Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Κεφάλαιο 39ο "Κάνοντας φίλους".



   Όπως σας υποσχέθηκα, μέσα στον Απρίλη ολοκληρώθηκε το 39ο. Και τί κεφάλαιο....! Η Μάργκαρετ προβαίνει σε μια σημαντική ανακάλυψη! Εμείς βέβαια, το είχαμε δει να'ρχεται ...!

 

    «Κaνοντας φiλους»


Η Μάργκαρετ, αφού άφησε μόνη της την κυρία Θόρντον, πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω, όπως έκανε και παλαιότερα κάθε φορά που εκνευριζόταν. Όμως, καθώς θυμήθηκε ότι σε εκείνο το σπίτι με τους λεπτούς τοίχους τα πάντα ακούγονταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, κάθισε μέχρι να ακούσει την κυρία Θόρντον να φεύγει για τα καλά από το σπίτι. Πίεσε τον εαυτό της να ξαναθυμηθεί την συνομιλία που είχαν. Υποχρέωσε την μνήμη της να  την ανατρέξει λέξη προς λέξη. Στο τέλος, σηκώθηκε και μονολόγησε μελαγχολικά:
«Όπως και να ‘χει, τα λόγια της δεν με αγγίζουν. Πέφτουν άχρηστα από πάνω μου, γιατί είμαι αθώα απ’ όλα όσα μου καταλογίζει. Όμως είναι σκληρό να σκέφτομαι ότι κάποιος – και μάλιστα γυναίκα – μπορεί να πιστέψει αυτά τα πράγματα για μια άλλη, τόσο εύκολα. Είναι σκληρό και θλιβερό. Για εκείνο το οποίο πραγματικά έχω φταίξει δεν με κατηγορεί – γιατί δεν το ξέρει. Εκείνος δεν  της το είπε. Έπρεπε να το καταλάβω ότι δεν θα το έκανε!»
Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά σαν να αισθανόταν περήφανη για όποια αβρότητα αισθημάτων είχε τυχόν δείξει ο κύριος Θόρντον. Έπειτα, καθώς μια καινούρια σκέψη πέρασε από το μυαλό της, έσφιξε τα χέρια της το ένα με το άλλο.
« Κι αυτός θα πίστεψε ότι ο καημένος ο Φρέντερικ ήταν κάποιος εραστής μου.»
(Κοκκίνησε  στη σκέψη και μόνο της λέξης) «Τώρα το καταλαβαίνω. Δεν είναι μόνο ότι γνωρίζει το ψέμα που είπα, αλλά πιστεύει επίσης ότι κάποιος άλλος έχει αισθήματα για μένα και ότι εγώ – Ω, Θεέ μου, Ω, Θεέ μου! Τι θα κάνω ;  Τι λέω;  Γιατί με νοιάζει το τι σκέφτεται, πέραν του ότι έχω χάσει  την καλή του γνώμη σε σχέση με το αν είπα ή όχι την αλήθεια ; Δεν ξέρω τι να πω. Αλλά είμαι πολύ δυστυχισμένη. Ω, πόση δυστυχία έφερε αυτή η χρονιά! Δεν έζησα σαν νεαρή κοπέλα, σαν γυναίκα. Δεν έχω πια ελπίδα να ζήσω σαν γυναίκα, γιατί δεν θα παντρευτώ ποτέ. Προβλέπω να έχω τις ίδιες θλίψεις και βάσανα που έχει μια ηλικιωμένη και με τον ίδιο φόβο στην καρδιά. Είμαι κατάκοπη πια με το να πρέπει να δείχνω συνέχεια  δυνατή. Για χάρη του πατέρα, θα μπορούσα να αντέξω γιατί αυτό είναι φυσιολογικό και ευσεβές καθήκον μου. Και νομίζω πως θα μπορούσα να αντέξω και στα – όπως και να’χει  μπορούσα να έχω  την δύναμη να αντικρούσω τις  άδικες και απρεπείς υποψίες της κυρίας Θόρντον. Όμως είναι σκληρό να νοιώθω ότι εκείνος με έχει εντελώς παρεξηγήσει ! Τι έπαθα σήμερα και είμαι τόσο χάλια ; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Κάποιες φορές πρέπει να τα παρατάω.  Όμως όχι, δεν θα το κάνω,» είπε και τινάχτηκε επάνω. «Δεν θα το κάνω, δεν θα σκεφτώ ποιά είμαι και πού βρίσκομαι. Δεν θα αναλύσω τα αισθήματά μου. Δεν θα ωφελούσε τώρα. Κάποια στιγμή, αν ζήσω, όταν θα έχω γεράσει και θα κάθομαι δίπλα στη φωτιά κυττάζοντας τη θράκα, ίσως να αναπολήσω τη ζωή που θα μπορούσα να έχω ζήσει.»
Όλη αυτήν την ώρα, ετοιμαζόταν βιαστικά για να βγει έξω, σταματώντας μονάχα πού και πού για να σκουπίσει με μια ανυπόμονη κίνηση τα δάκρυά της, ξέροντας ότι θα συνεχίσουν να αναβλύζουν παρά την γενναιοψυχία της.
«Νομίζω πως πολλές γυναίκες κάνουν τέτοια θλιβερά  λάθη όπως εγώ και το ανακαλύπτουν όταν είναι πολύ αργά. Και  πόσο βιαστικά, με πόση αυθάδεια του μίλησα εκείνη την ημέρα! Όμως, τότε δεν ήξερα!  Μου συνέβη σιγά-σιγά και δεν ξέρω πότε άρχισε. Τώρα δεν θα τα παρατήσω. Θα μου είναι πολύ δύσκολο να συμπεριφερθώ με τον ίδιο τρόπο απέναντί του, έχοντας αυτήν την άθλια επίγνωση, αλλά θα είμαι πολύ ήρεμη, πολύ ήσυχη και θα μιλήσω ελάχιστα. Αλλά σίγουρα, μπορεί να μην τον δώ. Προφανώς, μας αποφεύγει. Αυτό θα ήταν το χειρότερο απ’ όλα. Και δεν είναι περίεργο που με αποφεύγει, αφού έχει αυτήν την γνώμη για μένα.»
Βγήκε έξω γρήγορα με κατεύθυνση προς την εξοχή προσπαθώντας με το γρήγορο βάδισμα να αποφύγει τις σκέψεις.


..........................................................................................................................................................


Βρήκε τον Νίκολας απασχολημένο με το να προσπαθεί να κάνει ένα νόμισμα να στριφογυρίσει πάνω στη συρταριέρα για να διασκεδάσει τα τρία μικρότερα παιδιά που ήταν γαντζωμένα πάνω του χωρίς φόβο. Τόσο αυτός όσο και τα παιδιά χαμογελούσαν πλατιά όταν το νόμισμα κατάφερνε να στριφογυρίσει  για πολλή ώρα. Η Μάργκαρετ σκέφτηκε ότι αυτή η χαρούμενη όψη και το ενδιαφέρον που έδειχνε στο παιχνίδι  ήταν καλό σημάδι. Όταν το νόμισμα σταμάτησε να στριφογυρνάει, ο «μικούλης Τζόννυ» άρχισε να κλαίει.
«Έλα σε μένα» είπε η Μάργκαρετ, σηκώνοντάς τον από την συρταριέρα και κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Κράτησε το ρολόι της στο αυτί του ενώ παράλληλα ρωτούσε τον  Νίκολας αν είχε δει τον κύριο Θόρντον.
Το ύφος του άλλαξε αμέσως.
«Αμέ, πώς!» είπε. «Τον είδα και τον άκουσα και με το παραπάνω!»
«Σου αρνήθηκε λοιπόν ;» είπε η Μάργκαρετ λυπημένα.
« Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Το’ξερα δα, απ’την αρχή.  Δε ‘φελάει να περιμένεις λύπηση από ‘κείνους εκεί τους αφεντάδες. Σύ ‘σαι ξενομερίτισσα, φερμένη απ’ αλλού και δεν ξέρεις τα χούγια τους. Ελόγου μου όμως τα ξέρω.»
«Λυπάμαι που σου το ζήτησα. Ήταν θυμωμένος; Δεν σου μίλησε όπως ο Χάμπερ, έτσι;»
«Δεν  μου φέρθηκε και με το γάντι!» είπε ο Νίκολας στριφογυρίζοντας άλλη μια φορά το νόμισμα, προς τέρψιν τόσο των παιδιών όσο και δική του. «Μη σκάς. Δεν έγινε τίποτα. Θα βγώ στη γύρα αύριο. Αλλά κι εγώ δεν του χαρίστηκα. Του’πα πως δεν είχα και την καλύτερη γνώμη για λόγου του και πώς ούτε που θα ματα’ρχόμουν στο εργοστάσιό του, αλλά πως με παρακάλεσες εσύ και σου’ κανα το χατίρι.»
«Του είπες πως σε έστειλα εγώ;»
«Δεν ξέρω αν είπα το όνομά σου. Δεν θυμάμαι αν το ’κανα. Είπα ότι μια κυρά που δεν κάτεχε κι αυτή με ορμήνεψε να πάω να δω άμα έχει μια στάλα ανθρωπιά στην καρδιά του.»
«Και εκείνος….» είπε η Μάργκαρετ.
«Μου ‘πε να σου πώ να κυττάς τη δουλειά σου – Ε, ρε τι στριφογύρισμα ήταν αυτό, λεβέντες μου;! - Και με στόλισε και μένα με διάφορες κουβέντες. Δεν πειράζει όμως. Δε χάσαμε τίποτα που είχαμε. Κάλιο να πάω να σπάω πέτρες στο δρόμο παρά να αφήσω τούτα ‘δω να πεινάσουνε.»
Η Μάργκαρετ έβαλε ξανά  πίσω στη θέση του τον Τζώννη που πάσχιζε να ξεφύγει από την αγκαλιά της.
«Συγνώμη που σου ζήτησα να πας στον κύριο Θόρντον. Είμαι απογοητευμένη  μαζί του.»
Ακούστηκε ένας ανάλαφρος θόρυβος πίσω της. Η Μάργκαρετ κι ο Νίκολας γύρισαν ταυτόχρονα να δουν. Πίσω τους στεκόταν ο κύριος Θόρντον με ένα ύφος που φανέρωνε δυσάρεστη έκπληξη. Ενστικτωδώς, η Μάργκαρετ ξεγλίστρησε δίπλα του και  τον προσπέρασε βιαστικά, χωρίς να πεί λέξη, κάνοντας μόνο μια βαθιά υπόκλιση για να κρύψει την ξαφνική χλωμάδα που απλώθηκε στο πρόσωπό της. Εκείνος την χαιρέτησε με μια εξίσου βαθιά υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Καθώς προχωρούσε βιαστικά για της κυρίας Μπάουσερ, άκουσε τον σύρτη να κλείνει και αυτός ο ήχος φάνηκε να επιτείνει την ντροπή της.


