Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Κεφάλαιο 26ο "Μητέρα και γυιός"

Βορράς κ Νότος


Κεφάλαιο 26 «Μητέρα και γιος»

Ο κύριος Θόρντον έφυγε εκείνο το πρωινό από το σπίτι των Χέηλ τυφλωμένος και μπερδεμένος από τα παράφορα αισθήματά του. Αισθανόταν τόσο ζαλισμένος λες και η Μάργκαρετ, αντί για μια χαριτόβρυτη και λεπτεπίλεπτη νέα κοπέλα, να ήταν μια στιβαρή ανδρογυναίκα και να του είχε καταφέρει ένα δυνατό χτύπημα με τη γροθιά της. Αυτό που ένοιωθε ήταν σαφέστατα σωματικός πόνος – ένας ισχυρός πονοκέφαλος στο ρυθμό ενός παλλόμενου σφυγμού. Δεν μπορούσε να αντέξει το θόρυβο, το εκτυφλωτικό φως, τη συνεχή βοή και κίνηση του δρόμου. Θεωρούσε τον εαυτό του ανόητο που υπέφερε τόσο, κι όμως δεν μπορούσε -τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή- να θυμηθεί την αιτία για την οποία υπέφερε και αν άξιζε τα όσα επακόλουθα. Θα τον ανακούφιζε να καθίσει στο κατώφλι ενός σπιτιού και να κλάψει παρέα μ’ ένα μικρό παιδί που μέσα από τα δάκρυά του θρηνεί και μανιάζει για κάποιο χτύπημα που δέχτηκε. Έλεγε μέσα του ότι μισούσε την Μάργκαρετ. Όμως ένα οξύ, κοφτερό αίσθημα αγάπης ξέσχιζε το μουδιασμένο του συναίσθημα σαν κεραυνός, τη στιγμή ακόμα που ξεστόμιζε την έκφραση μίσους. Μεγαλύτερη παρηγοριά ήταν να ενστερνιστεί το μαρτύριό του, καθώς και το να αισθάνεται, όπως της το είχε πει κιόλας, ότι παρά το γεγονός ότι εκείνη τον απεχθανόταν, τον απέρριπτε και του συμπεριφερόταν με την αλαζονική και αφ’ υψηλού αδιαφορία της, εκείνος δεν θα άλλαζε στο ελάχιστο. Δεν μπορούσε να τον κάνει να αλλάξει. Την αγαπούσε και θα την αγαπούσε, και θα αψηφούσε την ίδια και αυτόν τον άθλιο πόνο που τον βασάνιζε σωματικά.


