έναν ξεχωριστό αέρα που ήταν τόσο δικό του χαρακτηριστικό, αλλά στο πρόσωπό του φαίνονταν τα σημάδια του χρόνου και της έγνοιας. Όμως η έκφραση του προσώπου του είχε μια τέτοια αρχοντιά που εντυπωσίαζε όσους είχαν μόλις μάθει για την απώλεια της κοινωνικής του θέσης, και φανέρωνε έμφυτη αξιοπρέπεια και αρρενωπή δύναμη. Εκείνος, με την πρώτη ματιά που είχε ρίξει στο δωμάτιο είχε καταλάβει  ότι παρευρισκόταν και η Μάργκαρετ. Είχε δει πόσο απορροφημένη ήταν στην κουβέντα της με τον κύριο Λέννοξ και την πλησίασε με απόλυτα μετρημένες κινήσεις και τον τρόπο ενός παλιού φίλου. Καθώς άρχισε να της μιλάει ήσυχα, τα μάγουλά της βάφτηκαν κόκκινα και παρέμειναν έτσι όλο το βράδυ.
Δεν φάνηκε να έχει να του πει πολλά πράγματα. Τον απογοήτευσε, ρωτώντας τον μόνο  τα απολύτως απαραίτητα σχετικά με τους παλιούς της γνωστούς στο Μίλτον. Καθώς άρχισαν να έρχονται και άλλοι καλεσμένοι, περισσότερο οικείοι στους οικοδεσπότες,  εκείνος φάνηκε να μπαίνει στο περιθώριο όπου μόνο με τον κύριο Λέννοξ αντάλλασσε περιστασιακά μερικές κουβέντες.
« Η δεσποινίς Χέηλ μοιάζει να είναι πολύ καλά, δεν νομίζετε;» είπε ο κύριος Λέννοξ. «Το Μίλτον, φαντάζομαι, δεν της ταίριαξε και πολύ καθώς όταν πρωτοήρθε στο Λονδίνο την είδα πάρα πολύ αλλαγμένη. Απόψε φαίνεται να λάμπει. Έχει όμως δυναμώσει κιόλας. Το προηγούμενο φθινόπωρο, ένας μικρός περίπατος  έφτανε για να την εξουθενώσει. Την Παρασκευή περπατήσαμε ως το Χάμστηντ και πίσω. Κι όμως, το Σάββατο ήταν σε τόσο καλή κατάσταση όπως και τώρα.»
«Περπατήσαμε!» Ποιοι ; Οι δυό τους μόνον;


Ο κύριος Κόλθαρστ  ήταν πολύ έξυπνος άνδρας και ανερχόμενο μέλος του Κοινοβουλίου. Είχε την οξυδέρκεια να αντιλαμβάνεται τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου και εντυπωσιάστηκε από ένα σχόλιο που έκανε ο κύριος Θόρντον στην διάρκεια του δείπνου. Θέλησε να μάθει από την Ήντιθ ποιος ήταν αυτός ο κύριος και το ύφος του όταν είπε « Ώστε αυτός είναι;» την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι – προς μεγάλη της έκπληξη- το όνομα Θόρντον δεν ήταν τόσο άγνωστο όσο εκείνη πίστευε. Το δείπνο της εξελισσόταν θαυμάσια.  Ο Χένρυ ήταν σε μεγάλα κέφια και έκανε θαυμάσια επίδειξη του ξηρού,  καυστικού του χιούμορ. Οι κύριοι Θόρντον και Κόλθαρστ, ανακάλυψαν ότι είχαν κάποιους τομείς κοινού ενδιαφέροντος, τους οποίους και συζήτησαν ακροθιγώς, επιφυλασσόμενοι να εμβαθύνουν στην συζήτησή τους αργότερα, μετά το δείπνο, σε κατ’ ιδίαν συζήτηση. Η Μάργκαρετ ήταν πανέμορφη με τα άνθη της ροδιάς και μολονότι, είχε γείρει πίσω στην καρέκλα της και μιλούσε ελάχιστα, η Ήντιθ δεν ενοχλήθηκε εφόσον η συζήτηση έρεε ομαλά και δίχως τη δική της συμβολή. Η Μάργκαρετ παρατηρούσε το πρόσωπο του κυρίου Θόρντον. Εκείνος, δεν κυττούσε ποτέ προς το μέρος της, επομένως μπορούσε να τον παρατηρεί με την άνεσή της και πρόσεχε τις αλλαγές που ακόμα και αυτός ο σύντομος χρόνος είχε επιφέρει στην όψη του. Μια φορά μόνο, σε κάποιο απροσδόκητο ευφυολόγημα του κυρίου Λέννοξ, είδε να αστράφτει στο πρόσωπό του η παλιά γνήσια χαρά, τα μάτια του να λάμπουν  εύθυμα και τα χείλη του  μόλις να σχηματίζουν το λαμπερό χαμόγελο της παλιάς εποχής. Για μια στιγμή το βλέμμα του αναζήτησε ενστικτωδώς  το δικό της  σαν να επιθυμούσε την συμπάθειά της. Όμως, μόλις συνάντησε τα μάτια της, όλη του η όψη άλλαξε, έγινε ξανά σοβαρή και ανήσυχη και κράτησε αποφασιστικά το βλέμμα του μακριά της για όλη την υπόλοιπη διάρκεια του δείπνου.
Υπήρχαν μονάχα άλλες δύο κυρίες στο δείπνο, και καθώς  ήταν και οι δύο απασχολημένες σε συζήτηση με την θεία της και την Ήντιθ, όταν αποσύρθηκαν στο καθιστικό, η Μάργκαρετ καταπιάστηκε βαριεστημένα με κάποια δουλειά. Σύντομα, ακολούθησαν και οι άνδρες, εξ αυτών οι κύριοι Θόρντον και Κόλθαρστ απορροφημένοι στη συζήτησή τους. Ο κύριος Λέννοξ πλησίασε τη Μάργκαρετ και της είπε χαμηλόφωνα:
« Στ’ αλήθεια πιστεύω ότι η Ήντιθ θα πρέπει να με ευχαριστήσει για την συμβολή μου στο δείπνο της.  Δεν έχεις ιδέα πόσο ευχάριστος και σώφρων άνθρωπος είναι αυτός ο μισθωτής σου. Ήταν ακριβώς ο άνθρωπος που χρειαζόταν για να καθοδηγήσει τον Κόλθαρστ σχετικά με κάποια γεγονότα. Δεν μπορώ να καταλάβω πώς κατάφερε να ρίξει έξω την επιχείρησή του.»
«Με τα προσόντα του και τις δυνατότητές του εσύ θα είχες επιτύχει» είπε η Μάργκαρετ. Δεν τον ικανοποίησε ιδιαίτερα το ύφος  που του μίλησε αν και τα λόγια της απηχούσαν μια σκέψη που είχε περάσει και από το δικό του το μυαλό. Καθώς παρέμενε σιωπηλός, αντιλήφθηκαν να ανεβαίνουν οι τόνοι στην συζήτηση που λάβαινε χώρα δίπλα στο τζάκι μεταξύ του κυρίου Κόλθαρστ και του κυρίου Θόρντον.
«Σας διαβεβαιώ, άκουσα να γίνεται λόγος γι αυτό με μεγάλο ενδιαφέρον. Ενδιαφέρον που απορρέει από περιέργεια, θα έλεγα. Άκουσα να αναφέρεται συχνά το όνομά σας κατά την παραμονή μου εκεί.» Έπειτα ακολούθησαν κάποιες λέξεις τις οποίες δεν άκουσαν και αμέσως μετά μίλησε ο κύριος Θόρντον.
« Δεν έχω τα προσόντα για δημοτικότητα – αν μιλούσαν για μένα κατ ’αυτόν τον τρόπο, τότε έσφαλλαν. Ενστερνίζομαι βραδέως  τους νεωτερισμούς και δυσκολεύομαι να καταστήσω τον εαυτό μου γνωστό, ακόμα και σε εκείνους που  επιθυμώ να με μάθουν και με τους οποίους δεν θα έπρεπε να είμαι διστακτικός. Κι όμως ακόμα και με όλους αυτούς τους ενδοιασμούς, ένοιωθα ότι ήμουν στο σωστό δρόμο, και πως με αφετηρία την φιλία μου τρόπον τινά με έναν, άρχισα να αποκτώ σχέση με περισσότερους. Τα οφέλη ήταν αμοιβαία: Μαθαίναμε ο ένας από τον άλλον,  συνειδητά ή ασυνείδητα.»
«Είπατε μαθαίναμε. Ελπίζω πως δεν σκοπεύετε να εγκαταλείψετε αυτόν τον στόχο;»
«Πρέπει να σταματήσω τον Κόλθαρστ,» είπε ο Χένρυ Λέννοξ  βιαστικά. Και με μια αιφνίδια όμως  a propos ερώτηση έστρεψε αλλού την ροή της συζήτησης για να προφυλάξει τον κύριο Θόρντον από την ταπείνωση του να παραδεχθεί την αποτυχία του και επομένως την αλλαγή της κοινωνικής του θέσης.  Όμως, αμέσως μόλις το νέο θέμα συζήτησης εξαντλήθηκε, ο κύριος Θόρντον επανέφερε την συζήτηση στο σημείο διακοπής της και απάντησε στο ερώτημα του κυρίου Κόλθαρστ.
« Η επιχειρηματική μου δραστηριότητα υπήρξε ανεπιτυχής και υποχρεώθηκα να αποσυρθώ από την θέση μου ως εργοδότης. Κάνω έρευνες στο Μίλτον για κάποια θέση όπου θα μπορώ να εργαστώ για κάποιον ο οποίος θα μου παρέχει τη δυνατότητα να διευθετήσω με τον δικό μου τρόπο παρόμοια θέματα. Έχω εμπιστοσύνη στον εαυτό μου ότι δεν θα εφαρμόσω απερίσκεπτα νεωτεριστικές πρακτικές. Το μόνο που θέλω είναι να μου δοθεί η δυνατότητα να καλλιεργήσω κάποια επικοινωνία με τους εργάτες πέραν της στοιχειώδους οικονομικής συναλλαγής. Αλλά ίσως αποδειχθεί ότι είναι το σημείο που αναζητούσε ο Αρχιμήδης να σταθεί για να κινήσει την γη, αν κρίνω από τη σημασία που του αποδίδουν  κάποιοι εργοστασιάρχες μας, που αποδοκιμάζουν και σκυθρωπιάζουν κάθε φορά που αναφέρω ένα –δύο πειραματισμούς που θα ήθελα να θέσω σε εφαρμογή.»
« Βλέπω ότι χρησιμοποιείτε τον όρο πειραματισμοί» είπε ο κύριος Κόλθαρστ με μια δόση αυξημένου σεβασμού στον τόνο της φωνής του.
«Διότι πειραματισμοί πιστεύω πως είναι. Δεν είμαι σίγουρος για τα αποτελέσματα που θα προκύψουν. Όμως είμαι πεπεισμένος ότι οφείλουμε να δοκιμάσουμε. Έχω καταλήξει στην πεποίθηση ότι κανένας από τους θεσμούς, όσο σοφά και με περίσκεψη κι αν έχουν οργανωθεί και διευθετηθεί, δεν μπορεί να συμβάλλει στην προσέγγιση των τάξεων στο βαθμό που αυτό πρέπει να γίνει, εκτός κι αν οι θεσμοί έχουν σαν αποτέλεσμα την προσέγγιση ατόμων από διαφορετική τάξη σε αληθινά προσωπικό επίπεδο. Αυτή η επικοινωνία είναι ζωτική ανάσα. Δύσκολα μπορείς να κάνεις έναν εργάτη να καταλάβει πόσο σκληρά έχει κοπιάσει ο εργοδότης του στο γραφείο κάνοντας σχέδια επ’ ωφελεία των εργατών του. Ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αναδύεται ως ένα τμήμα μηχανισμού, κατάλληλα προσαρμοσμένο για κάθε ενδεχόμενο. Οι εργάτες όμως το αντιλαμβάνονται όπως και τον μηχανισμό, χωρίς να κατανοούν τον επίπονο πνευματικό μόχθο και την φροντίδα που χρειάζεται για φτάσει στην ολοκλήρωση. Όμως θα μπορούσα να πάρω μία ιδέα, της οποίας η εκτέλεση θα χρειαζόταν προσωπική επαφή. Στην αρχή ίσως να μην πήγαινε πολύ καλά, όμως κάθε εμπόδιο, θα ενεργοποιούσε το ενδιαφέρον ολοένα και περισσότερων εργατών και στο τέλος όλοι θα επιθυμούσαν να την δουν να επιτυγχάνει στην εφαρμογή της, καθώς όλοι συνέβαλλαν στην διαμόρφωση του σχεδίου.
Ακόμα όμως κι έτσι, είμαι σίγουρος ότι θα έχανε τη ζωτική της δύναμη, θα έπαυε να είναι ενεργή αμέσως μόλις έπαυε να είναι στο επίκέντρο του κοινού ενδιαφέροντος, το οποίο πάντα κάνει τους ανθρώπους να μπορούν να βρίσκουν τρόπους και μεθόδους να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, να γνωρίζουν ο ένας τον χαρακτήρα του άλλου, την ψυχοσύνθεση και τον τρόπο έκφρασης. Θα πρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα ο ένας τον άλλον, και τολμώ να πω θα πρέπει να συμπαθήσουμε περισσότερο ο ένας τον άλλον.»

«Και αυτό νομίζετε ότι θα αποτρέψει την επανάληψη απεργιών;»
« Καθόλου. Η υπέρτατη προσδοκία μου φτάνει ως του σημείου ότι θα αποτρέψει τις απεργίες από το να είναι οι πικρές, δηλητηριώδεις πηγές μίσους που γνωρίσαμε μέχρι τώρα. Κάποιος με περισσότερες ελπίδες, θα μπορούσε να φανταστεί ότι μια εγγύτερη και πιο εγκάρδια επικοινωνία μεταξύ των τάξεων θα αποσοβούσε τις απεργίες. Όμως εγώ δεν είμαι άνθρωπος που τρέφει ελπίδες. »
Ξαφνικά, σαν να του ήρθε μια καινούρια ιδέα, διέσχισε το δωμάτιο προς το μέρος που στεκόταν η Μάργκαρετ και άρχισε να της μιλά χωρίς προλόγους, σαν να ήξερε ότι εκείνη άκουγε με προσοχή όλα όσα είχαν ειπωθεί….
«Μις Χέηλ, έλαβα ένα υπόμνημα, υπογεγραμμένο από κάποιους εργάτες μου – ο γραφικός χαρακτήρας, θαρρώ ήταν του Χίγκινς- που δήλωνε την επιθυμία τους να δουλέψουν για λογαριασμό μου, αν βρεθώ ξανά σε θέση να προσλάβω εργάτες για λογαριασμό μου. Ήταν καλό, έτσι δεν είναι ;»
« Μάλιστα! Πολύ καλό. Χαίρομαι γι αυτό.» είπε η Μάργκαρετ ατενίζοντάς τον με τα εκφραστικά της μάτια και χαμηλώνοντας τα ξανά, κάτω από το εύγλωττο βλέμμα του. Της αντιγύρισε για λίγο το βλέμμα σαν να μην ήξερε τι ακριβώς ήθελε να κάνει. Έπειτα αναστέναξε και λέγοντας « Ήξερα ότι θα σας άρεσε» στράφηκε και απομακρύνθηκε και δεν της ξαναμίλησε παρά για να πει ένα τυπικό «καλή σας νύχτα».
Καθώς ο κύριος Λέννοξ ετοιμαζόταν να φύγει, η Μάργκαρετ, κάπως διστακτικά, του είπε κοκκινίζοντας και μην μπορώντας να το κρύψει : «Θα μπορούσα να σας μιλήσω αύριο ; Θα ήθελα την βοήθειά σας για…κάτι.»
«Βεβαιότατα. Θα έρθω όποια ώρα εσείς μου πείτε. Δεν μπορείτε να μου δώσετε μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να μου δείχνετε ότι σας είμαι χρήσιμος. Στις ένδεκα; Πολύ καλά.»
Τα μάτια του έλαμψαν από ευτυχία. Πώς μάθαινε να στηρίζεται επάνω του! Κατά τα φαινόμενα μια από αυτές τις ημέρες θα του επικύρωνε την βεβαιότητα, δίχως την οποία ήταν αποφασισμένος να μην της κάνει ξανά πρόταση γάμου.