Κι εκείνος ενοχλήθηκε που την βρήκε εκεί. Υπήρχε τρυφερότητα  στην καρδιά του – «ανθρωπιά» όπως το έλεγε ο Νίκολας- αλλά από κάποιο αίσθημα υπερηφάνειας την έκρυβε. Ήταν κάτι ιερό και πολύτιμο που ζηλόφθονα προσπαθούσε να το προστατεύσει. Όμως, μολονότι φοβόταν να παραδεχτεί την ευαισθησία του, αντίθετα, έκανε το παν για να μάθουν όλοι ότι ήταν ένας άνθρωπος με υψηλό αίσθημα δικαίου. Και ένοιωθε ότι είχε φανεί άδικος με το να ακούσει τόσο περιφρονητικά το αίτημα ενός ανθρώπου που περίμενε ταπεινά και με υπομονή πέντε ώρες για να του μιλήσει.
Το ότι ο άνθρωπος αυτός του είχε μιλήσει με αυθάδεια, δεν είχε σημασία για τον κύριο Θόρντον ˑ μάλλον τον συμπαθούσε γι αυτό και είχε επίγνωση της δικής του οξύθυμης διάθεσης εκείνη τη στιγμή, άρα ήταν κι οι δύο πάτσι.  Ήταν εκείνες οι πέντε ώρες αναμονής που έκαναν εντύπωση στον κύριο Θόρντον. Ο ίδιος δεν είχε πέντε ώρες για χάσιμο.
Όμως θυσίασε μια - δύο ώρες από τον σκληρό, βαθιά πνευματικό   αλλά και σωματικό μόχθο του για να συγκεντρώσει πληροφορίες για την πιστότητα της ιστορίας του Χίγκινς, το χαρακτήρα του και τη ζωή του. Θέλοντας και μη, πείστηκε ότι όσα είχε πει ο Χίγκινς  ήταν αλήθεια. Κι έπειτα, αυτή η πεποίθηση εισχώρησε ως δια μαγείας και άγγιξε την άδηλη ευαισθησία της καρδιάς του. Η υπομονή που έδειξε αυτός ο άνθρωπος, η απλή γενναιοδωρία των κινήτρων του (επειδή έμαθε για τον καυγά που είχε ο Χίγκινς με τον Μπάουσερ) τον έκανε να ξεχάσει τις αιτιολογίες περί δικαιοσύνης και μόνον και να τις υπερπηδήσει χάρις ενός θεϊκότερου ενστίκτου. Ήρθε να πει στον Χίγκινς ότι θα του πρόσφερε εργασία ˙ και ήταν περισσότερο ενοχλημένος που βρήκε την Μάργκαρετ εκεί παρά που άκουσε τα τελευταία της λόγια˙ επειδή τότε κατάλαβε πως αυτή ήταν η γυναίκα που τον είχε πιέσει να πάει να τον δει. Και έτρεμε να αφήσει να εισχωρήσει στο μυαλό του η σκέψη της σαν το κίνητρο πίσω από την πράξη του, απλά επειδή ήταν αλήθεια.
«Αυτή ήταν λοιπόν η κυρία για την οποία μου έλεγες;» είπε εκνευρισμένος στον Χίγκινς. «Θα μπορούσες να μου το είχες πει ποια ήταν.»
«Και το λοιπόν, θα μου μίλαγες πιο ευγενικά ; Έχεις μια μητέρα τέτοια που θα έπρεπε να σε κάνει να το ξανασκεφτείς πριν πεις ότι οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα.»
« Και βεβαίως, το είπες αυτό στην δεσποινίδα Χέηλ.»
«Φυσικά και το’πα. Τουλάχιστον έτσι θαρρώ. Της είπα να μην ανακατευτεί ξανά στις δουλειές σου.»


«Αυτά τα παιδιά; Δικά σου είναι;» Ο κύριος Θόρντον, από τις πληροφορίες που είχε πάρει,  γνώριζε πολύ καλά τίνος  ήταν τα παιδιά αλλά αισθανόταν αμήχανα και ήθελε να  μεταστρέψει τη συζήτηση από αυτήν την αποθαρρυντική εκκίνηση.
«Δεν είναι παιδιά μου, αλλά είναι δικά μου.»
«Είναι τα παιδιά για τα οποία μου μίλησες σήμερα το πρωί;»
«Όταν μου είπες, » απάντησε ο Χίγκινς στρέφοντας με θυμό που μετά βίας συγκρατούσε, « ότι η ιστορία μου μπορεί να ‘ταν αλήθεια, μπορεί και όχι αλλά σου’μοιαζε για ψεύτικη. Αφεντικό, δεν το ‘χω ξεχάσει.»
Ο κύριος Θόρντον έμεινε σιωπηλός για λίγο κι έπειτα είπε: «Ούτε εγώ. Θυμάμαι τι είπα. Δεν είχα δικαίωμα να σου μιλήσω γι αυτά τα παιδιά με τέτοιο τρόπο. Δεν σε πίστεψα. Δεν θα μπορούσα να αναλάβω τη φροντίδα των παιδιών ενός άλλου αν μου είχε φερθεί με τον τρόπο που έμαθα πως σου φέρθηκε ο Μπάουσερ. Τώρα όμως ξέρω ότι έλεγες αλήθεια. Σου ζητώ συγνώμη.»
Ο Χίγκινς δεν γύρισε ούτε αποκρίθηκε αμέσως. Όμως όταν μίλησε, ήταν σε πιο ήπιο τόνο αν και τα ίδια τα λόγια του είχαν αρκετή τραχύτητα.
«Δεν είχες καμμιά δουλειά να γυρνάς και να ρωτάς τι έγινε με λόγου μου και τον Μπάουσερ. Αυτός είναι πεθαμένος κι εγώ έχω μετανοιώσει. Αυτό.»
« Μάλιστα. Λοιπόν, θα δουλέψεις για μένα; Αυτό ήρθα να σε ρωτήσω.»
Το πείσμα του Χίγκινς φάνηκε να κλονίζεται, ανέλαβε δυνάμεις και στάθηκε ακλόνητος. Δεν θα μιλούσε. Ο κύριος Θόρντον δεν θα του ζητούσε το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά. Το βλέμμα του Χίγκινς έπεσε στα παιδιά.
«Με είπες θρασύ και ψεύτη και ταραχοποιό, και ίσως και να’χες δίκιο γιατί πού και πού συνήθιζα να πίνω. Και ‘γω σε είπα τύραννο, και σκυλί μαύρο, σκληρό αφεντικό και άκαρδο. Εδώ βρισκόμαστε. Αλλά, για χάρη των παιδιών, αφεντικό, θαρρείς πως μπορούμε να τα πάμε καλά;»
« Μια φορά,» είπε ο κύριος Θόρντον μισογελώντας «δεν έκανα εγώ την πρόταση να τα πάμε καλά. Αλλά κατά τα λεγόμενά σου, υπάρχει κάτι καλό: Χειρότερη γνώμη δεν θα μπορούσαμε να έχουμε ο ένας για τον άλλον από αυτήν που έχουμε τώρα.»

