Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 33ο "Γαλήνη"


« Γαλήνη»

Το σπίτι έμοιαζε αφύσικα ήσυχο μετά από όλο εκείνον τον φόβο και την ταραχή.  Ο πατέρας της φρόντισε να γίνουν όλες οι ετοιμασίες για να ξεκουραστεί και να τονωθεί κατά την επιστροφή της κι έπειτα ξαναπήρε τη συνηθισμένη του θέση  και βυθίστηκε σε ένα από τα θλιβερά  όνειρα που έβλεπε με τα μάτια ανοιχτά. Η Ντίξον είχε βρει την Μαίρη Χίγκινς για να την κατσαδιάζει και να της δίνει διαταγές στην κουζίνα ˙ και οι εξάψαλμοί της δεν ήταν λιγότερο έντονοι επειδή γίνονταν ψιθυριστά. Το να μιλήσει σε τόνο παραπάνω από ψίθυρο της φαινόταν άπρεπο μια και είχαν πεθαμένο άνθρωπο στο σπίτι. Η Μάργκαρετ είχε αποφασίσει να μην πει τίποτα για το ξαφνικό τρόμο που έζησαν λίγο πριν την αναχώρηση. Δεν είχε νόημα να μιλήσει γι αυτό. Όλα είχαν τελειώσει ομαλά. Το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως ο Λέοναρντς  κατάφερνε με κάποιο τρόπο να δανειστεί χρήματα και να πραγματοποιήσει το σχέδιό του για να ακολουθήσει τον Φρέντερικ στο Λονδίνο και να τον κυνηγήσει εκεί.  Όμως υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες για την επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και η Μάργκαρετ ήταν αποφασισμένη να μην βασανίζει τον εαυτό της με το να σκέπτεται καταστάσεις τις οποίες η ίδια δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει.  Ο Φρέντερικ θα φρόντιζε να περιφρουρήσει  τον εαυτό του τόσο καλά όσο κι αν τον προστάτευε η ίδια και σε μια –δυο μέρες θα είχε απομακρυνθεί με ασφάλεια από την Αγγλία.
«Φαντάζομαι ότι  αύριο θα λάβουμε νέα από τον κύριο Μπελ,» είπε η Μάργκαρετ.
«Ναι,» απάντησε ο πατέρας της. « Έτσι υποθέτω.»
«Αν μπορεί να έρθει, τότε μέχρι αύριο βράδυ θα είναι εδώ, πιστεύω.»
«Αν δεν μπορέσει να έρθει, θα παρακαλέσω  τον κύριο Θόρντον να έρθει μαζί μου στην κηδεία. Δεν μπορώ να πάω μόνος μου. Θα καταρρεύσω εντελώς.»
«Μην παρακαλέσεις τον κύριο Θόρντον, πατέρα. Άσε με να έρθω μαζί σου.» είπε η Μάργκαρετ  με ορμή.
«Εσύ ! Καλό μου παιδί, δεν συνηθίζεται να λαμβάνουν μέρος οι γυναίκες.»
............................................................................
Η Μάργκαρετ δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να πείσει τον πατέρα της να μην καλέσει τον κύριο Θόρντον. Είχε μια απερίγραπτη απροθυμία να γίνει αυτή η ενέργεια. Το βράδυ πριν την κηδεία ήρθε ένα επίσημο σημείωμα από την κυρία Θόρντον στην δεσποινίδα Χέηλ, που έλεγε ότι κατόπιν επιθυμίας του γιού της  η άμαξά τους θα ακολουθούσε την πομπή της κηδείας, αν αυτό δεν δυσαρεστούσε την οικογένεια. Η  Μάργκαρετ έριξε το γράμμα στον πατέρα της.
«Ω, ας μην κρατήσουμε τέτοια τυπικά,» είπε. «Ας πάμε μόνοι μας – εγώ κι εσύ, πατέρα. Δεν νοιάζονται για εμάς διαφορετικά, θα προσφερόταν  να έρθει ο ίδιος και δεν θα πρότεινε να στείλει  μια άδεια άμαξα.»
«Νόμιζα πως ήσουν εντελώς αντίθετη στο να έρθει, Μάργκαρετ» είπε ο κύριος Χέηλ με κάποια έκπληξη.