Κεφάλαιο 50ο "Το Μίλτον αλλάζει"

Κεφάλαιο 50ο

"Το Μίλτον αλλάζει"


Εν τω μεταξύ, στο Μίλτον  οι καμινάδες κάπνιζαν, και οι μηχανές συνέχιζαν την ζαλιστική  περιδίνησή τους μέσα σε βουητό και ατέρμονο χτύπο.

Το σίδερο, το ξύλο και ο ατμός,  παράλογα και ασκόπως, μοχθούσαν χωρίς σταματημό. Αλλά την επίμονη και  μονότονη εργασία τους συναγωνιζόταν  η ακαταπόνητη καρτερία του πλήθους που με σκοπό και λογική, μοχθούσε αδιάκοπα ψάχνοντας για – ποιο πράγμα;
Στους δρόμους περιφέρονταν λίγοι αργόσχολοι – κανένας δεν το έκανε απλώς από ευχαρίστηση. Σε κάθε πρόσωπο ήταν ζωγραφισμένη η ανησυχία και η ανυπομονησία. Πάσχιζαν άπληστα να μάθουν νέα και έβλεπες άνδρες να διαγκωνίζονται στην Αγορά και στο Χρηματιστήριο, εγωιστικά και με βαθύ ανταγωνισμό όπως και στην ζωή. Κατήφεια σκέπαζε την πόλη. Λίγοι έρχονταν να αγοράσουν και ακόμα κι αυτοί αντιμετωπίζονταν με καχυποψία από τους πωλητές, γιατί το κέρδος ήταν αβέβαιο και οι πλέον εξασφαλισμένοι, ίσως επηρεάζονταν οικονομικά από τις σαρωτικές αλλαγές στους ναυτιλιακούς οίκους του παρακείμενου λιμένος. Προσώρας, κανείς δεν είχε χρεοκοπήσει στο Μίλτον ˙ όμως από την τεραστίας έκτασης κερδοσκοπία που αποκαλύφθηκε ότι είχε αποτύχει οικτρά στην Αμερική αλλά και πλησιέστερα στην Αγγλία, είχε γίνει γνωστό ότι κάποιοι εμπορικοί οίκοι  στο Μίλτον είχαν τέτοιες ζημίες ώστε κάθε μέρα, στα πρόσωπα όλων, ακόμα κι αν δεν το εξέφραζαν ρητώς, ήταν γραμμένο το ερώτημα: «Τι νέα; Ποιος πτώχευσε; Πώς θα με επηρεάσει;»
...........................................................................................................................................................


Όμως τώρα ήταν μια από τις άσχημες για το εμπόριο εποχές, όπου η πτώση της αγοράς είχε μειώσει την αξία των μεγάλων στοκ. Όσον αφορά τον κύριο Θόρντον, είχε χάσει τη μισή του αξία. Δεν υπήρχαν καινούριες παραγγελίες, έτσι έχασε το κέρδος από το κεφάλαιο που είχε δεσμεύσει στα καινούρια μηχανήματα. Ήταν δύσκολο να πληρωθεί ακόμα και για τις παραγγελίες που είχε ολοκληρώσει, ενώ παράλληλα υπήρχε συνεχής εκροή χρημάτων για την λειτουργία του εργοστασίου.
Έπειτα, έληγαν οι προθεσμίες πληρωμής για το βαμβάκι που είχε αγοραστεί, και το ρευστό χρήμα ήταν σπάνιο ενώ μπορούσε να δανειστεί με υπέρογκα επιτόκια και παράλληλα δεν μπορούσε να ρευστοποιήσει τίποτα από την περιουσία του. Όμως, δεν απελπιζόταν. Νυχθημερόν κατέβαλλε επίπονες προσπάθειες ώστε να προβλέψει και να φροντίσει όλα τα επείγοντα. Στο σπίτι του ήταν ήρεμος και ευγενικός όπως πάντα και στους εργάτες του δεν είχε πολλά λόγια, όμως εκείνοι τον γνώριζαν πια, και πολλές φορές, μια κοφτή, απότομη απάντησή του προσλαμβανόταν με συμπάθεια μάλλον , εξαιτίας της έγνοιας  που έβλεπαν να τον τρώει, παρά με τον κρυφό ανταγωνισμό που σιγόκαιγε παλαιότερα και τους ωθούσε σε σκληρά λόγια και επικρίσεις σε κάθε περίπτωση. «Τ’αφεντικό έχει πολλά ντράβαλα στο κεφάλι του» είπε ο Χίγκινς μια μέρα, ακούγοντας τον κύριο Θόρντον  να ρωτάει κοφτά γιατί εκτελέστηκε μια εντολή που είχε δώσει, κι ύστερα να πνίγει έναν αναστεναγμό καθώς περνούσε από μια αίθουσα  όπου οι εργάτες δούλευαν. Ο Χίγκινς και  ένας άλλος εργάτης δούλεψαν υπερωρίες εκείνη την νύχτα, χωρίς κανείς να το γνωρίζει,  για να τελειώσουν τη δουλειά που είχε αμεληθεί. Ο κύριος Θόρντον δεν το έμαθε ποτέ, απλώς πίστεψε ότι ο επιστάτης, στον οποίο  είχε δοθεί η εντολή, την είχε εκτελέσει ο ίδιος. « Μα την αλήθεια, ξέρω ποιος θε να στεναχωριότανε έτσι κι έβλεπε τ’αφεντικό μας να τα ’χει βάψει μαύρα. ΄κείνος ο  ‘φημέριος, θε να σπάραζε η καρδιά του έτσι και τον έβλεπε τόσο σκασμένο.» σκέφτηκε ο Χίγκινς μια μέρα, καθώς πλησίαζε τον κύριο Θόρντον  στην οδό Μάρλμποροου.
«Αφεντικό,» του είπε, κάνοντάς τον να σταματήσει τον ταχύ, αποφασιστικό διασκελισμό του, και να του ρίξει ένα γρήγορο, ξαφνιασμένο βλέμμα, σαν να ήταν απορροφημένος στις σκέψεις του.

« Μάθατε τίποτις για την δεσποινίδα Μάργκρετ, τώρα τελευταία;»
«Για την ποια ;»
«Για την δεσποινίδα Μάργκρετ, την κόρη ΄κεινού  του ‘φημέριου- για βάλτε λιγάκι με το νού σας…ξέρετε για ποιάνε λέω.» Στο ύφος του δεν υπήρχε ίχνος αναίδειας.
«Α, μάλιστα!» και ξαφνικά το βλέμμα του που στοίχειωναν οι έγνοιες σαν βαρυχειμωνιά,  ξαστέρωσε λες και είχε διώξει τις σκοτούρες καλοκαιρινό μελτέμι και μ’ όλο που τα χείλη του ήταν σφιγμένα όπως και πριν, τα μάτια του χαμογελούσαν καλοσυνάτα στον συνομιλητή του.
« Ξέρεις, Χίγκινς, είναι μισθώτριά μου, τώρα. Μαθαίνω νέα της πού και πού από τον  εκπρόσωπό της εδώ. Είναι καλά και σε φιλικό περιβάλλον – σ’ευχαριστώ, Χίγκινς.»  Εκείνο το   «ευχαριστώ»,  που ακολούθησε με καθυστέρηση την προηγούμενη φράση, φώτισε μια σκέψη στο μυαλό του παρατηρητικού Χίγκινς. Ίσως και να ήτανε απλώς ιδέα του  αλλά θα την ακολουθούσε και θα έβλεπε πού θα τον οδηγούσε.
« Και δεν έχει παντρευτεί ακόμα, αφεντικό;»
«Όχι ακόμα.» Το βλέμμα του συννέφιασε ξανά. « Κάτι ακούγεται περι γάμου με κάποιον γνωστό της οικογένειας.»
« Το λοιπόν, δε θα την ξαναδούμε στο Μίλτον, έτσι ;»
«Όχι!»
« Στάσου, μια στιγμή αφέντη.» Κατόπιν, πλησιάζοντας, του είπε εμπιστευτικά : «’κείνος εκεί ο νεαρός, ξεκαθάρισε με την υπόθεσή του ;» Ενίσχυσε την βαθιά του γνώση επί του θέματος μ’ ένα κλείσιμο του ματιού που έκανε τα πράγματα ακόμα πιο μυστήρια για τον κύριο Θόρντον. «’κείνος ο νεαρός, εννοώ ο κύριος Φρέντερικ, έτσι τον έλεγαν, ο αδελφός της, ξέρετε…που είχε έρθει ‘δω πέρα!.»
«Εδώ πέρα!»
«Μα ναι ! Τότε που πέθανε η κυρά. Μη φοβάστε, δε θα το πω πουθενά. Η Μαίρη κι ελόγου μου το ξέραμε αλλά δε λέγαμε τίποτα. Η Μαίρη το’χε μάθει γιατί ‘κείνες τις μέρες δούλευε στο σπίτι τους.»
«Και είχε έρθει εδώ ; Ο αδελφός της ήταν;»
«Όπως σας το λέω και θαρρούσα πώς το ξέρατε κι ελόγου σας, ειδάλλως δε θε να σας το’λεγα. Δε το ξέρατε πως είχε αδελφό;»

«Ναι, γνωρίζω τα πάντα γι αυτόν. Ώστε είχε έρθει εδώ όταν πέθανε η κυρία Χέηλ;»
«Όχι, δεν πρόκειται να πω κουβέντα. Μπορεί και να τους έκαμα ζημιά μ’ αυτό που είπα γιατί το ’χανε κρυφό. Ήθελα να μάθω  μοναχά αν ξεκαθαρίσανε τα πράγματα μ’ελόγου του.»
« Απ’ όσο γνωρίζω, όχι. Δεν ξέρω τίποτα. Ό,τι μαθαίνω για την δεσποινίδα Μάργκαρετ, ως μισθώτριά μου, τα μαθαίνω μέσω του δικηγόρου της.»
Ξεμάκρυνε και συνέχισε τον δρόμο του, αφήνοντας τον Χίγκινς μπερδεμένο.
«Ήταν ο αδελφός της.» σκέφτηκε ο κύριος Θόρντον. «Χαίρομαι. Ίσως να μην την ξαναδώ, αλλά είναι παρήγορο – λυτρωτικό- που το έμαθα. Ήξερα πώς δεν ήταν δυνατόν να φερθεί με απρέπεια, κι όμως, λαχταρούσα μια επιβεβαίωση. Τώρα είμαι χαρούμενος.»
Ήταν  μια ακτίδα φωτός μέσα στην σκοτεινιά της  παρούσας κατάστασης του  που μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο ζοφερή.  Ο αντιπρόσωπός του  είχε πλήρως  εμπιστευθεί έναν εμπορικό οίκο στην Αμερική, ο οποίος χρεωκόπησε μαζί με αρκετούς άλλους ακριβώς εκείνη την εποχή, παρασύροντας στην πτώση και άλλους σαν τραπουλόχαρτα. Πώς θα επηρέαζε το γεγονός αυτό τον κύριο Θόρντον; Ποία η θέση του;
Τη μία νύχτα μετά την άλλη, έπαιρνε βιβλία και έγγραφα στο δωμάτιό του και έμεινε κλεισμένος  εκεί πολύ μετά αφού η υπόλοιπη οικογένεια είχε πάει να πλαγιάσει. Πίστευε ότι κανείς άλλος δεν γνώριζε για αυτή του την ασχολία τις ώρες που θα έπρεπε να αφιερώνει στον ύπνο. Ένα πρωινό που  το φως της αυγής μόλις είχε αρχίσει να μπαίνει από τα παντζούρια, εκείνος ακόμα δεν είχε πάει για ύπνο και με αδιαφορία που προέκυπτε από την απελπισία,  σκεφτόταν ότι μπορούσε και χωρίς τις μια δυο ώρες ύπνου που θα είχε ακόμα μέχρι να ξεκινήσει ο ξέφρενος ρυθμός της ημέρας, όταν η πόρτα του δωματίου του άνοιξε και είδε τη μητέρα του να στέκεται εκεί, με τα ίδια ρούχα που φορούσε την προηγούμενη. Όπως κι εκείνος, δεν είχε πλαγιάσει καθόλου όλη τη νύχτα. Κυττάχτηκαν στα μάτια. Τα πρόσωπά τους ήταν παγωμένα, αλύγιστα και ωχρά από την αγρύπνια.
«Μητέρα! Γιατί δεν είσαι στο κρεββάτι σου;»
«Γιέ μου, νομίζεις ότι μπορώ να πέσω να κοιμηθώ ήρεμη όταν εσύ ξενυχτάς γεμάτος έγνοιες; Δεν μου είπες τι σε προβληματίζει, αλλά σίγουρα όλες αυτές τις μέρες έχεις μεγάλες σκοτούρες.»
«Το εμπόριο δεν πάει καλά.»
«Και φοβάσαι πως..»
«Δεν φοβάμαι τίποτα !» της απάντησε σηκώνοντας και κρατώντας ορθό το κεφάλι του. «Ξέρω πως κανείς δεν θα δυστυχήσει εξαιτίας μου. Αυτή  ήταν η έγνοια μου.»
« Αλλά τώρα, εσύ, σε ποια θέση βρίσκεσαι; Θα κηρύξεις….θα υπάρξει χρεοκοπία;»
η σταθερή της φωνή τρεμόπαιξε με τρόπο ασυνήθιστο.
« Χρεοκοπία, όχι. Θα πρέπει να κλείσω την επιχείρηση, αλλά θα πληρώσω όλους τους εργάτες. Ίσως μπορέσω να ξεφύγω – μπαίνω στ’ αλήθεια στον πειρασμό- »

«Με τι τρόπο ; Ω, Τζών! Κράτα ψηλά το όνομά σου, με κάθε ρίσκο!  Πώς μπορείς να ξεφύγεις;»
« Μέσω μιας   άκρως ριψοκίνδυνης  κερδοσκοπικής επένδυσης, που όμως αν πετύχει θα με ξελασπώσει έτσι που κανείς ποτέ δεν θα μάθει σε πόσο δύσκολη θέση βρέθηκα. Όμως αν αποτύχει..»


«Αν αποτύχει…» είπε εκείνη, πλησιάζοντας και ακουμπώντας το χέρι της στον ώμο του, με μια λάμψη ανυπομονησίας στο βλέμμα. Κράτησε την ανάσα της περιμένοντας να τελειώσει τη φράση του.
«Έντιμοι άνθρωποι θα καταστραφούν  από έναν απατεώνα.»  απάντησε σκυθρωπά. «Όπως έχουν τα πράγματα, τα χρήματα των πιστωτών μου είναι εξασφαλισμένα – μέχρι την τελευταία δεκάρα. Όμως δεν μπορώ να βρω δικά μου χρήμα- μπορεί να έχουν χαθεί όλα και να είμαι άφραγκος αυτή τη στιγμή. Επομένως, αυτό που θα ριψοκινδυνεύσω είναι τα χρήματα των πιστωτών.»
«Όμως αν πετύχει, δεν θα το μάθουν ποτέ. Είναι τόσο ριψοκίνδυνη επένδυση; Σίγουρα όχι, αλλιώς δεν θα την σκεφτόσουν. Αν πετύχει….»
«Θα είμαι πλούσιος και θα το έχω βάρος στη συνείδησή μου!»
«Γιατί ; Δεν θα έχεις βλάψει κανέναν.»
« Όχι, αλλά θα έχω ριψοκινδυνεύσει να καταστρέψω πολλούς για μια τιποτένια προσωπική άνοδο. Μητέρα, πήρα την απόφασή μου! Δεν θα λυπηθείς πολύ που θα αφήσουμε αυτό το σπίτι, έτσι, καλή μου μητέρα;
«Όχι! Αλλά το να γίνεις κάποιος άλλος από αυτό που είσαι τώρα, θα μου ράγιζε την καρδιά. Τι θα κάνεις;»
«Θα παραμείνω ο ίδιος Τζων Θόρντον υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ˙ να πασχίζω να κάνω τα πάντα σωστά και  να αποτυγχάνω μεγαλοπρεπώς. Και να προσπαθώ με γενναιότητα να ξαναρχίσω απ’ την αρχή. Αλλά είναι δύσκολο, μητέρα. Δούλεψα τόσο πολύ και έκανα τόσα σχέδια. Ανακάλυψα καινούριο δυναμικό που μου πρόσφερε η θέση μου όταν ήταν πλέον πολύ αργά. Και τώρα όλα τελειώσαν – είμαι πολύ μεγάλος για να ξεκινήσω με το ίδιο κουράγιο. Είναι σκληρό, μητέρα.»
Στράφηκε από την άλλη μεριά και σκέπασε το πρόσωπό του με τα χέρια του.
«Δεν μπορώ να το διανοηθώ,» είπε εκείνη με ύφος σκοτεινό και περιφρονητικό «πως ήρθαν έτσι τα πράγματα. Ορίστε, το παιδί μου, καλός γυιός, δίκαιος άνδρας με τρυφερή καρδιά, και αποτυγχάνει σε όλα του τα σχέδια: Βρίσκει μια γυναίκα να αγαπήσει και αυτή δεν νοιάζεται για εκείνον περισσότερο από ό,τι για τον πρώτο τυχόντα. Μοχθεί, και οι κόποι του πάνε στο βρόντο. Άλλοι άνθρωποι προκόβουν και πλουτίζουν και υψώνουν τα τιποτένια τους ονόματα πέρα από κάθε ντροπή.»
« Ποτέ δεν ντροπιάστηκα,»  της είπε χαμηλόφωνα, αλλά εκείνη συνέχισε.