« Σωστά μιλάς.» είπε ο Χίγκινς αυθόρμητα. «Συλλογιόμουνα από τη στιγμή που σε είδα, τι καλά που δε με πήρες στη δούλεψή σου, γιατί καθόλου δεν θα μπορούσα να  υπακούω τις εντολές σου. Ίσως όμως να βιάστηκα να σε κρίνω, και σε ανθρώπους σαν κι ελόγου μου η δουλειά είναι πάντα δουλειά. Το λοιπόν, αφεντικό, θα έρθω. Και το πιο σπουδαίο – σ’ευχαριστώ. Ο λόγος μου συμβόλαιο,» είπε με περισσότερη ειλικρίνεια, γυρνώντας ξαφνικά και κυττάζοντας για πρώτη φορά τον κύριο Θόρντον καταπρόσωπο.
« Κι ο δικός μου επίσης.» είπε ο κύριος Θόρντον δίνοντας το χέρι του στον Χίγκινς σε μια δυνατή χειραψία. « Λοιπόν, το νου σου να είσαι συνεπής στην ώρα σου,» συνέχισε παίρνοντας πάλι το ύφος του αφεντικού. Δε θέλω χασομέρηδες στο εργοστάσιό μου. Υπάρχουν πρόστιμα και μάλιστα τσουχτερά. Και με το πρώτο που θα σε δω να κάνεις φασαρία, έφυγες. Τώρα λοιπόν ξέρεις με τι έχεις να κάνεις.»
« Είπες κάτι για τη διάνοιά μου, σήμερα το πρωί. Να υποθέσω ότι θα πρέπει να κουβαλάω και το μυαλό μου μαζί, ειδάλλως θα μ’ έχεις να σου δουλεύω χωρίς μυαλό.»
«Άσ’το μυαλό σου στην άκρη αν είναι να ανακατεύεσαι στις δουλειές μου. Να το χρησιμοποιείς μόνο αν  πρόκειται για τις δικές σου δουλειές.»
«Θα χρειαστώ μια στάλα μυαλό για να ξεχωρίσω ποιες είναι οι δικές σου δουλειές και ποιες είναι οι δικές μου .»
«Η δική σου δουλειά δεν ξεκίνησε ακόμα και η δικιά μου αφορά ακόμα εμένα. Καλό σου απόγευμα.»
Λίγο πριν φτάσει ο κύριος Θόρντον στην πόρτα της κυρίας Μπάουσερ, βγήκε από αυτήν η Μάργκαρετ. Δεν τον είδε, και την ακολούθησε για λίγο, θαυμάζοντας το ανάλαφρο και άνετο βάδισμά της, την ψηλή και λυγερή της κορμοστασιά. Όμως ξαφνικά, αυτή η απλή αίσθηση ευχαρίστησης κηλιδώθηκε, δηλητηριάστηκε από τη ζήλεια. Ήθελε να την προφτάσει και να της μιλήσει, να δει πώς θα τον αντιμετωπίσει τώρα που  ήξερε ότι κι ο ίδιος γνώριζε για εκείνη την άλλη σχέση της. Ήθελε επίσης, αλλά γι αυτήν του την επιθυμία μάλλον ντρεπόταν, ότι  είχε δικαιώσει τη φρόνησή της να στείλει τον Χίγκινς σε αυτόν να του ζητήσει δουλειά, και πως είχε μετανοιώσει για την πρωινή του απόφαση.
Την πλησίασε. Εκείνη ξαφνιάστηκε.
«Επιτρέψτε μου να σας πω δεσποινίς Χέηλ ότι μάλλον βιαστήκατε να εκφράσετε την απογοήτευσή σας. Προσέλαβα τον κύριο Χίγκινς.»
«Χαίρομαι γι αυτό,» είπε εκείνη ψυχρά.
«Μου είπε πως επανέλαβε σ’εσάς αυτό που είπα σχετικά με….» ο κύριος Θόρντον δίστασε. Η Μάργκαρετ συνέχισε.
«Για το ότι δεν πρέπει να ανακατεύονται οι γυναίκες. Είχατε κάθε δικαίωμα να εκφράσετε τη γνώμη σας η οποία αναμφίβολα ήταν σωστή. Αλλά…» συνέχισε με περισσότερη ζέση, « ο Χίγκινς δεν σας είπε την  ακριβή αλήθεια.» Η λέξη ‘αλήθεια’ της θύμισε το δικό της ψέμα και σταμάτησε απότομα, νοιώθοντας τρομερά αμήχανα.
Ο κύρος Θόρντον στην αρχή απόρησε με την σιωπή της. Κατόπιν θυμήθηκε το ψέμα το οποίο είχε πει και όλα όσα συνέβησαν. «Την ακριβή αλήθεια!» είπε. «Ελάχιστοι άνθρωποι λένε την ακριβή αλήθεια. Δεν ελπίζω πια σε κάτι τέτοιο. Δεσποινίς Χέηλ, μήπως έχετε να μου δώσετε κάποια εξήγηση; Θα πρέπει να αντιλαμβάνεστε τι περνάει από το μυαλό μου.»
Η Μάργκαρετ δεν μιλούσε. Αναρωτιόταν κατά πόσο οποιαδήποτε εξήγηση θα έθετε σε κίνδυνο την αφοσίωσή της στον Φρέντερικ.
«Μπά…» είπε εκείνος «Δεν θα ρωτήσω περισσότερα.  Ίσως σας βάζω σε πειρασμό. Επί του παρόντος, πιστέψτε με ότι το μυστικό σας δεν κινδυνεύει από εμένα. Επιτρέψτε μου όμως να σας πω, ότι διατρέχετε μεγάλο κίνδυνο με το να είστε τόσο αδιάκριτη. Τώρα μιλώ σαν φίλος του πατέρα σας˙ αν είχε υπάρξει κάποια άλλη σκέψη ή ελπίδα εκ μέρους μου, αυτή έχει λήξει. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου.»
«Αυτό το γνωρίζω,» είπε η Μάργκαρετ, καταβάλλοντας προσπάθεια να ακουστεί αδιάφορη και ψύχραιμη. « Έχω επίγνωση του πως πρέπει να δείχνω στα μάτια σας αλλά πρόκειται για το μυστικό κάποιου άλλου προσώπου και δεν μπορώ να σας δώσω κάποια εξήγηση χωρίς να του προξενήσω ζημιά.»

«Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να εντρυφήσω στα μυστικά του κυρίου,» είπε εκείνος με αυξανόμενο θυμό. «Το ενδιαφέρον μου είναι για εσάς είναι απλώς αυτό ενός φίλου. Ίσως να μην με πιστεύετε δεσποινίς Χέηλ, αλλά έτσι είναι – παρά την φορτικότητα της παρουσίας μου  με την οποία σας απείλησα κάποτε – όμως όλα αυτά έχουν λήξει. Ανήκουν στο παρελθόν. Με πιστεύετε, δεσποινίς Χέηλ ;»
«Μάλιστα,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή ήσυχη και λυπημένη.
«Τότε, πραγματικά, δεν βλέπω  για ποιο λόγο πλέον να περπατάμε μαζί. Νόμιζα ότι ίσως θα είχατε κάτι να πείτε, αλλά βλέπω ότι δεν έχουμε τίποτα εμείς οι δύο. Αν είστε απόλυτα πεπεισμένη ότι οιοδήποτε ανόητο αίσθημα εκ μέρους μου είναι οριστικά λήξαν, τότε σας εύχομαι καλό απόγευμα.» Έφυγε πολύ βιαστικός.
«Τι εννοεί;» σκέφτηκε η Μάργκαρετ. «τι ήθελε να πει με αυτά τα λόγια, σαν να έχω πάντα στο μυαλό μου ότι αυτός νοιάζεται για μένα, αφού το ξέρω πως δεν νοιάζεται – δεν μπορεί να νοιάζεται. Η μητέρα του θα του έχει πει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα για μένα. Μα δεν θα νοιαστώ γι αυτόν. Σίγουρα είμαι αρκετά κυρία του εαυτού μου για να τιθασεύσω αυτό το παράφορο, περίεργο, άθλιο συναίσθημα που με έβαλε σε πειρασμό να προδώσω τον ίδιο τον αγαπημένο μου Φρέντερικ προκειμένου να ξανακερδίσω την καλή γνώμη εκείνου – την καλή γνώμη ενός άνδρα που προσπαθεί σκληρά να μου πει πως δεν σημαίνω τίποτα γι αυτόν. Εμπρός, καρδιά μου! Να είσαι χαρούμενη και γενναία. Δεν θα μας βοηθήσει σε τίποτα να είμαστε παραπεταμένες και έρημες.»
........................................................................................................................................

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Κεφάλαιο 38ο - "Υποσχέσεις Που Εκπληρώνονται"

Πολλά και σημαντικά σε αυτό το 38ο κεφάλαιο. Υποσχέσεις που εκπληρώνονται είτε με χαιρεκακη διάθεση είτε με το στανιό. Και αντιπαραθέσεις ! Ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις !!!



Κεφαλαιο 38ο

Υποσχεσεισ Που Εκπληρωνονται


Δεν ήταν μόνον ότι ο κύριος Θόρντον γνώριζε πως η Μάγκαρετ είχε δώσει ψευδή μαρτυρία – αν και η ίδια πίστευε πως για το γεγονός αυτό είχε ξεπέσει στην υπόληψή του -  αλλά το ότι αυτό της το ψεύδος, στο νού του,  σχετιζόταν ολοφάνερα με κάποιον εραστή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το γεμάτο αγάπη και ειλικρίνεια βλέμμα που την είδε να ανταλλάσσει με έναν άλλον άνδρα, την μεταξύ τους οικειότητα που πρόδιδε τουλάχιστον σχέση εμπιστοσύνης αν όχι βέβαιης αγάπης. Αυτή η σκέψη τον κέντριζε ολοένα ˙ ήταν μια εικόνα που την έβλεπε μπροστά του όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε. Επιπροσθέτως (και αυτό τον έκανε να τρίζει τα δόντια του στην ανάμνηση και μόνο) ήταν η ώρα, σούρουπο μόλις σκοτείνιαζε, το μέρος, τόσο μακριά από το σπίτι και όχι πολυσύχναστο. Η ευγενέστερη πλευρά του εαυτού του αρχικά έτεινε να πιστέψει ότι όλα αυτά μπορεί να ήταν  τυχαία, αθώα και δικαιολογημένα. Όμως, άπαξ και της αναγνώρισε το δικαίωμα να αγαπήσει και να αγαπηθεί ( και τι λόγο είχε να της το αρνηθεί ; Μήπως δεν είχε  με πολύ ξεκάθαρα λόγια  απορρίψει την αγάπη του ;)θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε παρασυρθεί σε έναν μακρινότερο περίπατο, μια ώρα περισσότερο προχωρημένη απ’ όσο περίμενε. Όμως εκείνο το ψέμα! Πού  πρόδιδε κάποια  ένοχη συνείδηση για κάποιο σφάλμα, το οποίο προσπάθησε να αποκρύψει  - κάτι που ήταν τόσο αταίριαστο με το χαρακτήρα της.
Τουλάχιστον αυτό της το αναγνώριζε αν και θα ήταν πιο ανακουφιστικό αν όλον αυτόν τον καιρό τη θεωρούσε ανάξια της εκτίμησής του. Αυτό ήταν η αιτία της δυστυχίας του – ότι την αγαπούσε με πάθος, και πως τη θεωρούσε, με όλα τα ψεγάδια της, πιο υπέροχη και αξιαγάπήτη από κάθε άλλη γυναίκα. Κι όμως, έβλεπε πως ήταν τόσο προσκολλημένη σε έναν άλλον άνδρα, είχε τόσο παρασυρθεί από τα αισθήματά της για εκείνον, ώστε να παραβιάσει τον  φιλαλήθη χαρακτήρα της. Αυτό ακριβώς το ψέμα που την στιγμάτιζε ήταν η απόδειξη του πόσο τυφλά αγαπούσε κάποιον άλλον – εκείνον τον όμορφο άνδρα  που ήταν λυγερός, κομψός και  μελαχρινός – ενώ ο ίδιος ήταν τραχύς, σκυθρωπός και με γεροδεμένος. Ρίχτηκε στο μαρτύριο της αυτομαστίγωσης μέσα σε αγωνιώδη, πυρετική ζήλια. Σκέφτηκε εκείνο το βλέμμα, εκείνη τη στάση! Πώς θα είχε ρίξει τη ζωή του στα πόδια της για ένα της τέτοιο βλέμμα, για να τον αγγίξει με τέτοια  στοργή.  Οίκτιρε τον εαυτό του επειδή είχε δώσει αξία στον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο τον είχε υπερασπιστεί απέναντι στην οργή του πλήθους. Τώρα ήξερε πόσο τρυφερή και γοητευτική φαινόταν όταν ήταν με έναν άνδρα που αγαπούσε πραγματικά. Θυμήθηκε λέξη προς λέξη τα λόγια της που έκοβαν σαν λεπίδες: « Θα έκανε  το ίδιο– και περισσότερο πρόθυμα- για κάθε έναν από εκείνο το πλήθος, όπως και για εκείνον.» Στην προσπάθειά της να αποφύγει την αιματοχυσία τον θεωρούσε ίσο με τον καθένα από το πλήθος. Όμως εκείνος ο άνδρας, εκείνος ο κρυφός εραστής δεν ήταν ίσος με κανέναν άλλον. Βλέμματα, λέξεις, αγκαλιές, ψέματα, συγκαλύψεις – όλα για εκείνον.
Ο κύριος Θόρντον είχε επίγνωση ότι ποτέ άλλοτε στη ζωή του δεν είχε υπάρξει τόσο ευέξαπτος  όσο ήταν τώρα. Σε όποιον τον ρωτούσε ήθελε να δώσει – ή καλύτερα να γρυλίσει-  μια σύντομη, κοφτή απάντηση, και αυτή η επίγνωση πλήγωνε την υπερηφάνειά του. Πάντα υπερηφανευόταν για τον αυτοέλεγχό του και ήταν αποφασισμένος να ελέγξει τον εαυτό του.  Έτσι κατάφερε να μαλακώσει το ύφος του σε έναν τόνο ήπιας αποφασιστικότητας, όμως  ήταν πιο σκληρός και αυστηρός απ’ όσο συνήθως. Στο σπίτι ήταν περισσότερο σιωπηλός απ’ όσο πριν. Περνούσε τα απογεύματά του  βαδίζοντας αδιάκοπα πάνω κάτω, κάτι που, αν το έκανε κάποιος άλλος, θα είχε εξοργίσει αφάνταστα την μητέρα του, η οποία δύσκολα το ανεχόταν ακόμα και από τον αγαπημένο της γυιό.
«Δεν μπορείς να σταματήσεις λιγάκι- δεν μπορείς να καθίσεις για ένα λεπτό; Θέλω κάτι να σου πω, αν μπορέσεις να πάψεις αυτό το αδιάκοπο πήγαιν’ έλα.»
Κάθισε αμέσως σε μια καρέκλα κοντά στον τοίχο.
«Ήθελα να σου μιλήσω για την Μπέτσυ. Λέει πως πρέπει να φύγει. Ότι ο θάνατος του μνηστήρα της  την επηρέασε τόσο ώστε δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.»