«Πραγματικά. Δεν τον θέλω να έρθει καθόλου ˙ και κυρίως απεχθάνομαι την ιδέα του να τον καλέσουμε εμείς. Όμως αυτό μοιάζει τόσο πολύ με παρωδία πένθους που δεν το περίμενα από αυτόν.»  Αναλύθηκε σε δάκρυα ξαφνιάζοντας τον πατέρα της.

Είχε καταπιέσει τόσο τη θλίψη της, σκεπτόμενη διαρκώς τους άλλους, τόσο ευγενική και υπομονετική  στα πάντα, ώστε ο πατέρας της αδυνατούσε να καταλάβει την αποψινή της  αναστάτωση. Έμοιαζε ταραγμένη και ανήσυχη, και παρά την τρυφερότητα που  της επιδαψίλευε με τη σειρά του ο πατέρας της, εκείνη έκλαιγε ολοένα και περισσότερο.
.......................................................................
Δεν ήταν μόνο το γεγονός  της παραμονής του Φρέντερικ στο Λονδίνο που την αναστάτωνε, αλλά και  κάποιες νύξεις για την  αναγνώριση που είχε λάβει χώρα την  τελευταία στιγμή στο Μίλτον, και η πιθανότητα μιας καταδίωξης – όλα αυτά  που της πάγωναν το αίμα , τι επίδραση θα είχαν στον πατέρα της;  Πολλές φορές η Μάργκαρετ μετάνιωσε για τη πρότασή της και μάλιστα για την σπουδή που έδειξε να συμβουλευτούν τον κύριο Λέννοξ. Προς το παρόν, έμοιαζε σαν να ήταν μικρή η καθυστέρηση – απλά θα αύξαινε  ανεπαίσθητα τις μικρές πιθανότητες εντοπισμού ˙ κι όμως, όσα είχαν συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, έτειναν να κάνουν την συνάντηση με τον κύριο Λέννοξ τόσο ανεπιθύμητη. Η Μάργκαρετ, πολέμησε σκληρά αυτή της την μεταμέλεια μ’όλο που τώρα πια ήταν ανώφελο.  Το να μέμφεται τον εαυτό της  επειδή είπε κάτι που τη δεδομένη στιγμή φαινόταν σωστό όμως  τα κατοπινά γεγονότα  το έκαναν να φαίνεται τόσο ανόητο. Όμως ο πατέρας της είχε πέσει σε πολύ βαθιά κατάθλιψη σωματικά και νοητικά  ώστε να μπορέσει να το κατανοήσει με βάση τη λογική – θα παραδινόταν αμαχητί σε όλες τις αφορμές που θα είχε για να μετανοιώσει οικτρά, για κάτι το οποίο δεν μπορούσε να αποφευχθεί.  Η Μάργκαρετ ανασύνταξε όσες δυνάμεις είχε προς αρωγή και βοήθεια της .  Ο πατέρας της έμοιαζε να έχει ξεχάσει ότι είχανε κάποιο λόγο να περιμένουν γράμμα από τον Φρέντερικ εκείνο το πρωί. Ήταν απορροφημένος σε μια και μόνη ιδέα – ότι  θα του στερούσαν το μοναδικό ορατό τεκμήριο της παρουσίας της γυναίκας του και δεν θα την ξανάβλεπε πια. Έτρεμε φριχτά καθώς ο βοηθός του νεκροθάφτη τακτοποιούσε τα πένθιμα κρέπια μπροστά του. Κύτταξε τη Μάργκαρετ με βαθιά μελαγχολία, και όταν του επετράπη πήγε κοντά της με ασταθές βήμα ψιθυρίζοντας : « Προσευχήσου για χάρη μου, Μάργκαρετ. Δεν μου έχει μείνει καθόλου δύναμη.  Δεν μπορώ να προσευχηθώ. Άφησα να μου την πάρουν γιατί  έπρεπε.  Προσπαθώ να το αντέξω- πραγματικά προσπαθώ. Ξέρω ότι  είναι το θέλημα του Θεού. Όμως δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πέθανε. Προσευχήσου για μένα Μάργκαρετ, να βρω τη δύναμη να προσευχηθώ. Είναι μεγάλη στενωπός, παιδί μου.»