«Κάμποσες φορές αναρωτήθηκα πού να πήγε το δίκαιο αλλά τώρα ξέρω ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα στον κόσμο – ορίστε πού έφτασες ˙εσύ, παιδί μου, ο Τζων Θόρντον,  αν και μπορεί εσύ κι εγώ να διακονέψουμε μαζί, παιδί  μου αγαπημένο!»
Έπεσε στην πάνω του και τον φίλησε κλαίγοντας.
«Μητέρα!» της είπε κρατώντας την τρυφερά στην αγκαλιά του «ποιος μου έστειλε  της ζωής μου τον κλήρο, και τον καλό και τον κακό;»
Κούνησε το κεφάλι της.  Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελε να ακούσει τίποτα περί θρησκείας.
«Μητέρα,» συνέχισε βλέποντας πως δεν του απαντούσε, « κι εγώ υπήρξα ανυπότακτος, αλλά θα προσπαθήσω να μην είμαι πια. Βοήθησέ με, όπως όταν ήμουν παιδί. Τότε, μου ‘λεγες τόσες καλές κουβέντες – όταν είχε πεθάνει ο πατέρας μου και  κάποιες φορές βρισκόμασταν σε μεγάλη ανέχεια – κάτι που δεν πρόκειται να συμβεί τώρα. Μου μιλούσες με θάρρος, ευγένεια, γεμάτη εμπιστοσύνη, τότε μητέρα, μου είχες πει λόγια τότε, μητέρα, που ποτέ δεν τα ξέχασα, μ’ όλο που έμοιαζαν να κοιμούνται μέσα μου. Μίλα μου, πάλι όπως και τότε, μητέρα. Ας μην πούμε ότι ο κόσμος σκλήρυνε τόσο πολύ τις καρδιές μας. Αν μου πεις ξανά εκείνα τα παλιά, όμορφα λόγια,  θα νοιώσω πάλι κάτι από την γεμάτη ευσέβεια απλότητα των παιδικών μου χρόνων. Τα ξαναλέω στον εαυτό μου, αλλά από ‘σένα θα ακουστούν διαφορετικά, με βάση όλες τις δοκιμασίες  και τις έγνοιες που άντεξες.»
«Τράβηξα πολλά,» είπε εκείνη με λυγμούς, «αλλά τίποτα δεν ήταν τόσο σκληρό όσο αυτό. Να σε βλέπω να ξεπέφτεις από την θέση που σου ανήκει! Θα μπορούσα να το αντέξω αυτό για τον εαυτό μου, Τζων, αλλά όχι για ‘σένα. Όχι για ‘σένα ! Ο Θεός σου φέρθηκε πολύ σκληρά, πάρα πολύ!»
Οι λυγμοί την συντάραξαν σπασμωδικά όπως γίνεται κάθε φορά που κλαίει ένας ηλικιωμένος. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι γύρω της επικρατούσε σιωπή και ηρέμησε για να αφουγκραστεί. Απόλυτη σιγή. Κύτταξε γύρω της. Ο γυιός της ήταν ήταν ριγμένος πάνω στο γραφείο, με το κεφάλι μπρούμυτα, πάνω στ’απλωμένα του χέρια.
«Ω, Τζών!» είπε, και του  ανασήκωσε το πρόσωπο. Η  ζοφερή όψη του ήταν τόσο παράξενα ωχρή,  που για μια στιγμή πίστεψε ότι βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου. Όμως καθώς η ακινησία τον εγκατέλειπε και το χρώμα επανερχόταν στο πρόσωπό του, είδε ότι ξανάβρισκε τον εαυτό του και  όλες οι ντροπές του κόσμου έσβησαν από την επίγνωση του πόσο μεγάλη ευλογία ήταν γι αυτήν το να είναι εκείνος ζωντανός. Ευχαρίστησε τον Θεό γι αυτό, και μόνον γι αυτό,  με μια θέρμη που παραμέρισε όλες τις πρότερες ανατρεπτικές σκέψεις από το μυαλό της.
Εκείνος, δεν μίλησε αμέσως, αλλά πήγε και άνοιξε τα παντζούρια αφήνοντας το πορφυρό  φως της αυγής να πλημμυρίσει το δωμάτιο. Όμως  ο άνεμος ήταν ανατολικός ˙ το κρύο διαπεραστικό  όπως εδώ κι εβδομάδες. Δεν θα υπήρχε ζήτηση για ελαφρά καλοκαιρινά υφάσματα φέτος το καλοκαίρι. Η ελπίδα ότι έτσι θα ξαναζωντάνευε το εμπόριο, έπρεπε να θαφτεί  οριστικά.
.........................................................................................................................................................................

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 49ο: "Μια ανάσα ηρεμίας"



Κεφάλαιο 49ο

ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΗΡΕΜΙΑΣ

«Μα, η Μάργκαρετ δεν είναι η κληρονόμος;» ψιθύρισε η Ήντιθ  στον άνδρα της μόλις έμειναν μόνοι το βράδυ στο δωμάτιό τους, αφού επέστρεψαν από το θλιβερό ταξίδι στην Οξφόρδη. Στάθηκε  στις μύτες των ποδιών της και τραβώντας το κεφάλι του  άνδρα της προς τα κάτω, τον παρακάλεσε να μην σοκαριστεί με την ερώτηση που θα του απηύθυνε. Όμως ο λοχαγός Λέννοξ βρισκόταν σε απόλυτη άγνοια. Ακόμα κι αν είχε ακούσει κάτι, το είχε ξεχάσει. Εξάλλου δεν μπορεί να είχε μεγάλη περιουσία ο καθηγητής ενός μικρού κολεγίου και ποτέ δεν θέλησε να πληρώνει εκείνη την διαμονή της. Διακόσιες πενήντα λίρες το χρόνο ήταν γελοίο ποσό, αν λάβει κανείς υπ’όψιν ότι η κοπέλα δεν έπινε κρασί. Η Ήντιθ απογοητευμένη, ξαναπάτησε στα πόδια της, νοιώθοντας το όνειρό της να ξεφουσκώνει.
Μια εβδομάδα αργότερα, κατέφτασε με βήμα χορευτικό και πλησίασε τον σύζυγό της κάνοντάς του μια μεγάλη υπόκλιση.
«Εγώ είχα δίκιο και εσείς  άδικο, ευγενέστατε λοχαγέ. Η Μάργκαρετ μόλις έλαβε επιστολή από κάποιον δικηγόρο και το κληροδότημα είναι περίπου δύο χιλιάδες λίρες. Το υπόλοιπο είναι περίπου σαράντα χιλιάδες, όσο και η αξία της περιουσίας στο Μίλτον.»
«Αλήθεια; Και πώς πήρε τα νέα γι αυτήν την καλοτυχία;»
«Ω, φαίνεται πως το ήξερε ήδη ότι θα κληρονομούσε. Μόνο που δεν είχε ιδέα ότι ήταν τόσα πολλά. Είναι κατάχλωμη και λέει πως τη φοβίζει όλο αυτό. Αλλά γνωρίζεις πως αυτά είναι ανοησίες και σύντομα θα της περάσει. Άφησα την μαμά να την λούζει με συγχαρητήρια και έτρεξα να στο πω.»
Υποτίθεται πως κατά γενική   παραδοχή, το πλέον φυσικό ήταν να αναλάβει στο εξής,ο κύριος Λέννοξ ως νομικός σύμβουλος της Μάργκαρετ. Εκείνη  είχε τόσο παντελή  άγνοια όσον αφορούσε τις επιχειρήσεις γενικά, ώστε απευθυνόταν σε αυτόν σχεδόν για τα πάντα. Της επέλεξε δικηγόρο και της έφερε να υπογράψει κάποια χαρτιά. Τίποτα δεν του έδινε μεγαλύτερη ευχαρίστηση από το να της εξηγεί τα νομικά μυστήρια που έκρυβαν όλες εκείνες οι υπογραφές και τα έντυπα.
..........................................................................................................................................................

Δεν ευδοκίμησε η Ισπανία για την Μάργκαρετ εκείνο το φθινόπωρο, αν και μέχρι την τελευταία στιγμή είχε την ελπίδα πως κάποια ευτυχής συγκυρία θα έφερνε τον Φρέντερικ στο Παρίσι, όπου θα μπορούσε εύκολα να πάει να τον συναντήσει με κάποια συνοδεία. Αντί για το Κάντιθ, θα έπρεπε να αρκεστεί στο Κρόμερ. Σε αυτό το μέρος είχαν κλείσει  η θεία Σω και οι Λέννοξ. Επιθυμούσαν από καιρό να τους συνοδεύσει, και κατά τη συνήθειά τους, λίγο έλαβαν υπ’όψιν τους τις δικές της επιθυμίες. Ίσως το Κρόμερ ήταν κατά μία έννοια ό,τι το καλύτερο για την ίδια. Χρειαζόταν να ανακτήσει τις δυνάμεις της σωματικά, να στυλωθεί ψυχικά και να ξεκουραστεί.

Μεταξύ άλλων είχε χάσει και την ελπίδα ότι ο κύριος Μπέλλ θα έδινε στον κύριο Θόρντον πώς είχαν τα γεγονότα εκείνα τα σχετικά με την οικογενειακή περίσταση, τα οποία οδήγησαν στο ατυχές συμβάν που είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο του Λέοναρντς. Οποιαδήποτε γνώμη και αν είχε, όσο κι αν είχε αλλάξει από την προηγούμενή του άποψη για εκείνην, θα ήθελε να είναι εδραιωμένη στην κατανόηση του  τι είχε κάνει και για ποιο λόγο. Αυτό θα της έδινε ευχαρίστηση, διαφορετικά, σο η σκέψη της θα γυρνούσε σε αυτό το γεγονός, δεν θα μπορούσε σε όλη της τη ζωή να ησυχάσει.
Είχε περάσει τόσος πολύς καιρός από τότε που συνέβησαν αυτά, που δεν υπήρχε άλλος τρόπος να δοθεί εξήγηση, εκτός από αυτόν που μόλις είχε χάσει, με τον θάνατο του κυρίου Μπέλλ. Θα έπρεπε να υποταχθεί όπως και άλλοι άνθρωποι στο γεγονός ότι είχε υπάρξει παρανόηση όσον αφορά τις πράξεις της, όμως όσο κι αν προσπαθούσε να το εκλογικεύσει σκεπτόμενη πως κάτι τέτοιο δεν ήταν ασυνήθιστο, η καρδιά της εξακολουθούσε να πονά λαχταρώντας  ότι κάποια στιγμή, μετά από χρόνια, εκείνος, πριν πεθάνει, να μάθει πόσο μεγάλο ήταν για την ίδια το διακύβευμα.
Αν εκείνος το ήξερε ήδη, τότε κι εκείνη δεν θα ήθελε να του δοθούν εξηγήσεις. Κι αυτή όμως η ευχή, ήταν μάταιη όπως και τόσες άλλες έτσι, όταν κατάφερε να το αποδεχθεί και η ίδια,  έστρεψε όλο της το νου και την καρδιά στην ζωή που απλωνόταν μπροστά της και αποφάσισε να πασχίσει να κάνει ό,τι το καλύτερο δυνατόν.
Συνήθιζε να κάθεται για πολλές ώρες στην παραλία, κυττάζοντας την αέναη κίνηση των κυμάτων που έσκαγαν στην βοτσαλωτή ακρογιαλιά – ή  προσήλωςνε το βλέμμα της σε ένα μακρινό σημείο ψηλά στον ουρανό και  άκουγε, χωρίς να το συνειδητοποιεί, την αιώνια υμνωδία που ανέβαινε στο διηνεκές. Αυτό την παρηγορούσε, χωρίς να ξέρει γιατί. Καθόταν στο έδαφος με τα χέρια γύρω από τα γόνατά της, και χαλάρωνε, ενώ η θεία Σω αγόραζε διάφορα μικροπράγματα και η Ήντιθ με τον λοχαγό Λέννοξ πήγαιναν εξερευνούσαν με τα άλογα την παραλία και την ενδοχώρα.
Οι γκουβερνάντες, καθώς πηγαινοέρχονταν απασχολημένες, περνούσαν και ξαναπερνούσαν μπροστά της  και αναρωτιούνταν τι κύτταζε προσηλωμένη έτσι κάθε μέρα. Και όταν όλη η οικογένεια μαζευόταν για το δείπνο, η Μάργκαρετ ήταν τόσο σιωπηλή και απορροφημένη , που η Ήντιθ πίστεψε πως είχε πέσει σε μελαγχολία και χαιρέτησε με ενθουσιασμό την πρόταση του συζύγου της να προσκληθεί ο κύριος Χένρυ Λέννοξ στο Κρόμερ, για μια εβδομάδα, κατά την επιστροφή του από την Αγγλία τον Οκτώβριο.
Όμως, με όλο  αυτό το χρόνο που αφιέρωσε στο να σκέφτεται, η Μάργκαρετ μπόρεσε να τοποθετήσει στις σωστές τους διαστάσεις σχετικά και με την αιτία τους αλλά και την σπουδαιότητά τους, τα γεγονότα του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντός της.
Δεν πήγαν χαμένες όλες αυτές οι ώρες δίπλα στην ακρογιαλιά, όπως θα μπορούσε να καταλάβει κάποιος που θα είχε την  αντίληψη να μπορέσει να διαβάσει ή που θα νοιαζόταν να κατανοήσει την όψη  που σταδιακά έπαιρνε το πρόσωπό της. Στον κύριο Χένρυ Λέννοξ έκανε εξαιρετική εντύπωση η αλλαγή της.
« Θεωρώ, πως η θάλασσα έκανε πολύ καλό στην δεσποινίδα Χέηλ,» είπε μόλις εκείνη βγήκε από το δωμάτιο, την πρώτη μέρα της επίσκεψής του στην οικογένεια. «Μοιάζει δέκα χρόνια νεώτερη από όταν ήταν στην Χάρλεϋ Στρητ.»
« Είναι εξαιτίας του μπονέ που της αγόρασα!» είπε η Ήντιθ θριαμβευτικά. «Με το που το είδα, αμέσως κατάλαβα πόσο θα της ταίριαζε.»
«Να με συγχωρείτε,» είπε ο κύριος Λέννοξ με το μισοσυγκαταβατικό, μισοπεριφρονητικό ύφος που είχε συνήθως όταν μιλούσε στην Ήντιθ. «Μα νομίζω πως μπορώ να διακρίνω τη διαφορά ανάμεσα στις χάρες ενός ενδύματος και στις χάρες μιας γυναίκας. Κανένα μπονέ δεν θα μπορούσε να δώσει  τέτοια λάμψη  και συνάμα τέτοια τρυφερότητα στα μάτια της δεσποινίδος Χέηλ, ούτε να κάνει τα χείλη της τόσο κόκκινα και μεστά και γενικά όλη της την όψη τόσο φωτεινή και γεμάτη γαλήνη.  Μοιάζει – και είναι ακόμα πιο όμορφη- σαν ..» και η φωνή του χαμήλωσε «..σαν την Μάργκαρετ Χέηλ του Χέλστοουν.»
Από εκείνη τη στιγμή ο έξυπνος και φιλόδοξος άνδρας έκανε το παν για να κερδίσει την Μάργκαρετ. Αγαπούσε την τρυφερή της ομορφιά. Έβλεπε την κρυφή ευστροφία του νου της, την οποία εύκολα μπορούσε (έτσι νόμιζε) να στρέψει σε θέματα τα οποία ο ίδιος υποστήριζε ολοψύχως. Την περιουσία της την θεωρούσε απλά ένα μέρος του ολοκληρωμένου και υπέροχου χαρακτήρα της και της κοινωνικής της θέσης, και ταυτόχρονα κατανοούσε πλήρως πόσο θα ανέβαζε κοινωνικά  και τον ίδιο, έναν φτωχό δικηγόρο.
..........................................................................................................................................................
Μόλις επέστρεψαν στην πόλη, η Μάργκαρετ υλοποίησε μια από τις αποφάσεις που είχε λάβει στην ακρογιαλιά και πήρε τη ζωή της στα χέρια της. Πριν πάνε στο Κρόνερ, ήταν τόσο υπάκουη στους κανόνες της θείας της, σαν να ήταν ακόμη το μικρό φοβισμένο ξενάκι που έκλαιγε μέχρι να την πάρει ο ύπνος εκείνη την πρώτη νύχτα στο παιδικό δωμάτιο της Χάρλευ Στρήτ. Όμως, είχε μάθει εκείνες τις ώρες των σοβαρών αποφάσεων, έπρεπε η ίδια μια μέρα να δώσει λόγο για την ζωή της και για το πώς την είχε διαχειριστεί. Προσπάθησε να λύσει το πιο δύσκολο για μια γυναίκα πρόβλημα: κατά πόσον θα έπρεπε να υπακούει σε πρόσωπα κύρους και κατά πόσο θα έπρεπε να είναι ελεύθερη στο να κάνει αυτό που θέλει.
Η κυρία Σω ήταν όσο καλόβολη γινόταν και η Ήντιθ είχε κληρονομήσει αυτήν την χαριτωμένη  οικογενειακή αρετή. Η ίδια η Μάργκαρετ είχε πιθανόν τον χειρότερο χαρακτήρα από τις τρεις τους, επειδή  η γρήγορη αντίληψή της  και η υπερ-δραστήρια φαντασία της την έκαναν να βγάζει βιαστικά συμπεράσματα και το γεγονός ότι από μικρή είχε στερηθεί την συμπόνοια, την είχε κάνει περήφανη. Όμως, είχε μια απερίγραπτη γλυκύτητα, σαν μικρού παιδιού στην καρδιά της, που την έκανε – ακόμα και στις σπάνιες στιγμές  της ισχυρογνωμοσύνης της- ανέκαθεν, ακαταμάχητη. Και τώρα, εξωραϊσμένη ακόμα περισσότερο από αυτό που ο κόσμος αποκαλούσε καλοτυχία, κατάφερνε να θέλξει την απρόθυμη θεία της ώστε να συναινέσει στην θέλησή της. Έτσι, η Μάργκαρετ κέρδισε το να της αναγνωρίσουν το δικαίωμά της να  πράττει όπως αυτή νόμιζε ότι ήταν καθήκον της να πράξει.
«Μόνο να μην είσαι πεισματάρα,» την παρακάλεσε η Ήντιθ. «Η μαμά θέλει να έχεις τον δικό σου υπηρέτη, και είμαι σίγουρη ότι θα το δεις ευνοϊκά, γιατί είναι μεγάλος μπελάς. Όμως, καν’ το για μένα, καλή μου, μην είσαι πεισματάρα. Μόνο αυτό σου ζητώ. Είτε πάρεις υπηρέτη, είτε όχι, μην είσαι πεισματάρα.»
«Μην φοβάσαι, Ήντιθ. Με την πρώτη ευκαιρία, θα σου σωριαστώ λιπόθυμη την ώρα που οι υπηρέτες δειπνούν. Και τότε, με τον Σόλτο να  σκαλίζει τη φωτιά και το μωρό να κλαίει,  θα εύχεσαι να είχες δίπλα σου κάποια με δυνατή θέληση, έτοιμη να ανταποκριθεί σε κάθε περίσταση.»
«Και δεν θα γίνεις τόσο αριστοκρατική ώστε να πάψεις τα αστεία και τη διασκέδαση, έτσι;»
« Εγώ, πάντως όχι ! Θα είμαι πιο εύθυμη από ποτέ, τώρα που έχω τον τρόπο μου.»
« Και δεν θα μου κάνεις τη δύσκολη, αλλά θα με αφήνεις να σου αγοράζω φορέματα, εντάξει;»
« Σοβαρά τώρα, σκοπεύω να τα αγοράζω μόνη μου. Μπορείς να έρχεσαι μαζί μου αν θες, αλλά κανείς δεν ξέρει το γούστο μου εκτός από εμένα την  ίδια.»
.......................................................................................................................................................