Στάθηκε ακίνητος για λίγο για να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του. Εκείνη τη στιγμή περνούσε ένα ιππήλατο τραμ με κατεύθυνση προς την ύπαιθρο· ο οδηγός, νομίζοντας ότι ήθελε να επιβιβαστεί, σταμάτησε κοντά στο πεζοδρόμιο. Μη θέλοντας να μπει στον κόπο να ζητήσει συγγνώμη και να δώσει εξηγήσεις, επιβιβάστηκε και αφέθηκε να φύγει μακριά – πέρα από τις μακριές, στριμωγμένες σειρές των σπιτιών, πέρα από τις μοναχικές επαύλεις με τους φροντισμένους κήπους, μέχρι που έφτασαν στην ύπαιθρο με τις δεντροστοιχίες και σιγά-σιγά σε μια μικρή εξοχική πόλη. Εκεί όλοι αποβιβάστηκαν και το ίδιο έκανε και ο κύριος Θόρντον και, καθώς ξεμάκρυναν όλοι, ξεμάκρυνε κι εκείνος. Περιπλανήθηκε στα χωράφια με γρήγορο βήμα, γιατί η έντονη κίνηση ήταν μια ανακούφιση για το νου του. Τώρα μπορούσε να τα φέρει ξανά όλα στο μυαλό του· το πόσο οικτρό θέαμα θα πρέπει να παρουσίαζε, τον παράλογο τρόπο με τον οποίο είχε κάνει αυτό που τόσες φορές είχε συμφωνήσει με τον εαυτό του ότι θα ήταν το πιο ηλίθιο πράγμα στον κόσμο, αν το έκανε. Και είχε έρθει αντιμέτωπος με εκείνες ακριβώς τις συνέπειες τις οποίες σε εχέφρονα κατάσταση είχε προβλέψει πως θα αντιμετώπιζε, αν ποτέ πήγαινε και γελοιοποιούνταν κατ’ αυτόν τον τρόπο. Μήπως τον είχαν μαγέψει εκείνα τα υπέροχα μάτια, εκείνο το απαλό μισάνοιχτο στόμα που είχε αναστενάξει τόσο κοντά στον ώμο του μόλις εχθές; Δεν μπορούσε να διώξει τη σκέψη ότι εκείνη βρισκόταν εκεί, ότι τα χέρια της τον είχαν αγκαλιάσει για μία φορά – και τελευταία. Της είχε ρίξει μόνο κλεφτές ματιές· δεν μπορούσε καθόλου να την κατανοήσει. Τη μια στιγμή ήταν τόσο γενναία και την άλλη τόσο συνεσταλμένη, τη μια τόσο τρυφερή και την άλλη τόσο αλαζονικά ακατάδεκτη. Κι έπειτα πάλι, αναλογίστηκε την κάθε φορά που την είχε συναντήσει, σαν να ήταν να την ξεχάσει οριστικά. Την είδε με κάθε φόρεμα που είχε φορέσει, με κάθε διάθεση, και δεν ήξερε τι της ταίριαζε περισσότερο. Ακόμα κι εκείνο το πρωινό πόσο μεγαλόπρεπη έδειχνε – τα μάτια της έριχναν απάνω του αστραπές με την ιδέα και μόνο ότι, επειδή είχε μοιραστεί μαζί του τον κίνδυνο εχθές, θα μπορούσε να νοιάζεται για εκείνον στο ελάχιστο!
Αν ο κύριος Θόρντον ήταν ένας ηλίθιος το πρωί -όπως είχε διαβεβαιώσει τον εαυτό του τουλάχιστον είκοσι φορές- δεν κατέστη σοφότερος μέχρι το βράδυ. Το μόνο που κέρδισε στην επιστροφή από την περιήγησή του με το ιππήλατο τραμ των έξι πεννών ήταν η ακόμα εντονότερη πεποίθηση ότι δεν υπήρξε ούτε θα υπήρχε στο μέλλον άλλη σαν την Μάργκαρετ· ότι δεν τον αγαπούσε και ούτε επρόκειτο να τον αγαπήσει, αλλά και ότι ούτε εκείνη ούτε ολόκληρος ο κόσμος δεν θα μπορούσαν να τον εμποδίσουν να την αγαπά. Έτσι, επέστρεψε στο κέντρο της μικρής πόλης και επιβιβάστηκε ξανά στο ιππήλατο τραμ για να επιστρέψει στο Μίλτον.
Ήταν αργά το απόγευμα όταν αποβιβάστηκε κοντά στην κεντρική του αποθήκη. Τα συνήθη μέρη επανέφεραν τις συνήθεις δραστηριότητες και σκέψεις. Ήξερε ότι είχε πολλά να κάνει – περισσότερα από αυτά που συνήθως έκανε, εξαιτίας των ταραχών της προηγούμενης ημέρας. Έπρεπε να συναντήσει τους άλλους ειρηνοδίκες, έπρεπε να ολοκληρώσει τις συμφωνίες που είχε αφήσει στη μέση το πρωί, να επιληφθεί για την ασφάλεια και την άνεση των Ιρλανδών εργατών του που είχαν φθάσει πρόσφατα, έπρεπε να εξασφαλίσει ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να συναντήσουν τους δυσαρεστημένους εργάτες του Μίλτον. Τέλος, θα έπρεπε να επιστρέψει στο σπίτι και να αντιμετωπίσει την μητέρα του.
Η κυρία Θόρντον καθόταν στην τραπεζαρία όλη την ημέρα, προσμένοντας από λεπτό σε λεπτό να πληροφορηθεί τα νέα ότι η δεσποινίδα Χέηλ έκανε δεκτή την πρόταση γάμου του γιου της. Πολλές φορές είχε προετοιμαστεί γι’ αυτό, ακούγοντας κάποιον ξαφνικό θόρυβο, και καμωνόταν πως ξανάπιανε το μισοαφημένο της εργόχειρο αρχίζοντας να περνά τη βελόνα με επιμέλεια, όμως με μάτια θολά και χέρι που έτρεμε. Και πολλές φορές η πόρτα είχε ανοίξει για να μπει κάποιο άσχετο άτομο και να κάνει κάποια ασήμαντη εργασία.
Κι έπειτα το πρόσωπό της έχανε την αυστηρή, γκρίζα του επιβλητικότητα και τα χαρακτηριστικά της φανέρωναν μια ασυνήθιστη γι’ αυτήν μελαγχολία. Προσπαθούσε να αποστρέψει τη σκέψη της από όλες τις θλιβερές αλλαγές που θα επέφερε στη ζωή της ο γάμος του γιου της. Πίεσε τον εαυτό της να σκεφτεί τις συνήθεις υποχρεώσεις του σπιτιού. Οι μελλόνυμφοι θα χρειάζονταν καινούργια οικιακά λινά και η κυρία Θόρντον είχε μπροστά της ένα σωρό καλάθια γεμάτα τραπεζομάντηλα και πετσέτες, και άρχισε να υπολογίζει τις ποσότητες.
Υπήρχε μια μικρή σύγχυση ανάμεσα σε αυτά που ανήκαν στην ίδια, και κατά συνέπεια είχαν τα διακριτικά Τ.Χ.Θ. (Τζωρτζ και Χάννα Θόρντον), και αυτά που ήταν του γιου της, είχαν αγοραστεί με δικά του χρήματα και έφεραν τα αρχικά του. Κάποια από εκείνα με τα διακριτικά Τ.Χ.Θ. ήταν από Ολλανδέζικο δαμασκηνό παλαιάς κοπής και ιδιαίτερης λεπτότητας – κανένα από τα τωρινά δεν τους έμοιαζε. Η κυρία Θόρντον στάθηκε και τα κοίταζε για ώρα – είχαν υπάρξει το καμάρι της τότε που ήταν νεόνυμφη. Έπειτα, σμίγοντας τα φρύδια και σφίγγοντας ερμητικά τα χείλη, άρχισε να ξηλώνει τα αρχικά Τ.Χ. Μάλιστα έφτασε στο σημείο να αναζητήσει την άλικη κλωστή μαρκαρίσματος για να προσθέσει τα καινούρια αρχικά, αλλά είχε χρησιμοποιηθεί όλη και δεν της έκανε ακόμα καρδιά να στείλει να αγοράσουν άλλη.
Έτσι κάρφωσε το βλέμμα της στο κενό· ένα σωρό εικόνες περνούσαν μπροστά στα μάτια της στις οποίες ο γιος της κατείχε τη μοναδική, την κυρίαρχη θέση – ο γιος της, το καμάρι και η περιουσία της. Δεν είχε επιστρέψει ακόμα. Αναμφίβολα ήταν με την δεσποινίδα Χέηλ. Η καινούρια αγάπη έπαιρνε την πρωτοκαθεδρία που πρωτύτερα κατείχε εκείνη στην καρδιά του. Ένας φρικτός πόνος -μια σουβλιά μάταιης ζήλειας- διαπέρασε την καρδιά της. Δεν ήξερε να πει αν ήταν σωματική ή ψυχική οδύνη, όμως την ανάγκασε να καθίσει. Το επόμενο λεπτό είχε σταθεί ξανά όρθια, στητή όπως πάντα, με ένα βεβιασμένο χαμόγελο στο πρόσωπό της για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα, έτοιμη να δει την πόρτα να ανοίγει και εκείνον να μπαίνει χαρούμενος και θριαμβευτής. Εκείνον που δεν έπρεπε ποτέ να μάθει για τη σφοδρή αντίθεση της μητέρας του στο γάμο του.
Μέσα σε όλα αυτά πολύ λίγο την απασχόλησε η σκέψη της μέλλουσας νύφης της ως ανεξάρτητης προσωπικότητας. Έμελλε να γίνει σύζυγος του Τζων. Η ανάληψη της θέσης της κυρίας Θόρντον ως οικοδέσποινας του σπιτιού ήταν ένα μόνο από τα σημαντικά επακόλουθα που συνόδευαν την υπέρτατη τιμή: όλα τα πλούτη και οι ανέσεις του σπιτιού, τα πορφυρά εκλεκτά λινά, η τιμή, η αγάπη, η υπακοή, πλήθος φίλων θα έρχονταν τόσο φυσιολογικά όσο τα πετράδια στο στέμμα ενός βασιλιά και μικρή σημασία θα είχε η αξία του συγκεκριμένου προσώπου. Ακόμα και μια απλή παραδουλεύτρα θα ξεχώριζε από τον υπόλοιπο κόσμο αν την είχε επιλέξει ο Τζων. Και η δεσποινίς Χέηλ δεν ήταν τόσο κακή. Αν ήταν κορίτσι από το Μίλτον, τότε η κυρία Θόρντον θα την είχε συμπαθήσει το δίχως άλλο. Ήταν ετοιμόλογη, είχε γούστο, καρδιά και άποψη. Η αλήθεια είναι πως ήταν θλιβερά προκατειλημμένη και με μεγάλη άγνοια – όμως αυτό ήταν φυσικό αφού είχε γεννηθεί και ανατραφεί στον Νότο. Μια περίεργη και καταίσχυντη σύγκριση μεταξύ της δεσποινίδας Χέηλ και της Φάννυ τής ήρθε στο νου και για μία και μόνη φορά μίλησε απότομα στην κόρη της, την αποπήρε άσχημα κι έπειτα ως εξιλέωση πήρε τα Ερρίκεια Κείμενα της Βίβλου* και προσπάθησε να εστιάσει την προσοχή της εκεί, αντί να ασχοληθεί με ό,τι της προκαλούσε υπερηφάνεια και ευχαρίστηση, και να συνεχίσει την επιθεώρηση των λινών για την τραπεζαρία.
Επιτέλους, τα βήματά του! Τον άκουσε, μ’ όλο που νόμιζε ότι ήταν συγκεντρωμένη στο να τελειώσει μια πρόταση· ενώ τα μάτια της ήταν προσηλωμένα σ’ αυτήν και η μνήμη της μπορούσε να την ανακαλέσει μηχανικά λέξη προς λέξη, τον άκουσε να μπαίνει στο χολ. Η οξυμένη αίσθησή της μπορούσε να καταλάβει κάθε του κίνηση. Τώρα ακουμπούσε το καπέλο του στην κρεμάστρα, τώρα έφτασε μπροστά στην πόρτα της τραπεζαρίας. Γιατί σταμάτησε; Ας είναι προετοιμασμένη για το χειρότερο. Εντούτοις, ήταν ακόμα σκυμμένη πάνω από το βιβλίο· δε σήκωσε το βλέμμα της. Εκείνος πλησίασε το τραπέζι και στάθηκε ακίνητος εκεί, περιμένοντάς την να τελειώσει μια παράγραφο η οποία την είχε εμφανώς απορροφήσει. Κατέβαλε προσπάθεια να σηκώσει το βλέμμα της.
«Λοιπόν, Τζων;»
Εκείνος ήξερε τι σήμαιναν αυτές οι δύο λέξεις. Αλλά είχε ατσαλώσει τον εαυτό του. Λαχταρούσε να μπορούσε να απαντήσει με έναν αστεϊσμό, η πίκρα στην καρδιά του θα μπορούσε να είχε αρθρώσει κάτι, όμως η μητέρα του περίμενε από αυτόν κάτι καλύτερο. Την πλησίασε από πίσω, έτσι ώστε εκείνη να μην μπορεί να δει την όψη του, και γέρνοντας στο χλωμό, πετρωμένο της πρόσωπο το φίλησε λέγοντας: «Κανείς δε μ’ αγαπά – κανείς δε με νοιάζεται, μητέρα, εκτός από εσένα».