Η Μάργκαρετ κάθισε δίπλα του στην άμαξα, σχεδόν υποβαστάζοντάς τον στα χέρια της. Επανέλαβε όλες τις ευλαβικές φράσεις της θείας παρηγοριάς ή των κειμένων που μιλούσαν για εγκαρτέρηση, τα οποία μπορούσε να θυμηθεί.  Η φωνή της δεν έτρεμε στο ελάχιστο  και αυτό έδωσε και στην ίδια κουράγιο. Τα χείλη του πατέρα της κινούνταν ακολουθώντας την, επαναλαμβάνοντας μαζί της τα τόσο γνώριμα κείμενα. Ήταν τρομερό να βλέπει κανείς την αγωνιώδη προσπάθεια που έκανε με υπομονή για να κερδίσει την εγκαρτέρηση  την οποία δεν είχε ο ίδιος τη δύναμη να βρει στην καρδιά του, ως ένα κομμάτι του εαυτού του.
Η Μάργκαρετ ένοιωσε το σθένος της σχεδόν να καταρρέει καθώς η Ντίξον  με μια ελαφριά κίνηση του χεριού, τής έστρεψε την προσοχή στον Νίκολας Χίγκινς και την κόρη του που στέκονταν κάπως παράμερα αλλά παρακολουθούσαν την τελετή με  βαθιά αφοσοίωση. Ο Νίκολας φορούσε τα συνηθισμένα του ρούχα της δουλειάς αλλά στο καπέλο του είχε ραμμένο ένα μαύρο κρέπι  - ένα σημάδι πένθους που δεν είχε δείξει στην μνήμη της κόρης του της Μπέσυ. Μα ο κύριος Χέηλ δεν είδε τίποτα. Συνέχισε να μιλά μόνος του, επαναλαμβάνοντας μηχανικά τα λόγια της εξοδίου  ακολουθίας  καθώς τα διάβαζε ο ιερέας. Αναστέναξε δύο –τρεις φορές όταν όλα τελείωσαν, και  ύστερα εναποθέτοντας το χέρι του στο μπράτσο της Μάργκαρετ αφέθηκε σιωπηλά να τον οδηγήσει ως να ήταν τυφλός κι εκείνη η πιστή του οδηγός.
Η Ντίξον έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς, είχε καλύψει με το μαντήλι της το πρόσωπό της , τόσο απορροφημένη στην θλίψη της που δεν αντιλήφθηκε ότι το πλήθος που συνήθως συγκεντρώνεται σε τέτοιες περιπτώσεις είχε αρχίσει να διαλύεται, μέχρι που άκουσε κάποιον δίπλα της να της μιλά. Ήταν ο κύριος Θόρντον. Βρισκόταν εκεί καθ’όλη τη διάρκεια της τελετής, με το κεφάλι σκυφτό πίσω από μια ομάδα ανθρώπων έτσι που στην ουσία κανείς δεν τον αναγνώρισε.
« Σας ζητώ συγνώμη, αλλά μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε πώς είναι ο κύριος Χέηλ; Και η δεσποινίδα Χέηλ ; Θα ήθελα να μάθω πώς είναι και οι δύο.»
«Φυσικά, κύριε. Πώς να είναι; Ο κύριος φοβερά συντετριμμένος.  Η δεσποινίδα Χέηλ αντέχει καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς.»
Ο κύριος Θόρντον θα προτιμούσε να είχε μάθει ότι την βασάνιζε η φυσιολογική θλίψη. Εν πρώτοις ήταν αρκετά εγωιστής ώστε να τον ευχαριστεί η ιδέα πως θα μπορούσε να την παρηγορήσει και να την ανακουφίσει με την απέραντη αγάπη του -  κάτι που έμοιαζε πολύ με την περίεργη, παθιασμένη ευχαρίστηση που ενέχεται στην καρδιά μιας  μητέρας που το άρρωστο παιδί της κουρνιάζει κοντά της και εξαρτάται από την ίδια για το παραμικρό. Όμως αυτό το υπέροχο όραμα του τι θα μπορούσε να συμβεί – και στο οποίο, παρά την αποστροφή της Μάργκαρετ θα είχε παραδοθεί μόλις λίγες μέρες πριν-  έγινε   άθλια συντρίμμια  καθώς θυμήθηκε τι είχε δει  κοντά στο σταθμό του  Άουτγουντ . « Άθλια συντρίμμια!» οι λέξεις δεν ήταν αρκετά δυνατές για να το περιγράψουν. Τον στοίχειωνε η ανάμνηση του όμορφου νεαρού άνδρα με τον οποίο την είχε δει σε στάση τέτοιας οικειότητας και εμπιστοσύνης, κι αυτή η ανάμνηση τον διαπερνούσε οδυνηρά μέχρι που τον έκανε να σφίγγει τις γροθιές του για να καταλαγιάσει τον πόνο.  