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Κεφάλαιο 48ο: "..και δεν θέλει ευρεθεί πλέον"



Κεφάλαιο 48ο

«…και δεν θέλει ευρεθεί πλέον.»

Οι δεξιώσεις τις οποίες παρέθετε η κυρία Λέννοξ, αποτελούντο από τα εξής στοιχεία: οι φίλοι της συνεισέφεραν την ομορφιά, ο λοχαγός Λέννοξ την άρτια γνώση των θεμάτων της επικαιρότητας και  ο κύριος Χένρυ Λέννοξ μαζί με την μικρή ομάδα των ανερχόμενων φίλων του συνεισέφεραν το πνεύμα, την εξυπνάδα και  εκείνη την εις βάθος και ευρεία γνώση την οποία κατείχαν τόσο καλά, αποφεύγοντας ωστόσο να φαίνονται σχολαστικά λόγιοι ή να εμποδίζουν την απρόσκοπτη ροή της συζήτησης.

Μια μέρα, όταν οι κύριοι είχαν επιστρέψει στο σαλόνι, ο κύριος Λέννοξ πλησίασε την Μάργκαρετ και της απηύθυνε τις πρώτες σχεδόν  αυθόρμητες λέξεις από τότε που είχε έρθει να εγκατασταθεί εκ νέου στην Χάρλευ Στρητ.
«Δεν φανήκατε ευχαριστημένη με τα λόγια του Σίρλεϋ στο δείπνο.»
«Αλήθεια; Τότε το πρόσωπό μου πρέπει να είναι υπερβολικά εκφραστικό.»
«Πάντα ήταν. Δεν έχει χάσει την δεξιότητα να είναι εύγλωτο.»
«Δεν μου άρεσε» είπε η Μάργκαρετ βιαστικά « ο τρόπος που υποστήριζε κάτι που ήταν άδικο – κατάφωρα  άδικο- ακόμα και υπό τύπον αστειότητος.»
«Μα ήταν πολύ έξυπνο εκ μέρους του. Τι λέξεις χρησιμοποίησε ! Θυμάστε τα καλοδιαλεγμένα επίθετα;»
«Μάλιστα.»
«Και τα απεχθάνεστε, θα θέλατε ίσως να προσθέσετε. Παρακαλώ, μην έχετε ενδοιασμούς ως προς αυτό, μολονότι είναι φίλος μου. »


«Ορίστε! Αυτό ακριβώς το ύφος σας είναι που…» σταμάτησε απότομα.
Εκείνος περίμενε για λίγο να δει μήπως ολοκληρώσει τη φράση της, όμως η Μάργκαρετ απλά κοκκίνησε και στράφηκε να φύγει, όχι όμως πριν τον ακούσει να λέει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά: « Αν σας δυσαρεστεί το ύφος μου ή ο τρόπος σκέψης μου, παρακαλώ θα μου κάνετε τη χάρη  να μου το πείτε, παρέχοντάς μου με αυτόν τον τρόπο την δυνατότητα να σας ευαρεστήσω ;»
Όλες αυτές τις εβδομάδες δεν έφθασε καμμιά πληροφορία περί ταξιδίου του κυρίου Μπέλλ στο Μίλτον. Όταν βρισκόταν στο Χέλστοουν είχε αναφερθεί σε αυτό σαν να ήταν ένα ταξίδι το οποίο ήταν πιθανό να κάνει πολύ σύντομα, αλλά μάλλον θα είχε διεκπεραιώσει την δουλειά του δι αλληλογραφίας. Η Μάργκαρετ το σκεφτόταν εδώ και καιρό τώρα ˙ και ήξερε ότι εφόσον μπορούσε θα απέφευγε να πάει σε ένα μέρος που δεν του άρεσε και επιπλέον δεν θα μπορούσε να καταλάβει τη σπουδαιότητα που είχε για την ίδια μια εξήγηση που μπορούσε να δοθεί μόνο δια λόγου. Ήξερε πως εκείνος θα καταλάβαινε πως ήταν απαραίτητο να δοθεί η εξήγηση, αλλά αν αυτό γινόταν  καλοκαίρι, φθινόπωρο ή χειμώνα, σε αυτό δεν θα έδινε σημασία….
Τώρα ήταν Αύγουστος και δεν είχε υπάρξει καμμία άλλη αναφορά για το ταξίδι στην Ισπανία το οποίο είχε εκείνος υπαινιχθεί στην Ήντιθ, και η Μάργκαρετ προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι αυτό το όνειρο απομακρυνόταν.
Μια μέρα όμως έλαβε ένα γράμμα που της έλεγε ότι  σκόπευε να έρθει στην πόλη την επόμενη εβδομάδα. Ήθελε να της μιλήσει, σχετικά με ένα σχέδιο που είχε κατά νου, και επιπλέον σκόπευε να επιτρέψει στον εαυτό του κάποια ιατρική συμβουλή, μια και είχε αρχίσει να συμφωνεί μαζί της, ότι ήταν δηλαδή  προτιμότερο να πιστεύει ότι  έφταιγε η βεβαρημένη υγεία του και όχι ο ίδιος για τον εκνευρισμό και  την ιδιοτροπία του. Γενικά, υπήρχε στο γράμμα του ένας τόνος βεβιασμένης ευθυμίας, όπως πρόσεξε εκ των υστέρων η Μάργκαρετ, όμως εκείνη την στιγμή είχαν  τραβήξει την προσοχή της τα επιφωνήματα της Ήντιθ.
«Θα έρθει στην πόλη! Ω, Θεέ μου ! Και αυτή η ζέστη με έχει καταβάλλει τόσο, που δεν νομίζω ότι θα έχω δυνάμεις να παραθέσω ακόμα ένα δείπνο. Εξάλλου, όλοι έχουν φύγει εκτός πόλεως εκτός από εμάς τους ανόητους, που δεν μπορούμε να αποφασίσουμε που θα πάμε. Δεν θα υπάρχει κανείς να τον καλέσουμε στο δείπνο.»
«Είμαι σίγουρη ότι θα προτιμούσε  να έρθει και να δειπνήσει μόνο μαζί μας, παρά με όλους τους συμπαθητικούς άγνωστους που θα ήθελες να προσκαλέσεις. Εκτός αυτού, όταν είναι αδιάθετος δεν του αρέσουν οι επισκέψεις. Χαίρομαι που επιτέλους το αποφάσισε. Ήμουν σίγουρη πως δεν ήταν καλά από το γενικό ύφος των επιστολών του, κι όμως, δεν μου έδινε καμμία απάντηση όταν τον ρωτούσα και δεν είχα κάποιο άλλο πρόσωπο από στο οποίο θα μπορούσα να στραφώ για να μάθω νέα του.»
«Ω, δεν μπορεί να είναι σοβαρά άρρωστος, διαφορετικά δεν θα σκεφτόταν την Ισπανία.»
«Δεν αναφέρει τίποτα περί Ισπανίας.»
«Όχι, αλλά  το σχέδιο που θέλει να προτείνει προφανώς έχει σχέση. Αλλά πραγματικά θέλεις να πας με τέτοιον καιρό;»
«Ω, μέρα με τη μέρα δροσίζει. Ναι ! Σκέψου το. Φοβάμαι μόνο πως το σκέφτομαι και το εύχομαι τόσο πολύ – και με έναν τόσο πεισματικό και απόλυτο τρόπο – ώστε αναπόφευκτα θα απογοητευτώ, ή θα εκπληρωθεί ως προς το γράμμα αλλά ως προς το πνεύμα δεν θα δώσει καμμιά χαρά.»
«Αυτά είναι προλήψεις- είμαι σίγουρη, Μάργκαρετ.»
«Όχι, δεν νομίζω. Αλλά θα έπρεπε να συγκρατηθώ και να έχω μεγαλύτερο αυτοέλεγχο αντί να παραδίνομαι σε τέτοιες περιπαθείς ευχές. Είναι σαν το « Θέλω παιδιά αλλιώς θα πεθάνω.» * Η δική μου κραυγή είναι «Ή θα πάω στο Κάντιθ ή θα πεθάνω.»
«Καλή μου Μάργκαρετ! Θα σε πείσουν να μείνεις εκεί και τι θα κάνω εγώ; Ω, μακάρι να σου έβρισκα κάποιον να παντρευτείς εδώ για να μη σε χάσω!»
«Δεν θα παντρευτώ ποτέ.»
«Ανοησίες και πάλι ανοησίες! Όπως λέει και ο Σόλτο, είσαι τέτοιο στολίδι για το σπίτι, και γνωρίζει ένα σωρό άνδρες που  ευχαρίστως θα μας επισκέπτονταν για χάρη σου και μόνο.»
Η Μάρκαρετ σηκώθηκε με ύφος υπερήφανο. «Ξέρεις Ήντιθ, μερικές φορές νομίζω ότι η ζωή σου στην Κέρκυρα σε έκανε….»
«Τι πράγμα;»
«…λιγάκι χοντροκομμένη.»
Η Ήντιθ άρχισε να κλαίει τόσο απαρηγόρητα και να δηλώνει με τόσο πάθος ότι η Μάργκαρετ δεν την αγαπούσε πια καθόλου και πως δεν την θεωρούσε πλέον φίλη της, ώστε η Μάργκαρετ άρχισε να σκέφτεται ότι της μίλησε πολύ σκληρά απλά και μόνο για να ανακουφίσει την δική της πληγωμένη υπερηφάνεια, έτσι  κατάληξε να κάνει την σκλάβα της Ήντιθ για το υπόλοιπο της ημέρας, ενώ η μικρή κυρία, εξαντλημένη από τα πληγωμένα της αισθήματα, παρέμενε ξαπλωμένη στον καναπέ, αναστενάζοντας βαριά που και πού, μέχρι που την πήρε ο ύπνος.
Ο κύριος Μπέλλ ανέβαλλε για δεύτερη φορά την επίσκεψή του, αλλά και πάλι δεν εμφανίστηκε στην καθορισμένη ημέρα. Την επόμενη ημέρα έφτασε ένα γράμμα από τον Γουώλις, τον υπηρέτη του,  που έλεγε ότι ο κύριός του ήταν άρρωστος για κάμποσο καιρό και ότι αυτός ήταν ο  πραγματικός λόγος της αναβολής του ταξιδιού του, Έλεγε ακόμα ότι την στιγμή που ήταν έτοιμος να φύγει για το Λονδίνο έπαθε αποπληξία και, όπως έλεγαν οι γιατροί, δύσκολα θα έβγαζε τη νύχτα. Πολύ πιθανόν, την ώρα που η δεσποινίς Χέηλ θα ελάμβανε το γράμμα, ο καημένος ο κύριός του να μην βρισκόταν πλέον ανάμεσά τους.
Η Μάργκαρετ έλαβε το γράμμα την ώρα που έπαιρναν το πρωινό τους και μόλις το διάβασε έγινε κατάχλωμη. Έπειτα, χωρίς να πει λέξη, το άφησε στα χέρια της Ήντιθ και έφυγε από το δωμάτιο.

.........................................................................................................................................................


Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Κεφάλαιο 47ο "Κάτι λείπει"

Κεφάλαιο 47ο

"ΚΑΤΙ ΛΕΙΠΕΙ"


Περίπου εκείνη την εποχή η Ντίξον επέστρεψε από το Μίλτον και ξαναπήρε τη θέση της ως υπηρέτρια της Μαργκάρετ. Έφερε ατέρμονες ιστορίες από τα κουτσομπολιά του Μίλτον: ότι η Μάρθα είχε πάει να μείνει με την Δεσποινίδα Θόρντον, μετά το γάμο της τελευταίας, αναφορές για τις παράνυφες, τα φορέματα, τα προγεύματα εκείνης της ενδιαφέρουσας τελετής, το ότι ο κόσμος πίστευε ότι ο κύριος Θόρντον έκανε υπερβολικά πλούσιο γάμο, αν σκεφτεί κανείς ότι  έχασε πολλά χρήματα λόγω της απεργίας, και έπρεπε να πληρώσει μεγάλες  αποζημιώσεις για αθέτηση συμβολαίων. Ότι τα χρήματα που απεκόμισαν από την πώληση αντικειμένων και επίπλων – τόσο προσφιλών στην Ντίξον- ήταν ελάχιστα, κι αυτό ήταν ντροπή αν σκεφτεί κανείς πόσο πλούσιοι ήταν οι άνθρωποι στο Μίλτον. Ότι  η κυρία Θόρντον είχε έρθει μια μέρα και έκανε δύο τρεις συμφέρουσες αγορές και πως ο κύριος Θόρντον είχε έρθει την επόμενη ημέρα και θέλοντας να αγοράσει κάποια αντικείμενα, πλειοδότησε εναντίον του εαυτού του, προς μεγάλη τέρψη των παρευρισκομένων. Έτσι, καθώς σχολίασε  η Ντίξον, τα πράγματα ήρθαν σε ισορροπία: αν η κυρία Θόρντον έδωσε υπερβολικά λίγα χρήματα, ο κύριος Θόρντον έδωσε υπερβολικά πολλά.  Ο κύριος Μπέλλ είχε δώσει ένα σωρό εντολές για τα βιβλία. Δεν μπορούσε να τον καταλάβει, ήταν πολύ ιδιότροπος. Αν είχε έρθει ο ίδιος τα πράματα θα ήταν μια χαρά, αλλά οι επιστολές εύκολα μπορούν  να προκαλέσουν περισσότερη σύγχυση απ’ όσο είναι απαραίτητη.


Η Ντίξον δεν είχε πολλά να πει για τους Χίγκινς. Η μνήμη της ήταν αριστοκρατικά επιλεκτική και την πρόδιδε πάντα όταν έπρεπε να ανακαλέσει ο,τιδήποτε σχετικό με ανθρώπους κατώτερης τάξης από αυτήν στην οποία ανήκε η ίδια.  Ο Νίκολας  ήταν αρκετά καλά, πίστευε. Είχε περάσει αρκετές φορές από το σπίτι, ζητώντας να μάθει νέα από την δεσποινίδα Μάργκαρετ – ο μόνος που ενδιαφερόταν να μάθει, εκτός από τον κύριο Θόρντον. Και η Μαίρη ; Α, μα φυσικά ήταν πολύ καλά, ασούμπαλη και χοντροκομμένη όπως πάντα. Είχε ακούσει – μπορεί και να το’χε δει στον ύπνο της αν και θα ήταν περίεργο να έχει ονειρευτεί τέτοιους ανθρώπους σαν τους Χίγκινς- ότι η Μαίρη είχε  πάει να δουλέψει στο εργοστάσιο του κυρίου Θόρντον, γιατί ο πατέρας της ήθελε για εκείνην να μάθει να μαγειρεύει, αν και τι νόημα είχε αυτό, η ίδια η Ντίξον δεν είχε ιδέα. Η Μάργκαρετ έτεινε να συμφωνήσει μαζί της ότι η ιστορία αυτή  έμοιαζε τόσο ασυνάρτητη, που θα μπορούσε να είναι όνειρο. Όμως ήταν καλό που τώρα είχε κάποιον που να μπορεί να συζητήσει μαζί του για το Μίλτον και τους ανθρώπους του. Η Ντίξον δεν αγαπούσε ιδιαίτερα το θέμα αυτό και περισσότερο θα προτιμούσε να κρατήσει αυτό το κομμάτι της ζωής της στη σκιά. Της άρεσε πολύ περισσότερο  να μνημονεύει  κάποιες από τις κουβέντες του κυρίου Μπέλλ, οι οποίες της είχαν εμφυσήσει κάποια υποψία για τις προθέσεις του: σκόπευε να κάνει κληρονόμο του την Μάργκαρετ. Όμως η νεαρή της κυρία, δεν την ενθάρρυνε καθόλου, και με κανέναν τρόπο δεν ικανοποιούσε τις πανούργες έρευνές της όσο εν κρυπτώ και αν τις διεξήγαγε.
Όλο αυτόν τον καιρό, η Μάργκαρετ είχε την περίεργη και απροσδιόριστη επιθυμία να ακούσει  ότι ο κύριος Μπέλλ είχε πάει για μια από τις συνηθισμένες επαγγελματικές του επισκέψεις στο Μίλτον.  Επειδή είχε καταστεί πλήρως κατανοητό ανάμεσά τους, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού στο Χέλστοουν, ότι η εξήγηση την οποία εκείνη επιθυμούσε, θα δινόταν στον κύριο Θόρντον μόνο προφορικά και  πως ακόμα και σε αυτήν την περίπτωση δεν θα του επιβαλλόταν φορτικά.


Ο κύριος Μπέλλ, δεν ήταν καλός στην αλληλογραφία, αλλά έγραφε από καιρού εις καιρόν μακροσκελείς  ή σύντομες επιστολές, ανάλογα με την διάθεσή του και μ’ όλο που η Μάργκαρετ δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι έτρεφε κάποιες ελπίδες κατά την παραλαβή τους, εντούτοις τις έβαζε κατά μέρος με ένα αμυδρό αίσθημα απογοήτευσης. Δεν επρόκειτο να πάει στο Μίλτον. Δεν ανέφερε τίποτα γι αυτό, ποτέ. Εντάξει, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι υπομονετική. Αργά ή γρήγορα τα πράγματα θα ξεκαθάριζαν. Οι επιστολές του κυρίου Μπέλλ φανέρωναν έναν χαρακτήρα διαφορετικό από αυτόν που είχε συνηθίσει η Μάργκαρετ. Ήταν σύντομα, γεμάτα παράπονα και κάθε τόσο διέκρινε μια ψήγματα πικρίας,  κάτι  ασυνήθιστο γι αυτόν. Δεν αδημονούσε για το μέλλον, φαινόταν να μετανιώνει για το παρελθόν, και γκρίνιαζε για το παρόν. Η Μάργκαρετ υποψιάστηκε ότι δεν ήταν καλά στην υγεία του, αλλά σε απάντηση δικής της ερώτησης σχετικά με την υγεία του, της έστειλε  ένα σύντομο σημείωμα, λέγοντας ότι υπήρχε μια ασθένεια της παλιάς εποχής που λεγόταν «χολερική διάθεση», ότι υπέφερε από αυτήν και πως εναπόκειτο σε εκείνην να αποφασίσει αν ήταν οργανική περισσότερο ή πνευματική, όμως όσον αφορούσε τον ίδιο, θα ήθελε  να  νοιώθει ελεύθερος να γκρινιάζει κατά το δοκούν χωρίς να είναι υποχρεωμένος να στέλνει κάθε φορά ενημερωτικά σημειώματα.
.......................................................................................................................................................
Ο κύριος Χένρυ Λέννοξ έδωσε με την συχνή του παρουσία,  μια καινούρια και όχι δυσάρεστη προσθήκη στα της οικίας των Λέννοξ. Η Μάργκαρετ τον ένοιωθε ψυχρότερο, καίτοι πιο έξυπνο από παλαιότερα, αλλά υπήρχαν έντονα  πνευματικά ενδιαφέροντα, αρκετή και πολυποίκιλη γνώση τα οποία πρόσθεταν άρωμα στις κατά τα άλλα ανούσιες συζητήσεις. Η Μάργκαρετ διέκρινε σ’εκείνον ψήγματα αποδοκιμασίας για τον αδελφό και τη νύφη του και για τον τρόπο ζωής τους, τον οποίο έμοιαζε να θεωρεί επιπόλαιο και χωρίς σκοπό. Μια ή δυο φορές είχε μιλήσει στον αδελφό του- παρουσία της Μάργκαρετ- ρωτώντας τον αρκετά απότομα αν είχε σκοπό να παραιτηθεί εντελώς  από το επάγγελμά του, και λαμβάνοντας από τον λοχαγό Λέννοξ την απάντηση ότι είχε αρκετό εισόδημα με το οποίο θα μπορούσε να ζήσει, τον είχε δει να κάνει ένα  περιφρονητικό μορφασμό καθώς έλεγε : «Και αυτός είναι μονάχα ο σκοπός της ζωής σου;»
............................................................................................................................................................
Κι όμως, κάθε φορά που εκείνος έκανε μια ασυνήθιστα καλή ομιλία ή έδινε κάποιο αξιόλογο και επιγραμματικό επιχείρημα, ένοιωθε πως έστω και στιγμιαία, το βλέμμα του αναζητούσε πρώτα  τη δική της ματιά και πως στην οικογενειακή συναναστροφή που τους έφερνε συνεχώς σε επαφή, η δική της γνώμη ήταν εκείνη την οποία άκουγε με σεβασμό, καθώς δινόταν απρόθυμα και μόνο όταν έπρεπε.




Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Κεφάλαιο 46ο "Κάποτε και Τώρα"



.....και συνεχίζουμε με ρυθμό Caretta caretta. Το 46ο είναι ένα ΠΟΛΥ μεγάλο κεφάλαιο  γι αυτό και το ανέβασα  σε....δόσεις. Περιλαμβάνει την επίσκεψη της Μάργκαρετ και του κυρίου Μπέλλ  στο παλιό καλό Χέλστοουν. Εδώ  έχουμε για άλλη μια φορά την ευκαιρία να δούμε  να ξετυλίγεται η προσωπικότητα του κυρίου Μπελλ. Μπροστά του ο μακαρίτης ο πατέρας της Μάργκαρετ ήταν ένας νερόβραστος χαλβάς. Έχω πει ότι αν ήταν νεώτερος, θα αποτελούσε σοβαρότατο αντίπαλον δέος του κυρίου Θόρντον ( ο οποίος   a propos έχω την εντύπωση ότι δεν τον πολυχωνεύει.) Επιτέλους, το κορίτσι μας, η Μάργκαρετ, απολαμβάνει στα τελευταία κεφάλαια  το "κανάκεμα" και τη φροντίδα που δεν είχε  από την οικογένειά της, με τόσες ευθύνες και βάρη  που είχε επιφορτιστεί. Ο κύριος Μπέλλ αποτελεί και  μια πιο ενδιαφέρουσα father figure. Κατά την ταπεινή μου άποψη....Α! Και ένα μικρό quizz...Στο κεφάλαιο αυτό (τουλάχιστον στο πρώτο μέρος, αυτό που έχω ήδη μεταφράσει γιατί έπονται μερικά ακόμη....) υπάρχει και μια μικρή νύξη για ένα επεισόδιο που είδαμε σε μεγαλύτερες διαστάσεις στην σειρά. Μπορείτε να το βρείτε ;

ΥΓ
Όπως γνωρίζουν πολύ καλά όσοι έχουν διαβάσει το βιβλίο, σκηνή "Look back at me" δεν υπάρχει, όμως στο κεφάλαιο αυτό θα βρείτε από πού άντλησε την έμπνευσή του ο σκηνοθέτης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46ο

«Κάποτε και Τώρα»