Στράφηκε και στάθηκε, ακουμπώντας το κεφάλι του στο περβάζι του τζακιού, το αντρίκειο του βλέμμα βουρκωμένο. Εκείνη σηκώθηκε παραπαίοντας. Για πρώτη φορά στη ζωή της εκείνη η δυνατή γυναίκα παρέπαιε. Ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του· ήταν ψηλή γυναίκα. Τον κοίταξε καταπρόσωπο και τον ανάγκασε να την κοιτάξει στα μάτια.
«Η αγάπη της μητέρας είναι δοσμένη από τον Θεό, Τζων. Είναι σταθερή και κρατάει για πάντα. Η αγάπη μιας κοπέλας είναι σαν ένα σύννεφο καπνού – αλλάζει με κάθε φύσημα του ανέμου. Και δε σε ήθελε, παλικάρι μου, έτσι δεν είναι;» Έσφιξε το σαγόνι της, αφήνοντας σαν σκύλα να φανούν τα δόντια της σε όλο το μήκος τους. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του.
«Δεν είμαι άξιος γι’ αυτήν, μητέρα· το ήξερα πως δεν ήμουν.»
Κάτι ξεστόμισε μέσα από τα σφιγμένα της δόντια. Εκείνος δεν κατάλαβε τι είπε, αλλά από το βλέμμα της κατάλαβε ότι ήταν κατάρα – μολονότι δεν την εξέφρασε καθαρά, η έντασή της αυτό φανέρωνε. Κι όμως, η καρδιά της αναπήδησε ανάλαφρα ξέροντας ότι ήταν ξανά δικός της.
«Μητέρα!» είπε εκείνος βιαστικά. «Μην ακούσω λέξη εναντίον της. Κάνε μου τη χάρη! Είμαι καταβεβλημένος, κι η καρδιά μου πονά – την αγαπώ ακόμη. Την αγαπώ περισσότερο από ποτέ.»
«Κι εγώ την μισώ» είπε η κυρία Θόρντον με σιγανή, αγριεμένη φωνή.
«Προσπάθησα να μην την μισήσω, όταν μπήκε ανάμεσα σε σένα και σε μένα, επειδή -έτσι είπα στον εαυτό μου- θα σε έκανε ευτυχισμένο· και θα έδινα και το αίμα μου ακόμα γι’ αυτό. Όμως τώρα την μισώ γιατί σε έκανε δυστυχισμένο. Μάλιστα, Τζων, δεν ωφελεί να κρύβεις την πληγωμένη σου καρδιά από εμένα. Εγώ είμαι η μάνα που σε γέννησε και ο δικός σου πόνος για μένα είναι μαρτύριο. Κι αν δεν την μισείς εσύ, την μισώ εγώ.»
«Τότε, μητέρα, με κάνεις να την αγαπώ περισσότερο. Της φέρεσαι άδικα και πρέπει να αποκαταστήσω το δίκαιο. Αλλά για ποιο λόγο μιλάμε για αγάπη και μίσος; Δε νοιάζεται για μένα και αυτό είναι αρκετό – και με το παραπάνω. Ας μην ξαναμιλήσουμε γι’ αυτό. Είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις για μένα όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα. Ας μην αναφέρουμε ξανά το όνομά της.»
«Μετά χαράς! Μακάρι εκείνη και ό,τι έχει σχέση μ’ αυτήν να πήγαινε στα τσακίδια από κει που ήρθε.»
Εκείνος έμεινε ακίνητος, κοιτάζοντας τη φωτιά, για μερικά ακόμη λεπτά. Τα στεγνά, σκοτεινά μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα που δεν έμελλε να χυθούν, καθώς τον κοίταζε· όμως παρέμεινε σοβαρή και ήσυχη όπως πάντα, όταν εκείνος μίλησε στο τέλος.
«Απαγγέλθηκαν καταγγελίες για συνομωσία εναντίον τριών ανδρών, μητέρα. Οι χθεσινές ταραχές βοήθησαν να κατασταλεί η απεργία.»
Και το όνομα της Μάργκαρετ δεν ακούστηκε ξανά από την κυρία Θόρντον και τον γιο της.
Ξαναβρήκαν τις παλιές τους συνήθειες στη συζήτηση – μιλούσαν για γεγονότα, όχι απόψεις, πόσω μάλλον για συναισθήματα. Ο τόνος της φωνής τους ήταν ήρεμος και ψυχρός· κάποιος ξένος θα μπορούσε να πει πως δεν είχε ποτέ του δει τόσο παγωμένη και αδιάφορη συζήτηση μεταξύ δύο τόσο στενών συγγενών.