Τόσο αργά, τόσο μακριά από το σπίτι της!  Χρειάστηκε τεράστια ηθική προσπάθεια για να χαλυβδώσει την εμπιστοσύνη του – τόσο απόλυτα δοσμένη μέχρι πρότινος- προς την αγνή και αιθέρια σεμνότητα της Μάργκαρετ. Όταν σταματούσε την προσπάθεια,  η εμπιστοσύνη του τρεμόσβηνε  αδύναμη και νεκρωνόταν και ξέφρενες σκέψεις οργίαζαν σαν εφιάλτες στο μυαλό του. Και να που αυτό που τον κατέτρωγε επιβεβαιωνόταν ως ένα βαθμό. « Αντέχει καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς». Εκείνη προσέβλεπε με ελπίδα σε κάτι, σε κάτι τόσο λαμπερό που  -θα μπορούσε να φωτίσει ακόμα και τις σκοτεινές ώρες   μιας φιλόστοργης θυγατέρας που ορφάνεψε μόλις πρόσφατα. Ναι ! Ήξερε τον τρόπο με τον οποίο εκείνη θα αγαπούσε. Με τον να την αγαπήσει, είχε αποκτήσει από ένστικτο την  γνώση των δικών της ικανοτήτων. Η ψυχή της θα περπατούσε θριαμβευτικά λουσμένη στο φως αν  κάποιος άνδρας ήταν άξιος με τη δύναμη της αγάπης του να κερδίσει την δική της αγάπη.  Ακόμα και στην ώρα του πένθους θα αναπαυόταν με ειρηνική εμπιστοσύνη  στην αγάπη εκείνου. Στην αγάπη εκείνου. Ποιός ήταν; Εκείνος ο άλλος άνδρας.  Και το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος άλλος ήταν αρκετό για να κάνει το ωχρό, αδύνατο πρόσωπο του κυρίου Θόρντον να χλωμιάσει ακόμα περισσότερο και να γίνει πιο βλοσυρό ακούγοντας την απάντηση της Ντίξον.
«Υποθέτω ότι ίσως περάσω για μια επίσκεψη.» είπε ψυχρά. « Για να δω τον κύριο Χέηλ, δηλαδή. Ίσως μπορέσει να με δεχθεί από μεθαύριο.»
..............................................................................
Για κάποιο λόγο έτυχε η Ντίξον να μην αναφέρει στην Μάργκαρετ τη συνομιλία που είχε με τον κύριο Θόρντον. Μπορεί να ήταν απλά σύμπτωση αλλά η Μάργκαρετ δεν έμαθε ποτέ ότι εκείνος ήταν παρών στην κηδεία της μητέρας της.»


Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 32ο: "Κακοτυχίες"



Κεφάλαιο 32ο

«Κακοτυχίες»

Όλη την επόμενη μέρα την πέρασαν μαζί – οι τρείς τους. Ο κύριος Χέηλ δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου παρά μόνο όταν τον ρωτούσαν τα παιδιά του και τον ανάγκαζαν να στραφεί στο παρόν.  Η θλίψη του Φρέντερικ πλέον δεν εκδηλωνόταν ανοιχτά, το αρχικό ξέσπασμα είχε περάσει και τώρα ντρεπόταν που είχε αφήσει τα συναισθήματά του να κυριαρχήσουν τόσο. Μολονότι η θλίψη του για το χαμό  της μητέρας του ήταν βαθιά και ειλικρινής και θα τον συνόδευε για όλη του τη ζωή,  ήταν κάτι για το οποίο δεν ξαναμίλησε.
......................................................................................................
«Θα συνοδεύσεις τον Φρέντερικ στο σταθμό, Μάργκαρετ! Θέλω να ξέρω ότι αναχώρησε με ασφάλεια. Θα μου πείς ότι έφυγε ασφαλής από το Μίλτον,  έτσι δεν είναι;»
«Φυσικά,» είπε η Μάργκαρετ. « Θα το ήθελα, φτάνει να μην νοιώθεις μόνος σου χωρίς εμένα, πατέρα.»