Η Μάργκαρετ ήταν έτοιμη πολύ πριν την προγραμματισμένη ώρα  και είχε την άνεση να κλάψει σιωπηλά για λίγο κρυφά και να χαμογελάσει πλατιά όταν ήταν και άλλοι παρόντες. Η τελευταία της ανησυχία ήταν μήπως είχαν αργήσει και χάσουν το τραίνο – αλλά όχι! Όλα έγιναν στην ώρα τους. Αναστέναξε ευτυχισμένη και ξένοιαστη επιτέλους, μόλις βρέθηκε καθισμένη απέναντι από τον κύριο Μπέλλ, βλέποντας τους γνώριμους σταθμούς να εναλλάσσονται έξω από το παράθυρο του βαγονιού, τις παλιές μικρές πολιτείες του νότου να κοιμούνται κάτω από το ζεστό φως του ήλιου που έδινε ένα ακόμα πιο κόκκινο χρώμα στις κεραμιδένιες σκεπές, τόσο διαφορετικές από τις κρύες πλάκες του βορρά.
..............................................................................................................................................................
«Μπά, σε καλό μου!» αναφώνησε μόλις σταμάτησε να δικαιολογείται,  καθώς η λάμψη μιας ηλιαχτίδας φανέρωσε το πρόσωπο της Μάργκαρετ  που ως τότε δεν φαινόταν καλά στη μισοσκότεινη σάλα. «Τζέννυ, είναι η δεσποινίς Χέηλ! » είπε τρέχοντας προς την πόρτα και φωνάζοντας την κόρη της. Έπειτα έτρεξε προς την Μάργκαρετ και της έσφιξε τα χέρια με μητρική στορή.
« …και πώς είστε ; Τι κάνει ο Αιδεσιμότατος και η Μις Ντίξον ; Κυρίως ο Αιδεσιμότατος! Ο Θεός να τον έχει καλά! Ακόμα είμαστε στεναχωρημένοι που έφυγε.»
Η Μάργκαρετ προσπάθησε να μιλήσει και να πει για το θάνατο του πατέρα της. Ήταν φανερό ότι η  κυρία Πέρκις γνώριζε για τον θάνατο της μητέρας της αφού παράλειψε να αναφέρει το όνομά της.  Όμως κόμπιασε προσπαθώντας να μιλήσει και το μόνο που μπόρεσε ήταν  να  αγγίξει το βαθύ πένθιμο ρούχο της και να πει μια λέξη: « Ο πατέρας».
« Πείτε μου, κύριε ότι δεν είναι αλήθεια!» είπε η κυρία Πούρκις στρεφόμενη τώρα στον κύριο Μπέλλ προς επιβεβαίωση της θλιβερής υποψίας που της ήρθε στο μυαλό. «Ήταν ένας κύριος εδώ την άνοιξη – ίσως να ήταν και τον χειμώνα που μας πέρασε- που μας είπε πολλά για την κυρία Χέηλ και την δεσποινίδα Μάργκαρετ. Και είπε ότι η κυρία Χέηλ είχε πεθάνει η καημένη ! Αλλά δεν είπε ούτε λέξη για το ότι ο κύριος Χέηλ ήταν άρρωστος!»
« Κι όμως, έτσι έχουν τα πράγματα.» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Πέθανε αρκετά ξαφνικά ενώ είχε έρθει να με επισκεφθεί στην Οξφόρδη. Ήταν καλός άνθρωπος, κυρία Πέρκις και πολλοί από εμάς θα νοιώθαμε ευγνωμοσύνη αν είχαμε ένα τόσο ειρηνικό τέλος όπως το δικό του. Έλα, Μάργκαρετ, καλή μου. Ο πατέρας της ήταν ο καλύτερος φίλος και επιπλέον είναι αναδεξιμιά μου, έτσι σκέφτηκα να έρθουμε εδώ μαζί και να δούμε τα παλιά λημέρια. Γνωρίζω από παλιά ότι διαθέτετε άνετα δωμάτια και εξαιρετικό δείπνο. Βλέπω ότι δεν με θυμάστε, αλλά ονομάζομαι Μπέλλ και κανα δυο φορές όταν δεν υπήρχε χώρος στο πρεσβυτέριο είχα κοιμηθεί εδώ και είχα δοκιμάσει την υπέροχη μπύρα σας.»
«Μα, βέβαια, βέβαια. Να με συγχωρείτε, αλλά βλέπετε παρασύρθηκα με την δεσποινίδα Χέηλ. Θα σας δείξω το δωμάτιό σας, όπου μπορείτε να βγάλετε το καπέλο σας και να ρίξετε λίγο νερό στο πρόσωπό σας. Μόλις σήμερα το πρωί  έριξα λίγα φρεσκοκομμένα ροδοπέταλα στο λαβομάνο, σκεφτόμενη ότι ίσως έρθει κάποιος . Και δεν υπάρχει καλύτερο από τ’ ανθόνερο που μοσχοβολάει. Η σκέψη  μονάχα ότι ο Αιδεσιμότατος πέθανε !  Βέβαια, σίγουρα όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Μονάχα που εκείνος κύριος  έλεγε πως ο Αιδεσιμότατος είχε αρχίσει να συνέρχεται από το πένθος του για το θάνατο της κυρίας Χέηλ.»
« Όταν συνοδεύσετε την δεσποινίδα Χέηλ,  ελάτε κάτω που σας θέλω, κυρία Πέρκις. Θέλω να μιλήσουμε για το δείπνο.»
Τα μικρά παραθυρόφυλλα στην κάμαρα της Μάργκαρετ ήταν γεμάτα ρόδα και κληματσίδες αλλά παραμερίζοντάς τα και γέρνοντας λίγο προς  τα έξω, μπορούσε να δει  τις καμινάδες του πρεσβυτερίου που ξεχώριζαν πάνω από τα δέντρα και να διακρίνει αρκετά καλά τα γνώριμα περιγράμματα  μέσα από τις φυλλωσιές.
«Έτσι, δα!»  είπε η κυρία Πέρκις στρώνοντας  τις ζαρωματιές στο κάλυμμα του κρεβατιού και στέλνοντας την Τζέννυ να φέρει μια αγκαλιά  πετσέτες που μοσχοβόλαγαν λεβάντα. « αλλάξαν οι καιροί, δεσποινίς. Ο καινούριος μας παπάς  έχει εφτά παιδιά και φτιάνει ένα παιδικό δωμάτιο για περισσότερα ακόμη, εκεί που ήταν άλλοτε  η περγουλιά και η αποθηκούλα. Έβαλε καινούρια κάγκελα και γυάλινες πλάκες στο παράθυρο του σαλονιού.  Αυτός κι η γυναίκα του δεν έχουν ησυχία, κι έχουνε κάνει πολλά καλά πράγματα – τουλάχιστον έτσι λένε οι ίδιοι, ειδαλλιώς θα ’λεγα πως  κάνουνε πολύ φασαρία για το τίποτα.  Δε βάζει στο στόμα του γουλιά κρασί και κάνει και τον δικαστή. Κι  η κυρά του έχει ένα σωρό συνταγές για το πώς  να μαγειρεύεις με οικονομία, και πώς να φτιάνεις ψωμί χωρίς μαγιά, και μιλάν κι οι δυό τους τόσο πολύ και ταυτόχρονα, που δε βρίσκεις ησυχία παρά όταν φύγουνε μοναχά, και τότε σκέφτεσαι πως δεν σ’ αφήσανε να σταυρώσεις λέξη. Θα πάει να ‘ξετάσει τα κανάτια των ανδρών ‘κει που θερίζουν. Και θα  κάνει φασαρία γιατί δε θα βρει μέσα τσιτσιμπύρα,  μα δεν περνάει απ’το χέρι μου. Η μάνα μου, και πριν από αυτήν η γιαγιά μου στέλνανε απ’την καλή μπύρα στους θεριστάδες. Κι άμα τους πόναγε κάτι, παίρνανε άλατα και ξερά φύλλα κάσσιας – έτσι κι εγώ κάνω καταπώς με μάθανε. Αλλά η κυρία Χέπγουωρθ θέλει να δίνω ζαχαρωτά αντίς για φάρμακα,  που είναι λέει πιο καλά μα εγώ δεν τα πιστεύω. Πρέπει να φύγω τώρα, όμως, δεσποινίς , αν και θα θελα να κάτσω να μιλήσουμε . Θα γυρίσω γρήγορα – δεν θ’ αργήσω.»
Όταν κατέβηκε κάτω η Μάργκαρετ, ο κύριος Μπελλ την περίμενε με φράουλες και κρέμα, μια φρατζόλα μαύρο ψωμί, και μια κανάτα γάλα - μαζί με τυρί από το Σίλτον και ένα μπουκάλι πορτό για δική του ευχαρίστηση – και μετά από αυατό το χωριάτικο γεύμα, βγήκαν να περπατήσουν.  Τα γνωστά μέρη τους προσκαλούσαν τριγύρω κι ήταν τόσα πολλά που δεν ήξεραν από πού να ξεκινήσουν.
«Να πάμε πρώτα από το πρεσβυτέριο;» ρώτησε ο κύριος Μπέλλ.
«Όχι, όχι ακόμα. Πάμε από εδώ και να κάνουμε τον κύκλο για να φτάσουμε εκεί.» απάντησε η Μάργκαρετ.
Κάποια γέρικα δέντρα είχαν κοπεί εδώ κι εκεί το προηγούμενο φθινόπωρο ή η ετοιμόρροπη   καλύβα  που είχαν φτιάξει πρόχειρα  κάποιοι ξενομπάτες   είχε εξαφανιστεί. Η Μάργκαρετ τα νοσταλγούσε και θρηνούσε για την απώλειά τους σαν να ήταν παλιοί φίλοι. Πέρασαν από το σημείο όπου εκείνη και ο κύριος Λέννοξ είχαν καθίσει για να ζωγραφίσουν. Ο λευκός, σημαδεμένος από αστροπελέκι κορμός της γέρικης οξιάς, στις ρίζες του οποίου είχαν ξεκουραστεί, δεν υπήρχε πια. Ο γέρος που έμενε στο ερηπωμένο καλύβι είχε πεθάνει. Το καλύβι είχε γκρεμιστεί και στη θέση του ήταν ένα καινούριο, περιποιημένο και καθαρό. Ένας κήπος είχε πάρει τη θέση της οξιάς.
«Δεν είχα καταλάβει πόσο μεγάλωσα.» είπε η Μάργκαρετ σπάζοντας τη σιωπή. Έπειτα στράφηκε και αναστέναξε.
«Μάλιστα!» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Είναι οι πρώτες αλλαγές στα οικεία πράγματα που κάθιστούν το χρόνο τόσο μυστηριώδη για τους νέους. Έπειτα χάνουμε αυτήν την αίσθηση του μυστηρίου. Θεωρώ τις αλλαγές που βλέπω  σε όλα τα πράγματα ως ένα είδος διάβασης. Είμαι εξοικειωμένος με την αβεβαιότητα στα ανθρώπινα – για εσένα είναι κάτι καινούριο και καταθλιπτικό.»
«Πάμε να δούμε την μικρή Σούζαν,» είπε η Μάργκαρετ τραβώντας τον σύντροφό την σε ένα  χορταριασμένο, ανηφορικό δρομάκι,  που έβγαζε σε ένα σκιερό ξέφωτο στο δάσος.
«Με όλη μου τη ν καρδιά μ’ όλο που δεν έχω ιδέα ποιά είναι η μικρή Σούζαν.  Αλλά αγαπώ όλες τις Σούζαν, απλά και μόνο χάρην του ονόματος.»
«Η μικρή μου Σούζαν απογοητεύτηκε όταν έφυγα χωρίς να την αποχαιρετήσω και το είχα βάρος στην συνείδησή μου ότι με λίγη παραπάνω προσπάθεια από μέρους μου δεν θα την είχα κάνει να πονέσει. Είναι όμως μακρύς ο δρόμος. Είστε σίγουρος πως δεν θα κουραστείτε;»
«Απολύτως. Αρκεί να μην περπατάς τόσο γρήγορα. Βλέπεις εδώ δεν υπάρχουν αξιοθέατα για προσφέρουν σε κάποιον δικαιολογία να σταθεί να πάρει μια ανάσα. Θα το θεωρούσες ρομαντικό να περπατάς με κάποιον που  «είν’ αναμμένος και λαχάνιασε» αν ήμουν ο Άμλετ της Δανίας. Λυπήσου τις αδυναμίες μου για χάρη του.»
«Θα περπατάω πιο αργά για δική σας χάρη. Σα συμπαθώ είκοσι φορές περισσότερο από τον Άμλετ.»
« Βάσει του αξιώματος ότι ένα;  ζωντανός γάιδαρος είναι προτιμότερος από  ένα ψόφιο λιοντάρι;»
«Ίσως. Δεν εξετάζω τα αισθήματά μου.»
«Δέχομαι ευχαρίστως τη συμπάθειά σου χωρίς να εξετάζω ενδελεχώς τις γενεσιουργές αιτίες της.  Αλλά θα πρέπει να βαδίζουμε με ταχύτητα σαλιγκαριού.»
«Πολύ καλά. Περπατήστε με το δικό σας ρυθμό κι εγώ θα σας ακολουθώ.  Ή σταματήστε και διαλογιστείτε όπως ο Άμλετ με τον οποίο αντιπαραβάλλεστε, αν περπατάω πολύ γρήγορα.»
«Ευχαριστώ. Όμως εφόσον η μητέρα μου δεν δολοφόνησε τον πατέρα μου για να παντρευτεί κατόπιν τον πατριό μου, δεν ξέρω πάνω σε τι να διαλογιστώ εκτός από το να σταθμίζω ποιες είναι οι πιθανότητες να απολαύσουμε ένα καλό δείπνο. Τι λες;»
«Είμαι αισιόδοξη. Είχε άριστη φήμη σαν μαγείρισσα εδώ στο Χέλστοουν.»
«Ναι, αλλά μήπως όλη αυτή η φασαρία τώρα  με το θερισμό της αποσπά την προσοχή;»
Η Μάργκαρετ συναισθανόταν την καλοσύνη του κυρίου Μπέλλ που έκανε όλη αυτή την ανάλαφρη συζήτηση  για πράγματα επουσιώδη, θέλοντας να την προφυλάξει από την επώδυνη νοσταλγία του παρελθόντος. Εκείνη όμως θα ήθελε να κάνει αυτόν  τον περίπατο στα αγαπημένα μέρη  σιωπηλά, ακόμα κι αν δεν ήταν τόσο αγνώμων ώστε να  εύχεται να είναι μόνη της.
Έφτασαν στο καλύβι όπου ζούσε η χήρα  μητέρα της Σούζαν. Η Σούζαν έλειπε. Ήταν στο σχολείο της ενορίας. Η Μάργκαρετ φάνηκε να απογοητεύεται και η φτωχή γυναίκα βλέποντάς την προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
«Ω, δεν πειράζει» είπε η Μάργκαρετ. «Χαίρομαι πολύ που το μαθαίνω. Θα έπρεπε να το είχα σκεφτεί. Αλλά ήξερα ότι συνήθως έμενε στο σπίτι μαζί σου.»
« Ναι, έτσι έκανε. Και μου λείπει πολύ. Τις νύχτες, της μάθαινα ‘κείνα τα λίγα που ήξερα. Δεν ήταν και πολλά, αυτό να λέγεται. Και ήταν τόσο προκομμένο παιδί που μου λείπει να την έχω εδώ. Μα τώρα μ’ έχει ξεπεράσει πολύ στα γράμματα.» Και η μητέρα αναστέναξε.
« Έχω πέρα για πέρα άδικο,» μουρμούρισε ο κύριος Μπέλλ. «Μη δίνεις σημασία στα λόγια μου. Είμαι εκατό χρόνια πίσω από τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά είμαι της άποψης ότι το παιδί έπαιρνε μια καλύτερη, απλούστερη και πιο  φυσιολογική εκπαίδευση μένοντας στο σπίτι, βοηθώντας τη μητέρα της και διαβάζοντας το βράδυ δίπλα της κάποιο κεφάλαιο από την Καινή Διαθήκη, παρά σε όλα τα σχολεία του κόσμου.»
Η Μάργκαρετ δεν του απάντησε, μη θέλοντας να τον ενθαρρύνει στο να συνεχίσει τη συζήτηση ενώπιον της μητέρας. Έτσι στράφηκε και τη ρώτησε.
«Πώς είναι η κυρά Μπέττυ Μπέρνς;»
«Δεν ξέρω» της απάντησε μάλλον απότομα. «Δεν τα ’χουμε καλά.»
«Γιατί ;» ρώτησε η Μάργκαρετ που παλιά ήταν η ειρηνοποιός του χωριού.
«Μου ’κλεψε τη γάτα.»
«Ήξερε πως ήταν δική σου;»
«Δεν ξέρω. Μάλλον όχι.»
« Δεν θα μπορούσες να της πεις ότι είναι δική σου και να την πάρεις πίσω;»
«Όχι! Γιατί την έκαψε!»
«Την έκαψε;» αναφώνησαν εν χορώ η Μάργκαρετ και ο κύριος Μπέλλ.
«Την έκαμε ψητή!» επεξήγησε η γυναίκα.
Δεν έδωσε άλλες εξηγήσεις. Ρωτώντας η Μάργκαρετ, της εκμαίευσε τα τρομερά γεγονότα. Η Μπέττυ Μπέρνς αφού ξεγελάστηκε από μια γύφτισσα μάντισσα και της έδωσε τα Κυριακάτικα ρούχα του άντρα της με την υπόσχεση ότι θα τα ξανάπαιρνε πίσω το Σάββατο το βράδυ, πριν ο κύριος Μπέρνς καταλάβει ότι λείπουν, βλέποντας ότι τα ρούχα δεν επιστρέφονταν και φοβούμενη τα αποτελέσματα του θυμού του, υπέκυψε στις βάρβαρες δεισιδαιμονίες της επαρχίας. Σύμφωνα με αυτές, οι αγωνιώδεις κραυγές μιας γάτας που την έβραζαν ή την έκαιγαν ζωντανή, θα εξανάγκαζαν τις δυνάμεις του σκότους να πραγματοποιήσουν  την επιθυμία του θύτη, ο οποίος είχε καταφύγει σε εκείνο το ξόρκι.
Η καημένη η γυναίκα προφανώς πίστευε ότι το ξόρκι θα είχε αποτέλεσμα. Η μόνη της έγνοια ήταν ότι από όλες τις γάτες, η δική της είχε επιλεχθεί για να θυσιαστεί. Η Μάργκαρετ άκουγε περίτρομη. Πάσχιζε μάταια να την διαφωτίσει αλλά αναγκάστηκε να τα παρατήσει απελπισμένη. Βαθμηδόν κατάφερε να την κάνει να αποδεχτεί κάποια γεγονότα, όμως στο τέλος η γυναίκα σαστισμένη ξαναγύρισε στον πρώτο της ισχυρισμό  ότι δηλαδή « ήταν πολύ σκληρό στ’ αλήθεια, και η ίδια δεν θα το ‘κανε ποτέ της, μα ήταν ένα κι ένα για να δώσει σε κάποιον αυτό που επιθυμούσε, έτσι το ΄χε μαθημένο σ’ όλα της τα χρόνια, αλλά μα την αλήθεια ήταν βάρβαρο.»


Η  Μάργκαρετ παραιτήθηκε απ’την προσπάθεια και έφυγε με την καρδιά γεμάτη απόγνωση.
«Καλοσύνη σου που δεν θριαμβολογείς εις βάρος μου» είπε ο κύριος Μπέλλ.
«Πώς ; Τι εννοείτε;»
«Αναγνωρίζω ότι έκανα λάθος σχετικά με την εκπαίδευση. Ο,τιδήποτε άλλο είναι προτιμότερο από το να μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε αυτές τις παγανιστικές πρακτικές.»
«Ω, θυμήθηκα ! Η καημένη η μικρούλα Σούζαν! Πρέπει να πάω να τη δω. Θα σας πείραζε να κάναμε μια επίσκεψη στο σχολείο;»
«Καθόλου. Είμαι περίεργος να δω ένα κομμάτι της εκπαίδευσης που θα λάβει.»
Δεν μίλησαν άλλο, αλλά συνέχισαν το δρόμο τους μέσα από δασωμένα λαγκάδια, που  μ’όλες τις χάρες και  τις πρασινάδες τους δεν μπόρεσαν να διώξουν το σοκ και τον πόνο που προκάλεσε  στην καρδιά της Μάργκαρετ εκείνη η  απάνθρωπη αφήγηση.  Μια αφήγηση που φανέρωνε έλλειψη φαντασίας και συμπόνοιας για το μαρτύριο του ζώου.
Καθώς έβγαιναν από το δάσος και κατευθύνονταν προς την ανοιχτωσιά έξω από το χωριό, όπου βρισκόταν το σχολείο, ένα μουρμουρητό από φωνές σαν βουητό από ανθρώπινο μελίσσι τους υποδέχθηκε. Η πόρτα ήταν ορθάνοικτη, έτσι μπήκαν μέσα. Μία αεικίνητη κυρία ντυμένη στα μαύρα που έμοιαζε να βρίσκεται σε όλα τα μέρη ταυτοχρόνως, τους αντιλήφθηκε και τους καλωσόρισε με έναν αέρα οικοδέσποινας, έτσι όπως συνήθιζε και η μητέρα της – μόνο σε τόνο πιο ήπιο και χαλαρό- να υποδέχεται τους επισκέπτες που σε σπάνιες περιπτώσεις  έρχονταν να εποπτεύσουν το σχολείο. Κατάλαβε αμέσως ότι ήταν η σύζυγος του τωρινού ιερέα, εκείνη που πήρε τη θέση της μητέρας της και ήθελε – αν γινόταν – να αποφύγει την συνάντηση. Όμως την επόμενη στιγμή, ξεπέρασε αυτό το συναίσθημα και προχώρησε με σεμνότητα ενώ γύρω της πολλά μάτια άστραφταν αναγνωρίζοντάς την και  από πνιχτές φωνές  άκουγε ένα μουρμουρητό : «Είναι η δεσποινίδα Χέηλ.»
Η σύζυγος του ιερέα άκουσε το όνομα, και αμέσως η συμπεριφορά της έγινε πιο ευγενική. Η Μάργκαρετ ένοιωσε ότι ο τρόπος της άλλης κυρίας έγινε πιο προστατευτικός-  και μακάρι να μην το είχε καταλάβει. Η κυρία, έτεινε το χέρι της προς τον κύριο Μπέλλ, λέγοντας: « Ο πατέρας σας, υποθέτω, δεσποινίς Χέηλ. Διακρίνω την ομοιότητα μεταξύ σας. Είμαι ευτυχής που σας γνωρίζω, κύριε, και σίγουρα το ίδιο θα χαρεί και ο Αιδεσιμότατος.»
Η Μάργκαρετ εξήγησε ότι δεν ήταν ο πατέρας της, και κομπιάζοντας της ανέφερε ότι εκείνος είχε πεθάνει, ενώ ταυτοχρόνως αναλογιζόταν πώς θα ήταν δυνατόν ο πατέρας της να είχε αντέξει μια επίσκεψη στο Χέλστοουν αν όντως ήταν έτσι όπως νόμισε η σύζυγος του Αιδεσιμότατου. Δεν άκουσε τι της είπε η κυρία Χέπγουωρθ και άφησε τον κύριο Μπέλλ να δώσει την απάντηση, ενώ ταυτόχρονα κυττούσε ολόγυρα για γνώριμα πρόσωπα.
«Α, βλέπω ότι θα θέλατε να αναλάβετε μία τάξη, δεσποινίς. Το ξέρω γιατί κι εγώ έτσι είμαι. Η πρώτη τάξη να σηκωθεί, παρακαλώ,  για μάθημα συντακτικής ανάλυσης με την δεσποινίδα Χέηλ.»