«Πολύ καλά. Υποθέτω, τότε,  πως θα πρέπει ν’ αρχίσουμε να ψάχνουμε για μαγείρισσα.»
« Εσείς οι άντρες έτσι σκέφτεστε. Δεν είναι μόνο  το μαγείρεμα, είναι ότι ξέρει τα πάντα για το νοικοκυριό μας. Εκτός αυτού μου είπε κάτι για την φίλη σου, την δεσποινίδα Χέηλ.»
«Δεν είμαι φίλος με την δεσποινίδα Χέηλ. Είμαι φίλος με τον κύριο Χέηλ.»
«Χαίρομαι που τ’ ακούω, γιατί αν ήταν φίλη σου, θα σε πείραζε αυτό που λέει η Μπέτσυ.»
«Πες  μου», είπε εκείνος με εκείνη την ακραία  ηρεμία που είχε υιοθετήσει στην συμπεριφορά του τις τελευταίες ημέρες.
«Η Μπέτσυ λέει ότι την νύχτα που ο αρραβωνιαστικός της – ξεχνώ το όνομά του, γιατί πάντα λέει ΄εκείνος’ - »
«Ο Λέοναρντς.»
«Την νύχτα που  είδανε τον Λέοναρντς για τελευταία φορά στο σταθμό – στην τελευταία του βάρδια, δηλαδή – η δεσποινίδα Χέηλ ήταν εκεί και περιφερόταν με έναν νεαρό, ο οποίος, όπως πιστεύει η Μπέτσυ σκότωσε τον Λέοναρντς, χτυπώντας τον με γροθιά ή σπρώχνοντάς τον.»
«Ο Λέοναρντς δεν πέθανε από  γροθιά ή σπρώξιμο.»
«Πώς το ξέρεις;»
« Γιατί έθεσα ξεκάθαρα την ερώτηση στον γιατρό του νοσοκομείου.  Μου είπε ότι υπήρχε μια μακροχρόνια αρρώστια που προκλήθηκε από την συνήθεια του Λέοναρντς να πίνει υπερβολικά. Ότι το γεγονός πως η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία όταν βρέθηκε σε κατάσταση μέθης, έδωσε απάντηση στο ερώτημα αν η τελευταία και θανατηφόρα κρίση προκλήθηκε από την υπερβολική μέθη ή την
 πτώση.»
« Την πτώση; Ποια πτώση;»
« Αυτήν που προκλήθηκε από το σπρώξιμο ή το χτύπημα που αναφέρει η Μπέτσυ.»
«Άρα υπήρξε χτύπημα ή σπρώξιμο.»
«Έτσι πιστεύω.»
«Και ποιος το έκανε;»
« Καθώς δεν διεξήχθη έρευνα, μετά από την γνωμάτευση του γιατρού, δεν είμαι σε θέση να σου πώ.»
«Όμως η δεσποινίς Χέηλ βρισκόταν εκεί;»
Καμμία απάντηση.
«Και μάλιστα με κάποιον νεαρό.»
Και πάλι καμμία απάντηση. Στο τέλος είπε: «Μητέρα, σου είπα πως δεν έγινε ανάκριση. Δεν  υπήρξε έρευνα .Καμμία δικαστική  έρευνα θέλω να πω.»
« Η Μπέτσυ λέει ότι ο Γούλμερ (ένας γνωστός της που δουλεύει σε οπωροπωλείο, πέρα στο Κράμπτον)  ορκίζεται πως η δεσποινίς Χέηλ βρισκόταν στον σταθμό εκείνη την ώρα, περπατώντας πέρα δώθε με έναν νεαρό.»
« Δεν βλέπω σε τι μας αφορά αυτό. Η δεσποινίς Χέηλ μπορεί να πράττει ελεύθερα, όπως της αρέσει.»
«Χαίρομαι που το λες αυτό,» είπε η κυρία Θόρντον με ζέση. «Σίγουρα έχει λίγη σημασία για εμάς – καθόλου μάλιστα για εσένα, μετά από όσα συνέβησαν!  Όμως, υποσχέ- έδωσα υπόσχεση στην κυρία Χέηλ ότι δεν θα επέτρεπα στην κόρη της να παραστρατήσει χωρίς να τη νουθετήσω και να της δώσω κάποια συμβουλή. Σίγουρα θα της δείξω ποια είναι η γνώμη μου για μια τέτοια διαγωγή.»
«Δεν βλέπω τίποτα επιλήψιμο σε ό,τι έκανε εκείνο το απόγευμα,» είπε ο κύριος Θόρντον και πλησίασε τη μητέρα του. Στάθηκε κοντά στο τζάκι, στρέφοντας το πρόσωπό του από την άλλη μεριά.
« Δεν θα ενέκρινες να γυρνάει η Φάννυ με έναν νεαρό, σούρουπο σε ένα απομονωμένο μέρος. Για να μην αναφέρω το ότι επέλεξε να κάνει τον περίπατό της την ώρα  που η μητέρα της ήταν ακόμα άταφη. Θα ήθελες να δει ένας βοηθός οπωροπώλη  την αδελφή σου να συμπεριφέρεται έτσι ;»
«Κατ’ αρχάς, μια και δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κι εγώ ήμουν βοηθός υφασματοπώλη, απλά το  γεγονός ότι ένας βοηθός οπωροπώλη είδε να συντελείται μια πράξη, δεν αλλάζει το χαρακτήρα της πράξης κατά τη γνώμη μου. Και εν συνεχεία,  βλέπω να υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της δεσποινίδος Χέηλ και της Φάννυ.  Φαντάζομαι  ότι η πρώτη μπορεί να είχε σοβαρούς λόγους  για τους οποίους θα όφειλε να παραβλέψει κάθε φαινομενική απρέπεια στην συμπεριφορά της. Δεν νομίζω ότι η Φάννυ είχε ποτέ σοβαρούς λόγους για να κάνει οτιδήποτε. Χρειάζεται την επίβλεψη άλλων. Η δεσποινίς Χέηλ πιστεύω ότι είναι σε θέση να επιβλέψει τον εαυτό της.»
«Ωραία γνώμη έχεις για την αδελφή σου, στ’ αλήθεια!  Πραγματικά, Τζων, θα έλεγε κανείς ότι με τόσα που έχει κάνει η δεσποινίς Χέηλ θα έπρεπε να είχες ανοίξει τα μάτια σου ! Σε ανάγκασε να της προτείνεις γάμο, επιδεικνύοντας με τόλμη ένα ψεύτικο  ενδιαφέρον για σένα – για να σε εξαπατήσει με αυτόν τον νεαρό, αναμφίβολα. Βλέπω ξεκάθαρα τη διαγωγή της τώρα. Πρέπει να πιστεύεις ότι είναι εραστής της, έτσι δεν είναι ;»
Στράφηκε προς τη μητέρα του. Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό και σκυθρωπό. «Μάλιστα, μητέρα. Πράγματι πιστεύω ότι είναι εραστής της.»  Με αυτά τα λόγια επέστρεψε ξανά στην προηγούμενη στάση του. Φάνηκε να σφαδάζει σαν κάποιος που βιώνει έντονο σωματικό πόνο. Έπειτα, προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει, στράφηκε ξανά προς το μέρος της.
«Μητέρα. Αυτός, όποιος κι αν είναι, είναι ο εραστής της.  Εκείνη όμως ίσως χρειάζεται τη βοήθεια και τη συμβουλή μιας γυναίκας.  Ίσως να αντιμετωπίζει δυσκολίες και πειρασμούς τους οποίους δεν γνωρίζω. Φοβάμαι όμως πως υπάρχουν. Δεν θέλω να ξέρω τι ακριβώς είναι. Όμως εσύ, καθώς πάντα στάθηκες μια καλή  - ναι! και τρυφερή μητέρα  σε μένα, πήγαινε κοντά της, κέρδισε την εμπιστοσύνη της  και συμβούλεψέ την τι είναι καλύτερο να πράξει. Ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά. Κάτι τρομερό την βασανίζει.»
«Για όνομα του Θεού, Τζων!» είπε η μητέρα του, που τώρα είχε πραγματικά σοκαριστεί, «τι εννοείς; Τι θέλεις να πεις ; Τι ξέρεις ;»
Εκείνος δεν της απάντησε.
«Τζων! Δεν ξέρω τι να βάλω με το μυαλό μου, γι αυτό μίλα !  Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς  έτσι εναντίον της.»
«Όχι εναντίον της, μητέρα! Δεν θα μπορούσα να μιλήσω εναντίον της.»
«Ε, λοιπόν, δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς έτσι γι αυτήν εκτός αν δώσεις περισσότερες εξηγήσεις. Αυτά τα μισόλογα  μπορούν να καταστρέψουν την υπόληψη μιας γυναίκας.»