«Όχι, όχι! Θα φοβάμαι μην τον δει κάποιος, τον αναγνωρίσει και τον σταματήσει, εκτός κι αν τον συνοδεύσεις εσύ.  Και να πάτε στο σταθμό του Άουτγουντ. Είναι αρκετά κοντά και δεν έχει πολύ κόσμο. Να πάρετε μια άμαξα. Είναι λιγότερο πιθανό να σας δει κανείς.  Τι ώρα αναχωρεί το τραίνο σου, Φρέντερικ;»
«Στις έξι και δέκα. Θα έχει σκοτεινιάσει σχεδόν. Επομένως,, τι θα κάνεις, Μάργκαρετ;»
«Ω, θα τα καταφέρω. Έχω αρχίσει και γίνομαι πιο γενναία και ατρόμητη.  Ο δρόμος από το σταθμό για το σπίτι έχει αρκετό φως, σε περίπτωση που σκοτεινιάσει. Έχω βρεθεί έξω και πιο αργά ακόμη.»
Η Μάργκαρετ χάρηκε όταν ο αποχωρισμός έλαβε τέλος. Ο αποχωρισμός από την νεκρή μητέρα και τον ζωντανό πατέρα. Έσπευσε να βάλει τον Φρέντερικ βιαστικά στην άμαξα, θέλοντας να συντομεύσει τη σκηνή που έβλεπε ότι έφερνε πίκρα και οδύνη στον πατέρα της, ο οποίος είχε συνοδεύσει τον γυιό του για να κυττάξει για τελευταία φορά τη μητέρα του. Εν μέρει εξαιτίας αυτής της βιασύνης, αλλά και εν μέρει εξαιτίας κάποιων συνηθισμένων λαθών του «Οδηγού  Σιδηροδρομικών Δρομολογίων» σχετικά με τις ώρες άφιξης στους μικρότερους σταθμούς, φτάνοντας στο Άουτγουντ ανακάλυψαν πως είχαν στην διάθεσή τους είκοσι ολόκληρα λεπτά.
Η Μάργκαρετ είχε περασμένο το χέρι της στο μπράτσο του Φρέντερικ. Εκείνος το κράτησε στοργικά.
«Μάργκαρετ ! Θα ζητήσω τη συμβουλή του κυρίου Λέννοξ όσον αφορά τις πιθανότητες αθώωσής μου, έτσι ώστε να  μπορώ να επιστρέφω στην Αγγλία όποτε θέλω, για χάρη σου περισσότερο παρά για οποιονδήποτε άλλον. Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο μόνη  θα βρεθείς σε περίπτωση που συμβεί κάτι στον πατέρα. Μοιάζει  θλιβερά αλλαγμένος – απολύτως συντετριμμένος.  Μακάρι να τον έπειθες να σκεφτεί το ταξίδι στο Κάντιθ, για πολλούς λόγους. Τι θα έκανες αν έμενες μόνη σου ; Δεν έχεις φίλους εδώ κοντά. Παραδόξως δεν έχουμε πολλούς συγγενείς.»
Η Μάργκαρετ μετά βίας κρατήθηκε για να μην κλάψει, νοιώθοντας την τρυφερή ανησυχία με την οποία ο Φρέντερικ της παρουσίαζε ένα γεγονός  το οποίο  και η ίδια θεωρούσε πιθανό – τόσο είχαν καταβάλλει οι έγνοιες των τελευταίων μηνών τον κύριο Χέηλ.  Όμως προσπάθησε να συνέλθει καθώς έλεγε:
«Συνέβησαν τόσο περίεργες και απρόσμενες αλλαγές στην ζωή μου τα τελευταία δύο χρόνια, που αισθάνομαι  περισσότερο παρά ποτέ πως δεν αξίζει να υπολογίζει κανείς τόσο ενδελεχώς τι θα κάνω αν κάποιο παρόμοιο  γεγονός λάβει χώρα στο μέλλον. Προσπαθώ να σκέφτομαι μόνο το παρόν.»  Έκανε μια παύση˙ στάθηκαν κι οι δύο ακίνητοι για λίγο κοντά στη βάση των σκαλοπατιών που οδηγούσαν στο δρόμο. Ο ήλιος που έδυε έπεφτε στα πρόσωπά τους.  Ο Φρέντερικ κράτησε το χέρι της στα δικά του και κύτταξε το πρόσωπό της μελαγχολικός και ανήσυχος , διαβάζοντας στα χαρακτηριστικά της περισσότερες έγνοιες και προβλήματα απ’όσα θα του έλεγε με λόγια. Εκείνη συνέχισε:
«Θα γράφουμε συχνά ο ένας στον άλλον, και σου υπόσχομαι – μια και αυτό θα σε καθησυχάσει – ότι θα σου  αναφέρω ο,τιδήποτε με απασχολεί. Ο πατέρας ..» φάνηκε να ξαφνιάζεται για λίγο - ένα ανεπαίσθητο ξάφνιασμα, αλλά ο Φρέντερικ ένοιωσε την ξαφνική σύσπαση στο χέρι που κρατούσε και γύρισε να κυττάξει προς τη μεριά του δρόμου, όπου  ένας καβαλάρης περνούσε  αργά ακριβώς μπροστά από το σημείο που στέκονταν. Ο άνδρας ανταπέδωσε ψυχρά και συγκρατημένα  τον χαιρετισμό της Μάργκαρετ.