* Ερρίκεια Κείμενα της Βίβλου: Η Βίβλος με σχολιασμούς και επεξηγήσεις, έργο του Matthew Henry, πρεσβυτεριανού θεολόγου και κληρικού του 17ου αιώνα.

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Κεφάλαιο 25ο "Φρέντερικ"

Τα μεθεόρτια μιας ακόμα αποτυχημένης πρότασης γάμου. Η ηρωίδα μας το έχει κάνει συνήθεια.
Και σαν να μην της έφταναν αυτά, έχει και να γιατροπορέψει κόσμο !
Το 25ο κεφάλαιο είναι έτοιμο - μου μένει ακόμα η τελευταία σελίδα  να μεταφράσω. Ξεκινήστε το διάβασμα και....οσονούπω ανεβαίνει και αυτή !


ΒΟΡΡΑΣ Κ ΝΟΤΟΣ

Κεφάλαιο 25

«Φρέντερικ»

Η Μάργκαρετ άρχισε να αναρωτιέται αν όλες  οι προτάσεις  γάμου ήσαν εκ των προτέρων  τόσο απροσδόκητες και επέφεραν τόση αναστάτωση  κατά  την στιγμή στην οποία ελάμβαναν  χώρα, όσο εκείνες  οι δύο τις  οποίες είχε δεχθεί.  Άθελά της  άρχισε να συγκρίνει στο μυαλό της τον κύριο Λέννοξ και τον κύριο Θόρντον.  Είχε λυπηθεί που  ο κύριος  Λέννοξ είχε παρασυρθεί από τις περιστάσεις  έτσι ώστε να εκφράσει  άλλο συναίσθημα πέραν της φιλίας.
...............................................................................................................................
 Όσον αφορά τον κύριο Θόρντον, απ’όσα  τουλάχιστον γνώριζε η  Μάργκαρετ, δεν είχε υπάρξει το ενδιάμεσο στάδιο της φιλίας. Η  μεταξύ τους  σχέση ήταν μια συνεχής αντιπαράθεση.
......................................................................................................................................................
 Και να που τώρα, είχε έρθει  με αυτόν τον παράξενο, παθιασμένο και παράφορο τρόπο να της φανερώσει τον έρωτά του! Επειδή, μολονότι αρχικά της είχε φανεί πως εκείνος είχε αγκαστικά  παρασυρθεί  στο να της κάνει πρόταση  από συμπόνια για τον τρόπο με τον  οποίο είχε αφήσει τον εαυτό της να εκτεθεί – κάτι που κι εκείνος  όπως και άλλοι είχαν παρερμηνεύσει – εντούτοις, πριν ακόμα εκείνος φύγει από το δωμάτιο, και σίγουρα πριν περάσουν πέντε λεπτά από την αναχώρησή του, η καθαρή αλήθεια της είχε φανερωθεί, λαμπερή και κρυστάλλινη: Την  αγαπούσε. Την είχε αγαπήσει και θα εξακολουθούσε να την αγαπά.  Κι εκείνη αποτραβήχτηκε ανατριχιάζοντας σαν να βρισκόταν  κάτω από την επιρροή μιας μεγάλης δύναμης , αντίθετης σε σχέση με την εως τώρα ζωή της. Έτρεξε να κρυφτεί από τη  σκέψη του. Μάταια όμως.  Παραφράζοντας από το  «Torquato Τasso»  του Φαίρφαξ:
                      «Η κραταιή του σκέψη κρατούσε το μυαλό της».
Τον αντιπαθούσε περισσότερο επειδή είχε κυριεύσει τα μύχια της θέλησής της. Πώς τόλμησε να της πει ότι θα την αγαπούσε ακόμα παρά το γεγονός ότι τον είχε απορρίψει περιφρονητικά ; Μακάρι να του είχε μιλήσει περισσότερο και εντονότερα.
......................................................................................................................................

 « Θα πάω να δω την Μπέσσυ Χίγκινς, φυσικά !» σκέφτηκε καθώς άστραψε στο μυαλό της η ανάμνηση από το χθεσινοβραδυνό μήνυμα. Και  ξεκίνησε να πάει.
 Μόλις έφτασε, είδε την Μπέσσυ ξαπλωμένη στη σεζ λονγκ την οποία είχαν μετακινήσει δίπλα στη φωτιά, μολονότι η μέρα ήταν ασφυκτικά αποπνικτική. Κείτονταν εξουθενωμένη και άτονη σαν να ξεκουραζόταν  μετά από κάποιο οδυνηρό παροξυσμό.  Η Μάργκαρετ  ήταν σίγουρη ότι θα έπρεπε να μπορεί να αναπνεύσει καλύτερα, κάτι που θα της  εξασφάλιζε το να ανασηκωθεί σε  όρθια θέση. Χωρίς  να πει λέξη, την ανασήκωσε και τακτοποίησε τα μαξιλάρια έτσι ώστε  παρά την ατονία της, η Μπέσσυ να είναι πιο ανακουφισμένη  αν και ακόμα αποχαυνωμένη.
«Θαρρούσα πως δε θα σε ματάβλεπα», είπε κάποια στιγμή κυττάζοντας  με λαχτάρα το πρόσωπο της Μάργκαρετ.
«Φοβάμαι πως έχεις χειροτερέψει.  Όμως δεν μπορούσα να έρθω χθες,  επειδή η μητέρα μου ήταν πολύ άρρωστη – και για κάποιους ακόμα λόγους» έκανε η Μάργκαρετ κοκκινίζοντας.