Η δυστυχής Μάργκαρετ, της οποίας η επίσκεψη είχε χαρακτήρα μόνον συναισθηματικό και σε καμμιά περίπτωση  εποπτικό, ένοιωσε ότι δεν είχε διαφυγή. Όμως αφού αυτό  είχε σαν αποτέλεσμα την επαφή με τα φιλικά προσωπάκια, τα τόσο γνώριμα κάποτε, που τα περισσότερα είχαν λάβει το βάπτισμα από τον πατέρα της, κάθισε σε μια θέση  και απορροφήθηκε με το να ιχνηλατεί  τις αλλαγές στα χαρακτηριστικά των κοριτσιών, και κρατώντας για μερικά λεπτά το χεράκι της Σούζαν, χωρίς να το προσέξει κανείς. Στο μεταξύ, η πρώτη τάξη έψαχνε τα βιβλία της ενώ η σύζυγος του Αιδεσιμότατου είχε πλησιάσει, όσο ήταν επιτρεπτό για μια κυρία, και μονοπωλούσε το ενδιαφέρον του κυρίου Μπέλλ, αναλύοντάς του το Φωνητικό Σύστημα και παραθέτοντάς την συζήτηση που είχε κάνει επ’ αυτού με τον Επιθεωρητή.
Όπως ήταν σκυμμένη και απορροφημένη  η Μάργκαρετ πάνω από το βιβλίο, και καθώς το μουρμουρητό των παιδιών  έφτανε στ’ αυτιά της, η σκέψη της γύρισε στις παλιές εποχές και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα, όταν ξαφνικά έγινε μια παύση – κάποιο από τα κορίτσια είχε σκοντάψει πάνω στην φαινομενικά απλή λέξη «ένας», και δεν ήξερε πώς να την χαρακτηρίσει συντακτικά.
«Ένας – αόριστο άρθρο», είπε ήσυχα η Μάργκαρετ.
«Με συγχωρείτε,» είπε η σύζυγος του Αιδεσιμότατου που είχε μάτια και αυτιά παντού « αλλά ο κύριος Μίλσαμ μας δίδαξε να χαρακτηρίζουμε συντακτικά το ‘ένας’ ως  - ποιος θα μας πει;»
«Απόλυτο αριθμητικό επίθετο» απάντησαν ομοφώνως πέντε- έξι κορίτσια. Η Μάργκαρετ ξανακάθισε αμήχανη. Τα παιδιά  γνώριζαν περισσότερα από εκείνη. Ο κύριος Μπέλλ στράφηκε από την άλλη μεριά και χαμογέλασε.
Η Μάργκαρετ δεν ξαναμίλησε κατά τη διάρκεια του μαθήματος. Όταν όμως τελείωσε το μάθημα, σηκώθηκε ήσυχα και πλησίασε μερικές μαθήτριες που τις ξεχώριζε από παλιά και μίλησε για λίγο μαζί τους.


. ................................................................................................................................................

Είχαν επέλθει παντού αλλαγές ˙ αμυδρές αλλά έμοιαζαν να διαπερνούν τα πάντα. Τα σπιτικά δεν ήταν πια τα  ίδια είτε από απουσία ή θάνατο ή γάμο είτε από τις φυσικές αλλαγές που επέφερε ο χρόνος καθώς περνούσαν οι μέρες και τα χρόνια που μας φέρνουν ανεπαίσθητα  από την  παιδική ηλικία στην νεότητα και από κει στην ενηλικίωση και στα γηρατειά, απ’ όπου καταλήγουμε σαν φρούτο στην πλήρη ωριμότητά του  μέσα στην ήσυχη αγκαλιά της μητέρας γης. Τα γνώριμα μέρη είχαν αλλάξει – εδώ ένα δέντρο κομμένο, εκεί ένας κλώνος, άφηναν να περάσει ο ήλιος εκεί που πρωτύτερα δεν υπήρχε φως - ένας δρόμος  είχε αποψιλωθεί και στενέψει, ενώ στο πλάι του ασφυκτιούσε  το πράσινο μονοπάτι περίκλειστο και παραδομένο στην καλλιέργεια. Σπουδαία βελτίωση το θεωρούσαν ˙ αλλά  η Μάργκαρετ αναστέναζε για την αλλοτινή γραφικότητα, το παλιό σύθαμπο, και τα χλοερά δρομάκια του παρελθόντος.
Καθόταν στο μικρό καναπέ δίπλα στο παράθυρο, κυττάζοντας περίλυπη έξω τη σκοτεινιά της νύχτας που πλησίαζε και που εναρμονιζόταν με τη συλλογισμένη της όψη. Ο κύριος Μπέλλ κοιμόταν μακαρίως  μετά από την ασυνήθιστη για εκείνον  καταπόνηση  του πρωινού. Επιτέλους, ξύπνησε με την είσοδο του δίσκου με το τσάι που τον έφερνε μια αναψοκοκκινισμένη χωριατοπούλα,  η οποία προφανώς  εκείνη την ημέρα είχε εμπλουτίσει την συνηθισμένη της ασχολία ως σερβιτόρα, βοηθώντας στο θερισμό.
«Ορίστε ; Ποιος είναι εκεί ; Πού βρισκόμαστε;  Ποια είναι  αυτή η  - Μάργκαρετ ; Α, τώρα θυμάμαι. Δεν μπορούσα να φανταστώ ποια γυναίκα καθόταν  εκεί, έτσι περίλυπη με τα χέρια πλεγμένα στα γόνατά της, κυττάζοντας ίσια μπροστά. Τι έβλεπες;» ρώτησε ο κύριο Μπέλλ. Πλησίασε στο παράθυρο και στάθηκε πίσω της.
«Τίποτα.» απάντησε εκείνη καθώς σηκώθηκε και προσπάθησε να δώσει στη φωνή της όσο πιο εύθυμο τόνο μπορούσε μέσα σε μια στιγμή.
« Πώς τίποτα; Ένα ζοφερό σκηνικό από δέντρα,  μερικά απλωμένα ασπρόρουχα στο φράχτη  με τις βατομουριές και ένα γερό ρεύμα υγρασίας. Κλείσε το παράθυρο και έλα μέσα να ετοιμάσεις λίγο τσάι.»
Η Μάργκαρετ έμεινε σιωπηλή για λίγο. Έπαζε με το κουταλάκι του τσαγιού χωρίς  να προσέχει τι έλεγε ο κύριος Μπέλλ. Της εναντιωνόταν, κι όμως εκείνη χαμογελούσε σαν να συμφωνούσε μαζί της. Έπειτα αναστέναξε, άφησε κάτω το κουταλάκι και άρχισε να μιλά  χωρίς καμμιά αφορμή, με εκείνον το υψηλό τόνο στη φωνή που συνήθως δείχνει  ότι ο ομιλών στριφογύριζε για ώρα στο μυαλό του το θέμα για το οποίο σκόπευε να μιλήσει.
« Κύριε Μπέλλ, θυμάστε που μιλούσαμε για τον Φρέντερικ χθες το βράδυ;»
«Χθες το βράδυ. Πού ήμουν; Α, θυμήθηκα! Μα, μου φαίνεται σαν να έχει περάσει μια εβδομάδα. Ναι, βέβαια. Θυμάμαι που μιλούσαμε γι αυτόν – τον καημένο!»
«Μάλιστα – και θυμάστε ότι ο κύριος Λέννοξ είπε πως βρισκόταν στην Αγγλία τότε που πέθανε η αγαπημένη μας μητέρα;» ρώτησε η Μάργκαρετ πιο χαμηλόφωνα απ’ όσο συνήθως.
«Θυμάμαι. Δεν το είχα υπ’ όψιν μου.»
«Και πως νόμιζα – πάντα πίστευα ότι ο πατέρας θα σας το είχε πει.»
«Όχι –δεν το έκανε. Τι θέλεις να μου πεις σχετικά με αυτό, Μάργκαρετ;»
«Θα ήθελα να σας πω για κάτι πολύ άσχημο που έκανα εκείνον τον καιρό,» είπε η Μάργκαρετ στρέφοντας πάνω του το καθαρό, έντιμο βλέμμα της.
«Είπα ένα ψέμα!» πρόσθεσε και κοκκίνησε.
«Πράγματι, αυτό είναι άσχημο, το παραδέχομαι. Όχι ότι δεν έχω πει κι εγώ αρκετά  στη ζωή μου, αν όχι ακριβώς με λόγια  όπως φαντάζομαι  εσύ, τουλάχιστον με πράξεις ή με άθλιους, περιφραστικούς τρόπους, κάνοντας τους ανθρώπους είτε να μην πιστέψουν την αλήθεια, είτε να πιστέψουν ένα ψέμα. Ξέρεις ποιο είναι το μεγαλύτερο ψέμα απ’ όλα, Μάργκαρετ ;  Ε, λοιπόν, πολλοί  άνθρωποι θεωρώντας τους εαυτούς τους ανώτερους από τους υπόλοιπους, έχουν περίεργη σχέση με το ψέμα, με ψεύτικους γάμους και συγγενικούς δεσμούς.  Το ψέμα έχει μιάνει το αίμα όλων μας. Θεωρούσα ότι εσύ όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχες σχέση με αυτό. Μα, τι ; Κλαίς, παιδί μου; Όχι, δεν θα μιλήσουμε γι αυτό αν έχει τέτοια κατάληξη. Θα τολμήσω να πω ότι λυπάσαι γι αυτό, και πως δεν θα το επαναλάβεις, ότι  έγινε πριν από πολύ καιρό και κοντολογίς, θέλω να σε δω  πολύ χαρούμενη και καθόλου λυπημένη απόψε.»
Η Μάργκαρετ σκούπισε τα μάτια της και προσπάθησε να μιλήσει για κάτι άλλο, μα ξαφνικά ξέσπασε εκ νέου.
«Σας παρακαλώ, κύριε Μπέλλ, αφήστε με να σας μιλήσω για αυτό, ίσως μπορέσετε να με βοηθήσετε λίγο. Όχι ακριβώς να με βοηθήσετε, αλλά αν μάθετε την αλήθεια, θα μπορέσετε ίσως να με βοηθήσετε να δικαιωθώ- ή  κάπως έτσι, τέλος πάντων.» είπε απελπισμένη που δεν μπορούσε να βρει ακριβώς τα λόγια για να εκφραστεί όπως ήθελε.


Η στάση του κυρίου Μπέλλ άλλαξε. «Μίλησέ μου, γι αυτό, παιδί μου,» είπε.
«Είναι μεγάλη ιστορία, αλλά όταν ήρθε ο Φρέντ, η μαμά ήταν πολύ άρρωστη και είχα τρελλαθεί  από την αγωνία και το φόβο ότι ίσως τον έβαζα  σε κίνδυνο, και όταν η μαμά πέθανε, μας ειδοποίησε η Ντίξον ότι συνάντησε κάποιον στο Μίλτον, έναν που τον έλεγαν Λέοναρντς, ο οποίος γνώριζε τον Φρέντ και που φαίνεται πως τον είχε άχτι από παλιά ή εν πάσει περιπτώσει τον δελέασε η αμοιβή για την σύλληψή του ˙ και μετά από  αυτήν την απειλή θεώρησα καλό ότι θα  έπρεπε να βιαστεί να φύγει ο Φρέντ για το Λονδίνο,  όπου – καθώς θα καταλάβατε από την συζήτησή μας τις προάλλες – επρόκειτο να συμβουλευτεί τον κύριο Λέννοξ ως προς τις πιθανότητες που είχε σε μια δίκη.  Έτσι, πήγαμε – εκείνος κι εγώ, δηλαδή- στο σταθμό του τρένου. Ήταν απόγευμα, μόλις είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει αλλά είχε ακόμα αρκετό φως για να μπορεί κανείς να αναγνωρίσει κάποιον ή να τον αναγνωρίσουν. Είχαμε πάει πιο νωρίς έτσι βγήκαμε να περπατήσουμε σε ένα πλάτωμα εκεί δίπλα. Με κατείχε συνέχεια πανικός για τον Λέοναρντς που ήξερα ότι βρισκόταν εκεί κοντά και τότε, ενώ βρισκόμασταν στο πλάτωμα και οι ακτίνες του ήλιου που έδυε έπεφταν κόκκινες στο πρόσωπό μου,  πλησίασε κάποιος έφιππος στο δρόμο δίπλα μας. Τον είδα να με κυττάζει, αλλά στην αρχή δεν τον γνώρισα γιατί  έπεφτε ο ήλιος στα μάτια μου, όμως αμέσως μετά το βλέμμα μου ξεθάμπωσε και είδα πως ήταν ο κύριος Θόρντον και χαιρετηθήκαμε με υπόκλιση…»
«Και φυσικά, είδε και τον Φρέντερικ,» είπε ο κύριος Μπέλλ, θέλοντας να την βοηθήσει να συνεχίσει την ιστορία, καθώς νόμιζε.
«Ναι, και μετά, στο σταθμό  εμφανίστηκε ένας άνδρας – τρεκλίζοντας και παραπατώντας απ’ το μεθύσι- και προσπάθησε να πιάσει τον Φρέντ από τον λαιμό. Καθώς ο Φρέντ τον απώθησε παλεύοντας , εκείνος χάνοντας την ισορροπία του  έπεσε κάτω από την αποβάθρα. Δεν ήταν από μεγάλο ύψος – ούτε 3 πόδια. Αλλά, αχ, κύριε Μπέλλ, κατά κάποιο τρόπο αυτή η πτώση τον σκότωσε!»
« Τι μπέρδεμα! Ήταν αυτός ο Λέοναρντς, υποθέτω. Και πώς ξέφυγε ο Φρέντ;»
«Ω, έφυγε αμέσως μετά την πτώση, που εξάλλου δεν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι του προκάλεσε ζημιά του φουκαρά, φαινόταν τόσο ασήμαντο χτύπημα.»
«Ώστε, λοιπόν  δεν πέθανε αμέσως;»