«Ποιος ήταν αυτός ;» ρώτησε ο Φρέντερικ ενώ ακόμα ο άντρας ήταν σχεδόν σε απόσταση όπου μπορούσε να τους ακούσει. Η Μάργκαρετ είχε σκύψει λίγο, κοκκινίζοντας ελαφρά καθώς απαντούσε: « Ο κύριος Θόρντον – ξέρεις – αυτός που είδες νωρίτερα.»
«Μόνο από πίσω. Δεν φαίνεται διόλου συμπαθητικός. Τι βλοσυρό ύφος ήταν αυτό!»
«Έγινε κάτι που τον πείραξε. Δεν θα τον θεωρούσες αντιπαθητικό αν τον έβλεπες πώς ήταν  με την μητέρα.»
«Νομίζω πως είναι ώρα να πάω να πάρω το εισιτήριό μου. Αν ήξερα πόσο θα σκοτείνιαζε, θα κρατούσα την άμαξα, Μάργκαρετ.»
«Ω, μην ανησυχείς γι αυτό. Μπορώ να πάρω μια άμαξα από εδώ ή  να γυρίσω πίσω  παράλληλα με τις ράγες,  μια και υπάρχει κόσμος και καταστήματα και φώτα σε όλο το δρόμο  ως το σταθμό του Μίλτον. Μην νοιάζεσαι για μένα – εσύ να προσέχεις.  Αρρωσταίνω στην ιδέα ότι ο Λέοναρντς μπορεί να βρίσκεται στο ίδιο τραίνο με εσένα.  Να κυττάξεις καλά το βαγόνι πριν μπεις μέσα.»
Επέστρεψαν πίσω, στο σταθμό. Η Μάργκαρετ επέμενε να πάει εκείνη  μέσα στην άπλετα φωτισμένη  αίθουσα να πάρει το εισιτήριο. Κάποιοι αργόσχολοι νεαροί χαζολογούσαν με τον σταθμάρχη. Της φάνηκε πως είχε ξαναδεί το πρόσωπο ενός από αυτούς και ανταπέδωσε ένα  υπερήφανο βλέμμα προσβεβλημένης αξιοπρέπειας στην κάπως αναιδή έκφραση απροκάλυπτου θαυμασμού του. Βιάστηκε να βγει έξω που την περίμενε ο αδελφός της και πέρασε το χέρι της στο μπράτσο του. «Πήρες το σάκο σου;» Ας περπατήσουμε εδώ στην  αποβάθρα.» είπε κάπως αναστατωμένη στην ιδέα ότι τόσο σύντομα θα έμενε μόνη της και νοιώθοντας το θάρρος της να την εγκαταλείπει  γρηγορότερα κι απ’ότι η ίδια  τολμούσε να παραδεχτεί στον εαυτό της. Άκουσε βήματα να τους ακολουθούν κατά μήκος της αποβάθρας, τα οποία σταμάτησαν μόλις στάθηκαν κι εκείνοι να κυττάξουν μακριά στις ράγες  ακούγοντας τον συριγμό της αμαξοστοιχίας που πλησίαζε. Δεν μιλούσαν ˙ οι καρδιές τους ξεχείλιζαν. Σε ένα λεπτό το τραίνο θα ήταν εδώ ˙ ακόμα ένα λεπτό, κι εκείνος θα είχε φύγει. Η Μάργκαρετ σχεδόν μετάνοιωνε για την βιασύνη με την οποία τον παρακίνησε να επιστρέψει στο Λονδίνο˙ έτσι είχε περισσότερες πιθανότητες να τον ανακαλύψουν. Αν είχε αποπλεύσει για την Ισπανία από το Λίβερπουλ, θα είχε φύγει μέσα σε δύο-τρεις ώρες. Ο Φρέντερικ στράφηκε αντικρυστά στη λάμπα γκαζιού που το φώς της ξεχυνόταν παντού ζωηρό περιμένοντας την άφιξη του τραίνου.