«Ίσως και να θάρρεψες πως δεν έκαμα σωστά που  σου μήνυσα με τη Μαίρη να ’ρθεις – πως λησμόνησα τη θέση μου.» Μα ΄κείνες οι φωνές και οι τσακωμοί μου ταράξανε τα σωθικά και σαν έφυγε ο πατέρας, σκέφτηκα  ‘Αχ, τη φωνή της μόνο ν’ άκουγα να μου διαβάζει κάποια λόγια παρηγοριάς κι υπόσχεσης, θα μπορούσα έτσι ν’αφεθώ να ξεψυχήσω στη γαλήνη και στα χέρια του Θεού, όπως τα μωρά ησυχάζουν σαν τα νανουρίζει η μάνα τους.’
«Θέλεις να σου διαβάσω τώρα ένα κεφάλαιο;»
« Ναι, αμέ ! Μπορεί στην αρχή να μην καταλάβω τα νοήματα - να ‘ναι πολύ ξέμακρα για μένα μα σα φτάσεις στις λέξεις που μ’αρέσουνε,  σ’εκείνα τα κομμάτια που μιλάνε για παρηγοριά, τότε θα  έρχονται  πιο εύκολα στ’αυτιά μου ως και μέσα στην καρδιά μου σαν και πρώτα.»
Η Μάργκαρετ ξεκίνησε.  Η Μπέσσυ  αναδευόταν συνεχώς. Αν, με κάποια προσπάθεια έμενε ήσυχη για ένα λεπτό, αμέσως μετά φαινόταν να την ταράζεται στο διπλάσιο.  Στο τέλος  ξέσπασε: «Μη μου διαβάζεις άλλο!  Δε ‘φελάει. Όλη την ώρα βρίζω από μέσα μου σα σκέφτομαι όλα όσα δεν είναι μπορετό ν ’αλλάξουνε.  Θα άκουσες  ίσως για το κακό που έγινε χθες στη φάμπρικα του Μάρλμποροου;  Εκεινού του Θόρντον, ξέρεις.»
«Ο πατέρας σου δεν ήταν  εκεί, σωστά;» ρώτησε η Μάργκαρετ  κατακόκκινη.
«Όχι, δεν ήταν. Θα ‘δινε και το δεξί του χέρι για να μην είχε συμβεί  ποτέ. Κι αυτό είναι  που μου τρώει τα σωθικά. Δε μπορεί να το βγάλει από το μυαλό του. Και δε ‘φελάει να του πει κανείς  πως αυτοί που ‘ναι  λειψοί στο μυαλό πάντα θε να κάνουνε του κεφαλιού τους. Δεν θα’ χεις δει άνθρωπο πιο αποκαρδιωμένο  απ’ ελόγου του.»
«Όμως, γιατί ;» ρώτησε η Μάργκαρετ. «Δεν καταλαβαίνω».
«Σ’αυτήνα ‘δω την απεργία, ο πατέρας είναι στην Επιτροπή. Το Συνδικάτο τον όρισε γιατί, και το λέω αν και δεν πρέπει, τον έχουνε για άνθρωπο μυαλωμένο και τίμιο  όσο δεν παίρνει . Και κείνος μαζί με τους άλλους της  επιτροπής καταστρώσανε τα σχέδιά τους. Θε ‘να στέκονταν ενωμένοι ότι και να γινόταν, πιστοί σ’αυτό που αποφασίσανε οι περσσότεροι, είτε το θέλανε είτε όχι. Και πάνω απ’όλα δε θα πηγαίνανε κόντρα στο νόμο της χώρας. Ο λαός θα ακολουθούσε αν τους έβλεπε να αγωνίζονται και να υπομένουν την πείνα καρτερικά ∙ μα έφτανε μονάχα μια φορά να ξεσπάσει  καυγάς και ταραχή  - ακόμα και με απεργοσπάστες και όλα θε να τέλειωναν  όπως έχει γίνει τόσες φορές παλιότερα. Θα προσπαθούσανε να μιλήσουνε στους απεργοσπάστες, να τους πάρουνε με το καλό, να τους λογικέψουνε ακόμα και να τους προειδοποιήσουνε, μα ότι και να τύχαινε, η Επιτροπή όρισε σε όλα τα μέλη του Συνδικάτου, να πέσουν καταγής να πεθάνουνε αν χρειαστεί παρά να σηκώσουνε το χέρι να χτυπήσουνε – έτσι ήτανε σίγουροι πως θα παίρνανε τον κόσμο με το μέρος τους. Κι ακομα η Επιτροπή ήξερε πως έτσι ήταν το σωστό να κάμουνε και δε θέλανε να μπερδέψει ο κόσμος τι’ναι σωστό και τι’ναι λάθος έτσι που στο τέλος να μη μπορούνε να τα ξεδιαλύνουνε. Ίδια κι απαράλλαχτα σαν τη σκόνη εκείνη, το φάρμακο με το ζελέ που μου ’δωκες να τ’ ανακατέψω . Ο ζελές ήτανε περσότερος μα η γεύση από το φάρμακο ξεχώριζε για τα καλά. Το λοιπόν, σου τα εξιστόρησα όλα καταπώς έχουνε – απόστασα πιά. Κάτσε και στοχάσου και μοναχή σου τι σημαίνει για τον πατέρα να δει όλους τους κόπους του να χαλιούνται έτσι, και μάλιστα από έναν παλαβό σαν τον Μπούσερ που έπρεπε σώνει και καλά να πάει αντίθετα στις εντολές της Επιτροπής και να καταστρέψει την απεργία, ίδια κι απαράλλαχτα σαν το Γιούδα. Α, μα ο πατέρας του ’δωκε να καταλάβει χθες το βράδυ ! Έφτασε να του πει ότι θα τον έδινε στην αστυνομία – θα μαρτύραγε που κρυβότανε ο καπετάνιος της ανταρσίας  και θα τον έδινε στ’αφεντικά να τονέ κάμουνε κατά πως  θέλανε. Να μάθει ο κόσμος ότι τα πραγματικά κεφάλια της απεργίας δεν ήταν σαν και τον Μπούσερ, αλλά ήταν σοβαροί, υπεύθυνοι ανθρώποι, καλοί εργάτες και πολίτες  με σέβας στο νόμο και στο δίκιο, που υποστηρίζανε την τάξη και που το μόνο που θέλανε ήταν  να πάρουν το μεροκάματό τους σωστό και που δε θα γυρνούσαν στην δουλειά ακόμα κι αν πεινάγανε αλλά ποτές δε θα βλάφτανε τη ζωή και το βιός κάποιου άλλου. Γιατί» είπε χαμηλώνοντας τη φωνή της  «λένε ότι αυτός ο Μπούσερ έριξε μια πέτρα στην αδελφή του Θόρντον και παραλίγο να τη σκοτώσει.»
«Δεν είναι αλήθεια,» είπε η Μάργκαρετ «δεν έριξε ο Μπούσερ την πέτρα.» Έγινε κατακόκκινη και αμέσως  χλώμιασε. «Ήσουνα ‘κει, τότε, έτσι;» τη ρώτησε η Μπέσσυ ξεψυχισμένα και αλήθεια είχε μιλήσει με πολλές παύσεις  σαν να της ήταν ασυνήθιστα δύσκολο το να μιλά.
«Ναι. Τέλος πάντων. Συνέχισε. Απλά δεν ήταν ο Μπούσερ αυτός που πέταξε την πέτρα. Όμως, τι του απάντησε του πατέρα σου;»