« Την υπόληψή της !  Μητέρα, μην τολμήσεις….» Γύρισε και την κύτταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. Έπειτα ορθώνοντας το κορμί του αποφασιστικά και με αξιοπρέπεια, είπε « Δεν θα πώ τίποτα άλλο παρά αυτό που είναι λίγο-πολύ η  ξεκάθαρη αλήθεια και είμαι σίγουρος ότι με πιστεύεις: Έχω σοβαρούς  λόγους να πιστεύω ότι η δεσποινίς Χέηλ αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα και δυσκολίες που συνδέονται  με μια σχέση, η οποία απ’όσον τουλάχιστον γνωρίζω τον χαρακτήρα της  δεσποινίδος Χέηλ, είναι  απόλυτα αθώα. Ποιοι είναι αυτοί οι σοβαροί λόγοι, δεν θα αναφέρω. Όμως δεν θα δεχτώ να ακούσω από κανέναν ούτε λέξη εναντίον της, ή κάποιον ενοχοποιητικό υπαινιγμό, παρά μονάχα ότι αυτή τη στιγμή χρειάζεται τη συμβουλή κάποιας ευγενικής και τρυφερής κυρίας. Υποσχέθηκες στην κυρία Χέηλ να είσαι εσύ αυτή!»
«Όχι!» είπε η κυρία Θόρντον. « Μετά χαράς μπορώ να πώ ότι δεν υποσχέθηκα να δείξω ευγένεια ή τρυφερότητα, γιατί  εκείνη την ώρα ένοιωσα ότι θα ήταν πέραν των δυνάμεών μου να προσφέρω κάτι τέτοιο σε μια κοπέλα με το χαρακτήρα της δεσποινίδος Χέηλ. Υποσχέθηκα να την συμβουλέψω και να δώσω την γνώμη μου, όπως θα έκανα  και για την κόρη μου. Θα της μιλήσω όπως θα μιλούσα και στην Φάννυ αν την είχαν δει να περιφέρεται με κάποιον νεαρό στο σούρουπο. Θα της μιλήσω βασιζόμενη σε αυτά που γνωρίζω, χωρίς να επηρεαστώ με τον έναν  ή τον άλλον τρόπο από τους ‘σοβαρούς λόγους’ που δεν  θέλεις να μου εμπιστευτείς. Έτσι θα έχω εκπληρώσει την υπόσχεσή μου και θα έχω κάνει το καθήκον μου.»
«Δεν θα το δεχτεί» της απάντησε οργισμένα.
«Θα αναγκαστεί να το δεχτεί, αν μιλήσω στο όνομα της νεκρής μητέρας της.»
« Λοιπόν» είπε εκείνος βγαίνοντας , «μην μου πεις τίποτε άλλο πάνω στο θέμα. Δεν αντέχω να το σκεφτώ. Καλύτερα να της μιλήσεις εσύ με οποιονδήποτε τρόπο παρά να μην της μιλήσει κανένας – Ω, αυτό το βλέμμα της αγάπης!» συνέχισε με σφιγμένα δόντια  κλεισμένος στο ιδιαίτερο δωμάτιό του. «Και αυτό το αναθεματισμένο ψέμα που φανέρωνε κάποια τρομερή καταισχύνη που δεν έπρεπε να βγει  φως στο οποίο θεωρούσα ότι ζούσε εκείνη συνεχώς! Ω, Μάργκαρετ, Μάργκαρετ ! Μητέρα, τι μαρτύριο με έκανες να περάσω! Ω, Μάργκαρετ, γιατί δεν αγάπησες εμένα ; Μπορεί να είμαι άξεστος και απότομος αλλά δεν θα σου ζητούσα ποτέ να πεις ψέματα για χάρη μου.»
...............................................................................................................................................................
Η Μάργκαρετ ήταν μόνη της. Έγραφε γράμμα στην Ήντιθ, δίνοντάς της πολλές λεπτομέρειες για τις τελευταίες ημέρες της μητέρας της. Ήταν μια ασχολία που την έκανε να αισθάνεται ευάλωτη και χρειάστηκε να σκουπίσει τα δάκρυά της καθώς της ανακοινώθηκε η άφιξη της κυρίας Θόρντον.  
Ήταν τόσο γλυκιά κι ευγενική στην υποδοχή που της έκανε, ώστε η επισκέπτριά της ένοιωσε κάπως να λυγίζει. Έμοιαζε αδύνατον να μπορέσει να εκφέρει τα λόγια που είχε τόσο καλά προετοιμάσει όταν δεν είχε μπροστά της την παραλήπτρια.  Η πλούσια, ήσυχη φωνή της Μάργκαρετ ήταν πιο χαμηλότονη απ’ ότι συνήθως. Οι τρόποι της είχαν περισσότερη χάρη, επειδή η καρδιά της  ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για την φιλόφρονα επίσκεψη της κυρίας Θόρντον. 
Έκανε το πάν για να βρει ενδιαφέροντα θέματα προς συζήτηση. Εξήρε την Μάρθα, την υπηρέτρια που τους είχε βρει η κυρία Θόρντον, είπε πως έγραψε στην Ήντιθ για ένα μικρό ελληνικό   για το οποίο είχαν μιλήσει με την δεσποινίδα Θόρντον.  Η κυρία Θόρντον ήταν αρκετά αμήχανη. Το κοφτερό δαμασκηνό σπαθί της  έμοιαζε να αχρηστεύεται ανάμεσα στα ροδοπέταλα. Παρέμενε σιωπηλή γιατί προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να πράξει το καθήκον της.  Στο τέλος, βρήκε τη δύναμη να το κάνει, χάρη σε μια υποψία η οποία αντίθετα σε κάθε πιθανότητα, εισχώρησε στο μυαλό της : Πως όλη αυτή η γλυκύτητα τρόπων είχε στόχο να εξευμενίσει  τον κύριο Θόρντον. Ότι με κάποιον τρόπο  η άλλη σχέση είχε αποτύχει και ότι εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δεσποινίδος Χέηλ να στραφεί στον θαυμαστή που απέρριψε. Η καημένη η Μάργκαρετ! Η μόνη αλήθεια που υπήρχε σε αυτήν την υποψία ήταν ότι η κυρία Θόρντον ήταν η μητέρα  του ανθρώπου, του οποίου τη γνώμη εκτιμούσε και φοβόταν πως είχε χάσει. Και αυτή η σκέψη υποσυνείδητα, βάρυνε επιπλέον στην  φυσική επιθυμία της να ευχαριστήσει κάποιον που της έδειχνε καλοσύνη με την επίσκεψή του. Η κυρία Θόρντον σηκώθηκε να φύγει, όμως έμοιαζε ότι δεν είχε πει ακόμα αυτό που ήθελε. Ξερόβηξε και άρχισε:
«Δεσποινίς Χέηλ, έχω ένα καθήκον να εκπληρώσω. Υποσχέθηκα στην καημένη την μητέρα σου ότι, στο βαθμό που μου επιτρέπει η φτωχή μου κρίση, δεν θα σας επέτρεπα να  υποπέσετε σε κάποιο σφάλμα (εδώ η φωνή της γλύκανε λιγάκι) άθελά σας, χωρίς να προσπαθήσω να σας νουθετήσω, χωρίς τουλάχιστον να σας δώσω κάποια συμβουλή, είτε την δεχτείτε, είτε όχι.»
Η Μάργκαρετ στεκόταν μπροστά της, κατακόκκινη όπως όλοι οι ένοχοι με μάτια που έμοιαζαν να διαστέλλονται καθώς κοίταζε την κυρία Θόρντον. Νόμισε ότι είχε έρθει να της μιλήσει για το ψευδή της κατάθεση – ότι ο κύριος Θόρντον της αναθέσει να της εξηγήσει τους κινδύνους στους οποίους είχε εκθέσει τον εαυτό της: Να πρέπει να παραστεί στην ολομέλεια του δικαστηρίου. Και  μόλο που η καρδιά της βούλιαζε στη σκέψη ότι  είχε προτιμήσει να μην έρθει ο ίδιος να την επικρίνει, ώστε αφού λάβει την τιμωρία της να επανορθωθεί στην εκτίμησή του, ωστόσο ήταν αρκετά ταπεινωμένη ώστε να αντέξει κάθε ψόγο ως προς αυτό το θέμα υπομονετικά και με πραότητα.
Η κυρία Θόρντον συνέχισε:
«Αρχικά, όταν κάποια από τις υπηρέτριές μου με πληροφόρησε ότι σας είδαν να περπατάτε με κάποιον νεαρό άνδρα, στο Άουτγουντ, τόσο μακριά από την οικία σας, και μια τέτοια ώρα, δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Όμως, ο γιός μου, λυπάμαι που το λέω, επιβεβαίωσε την ιστορία της. Ήταν – το λιγότερο – απρεπές! Πολλές νεαρές έχασαν ήδη την υπόληψή τους….»
Τα μάτια της Μάργκαρετ  άστραψαν φλογισμένα.  Αυτό ήταν αναπάντεχο – και τόσο προσβλητικό. Αν η κυρία Θόρντον της είχε μιλήσει για το ψέμα που είπε, όλα καλά και άγια – θα το δεχόταν και θα ταπεινωνόταν. Αλλά να αναμειχθεί στην αγωγή της – να μιλήσει για την υπόληψή της! Εκείνη, η κυρία Θόρντον – μια ξένη-  ήταν υπερβολική αυθάδεια! Δεν θα της απαντούσε – ούτε μια λέξη. Η κυρία Θόρντον είδε την οργή στα μάτια της Μάργκαρετ, πράγμα που πυροδότησε την μαχητικότητά της.