« Όχι. Πέθανε μετά από δύο ή τρεις ημέρες.  Και τότε – ω, κύριε Μπέλλ, αυτό είναι το χειρότερο κομμάτι της ιστορίας,» είπε σμίγοντας  νευρικά τα δάχτυλά της. «Ένας αστυνομικός ήρθε και με κατηγόρησε ότι ήμουν η συνοδός του νεαρού ο οποίος προκάλεσε με χτύπημα ή σπρώξιμο, το θάνατο του Λέοναρντς. Ξέρετε, αυτή η κατηγορία ήταν ψεύτικη, αλλά δεν γνωρίζαμε τότε ότι ο Φρέντερικ είχε σαλπάρει. Νομίζαμε  ότι ήταν ακόμα στο Λονδίνο και πως θα μπορούσαν να τον συλλάβουν με αυτή την ψεύτικη κατηγορία και να αποκαλυφθεί ότι η ταυτότητά του, ότι δηλαδή είναι ο υποπλοίαρχος Χέηλ που κατηγορείται για ανταρσία. Θα μπορούσαν να τον εκτελέσουν. Όλα αυτά πέρασαν αστραπιαία από το μυαλό μου και είπα πως δεν ήμουν εγώ. Δεν ήμουν εγώ στο σταθμό του τραίνου εκείνο το βράδυ. Δεν ήξερα τίποτα. Δεν σκεφτόμουν τίποτα άλλο παρά πώς να σώσω τον Φρέντερικ.»
«Φρονώ πως έπραξες σωστά. Θα είχα κάνει το ίδιο. Λησμόνησες τον εαυτό σου υπέρ κάποιου άλλου. Ελπίζω να είχα κάνει το ίδιο κι εγώ.»
«Όχι, δεν θα το είχατε κάνει. Ήταν λάθος, έλλειψη υπακοής και πίστης. Εκείνη την ώρα ο Φρέντερικ βρισκόταν εκτός Αγγλίας, σώος και αβλαβής, και ήμουν τόσο τυφλή ώστε δεν σκέφτηκα ότι  υπήρχε και ένας άλλος αυτόπτης μάρτυρας  που μπορούσε να καταθέσει για την παρουσία μου εκεί.»
«Ποιος ;»
«Ο κύριος Θόρντον. Θυμάστε ότι με είχε δει κοντά στο σταθμό, Είχαμε χαιρετηθεί.»
« Ωστόσο, δεν θα γνώριζε τίποτα για τον καυγά που ακολούθησε, για το θάνατο εκείνου του φουκαρά του μεθύστακα. Υποθέτω πως οι έρευνες δεν έδειξαν τίποτα.»
« Όχι. Οι διαδικασίες  που είχαν ξεκινήσει  για την ανάκριση, σταμάτησαν. Ο κύριος Θόρντον τα γνώριζε όλα. Ήταν ο ειρηνοδίκης  και ανακάλυψε ότι η αιτία θανάτου δεν ήταν η πτώση. Όμως αυτό έγινε αφού έμαθε τι είχα καταθέσει εγώ. Αχ, κύριε Μπέλλ!» Ξαφνικά, σκέπασε το πρόσωπό της με τα χέρια της σαν να ήθελε να κρυφτεί από τις αναμνήσεις.
« Είχες την ευκαιρία να του δώσεις κάποιες εξηγήσεις ;  Του είπες ανάφερες ποτέ το ισχυρό, ενστικτώδες κίνητρο ;»
«Την ενστικτώδη έλλειψη πίστης και την προσκόλληση στην αμαρτία για να σώσω τον εαυτό μου» είπε πικρά. « Όχι! Πώς θα μπορούσα; Δεν ήξερε τίποτα για τον Φρέντερικ. Για να αποκαταστήσω τον εαυτό μου στα μάτια του, θα έπρεπε να του αποκαλύψω τα οικογενειακά μας μυστικά, συμπεριλαμβάνοντας, κατά τα φαινόμενα και τις ελπίδες που είχε ο Φρέντερικ για πλήρη εξιλέωση; Τα τελευταία λόγια που μου είπε ο Φρέντερικ,  ήταν να με εξορκίσει να κρατήσω την επίσκεψή του μυστική σε όλους. Είδατε, ο πατέρας δεν το είπε ποτέ ακόμα και σ’ εσάς. Όχι! Μπορούσα να αντέξω την καταισχύνη- τουλάχιστον έτσι νόμιζα. Και το κατάφερα. Ο κύριος Θόρντον δεν έτρεφε πλέον κανέναν σεβασμό για μένα από εκείνη την ημέρα και ύστερα.»
« Είμαι σίγουρος πως σε υπολήπτεται.» είπε ο κύριος Μπελλ. «Σίγουρα μέτρησε λιγάκι ότι…..αλλά μιλά πάντα για σένα με σεβασμό και εκτίμηση, αν και τώρα καταλαβαίνω κάποια επιφυλακτικότητα  που είχε στον τρόπο του.»
Η Μάργκαρετ δεν αποκρίθηκε. Δεν φαινόταν να προσέχει τι είπε ο κύριος Μπέλλ από εκεί και ύστερα. Μετά από λίγη ώρα μίλησε ξανά.
«Θα μου πείτε τι εννοείτε  λέγοντας  ότι είχε επιφυλαξεις όσον αφορά το πρόσωπό μου;»
«Ω, απλούστατα με εκνεύρισε γιατί δεν συμμετείχε στους επαίνους που σου επιδαψίλευα. Σα γερο- ηλίθιος πιστεύω ότι όλοι έχουν την ίδια άποψη με εμένα, και εκείνος προφανώς δεν συμφωνούσε μαζί μου. Τότε, μου είχε φανεί παράξενο. Αλλά κι αυτός πρέπει να ήταν μπερδεμένος αν δεν έλαβε ποτέ εξηγήσεις για αυτή την υπόθεση. Εν πρώτοις το ότι περπατούσες με έναν νεαρό μες στο σκοτάδι…..»
«Μα, ήταν ο αδελφός μου!» είπε  η Μάργκαρετ έκπληκτη.
«Σωστά. Αλλά πώς θα μπορούσε να το γνωρίζει;»
«Δεν ξέρω. Δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό κάτι τέτοιο, είπε κοκκινίζοντας και φάνηκε ότι ένοιωσε πληγωμένη και προσβεβλημένη.
«Και ίσως δεν θα το μάθαινε ποτέ, αλλά το ψέμα – το οποίο κάτω από τις δεδομένες συνθήκες θεωρώ ότι ήταν επιβεβλημένο.»
« Δεν ήταν. Τώρα το ξέρω. Και μετανοιώνω πικρά.»
Σιώπησαν για αρκετή ώρα. Η Μάργκαρετ ήταν η πρώτη που μίλησε.
« Δεν υπάρχει περίπτωση να συναντήσω  τον κύριο Θόρντον ποτέ ξανά»  - κι εκεί ο λόγος της κόπηκε.
«Θα έλεγα ότι υπάρχουν και πράγματα περισσότερο απίθανα», απάντησε ο κύριος Μπέλλ.
..............................................................................................................................................................

Αλλά η Μάργκαρετ δεν χαμογέλασε. Μόλις που άκουγε τι έλεγε ο κύριος Μπέλλ. Στο νου της στριφογύριζε η σκέψη  που και πριν την παίδευε αλλά τώρα είχε γίνει πεποίθηση, ότι δηλαδή  ο κύριος Θόρντον δεν είχε πλέον την καλή γνώμη που είχε γι αυτήν, ότι τον είχε απογοητεύσει.
Ένοιωθε ότι καμμιά  εξήγηση δεν θα μπορούσε να την αποκαταστήσει -  όχι στην αγάπη του, γιατί είχε αποφασίσει ότι από μέρους της δεν θα ξαναγυρνούσε σε εκείνο το σημείο, και ήταν σταθερή στην απόφασή της – αλλά στον σεβασμό και στην υψηλή εκτίμηση που ήλπιζε ότι θα κέρδιζε κάποτε από αυτόν, κάτω από το πρίσμα των όμορφων στίχων του Τζέραλντ Γκρίφιν :
 «Να στρέφεις προς τα πίσω να κυττάξεις
  όταν  ακούς να λένε τ’ όνομά μου.»
Όσο τα σκεφτόταν αυτά μετά βίας  συγκρατούσε το λυγμό της. Προσπάθησε να παρηγορηθεί με την ιδέα ότι αυτό που πίστευε ο ίδιος για εκείνη, δεν άλλαζε το τι όντως ήταν η ίδια. Όμως ήταν μια κοινοτυπία, μια ψευδαίσθηση που λύγιζε κάτω από το βάρος της μεταμέλειάς της. Είχε τόσες ερωτήσεις που ήταν έτοιμη  να θέσει στον κύριο Μπέλλ αλλά δεν τόλμησε να ξεστομίσει καμμία. Ο κύριος Μπέλλ θεώρησε ότι ήταν κουρασμένη, και την έστειλε νωρίς στο δωμάτιό της, όπου εκείνη έμεινε καθισμένη για πολλές ώρες δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο, κυττάζοντας έξω στο βιολετί στερέωμα,  τα αστέρια να ανατέλλουν να λάμπουν και να χάνονται πίσω από τα ψηλά, σκιερά δέντρα, πριν  πέσει επιτέλους στο κρεββάτι.  Για ολόκληρη τη νύχτα, επίσης, ένα μικρό φως έλαμπε πάνω στη γη: ένα κερί στην παλιά της κάμαρα, που εκτελούσε χρέη παιδικού δωματίου για τους τωρινούς ενοίκους του πρεσβυτερίου, μέχρι να κτίσουν το καινούριο.
Μια αίσθηση αλλαγής, προσωπικής κενότητας, σύγχυσης και απογοήτευσης κατέκλυσε την Μάργκαρετ. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο ˙και αυτή η αμυδρή αβεβαιότητα που διαπερνούσε τα πάντα, της προκαλούσε μεγαλύτερο πόνο απ’ ότι αν είχε δει τα πάντα εντελώς αλλαγμένα, τόσο,  ώστε να δυσκολευόταν να τα αναγνωρίσει.
«Τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω πώς μοιάζει ο  παράδεισος  - και, ω! το μεγαλείο και η λύτρωση των λόγων –‘Ίδια σήμερα, όπως χθες κι όπως για πάντα’. Σύ εί ο Θεός.’Αιώνια. ‘Εις τους αιώνας των αιώνων, ότι συ ει ο Θεός.’ Αυτός ο ουρανός επάνω μου, μοιάζει σαν να μην γίνεται  να αλλάξει, κι όμως θα αλλάξει. Είμαι κουρασμένη- τόσο κουρασμένη σαν να με χτύπησε και να μ’ έσυρε ανεμοστρόβιλος  σ’ όλες αυτές τις φάσεις της ζωής μου, έτσι που  τίποτα ούτε πλάσμα ούτε τόπος δεν μπόρεσε να σταθεί πλάι μου ˙ είναι σαν τον κύκλο στον οποίο οι βασανισμένες  ψυχές που υπήρξαν θύματα των γήινων παθών περιδινίζονται αιώνια. Βρίσκομαι σε τέτοια ψυχική κατάσταση, που αν ανήκα σε άλλο δόγμα, θα ντυνόμουν  το μοναστικό σχήμα.  Ψάχνω  ουράνια σταθερότητα στην μονοτονία της γης. Αν ήμουν Καθολική, και μπορούσα να νεκρώσω την καρδιά μου, να την ρίξω κάτω μ’ ένα δυνατό χτύπημα, ίσως να γινόμουν μοναχή. Αλλά θα πρέπει να παραμείνω ανάμεσα στους ανθρώπους, όχι  τους ανθρώπους εν γένει  γιατί η αγάπη για το ανθρώπινο είδος δεν μπορεί ποτέ να γεμίσει την καρδιά μου τόσο ώστε να μην υπάρχει χώρος για να αγαπώ κάποιους ξέχωρα. Ίσως να πρέπει να γίνει έτσι, ίσως κι όχι ˙δεν μπορώ να αποφασίσω απόψε.»
Με βαριά καρδιά πήγε στο κρεβάτι, με βαριά καρδιά σηκώθηκε σε τέσσερις ή πέντε ώρες. Αλλά μαζί με το πρωινό ήρθε και η ελπίδα και μια πιο φωτεινή όψη των πραγμάτων.
«Στο κάτω κάτω, έτσι είναι το σωστό.» είπε την ώρα που ντυνόταν,  ακούγοντας τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν. «Αν ο κόσμος έμενε ακίνητος, θα οπισθοδρομούσε στη διαφθορά, αν δεν είναι Ιρλανδέζικο χαρακτηριστικό. Κυττάζοντας πέρα από τον εαυτό μου και την δική μου οδυνηρή αίσθηση για την αλλαγή, η πρόοδος όλων των πραγμάτων γύρω μου είναι σωστή και απαραίτητη. Δεν πρέπει να σκέφτομαι τόσο πολύ το πώς οι περιστάσεις επηρεάζουν εμένα την ίδια, αλλά πώς επηρεάζουν τους άλλους, αν θέλω να η κρίση μου να είναι σωστή και η καρδιά μου γεμάτη ελπίδα και αλήθεια.» Και μ’ ένα χαμόγελο να τρεμοπαίζει στα μάτια της, έτοιμο να κατέβει στα χείλη της, προχώρησε στο σαλόνι  και  χαιρέτησε τον κύριο Μπέλλ.
« Α, κοπελιά ! Ξαγρύπνησες τη νύχτα γι αυτό άργησες να ξυπνήσεις. Λοιπόν, σου έχω νέα. Τι λες για μια πρόσκληση σε δείπνο;  Είχαμε μια πρωινή επίσκεψη. Στην κυριολεξία πρωί πρωί με τη δροσιά, είχα ήδη τον Αιδεσιμότατο, εδώ καθ’ οδόν για το σχολείο. Δεν ξέρω κατά πόσον αυτή η σπουδή οφείλεται στην επιθυμία να δώσει στην οικοδέσποινά μας  διάλεξη εναντίον του αλκοολισμού, επ’ωφελεία των θεριστών. Τον βρήκα όμως εδώ μόλις κατέβηκα, λίγο πριν τις εννιά, και μας προσκάλεσε για δείπνο στην οικία του, απόψε.»
«Όμως, η Ήντιθ θα με περιμένει να γυρίσω- δεν μπορώ να δεχτώ την πρόσκληση,» είπε η Μάργκαρετ, ανακουφισμένη που είχε μια καλή δικαιολογία.
«Ναι, το γνωρίζω, έτσι του είπα. Το φαντάστηκα πως δεν θα ήθελες να πας. Όμως, η πρόσκληση ισχύει ακόμα, αν θέλεις.»
«Ω, όχι!» είπε η Μάργκαρετ. «Ας μην αλλάξουμε το πρόγραμμά μας. Ας αναχωρήσουμε στις δώδεκα. Πολύ καλό και ευγενικό εκ μέρους τους, όμως πραγματικά δεν μπορώ να δεχτώ.»
«Πολύ καλά. Μην ανησυχείς, θα τα τακτοποιήσω όλα.»
Πριν να φύγουν, η Μάργκαρετ ξεγλίστρησε και έκανε το γύρο μέχρι το πίσω μέρος του κήπου του πρεσβυτερίου  και έκοψε ένα κλαδάκι αγιόκλημα. Δεν είχε κόψει κάποιο λουλούδι την προηγούμενη ημέρα, από φόβο μην την δουν και σχολιαστούν τα κίνητρα και τα αισθήματά της. Καθώς όμως επέστρεφε περνώντας από τη δημοσιά, το μέρος έμοιαζε να ξαναβρίσκει την παλιά, μαγευτική του ατμόσφαιρα.
Οι συνηθισμένοι ήχοι της καθημερινής ζωής, εδώ  έμοιαζαν να έχουν περισσότερη μουσικότητα παρά οπουδήποτε αλλού, σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Το φως ήταν πιο χρυσαφένιο, η ζωή πιο ήρεμη,  γεμάτη  ονειρεμένη απόλαυση. Καθώς  η Μάργκαρετ θυμόταν τα συναισθήματά  της προηγούμενης ημέρας, είπε μέσα της :
«Κι εγώ αλλάζω συνεχώς – πότε αυτό, πότε το άλλο- τώρα απογοητεύομαι και δυστροπώ γιατί δεν είναι όλα όπως τα περίμενα, και ξαφνικά ανακαλύπτω ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο όμορφη απ’ ότι την φανταζόμουν. Ω, Χέλστοουν. Δεν θα αγαπήσω ποτέ άλλο μέρος όπως εσένα.»
Λίγες ημέρες αργότερα είχε ξαναβρεί την διάθεσή της και αποφάσισε ότι ήταν πολύ χαρούμενη που είχε πάει εκεί και το είχε ξαναδεί και πως για εκείνην θα ήταν πάντα το ομορφότερο μέρος στον κόσμο, όμως ήταν τόσο πολύ συνδεδεμένο με το παρελθόν και ειδικά με τους γονείς της, ώστε αν της δινόταν ξανά η ευκαιρία δεν θα έκανε άλλο  ταξίδι όπως αυτό που έκανε με τον κύριο Μπέλλ.