“Δεν έβγαλε άχνα.  Έτρεμε ο δόλιος τόσο από εξάντληση κι οργή που δεν άντεχα να τον κυττάζω. Τον άκουγα να κοντανασαίνει και κάποια στιγμή θάρρεψα πως  έκλαιγε μ’αναφιλητά. Μα σαν του’πε ο πατέρας πως θα τονέ παράδινε στους αστυνόμους, έβγαλε μια φοβερή κραυγή, έριξε  στον πατέρα μια γροθιοά καταπρόσωπο  κι έφυγε αστραπή. Ο πατέρας  τα σάστισε για λίγο με το χτύπημα, γιατί θαρρούσε πως ο Μπούσερ ήταν αδύναμος απ’την πείνα και την ταλαιπωρία. Κάθισε για λίγο και σκέπασε με το χέρι τα μάτια του, έπειτα κίνησε για την πόρτα. Δεν ξέρω πού  τηνε’ βρήκα τη δύναμη, μα σηκώθηκα απ’το κρεβάτι  και χύθηκα καταπάνω του και τον αγκάλιασα. «Πατέρα, πατέρα!» του’πα. «Μην τολμήσεις να πάς να τονε καταδώσεις  αυτόν τον έρμο  που ψοφά της πείνας. Δε σ’αφήνω να φύγεις α δε μου υποσχεθείς πως δε θα το κάνεις.»
«Μην είσ’ανόητη» μού’πε εκείνος. «Σε μερικούς τα λόγια τρέχουν μπροστά από το μυαλό τους. Δεν το’χα σκοπό ποτέ να τονέ καταδώσω , αν και, μα το Θ - , αυτό θα του’πρεπε. Και δε θα μ’ένοιαζε σταλιά αν κάποιος άλλος έβγαζε το φίδι από την τρύπα και τον έδινε να τον μπουζουριάσουν. Όμως αφού με βάρεσε, τώρα είναι που δεν μπορώ να το κάνω με τίποτα γιατί θα’ναι σαν να βάζω άλλους να  πάρουν εκδίκηση για ελόγου μου. Μα αν τύχει και ξεμπερδέψει με το καλό, και έρθει στα συγκαλά του, τότε εκείνος κι εγώ θα  έχουμε λογαριασμούς να ξεκαθαρίσουμε και τότε θα τα πούμε.»  
Κι έτσι ο πατέρας μ’αποτράβηξε από πάνω του, γιατί πραγματικά κόντευα να λιποθυμήσω  κι εκεινού το πρόσωπο ήταν άσπρο σαν το πανί και σε τόπους τόπους κατακόκκινο έτσι που  αρρώσταινα σαν τονέ κύτταζα.  Και δεν κατέχω αν ήμουνα ξυπνητή για όχι, μπορεί και να’χα λιγοθυμήσει ώσπου ήρθε η Μαίρη και της είπα να πάει να σε φωνάξει για χάρη μου. Μα μη μου μιλήσεις άλλο πιά, μοναχά διάβαζέ μου. Σαν να ξαλάφρωσα τώρα που τά βγαλα από μέσα μου, θέλω όμως ν’ακούσω  άλλα πράγματα του έξω  κόσμου, μακρινά για να ξεπλύνω την πίκρα από μέσα μου.  Διάβασέ μου κάτι , όχι απ’τα κηρύγματα μα από τις ιστορίες  - έχουνε εικόνες και μπορώ να τις βλέπω ακόμα και με σφαλιχτά τα μάτια. Διάβασέ μου για τη Νέα Παράδεισο και για τη Νέα Γη κι έτσι ίσως και ν’αποξεχαστώ.»
Η Μάργκαρετ άρχισε να διαβάζει απαλά και χαμηλόφωνα. Αν και τα μάτια της Μπέσσυ ήταν κλειστά,  το’νοιωθε πως για κάμποση ώρα άκουγε γιατί έβλεπε τα δάκρυα να λάμπουν ανάμεσα στα κλειστά της βλέφαρα. Κάποια στιγμή κοιμήθηκε∙  όμως το κορμί της συνέχισε να τινάζεται και την άκουγε να μουρμουρίζει ικετευτικά.. Η Μάργκαρετ την σκέπασε και την άφησε, γιατί είχε ένα ανήσυχο προαίσθημα ότι ίσως την γύρευαν στο σπίτι κι όμως  μέχρι εκείνη τη στιγμή της φαινόταν σκληρό να αφήσει το ετοιμοθάνατο κορίτσι.
Η κυρία Χέηλ ήταν  στο καθιστικό  όταν επέστρεψε η κόρη της.  Βρισκόταν σε  μια από τις καλές  της μέρες  και δεν έπαυε να πλέκει το εγκώμιο του υδατοστρώματος. Έμοιαζε με τα στρώματα που ήξερε από το σπίτι του Λόρδου Μπέρεσφορντ περισσότερο από ο,τιδήποτε άλλο είχε συναντήσει έκτοτε.  Αγνοούσε το λόγο, όμως  έμοιαζε σαν να είχε χαθεί η τεχνική κατασκευής τέτοιων κρεβατιών σαν και αυτών που θυμόταν στα χρόνια της νεότητάς της.  Θα έλεγε κανείς πως ήταν αρκετά εύκολο, υπήρχε  προς χρήση το ίδιο είδος φτερών κι ωστόσο για κάποιο λόγο, ένας Θεός ξέρει από πότε είχε να κοιμηθεί τόσο καλά όσο την προηγούμενη νύχτα.. Ο κύριος Χέηλ υπαινίχθηκε πως κάποια από τα πλεονεκτήματα των στρωμάτων παλαιότερων εποχών θα μπορούσαν να αποδοθούν στην δραστηριότητα της νιότης η οποία έκανε θελκτικότερη την ανάπαυση, όμως αυτή η ιδέα δεν έγινε δεκτή  ευμενώς από τη σύζυγό του.
«Όχι, στ’αλήθεια κύριε Χέηλ, έτσι ήταν εκείνα τα κρεβάτια στου Λόρδου Τζων. Μάργκαρετ, καλή μου, είσαι νέα και  δραστηριοποιείσαι αρκετά όλη την ημέρα – βρίσκεις  ότι τα κρεβάτια είναι άνετα;  Ζητώ τη γνώμη σου. Σου δίνουν την αίσθηση της απόλυτης ξεκούρασης όταν ξαπλώνεις σε αυτά  ή μήπως στριφογυρνάς  πασχίζοντας μάταια να βρεις  μια βολική θέση  και ξυπνάς το πρωί το ίδιο κουρασμένη όπως όταν πήγες για ύπνο;»
Η Μάργκαρετ γέλασε. « Για να είμαι ειλικρινής, μητέρα, δεν σκέφτομαι καθόλου τι είδους είναι το κρεβάτι μου. Το βράδυ   είμαι τόσο κουρασμένη που αρκεί να ξαπλώσω οπουδήποτε για να με πάρει αμέσως ο ύπνος. Επομένως είναι αναρμόδια για να εκφέρω άποψη. Ξέρεις όμως, ότι δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να δοκιμάσω τα κρεβάτια στην οικία του Λόρδου Μπέρεσφορντ. Δεν έχω πάει ποτέ στο Όξενχαμ.»
«Μα δεν ήσουν  εσύ ; Ω, σίγουρα όχι. Θυμάμαι ότι είχα πάρει μαζί μου τον καημένο τον Φρέντερικ. Μονάχα μια φορά πήγα στο Όξενχαμ αφ’ότου παντρεύτηκα, στον γάμο της θείας σου Σω, και  ο καημενούλης ο Φρέντερικ ήταν μωρό τότε. Και ήξερα ότι στην Ντίξον δεν άρεσε που από προσωπική υπηρέτρια έγινε γκουβερνάντα και φοβόμουν ότι αν την έπαιρνα κοντά στο μέρος που ήταν το  παλιό της σπίτι ίσως να μου έφευγε. Αλλά το καημένο το μωρό αρρώστησε από τα δοντάκια του στο Όξενχαμ και με όλη αυτή τη φασαρία για το γάμο της Άννας, και με τη δική μου φιλάσθενη κράση, η Ντίξον  ανέλαβε  τη φροντίδα του περισσότερο παρά ποτέ και αυτό την έκανε να τον αγαπήσει πολύ κι ήταν τόσο περήφανη όταν ο μικρός δεν πήγαινε σε κανέναν άλλον  παρά στην αγκαλιά της, που δεν  νομίζω ότι σκέφτηκε ξανά να μας εγκαταλείψει έκτοτε, αν και τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά απ’αυτά που είχε συνηθίσει.  Ο καημένος ο Φρέντ!  Όλοι τον αγαπούσαν.  Γεννήθηκε προικισμένος να κερδίζει τους ανθρώπους. Σκέφτομαι τα χειρότερα για τον Κάπταιν Ρηντ όταν αναλογίζομαι ότι αντιπαθούσε το καημένο μου το αγόρι. Θεωρώ ότι αυτό από μόνο του  ήταν  χειροπιαστή απόδειξη πως ήταν κακός άνθρωπος. Α, ο καημένος ο πατέρας σου Μάργκαρετ. Έφυγε απ’το δωμάτιο. Δεν αντέχει να ακούει να μιλάμε για τον Φρέντερικ.»
«Μου αρέσει να ακούω γι αυτόν, μητέρα. Πες μου ό,τι θέλεις. Δεν χορταίνω ν’ακούω. Πες μου πώς ήταν σαν μωρό.»
«Ε, λοιπόν, Μάργκαρετ, δεν πρέπει να στεναχωρηθείς  αλλά ήταν πολύ πιο χαριτωμένο μωρό από εσένα. Θυμάμαι, όταν σε πρωτοείδα να σε κρατάει η Ντίξον σκέφτηκα; ‘ Μα τι ασχημούλικο μωράκι!’ Και εκείνη είπε ‘ Δεν μοιάζουν όλα τα μωρά στον κύριο Φρέντ, η Παναγιά μαζί του!’  Χριστέ μου, πόσο καλά το θυμάμαι ! Κι έπειτα μπορούσα να κρατώ το Φρέντ στην αγκαλιά μου κάθε στιγμή της ημέρας και το κρεβατάκι του ήταν δίπλα στο δικό μου και τώρα, τώρα – Μάργκαρετ-  δεν ξέρω πού  είναι το αγόρι μου και μερικές φορές σκέφτομαι ότι δεν θα τον ξαναδώ ποτέ.»
Η Μάργκαρετ, κάθισε δίπλα στην πολυθρόνα της μητέρας της και απαλά πήρε το χέρι της και άρχισε να το φιλά και να το χαϊδεύει για να την παρηγορήσει. Η κυρία Χέηλ έκλαιγε χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί. Στο τέλος ίσιωσε το κορμί της στην πολυθρόνα και γυρνώντας προς την κόρη της τής είπε πνιγμένη στα δάκρυα αλλά σοβαρά και με επισημότητα « Μάργκαρετ, θα αναρρώσω , αν ο Θεός μου επιτρέψει  να έχω ελπίδες ανάρρωσης, μόνο αν δω τον γυιό μου τον Φρέντερικ άλλη μια φορά. Θα ξυπνήσει κάθε ικμάδα ευρωστίας που έχω μέσα μου.» Σώπασε και φάνηκε ότι προσπαθούσε να μαζέψει δυνάμεις για να πει κάτι ακόμα. Η φωνή της ακούστηκε πνιχτή καθώς συνέχισε- έτρεμε στη σκέψη κάποιας παράλογης αλλά ξεκάθαρης ιδέας.
«Και, αν πεθάνω Μάργκαρετ – αν είναι γραφτό μου να φύγω σε μερικές εβδομάδες- πρέπει πρώτα να δω το παιδί μου. Δεν ξέρω πώς μπορεί να γίνει αυτό, όμως απευθύνομαι σε σένα Μάργκαρετ, όπως κι εσύ ελπίζεις για παρηγοριά στις τελευταίες σου ημέρες, φερ’τον μου πίσω να του δώσω την ευχή μου. Μόνον για πέντε λεπτά, Μάργκαρετ. Δεν θα υπάρξει  κίνδυνος  για πέντε λεπτά. Ω, Μάργκαρετ, κάνε να τον δω  πριν πεθάνω!»