«Προς χάριν της μητέρας σου, θεώρησα  σωστό να σε προειδοποιήσω ενάντια σε τέτοιες απρέπειες. Μακροπρόθεσμα θα σε κάνουν να ξεπέσεις στην εκτίμηση του κόσμου, ακόμα κι αν δεν επιφέρουν κάποια  συγκεκριμένη βλάβη.»
«Προς χάριν της μητέρας μου,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή σπασμένη από τα δάκρυα, «θα μπορούσα να αντέξω πολλά – αλλά όχι τα πάντα. Σίγουρα, η μητέρα μου δεν θα ήθελε να υποστώ τέτοια προσβολή.»
«Προσβολή, δεσποινίς Χέηλ!»
«Μάλιστα, κυρία.» είπε η Μάργκαρετ πιο σταθερά. « Είναι προσβολή. Τι σας κάνει να υποψιάζεστε ότι εγώ…Ω!» έκανε καταρρέοντας και σκεπάζοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της « ..τώρα ξέρω. Ο κύριος Θόρντον σας είπε…»

«Όχι, δεσποινίς Χέηλ,» είπε η κυρία Θόρντον που η φιλαλήθειά της δεν της επέτρεπε να αφήσει την Μάργκαρετ να συνεχίσει την εξομολόγησή της, αν και από περιέργεια ήθελε να την ακούσει. «Σταματήστε, ο κύριος Θόρντον δεν μου είπε τίποτα. Δεν γνωρίζετε τον γυιό μου. Δεν είσαστε άξια να τον γνωρίσετε. Μου είπε τα εξής. Άκουσε τα, νεαρά μου, και ίσως καταλάβεις – αν είσαι σε θέση να καταλάβεις – τι είδους άνθρωπο απέρριψες. Αυτός ο βιομήχανος απ’το Μίλτον, που την μεγάλη, ευαίσθητη καρδιά του απαξίωσες με τέτοιον τρόπο, μου είπε μόλις χθες το βράδυ – ‘Πήγαινε κοντά της. Έχω λόγους να πιστεύω ότι βρίσκεται σε στεναχώριες εξαιτίας κάποιας σχέσης. Χρειάζεται μια γυναίκα να τη συμβουλέψει.’ Ναι, νομίζω πως αυτό είπε, επί λέξει. Πέραν τούτου – εκτός από το να παραδεχτεί ότι βρισκόσουν στο σταθμό Άουτγουντ με έναν νεαρό το βράδυ της εικοστής έκτης του μηνός – δεν είπε τίποτα άλλο. Ούτε μία λέξη εναντίον σου. Αν γνωρίζει ο,τιδήποτε για την αιτία  που σε κάνει να έχεις ξεσπάσει έτσι σε λυγμούς, το κρατά για τον εαυτό του.»
.....................................................................................................................................................
Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή  να θέσει το αίτημά του ο Χίγκινς. Όμως είχε υποσχεθεί στην Μάργκαρετ να το κάνει με οποιοδήποτε κόστος. Έτσι, παρ’ όλο που κάθε λεπτό που περνούσε ένοιωθε να μεγαλώνει η αποστροφή καθώς και η υπερηφάνειά του και ένοιωθε το θυμό του να φουντώνει, στεκόταν με τις ώρες ακουμπώντας σε ένα τοιχάκι, πότε ακουμπώντας στο ένα πόδι, πότε στο άλλο. Κάποια στιγμή, άκουσε επιτέλους το σύρτη να τραβιέται, και είδε να βγαίνει ο κύριος Θόρντον.
«Θέλω να σας μιλήσω, κύριε.»
« Δεν έχω χρόνο τώρα, άνθρωπέ μου. Έχω ήδη αργήσει.»
«Το λοιπόν,  θα πρέπει να περιμένω μέχρις να γυρίσετε.»
Ο κύριος Θόρντον είχε σχεδόν φτάσει στο δρόμο. Ο Χίγκινς αναστέναξε. Ήταν όμως ανώφελο. Το να προσπαθήσει να τον συναντήσει στο δρόμο, ήταν η μόνη του ευκαιρία για να δει «τ’ αφεντικό». Αν είχε χτυπήσει το κουδούνι, πολύ περισσότερο αν είχε ανέβει να τον ζητήσει, θα τον είχαν στείλει στον επιστάτη. Έτσι, έμεινε πάλι ακίνητος, χωρίς να μιλά σε κανέναν απλά νεύοντας στους λίγους που τον αναγνώριζαν και του μιλούσαν καθώς οι εργάτες έβγαιναν από την αυλή για την ώρα του φαγητού και ρίχνοντας το πιο βλοσυρό του ύφος στους Ιρλανδούς «ρουφιάνους» που μόλις  είχαν έρθει.  Ο κύριος Θόρντον επιτέλους, επέστρεψε.
«Πώς! Είσαι ακόμα εδώ ;»
«Μα’στα, κύριε. Πρέπει να σας μιλήσω.»
«Έλα μαζί μου, τότε. Περίμενε. Θα κάνουμε το γύρο της αυλής. Οι εργάτες δεν έρχονται στο πίσω μέρος και θα  έχουμε ησυχία. Είναι η ώρα του φαγητού, καθώς βλέπω…» είπε κλείνοντας την πόρτα στο δωμάτιο των αχθοφόρων.
Σταμάτησε να μιλήσει στον επιστάτη. Εκείνος του είπε χαμηλόφωνα:
«Υποθέτω πως γνωρίζετε κύριε, ότι αυτός ο άνθρωπος, είναι ο Χίγκινς, ένας από τους αρχηγούς στο Συνδικάτο. Έβγαλε εκείνον το λόγο στο Χάρτσφηλντ.»
«Όχι, δεν το γνώριζα,» είπε ο κύριος Θόρντον γυρίζοντας απότομα να δει τον άνθρωπο που περπατούσε μαζί του. Είχε ακουστά μόνο τον Χίγκινς ως ταραχοποιό πνεύμα.
« Πάμε!» του είπε και ο τόνος του ήταν πιο απότομος από πριν. «Τέτοιοι άνδρες σαν κι αυτόν,» αναλογιζόταν «πλήττουν το εμπόριο και την πόλη στην οποία ζουν. Απλοί δημαγωγοί που αγαπούν την εξουσία, με οποιοδήποτε κόστος στις ζωές των άλλων.»
« Λοιπόν, κύριε, τι  θέλετε από εμένα;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον γυρίζοντας να τον κυττάξει καταπρόσωπο, μόλις μπήκαν στο λογιστήριο του εργοστασίου.
«Με λένε Χίγκινς…»
«Αυτό το γνωρίζω,» τον διέκοψε. «Το θέμα είναι τι θέλετε, κύριε Χίγκινς.»
«Δουλειά θέλω.»
«Δουλειά.! Είσαι πολύ ξύπνιος που  έρχεσαι να μου γυρέψεις δουλειά. Δεν είσαι αναιδής, αυτό είναι σίγουρο !»
« Είναι πολλοί και καλύτεροί μου,  ‘κείνοι που δεν με χωνεύουνε, οχιές που χτυπάνε πισώπλατα. Μα και τούτοι ακόμα δεν μ’ έχουνε για σεμνό!» είπε  ο Χίγκινς. Είχε ενοχληθεί περισσότερο από το ύφος του κυρίου Θόρντον παρά από τα λόγια του.
Ο κύριος Θόρντον είδε πάνω στο γραφείο ένα γράμμα που απευθυνόταν προς αυτόν. Το πήρε και άρχισε να το διαβάζει. Στο τέλος,  ανασήκωσε το κεφάλι του.
«Τι περιμένεις ;»
«Μια ερώτηση έκαμα και περιμένω απάντηση.»
«Σου απάντησα. Μη χάνεις άλλο  το χρόνο σου.»