Ένας άνδρας με στολή σιδηροδρομικού ξεπρόβαλλε προς το μέρος τους. Ένας άνθρωπος αποκρουστικός που φαινόταν να έχει πιει σε βαθμό αποκτήνωσης διατηρούσε όμως ακόμα ακέραιες  και τις αισθήσεις και τη λογική του.
«Με την άδειά σας, δεσποινίς!» είπε, σπρώχνοντας βίαια την Μάργκαρετ στο πλάι και αρπάζοντας τον Φρέντερικ από το γιακά.
« Σας λένε Χέηλ, έτσι;»
Μέσα σ’ ένα λεπτό, πως έγινε δεν κατάλαβε η Μάργκαρετ γιατί όλα έμοιαζαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια της, αλλά μετά μια ξαφνική λαβή  ο Φρέντερικ τον έκανε να σκοντάψει και να πέσει από  το ύψος των  τριών ή τεσσάρων ποδιών της αποβάθρας κάτω στο μαλακό έδαφος δίπλα στις ράγες. Εκεί έμεινε ακίνητος.
«Τρέξε.. τρέξε…!» είπε με κομμένη την ανάσα η Μάργκαρετ. «Το τραίνο ήρθε.  Ήταν ο Λέοναρντς, σωστά ; Ω, τρέξε! Θα φέρω εγώ την τσάντα σου.» Και τον άρπαξε από το μπράτσο σπρώχνοντάς τον με όση δύναμη της απέμεινε. Μια πόρτα άνοιξε στο συρμό – εκείνος όρμησε μέσα – και καθώς έσκυβε να της πει:  « Ο Θεός να σ’ έχει καλά, Μάργκαρετ!» το τραίνο την προσπέρασε βιαστικά κι εκείνη έμεινε να στέκεται ολομόναχη.  Ήταν τόσο τρομαγμένη και  σχεδόν έτοιμη να λιποθυμήσει  που αισθανόταν ευγνώμων για το ότι ήταν σε θέση να  πάει προς την αίθουσα αναμονής των κυριών και να καθίσει για λίγο. Στην αρχή το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να προσπαθεί  να πάρει μια ανάσα. Έγιναν όλα τόσο βιαστικά, ήταν τόσο κοντά ο κίνδυνος, παρά τρίχα ! Αν το τραίνο δεν είχε ήδη φτάσει  εκείνη τη στιγμή, ο άνδρας θα μπορούσε να ξανασηκωθεί και να φωνάξει  να έρθει βοήθεια για  να τον συλλάβουν. Αναρωτήθηκε αν ο άνδρας σηκώθηκε, προσπάθησε να θυμηθεί αν τον είχε δει να κινείται, σκέφτηκε μήπως ήταν σοβαρά τραυματισμένος. Αποτόλμησε να βγει έξω. Στην αποβάθρα ήταν όλα εντάξει αν και έμοιαζε κάπως έρημη. Προχώρησε στην άκρη και κύτταξε κάτω κάπως τρομαγμένη.  Δεν ήταν κανείς εκεί . Χάρηκε που ανάγκασε τον εαυτό της να πάει και να κυττάξει, διαφορετικά  σκέψεις φριχτές  θα στοίχειωναν τον ύπνο της. Αλλά ακόμα κι έτσι,  έτρεμε κι ήταν τόσο τρομαγμένη που ένοιωθε ότι δεν θα περπατήσει το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι, το δρόμο που τώρα φαινόταν έρημος και σκοτεινός έτσι όπως τον κύτταζε μέσα από τη ζεστή θαλπωρή του σταθμού. Θα περίμενε μέχρι να περάσει το τραίνο προς την πόλη και θα επιβιβαζόταν σε αυτό.  Όμως τι θα γινόταν αν ο Λέοναρντς την αναγνώριζε ως τη συνοδό του Φρέντερικ;
............................................................................................................................................................