Η Μάργκαρετ δεν μπορούσε να βρει κάτι εντελώς παράλογο σε αυτά τα λόγια. Δεν ψάχνει κανείς να βρει τις λογικές αιτίες πίσω από τις διάπυρες ικεσίες  κάποιου που βρίσκεται στα πρόθυρα του θανάτου. Μας κεντρίζει  η σκέψη αμέτρητων  χαμένων ευκαιριών που  είχαμε για να εκπληρώσουμε τις επιθυμίες εκείνων που σύντομα θα έχουν φύγει μακριά μας και σαν τύχει να μας το ζητήσουν, για να ζήσουμε στο εξής ευτυχισμένοι, καθιστούμε τους  ίδιους υπεύθυνους γι αυτό και βγάζουμε το βάρος από πάνω μας.  Όμως αυτή η επιθυμία της κυρίας Χέηλ ήταν τόσο φυσιολογική, τόσο δίκαιη τόσο σωστή και για τα δύο μέρη που η Μάργκαρετ ένοιωσε υποχρεωμένη τόσο για χάρη του Φρέντερικ όσο και για τη μητέρα της να παραβλέψει  κάθε πιθανότητα κινδύνου και να δεσμευτεί  να πράξει  στα πλαίσια των δυνάμεών της  το πάν, για να την πραγματοποιήσει.  Τα μεγάλα, διεσταλμένα μάτια  την καρφώνανε με ένα βλέμμα σταθερό, γεμάτο λαχτάρα  ωστόσο τα χλωμά της χείλη έτρεμαν σαν μικρού παιδιού. Η Μάργκαρετ σηκώθηκε απαλά και στάθηκε απέναντι στην εύθραστη φιγούρα της μητέρας της , θέλοντας με τη δική της  ήρεμη σταθερότητα να της καθησυχάσει ότι η επιθυμία της θα πραγματοποιηθεί. «Μητέρα, θα γράψω  μια επιστολή απόψε και θα αναφέρω στον Φρέντερικ αυτά που είπες. Είμαι σίγουρη , όσο είμαι σίγουρη και για την ίδια μου τη ζωή, ότι θα έρθει αμέσως.  Ησύχασε, μητέρα αν μπορώ να σου υποσχεθώ κάτι  αυτό είναι ότι θα τον δείς.»
«Θα του γράψεις απόψε! Ναι, Μάργκαρετ; Το ταχυδρομείο φεύγει στις πέντε – θα το προλάβεις, έτσι; Μου έχει  μείνει τόσος λίγος χρόνος, νοιώθω πως δεν πρόκειται να αναρρώσω ποτέ, αν και ο πατέρας σου  μερικές φορές  το παρακάνει με την πειθώ του και με παρασύρει σε ελπίδες. Θα του γράψεις αμέσως, ναι ; Μην χάσεις το  ταχυδρομείο, γιατί μπορεί και με την παραμικρή καθυστέρηση μπορεί να μην με προλάβει.»
«Όμως , μητέρα, ο πατέρας λείπει.»