« Κύριε, πρωτύτερα είπατε κάτι για την αναίδειά μου. Κείνο που ξέρω όμως είναι ότι αν έχεις τρόπους πρέπει να λές ‘ναι’ ή ‘όχι’ όταν κάποιος σε ρωτάει κάτι. Θα σας ήμουν υπόχρεος αν μου δίνατε δουλειά. Ο Χάμπερς μπορεί να σας πει ότι είμαι καλός  στη δουλειά μου.»
« Καλά θα κάνεις να μη με στείλεις στο Χάμπερ για συστάσεις, άνθρωπέ μου! Ίσως μου  πει περισσότερα απ’ όσα θέλεις ν’  ακούσω !»
« Θα το ρισκάρω. Το χειρότερο που μπορούνε να πούνε για μένα είναι ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για τους άλλους, ακόμα και με χάσιμο δικό μου.»
«Καλύτερα να πας να τους γυρέψεις δουλειά. Έδιωξα  πάνω από εκατό από τους καλύτερους εργάτες μου επειδή  ακολούθησαν εσένα και κάποιους σαν και σένα- και πιστεύεις ότι θα σε πάρω στη δουλειά;  Καλύτερα να βάλω φωτιά στο εργοστάσιο και να το κάψω!»
Ο Χίγκινς γύρισε να φύγει. Έπειτα, θυμήθηκε τον Μπάουσερ και γύρισε και τον κύτταξε κάνοντας την μεγαλύτερη παραχώρηση που μπορούσε να επιδείξει.
«Αφεντικό, σου υπόσχομαι  ότι δεν θα πω ούτε λέξη που θα μπορούσε να σου προξενήσει ζημιά, όσο εσύ μας φέρεσαι δίκια. Και θα σου πώ και το άλλο: Σου δίνω το λόγο μου, πως αν σε δω να κάνεις κάτι στραβό και να φέρεσαι άδικα, θα’ρθώ να σου το πώ πρώτα σε σένα μοναχά, και αυτό λογιάζω ότι είναι μια δίκια προειδοποίηση. Κι έτσι και δεν έρθουμε σε συμφωνία, τότε μπορείς να με διώξεις  μες στην επόμενη ώρα.»
«Μα την αλήθεια, έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου! Χάσιμο είχε ο Χάμπερς που σ’ έδιωξε. Πώς άφησε και του ξέφυγε τέτοια διάνοια ;»
« Μπορείς να πεις πώς κανείς μας δεν ήταν ευχαριστημένος με τον άλλονε. Εγώ δεν υπέγραφα  ΄κείνα  που θέλανε να μου δώσουνε να υπογράψω κι αυτοί δε θα  με παίρνανε έτσι. Έτσι λοιπόν, έχω το ελεύθερο να πάω αλλού να γυρέψω δουλειά. Κι όπως είπα, αφεντικό, αν και δε θα ‘πρεπε να το πώ, είμαι καλός στη δουλειά μου και μπορεί κανείς να μου ’χει εμπιστοσύνη- ειδικά αν κρατηθώ μακριά από το ποτό. Κι έχεις το λόγο μου, αυτό θα κάνω από ‘δω και μπρός.»
«Για να σου μένουν περισσότερα χρήματα να οργανώσεις την επόμενη απεργία, υποθέτω, έτσι;»
«Όχι! Μακάρι να  μπορούσα, μα τα θέλω για να φροντίσω τη χήρα και τα ορφανά κάποιου που του σάλεψε το μυαλό από ‘κείνους τους ρουφιάνους που έφερες. Του’φαγε τη δουλειά  ένας  Ιρλανδέζος που δεν ήξερε πού παν τα τέσσερα !»
«Ε, λοιπόν, άμα έχεις αυτές τις καλές προθέσεις, καλύτερα να κυττάξεις κάπου αλλού. Θα σε συμβούλευα να μην μείνεις στο Μίλτον γιατί εδώ σε γνωρίζουν πολύ καλά οι πάντες.»
«Έτσι κι ήτανε καλοκαίρι, θα πήγαινα στη θέση του Ιρλανδέζου. Θα ‘κανα το ναυτικό, θα πήγαινα στ’ αλώνια ή στο θέρο κι ούτε που θα ’θελα να ξαναδώ το Μίλτον στα μάτια μου. Αλλά είναι χειμώνας και τα παιδιά θα πεινάσουνε.»
«Ωραίος ναυτικός θα γινόσουνα ! Και δεν θα μπορούσες να βγάλεις ούτε το μισό μεροκάματο ενός Ιρλανδού στα χωράφια.»
«Ε, τότες θα ζήταγα μισό μεροκάματο για  δώδεκα ώρες έτσι και δεν μπορούσα να βγάλω ολόκληρη τη  δουλειά. Δεν ξέρετε κάπου που να χρειάζονται εργάτη και να μπορούν να με δοκιμάσουν ; Μακριά από τα  εργοστάσια μιας και θαρρείτε πως είμαι  ένας τέτοιος μπουρλοτιέρης! Για χάρη των παιδιών, θα δεχτώ ό,τι μεροκάματο μου δώσουν.»
«Μα δεν βλέπεις τι θα γίνεις ; Ένας ‘ρουφιάνος’. Θα χρέωνες μικρότερο μεροκάματο από τους άλλους εργάτες – κι αυτό για χάρη των παιδιών ενός άλλου. Σκέψου τι κακό θα έκανες σε έναν άλλο φουκαρά που θα ήθελε να βγάλει ένα μεροκάματο για ταίσει τα δικά του παιδιά. Εσύ και το Συνδικάτο σου θα στρεφόσασταν εναντίον του. Όχι, όχι! Μόνο και μόνο αν σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκες σε αυτούς τους φτωχούς Ιρλανδούς μέχρι τώρα, θα αρνηθώ αυτό που μου ζητάς. Δεν θα σου δώσω δουλειά. Δε λέω ότι δεν πιστεύω την πρόφαση  με την οποία μου γυρεύεις δουλειά – δεν ξέρω λεπτομέρειες γι αυτό. Μπορεί να είναι αλήθεια, μπορεί και όχι. Όπως και να ΄χει δεν είναι μια πολύ πιθανή ιστορία. Θα μου επιτρέψεις να φύγω. Δεν σου δίνω δουλειά. Ορίστε η απάντηση που γυρεύεις.»
«Σας άκουσα, κύριε.  Δεν θα έμπαινα στον κόπο να σας ενοχλήσω, αλλά ήρθα με το στανιό, γιατί μου ’πανε πως έχετε ανθρωπιά μέσα σας. Φαίνεται πως η κυρία  που μου το είπε παρεξήγησε κι εγώ παραπλανήθηκα. Δεν είμαι δα κι ο πρώτος που τον παραπλανεί μια γυναίκα.»
«Την επόμενη φορά, να πεις στην κυρία να κυττάζει τη δουλειά της και να μη σπαταλά ούτε το χρόνο σου ούτε το δικό μου. Οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα στον κόσμο. Άντε – δίνε του !»
«Σας είμαι υπόχρεος για την καλοσύνη σας και πιότερο για το ευγενικό σας κατευόδιο.»
Ο κύριος Θόρντον δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει. Όμως κυττάζοντας από το παράθυρο λίγο αργότερα, του έκανε εντύπωση η  αδύνατη φιγούρα του σκυφτού άνδρα  που προχωρούσε στην αυλή. Βάδιζε αργά και κουρασμένα, κάτι που ερχόταν  σε μεγάλη αντίθεση με την ξεκάθαρη αποφασιστικότητα με την οποία τον είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος άνδρας λίγο πριν. Πήγε στο δωμάτιο του θυρωρού.
«Πόση ώρα περίμενε εκείνος ο Χίγκινς για να μου μιλήσει;»