«Ο πατέρας λείπει! Και τι μ’αυτό ; Πιστεύεις ότι θα μου αρνιόταν  αυτήν την τελευταία επιθυμία, Μάργκαρετ ; Μα, δεν θ’αρρώσταινα- δεν θα πέθαινα- αν δεν με έπαιρνε από το Χέλστοουν να με φέρει σε αυτό το ανθυγιεινό, ανήλιαγο και γεμάτο καπνούς μέρος.»
«Αχ, μητέρα!» είπε η Μάργκαρετ.
«Ναι, έτσι ακριβώς. Το ξέρει και ο  ίδιος, το έχει πει πολλές φορές. Θα έκανε τα πάντα για μένα – μην φανταστείς ότι θα μου στερούσε αυτήν την τελευταία επιθυμία – αυτήν την παράκληση, πες. Και πραγματικά, Μάργκαρετ,  η λαχτάρα μου να ξαναδώ τον Φρέντερικ  στέκεται ανάμεσα σε μένα και στον Θεό. Δεν μπορώ να προσευχηθώ  μέχρι να αποκτήσω αυτό και μόνον αυτό – πραγματικά μου είναι αδύνατον.  Μην χάνεις χρόνο,  πολυαγαπημένη μου Μάργκαρετ. Γράψ’ του με το αμέσως επόμενο  ταχυδρομείο. Έτσι, θα είναι εδώ σε εικοσιδύο ημέρες! Γιατί σίγουρα θα έρθει.  Τίποτα δεν θα μπορέσει να σταθεί εμπόδιο.  Σε εικοσιδύο μέρες θα δώ το αγόρι μου.»  Έγειρε πίσω και για κάμποση ώρα δεν πρόσεξε ότι η Μάργκαρετ στεκόταν ακίνητη με το χέρι μπροστά στα μάτια της.
«Δεν γράφεις!» είπε στο τέλος η μητέρα της. «Φέρε μου χαρτί και μολύβι. Θα προσπαθήσω να γράψω εγώ.» Ανακάθισε τρέμοντας σύγκορμη με πυρετώδη ζήλο. Η Μάργκαρετ, χαμήλωσε το χέρι της και κύτταξε τη μητέρα της  περίλυπη.
«Περίμενε μόνο μέχρι να έρθει ο πατέρας. Να τον ρωτήσουμε πώς είναι καλύτερα να το κάνουμε.»
«Το υποσχέθηκες, Μάργκαρετ. Μόλις πριν από λίγο – είπες ότι θα έρθει.»
«Και όντως θα έρθει, μητέρα – μην κλαίς καλή μου, αγαπημένη μου μητέρα. Θα του γράψω τώρα, εδώ – θα με δεις που θα του γράψω – και θα το στείλω με το επόμενο ταχυδρομείο, και αν ο πατέρας θεωρήσει ότι είναι σωστό, μπορεί να του γράψει κι εκείνος  όταν έρθει – θα καθυστερήσει μια μόνο  ημέρα. Αχ, μητέρα, μην κλαίς τόσο,  μου ραγίζεις την καρδιά.»
...........................................................................................................................................................