...........................................................................................................................................................

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Κεφάλαιο 37ο "Κυττάζοντας προς το Νότο"



Στην εκπνοή του Φλεβάρη, έρχεται και το 37ο κεφάλαιο. Ενώ οι Χέηλ σιγά σιγά αναρρώνουν από το τραύμα της απώλειας και του πένθους, για τον Χίγκινς έρχονται ακόμα πιο δύσκολες ημέρες. Και σύντομα θα κληθεί να διαλέξει μεταξύ υπερηφάνειας, τιμής  και επιβίωσης.

Κυττάζοντας προς το Νότο

 Η πόρτα του Χίγκινς ήταν κλειστή την επόμενη ημέρα όταν πήγαν να επισκεφθούν την χήρα Μπάουσερ . Έμαθαν όμως από ένα γείτονα ότι αυτή τη φορά όντως έλειπε.
Εντούτοις, είχε πάει να δει την κυρία Μπάουσερ πριν καταπιαστεί με τις δουλειές που είχε εκείνη την ημέρα, όποιες κι αν ήταν αυτές. Η επίσκεψη στη κυρία Μπάουσερ δεν απέδωσε τα αναμενόμενα . Πίστευε ότι κακοπάθαινε σκληρά έτσι που την εγκατέλειψε μόνη ο αυτόχειρας άντρας της – καιπράγματι, σε μεγάλο βαθμό αυτό ήταν αληθές κι έτσι ήταν πολύ δύσκολο αντικρουστεί. Παρ’ όλ’ αυτά ήταν αποκαρδιωτικό να βλέπει κανείς ότι η σκέψη της ήταν εστιασμένη αποκλειστικά στον εαυτό της και στην κατάσταση στην οποία είχε περιπέσει. Και αυτός ο εγωκεντρισμός άγγιζε ακόμα και τη σχέση με τα παιδιά της, τα οποία θεωρούσε βάρος παρά την  βιολογική, από ένστικτο  αγάπη της προς αυτά. Η Μάργκαρετ προσπάθησε να πιάσει φιλία με ένα δύο από τα παιδιά, ενώ ο πατέρας της πάσχιζε να στρέψει τη σκέψη της χήρας σε κάτι ανώτερο από το να κάθεται ανήμπορη να μεμψιμοιρεί. Διαπίστωσε ότι τα παιδιά πενθούσαν με τρόπο πιο αληθινό και ουσιαστικό, σε σχέση με τη μητέρα τους.   Ο «μπαμπάκας» τους ήταν καλός, και αυτό μπορούσε το καθένα τους να διαβεβαιώσει πρόθυμα με τα σπασμένα του λογάκια, να δείξει κάποια τρυφερότητα, κάποια επιείκεια κληρονομημένη από τον χαμένο τους πατέρα.
«Τούτο που είναι  ‘κεί πάνω είναι στ’ αλήθεια εκείνος ; Δε του μοιάζει. Με κάνει να φοβάμαι αλλά  εμένα ο μπαμπάκας  δεν με φόβιζε ποτέ.»
............................................................................................................................................................
Η Μάργκαρετ είχε αποκαρδιωθεί με όλα αυτά και όταν έφυγαν της ήταν αδύνατο να εμψυχώσει τον πατέρα της.
« Είναι η ζωή της πόλης,» είπε. « Ερεθίζει το νευρικό σύστημα με όλη αυτή την βιασύνη και τη φασαρία και την ταχύτητα που έχουν όλα γύρω, για να μην αναφέρω τον εγκλεισμό σε αυτά τα στενάχωρα σπίτια, που από μόνος του είναι ικανός να οδηγήσει στην κατάθλιψη και στο άγχος. Αντίθετα, στην εξοχή, οι άνθρωποι περνούν πολύ περισσότερο χρόνο στο ύπαιθρο, ακόμα και τα παιδιά, ακόμα και το χειμώνα.»
«Μα οι άνθρωποι πρέπει να ζουν στις πόλεις. Ακόμα και στην εξοχή, η σκέψη σε μερικούς ανθρώπους αποτελματώνεται τόσο ώστε γίνονται σχεδόν μοιρολάτρες.»
«Ναι, αυτό το αναγνωρίζω. Υποθέτω πώς κάθε τρόπος ζωής έχει τις δικές του δοκιμασίες και τις δικές του αμαρτίες. Για τους κατοίκους των πόλεων θα πρέπει να είναι τόσο δύσκολη η ηρεμία και η υπομονή όσο είναι για τους ανθρώπους που μεγάλωσαν στην εξοχή το να είναι δραστήριοι και να μπορούν να αντιμετωπίσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις. Και για τους δύο η πραγμάτωση  οποιουδήποτε  μέλλοντος θα πρέπει να φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Για τους μεν επειδή το παρόν είναι τόσο ασφυκτικό και πιεστικό, για τους δε επειδή η ζωή τους παρασύρει σε ένα ζωώδες γλεντοκόπημα και κατά συνέπεια τους κάνει να ξεχνούν και να αμελούν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την ευχαρίστησή τους, και αυτό είναι το μόνο για το οποίο νοιάζονται, προνοούν και ανυπομονούν.»
«Επομένως, τόσο η ανάγκη για περισυλλογή όσο και η ανόητη ικανοποίηση με την καθεστηκυία τάξη έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Την καημένη την κυρία Μπάουσερ! Ελάχιστα πράγματα  μπορούμε να κάνουμε γι αυτήν!»
«Κι όμως, δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τις προσπάθειες, όσο κι αν μοιάζουν ανώφελες. Ω, πατέρα ! Πόσο άσχημος είναι ο κόσμος που ζούμε!»
«Έτσι ακριβώς, παιδί μου. Το αισθανόμαστε τώρα, οπωσδήποτε.  Όμως ακόμα και εν τω μέσω της θλίψεώς μας, υπήρξαμε ευτυχισμένοι.  Τι χαρά που μας έδωσε η επίσκεψη του Φρέντερικ!»
«Πραγματικά !» είπε η Μάργκαρετ χαρούμενη. «Ήταν τόσο γλυκές εκείνες οι κλεφτές και εντελώς απαγορευμένες στιγμές!»
Όμως ξαφνικά σώπασε.  Η ανάμνηση της επίσκεψης  του Φρέντερικ, αμαυρώθηκε καθώς θυμήθηκε την δική της δειλία. Περισσότερο απ’ όλα τα ελαττώματα, αυτό που απεχθανόταν στους άλλους  ήταν η έλλειψη γενναιότητας, η μικροπρέπεια ψυχής που οδηγούσε στο ψέμα. Και να που και η ίδια βρέθηκε ένοχη σ’αυτό. Ακολούθως σκέφτηκε ότι ο κύριος Θόρντον  είχε επίγνωση της ψευδομαρτυρίας της. Αναρωτήθηκε αν θα την πείραζε έστω και κατά το ήμισυ, αν το είχε  ανακαλύψει κάποιος άλλος. Φαντάστηκε να το ανακάλυπτε η θεία Σώ και η Ήντιθ, ο πατέρας της, ο Λοχαγός Λέννοξ και ο αδελφός του, ο Φρέντερικ. Η σκέψη του να  μάθαινε ο Φρέντερικ τι είχε κάνει, έστω και για χάρη του, ήταν η πλέον οδυνηρή, επειδή τα δυο αδέλφια βρίσκονταν στο ξεκίνημα  αμοιβαίας αγάπης και σεβασμού. Αλλά ακόμα και το να πέσει χαμηλά στην εκτίμηση του Φρέντερικ, δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αισχύνη, στην αποτρόπαια αισχύνη που αισθανόταν στη σκέψη του ότι θα έβλεπε ξανά τον κύριο Θόρντον. Κι όμως, λαχταρούσε να τον δει, να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά, να καταλάβει τι θέση είχε στην εκτίμησή του. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν καθώς θυμήθηκε  με πόση υπερηφάνεια είχε δηλώσει υπαινικτικά την εναντίωσή της ως προς το εμπόριο (στις πρώτες ημέρες της γνωριμίας τους)  επειδή οδηγούσε συχνότατα στην απάτη, πλασάροντας κατώτερη ποιότητα για ανώτερη αφ’ ενός  ή  κερδοσκοπώντας μέσω  αλλότριων αγαθών  και πόρων αφ’ ετέρου. Θυμήθηκε το βλέμμα του κυρίου Θόρντον, γεμάτη ήρεμη αποδοκιμασία, καθώς με δυο λόγια της έδινε να καταλάβει πως  μακροχρόνια, στο ευρύτερο πλαίσιο του εμπορίου,  οι ανέντιμες μέθοδοι δράσης αποδεικνύονταν σαφώς επιζήμιες, και πως  η εφαρμογή τέτοιων  πρακτικών  με  φτωχή προσδοκία  επιτυχίας, ήταν αφροσύνη και όχι σοφία – τόσο η απάτη στο εμπόριο όπως και σε άλλους κλάδους. Θυμάται να τον ρωτά  εκείνη – τόσο δυνατή μέσα στην απειρία της αλήθειας της – αν το να αγοράζεις φθηνά και να πουλάς ακριβότερα στην αγορά  δεν φανερώνει έλλειμμα δίκαιης διαφάνειας η οποία είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την έννοια της αλήθειας. Είχε χρησιμοποιήσει την λέξη «ιπποτική» και ο πατέρας της την είχε διορθώσει με μια υψηλότερη έννοια το «Χριστιανική»,  κι έτσι πήρε επάνω του την συζήτηση, ενώ εκείνη καθόταν σιωπηλή με ένα αμυδρό αίσθημα περιφρόνησης.
Καμμιά περιφρόνηση δεν αισθανόταν τώρα, καμμιά διάθεση να μιλήσει για ιπποτισμό . Από τούδε και στο εξής θα έπρεπε να αισθάνεται ταπεινωμένη και ντροπιασμένη ενώπιόν του. Αλλά πότε θα τον ξανάβλεπε ; Η καρδιά της αναπηδούσε από φόβο κάθε που χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας κι όμως όταν καταλάγιαζε και ηρεμούσε, αισθανόταν μια περίεργη θλίψη και  απογοήτευση που της ράγιζε την καρδιά . Ήταν φανερό πως ο πατέρας της  τον περίμενε  και  του προξενούσε έκπληξη το γεγονός ότι δεν ερχόταν.  Κι αλήθεια, υπήρχαν θέματα στην συζήτησή τους τις προάλλες, στα οποία δεν είχαν το χρόνο να εμβαθύνουν. Είχαν όμως αφήσει να εννοηθεί ότι ει δυνατόν το επόμενο βράδυ – διαφορετικά, το πρώτο βράδυ που θα είχε την ευχέρεια ο κύριος Θόρντον- θα συναντιόνταν για να συνεχίσουν τη συζήτησή τους. Ο κύριος Χέηλ ανυπομονούσε για την συνάντηση αυτήν από τη στιγμή που αποχαιρετίστηκαν.  Δεν είχε ακόμα αναλάβει τα διδακτικά του καθήκοντα, τα οποία είχε εγκαταλείψει όταν η ασθένεια της συζύγου του επιδεινώθηκε, έτσι, οι δραστηριότητές του ήταν λιγότερες απ’ότι συνήθως, και το σοβαρό συμβάν της προηγούμενης μέρας ( η αυτοκτονία του Μπάουσερ) τον είχε προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Όλο το απόγευμα ήταν ανήσυχος. Ολοένα έλεγε πως « Ήμουν σίγουρος πως θα ερχόταν ο κύριος Θόρντον. Νομίζω πως ο κομιστής του βιβλίου, χθες το βράδυ, πρέπει να έφερε μαζί του κάποιο σημείωμα και ξέχασε να το παραδώσει. Μήπως ήρθε σήμερα κάποιο μήνυμα ;»
«Θα πάω να κυττάξω, πατέρα» είπε η Μάργκαρετ αφού άκουσε τον πατέρα της να λέει άλλη μια φορά τα ίδια λόγια πάνω- κάτω.  «Σταθείτε, ακούω το κουδούνι !» Κάθισε αμέσως και έσκυψε  πάνω από το εργόχειρό της με προσήλωση. Άκουσε βήματα στη σκάλα, αλλά κατάλαβε ότι ήταν μόνο από έναν άνθρωπο – την Ντίξον. Σήκωσε το κεφάλι της μ’έναν αναστεναγμό, νοιώθοντας, καθώς πίστευε. Χαρούμενη.
«Κύριε, είναι εκείνος ο Χίγκινς.  Θέλει, λέει,  να δει εσάς, ή την δεσποινίδα Χέηλ. Ή  μπορεί να μου είπε πως θέλει πρώτα να δει την δεσποινίδα και μετά εσάς, κύριε – φέρεται κάπως παράξενα.»
«Καλύτερα να έρθει πάνω, Ντίξον, έτσι μπορεί να μας δει και τους δύο και να επιλέξει με ποιον θα συνομιλήσει.»
«Ω, όπως νομίζετε, κύριε. Εγώ μια φορά δεν έχω καμμιά όρεξη να ακούσω τι έχει να πει. Έτσι και βλέπατε τα παπούτσια του, είμαι σίγουρη πως θα λέγατε πως είναι καλύτερα να τον μπάσω στην κουζίνα.»
« Υποθέτω  πως μπορεί να τα σκουπίσει.» είπε ο κύριος Χέηλ.  Έτσι η Ντίξον έφυγε φουριόζα για να του πει να περάσει επάνω. Της πέρασε όμως κάπως ο θυμός, όταν εκείνος, αφού την είδε να κυττάζει τα παπούτσια του με κάποιο δισταγμό, κάθισε στα σκαλοπάτια, τα έβγαλε και χωρίς να πει λέξη ανέβηκε επάνω.
« Στις προσταγές σας, κύριε!», είπε στρώνοντας προς τα πίσω τα μαλλιά του καθώς έμπαινε στο δωμάτιο. « Συμπαθάτε με (ρίχνοντας ένα βλέμμα στη Μάργκαρετ)  που μπαίνω με τις κάλτσες – βολόδερνα στους δρόμους  ολημερίς – και δεν είναι και μες στην πάστρα όσο να πεις.»
Η Μάργκαρετ σκέφτηκε πως ίσως έφταιγε η κούραση για την αλλαγή στη συμπεριφορά του, επειδή φαινόταν ασυνήθιστα ήσυχος και υποτονικός. Φαινόταν ότι ήθελε να πει κάτι αλλά δίσταζε.
Ο κύριος Χέηλ, πάντα πρόθυμος να συνδράμει με συμπάθεια  στην συστολή και τον δισταγμό,  ή στην έλλειψη αυτοκυριαρχίας, έσπευσε να τον βοηθήσει.
« Μόλις ετοιμαζόμασταν να  πάρουμε το τσάι μας, κύριε Χίγκινς, θα πάρετε κι εσείς ένα φλυτζάνι μαζί μας. Σίγουρα θα είστε κουρασμένος αφού είχατε τόσες δουλειές μια τέτοια βροχερή  ημέρα. Μάργκαρετ, καλή μου, μπορείς να  επισπεύσεις το τσάι;»
Η Μάργκαρετ επίσπευσε το τσάι, αναλαμβάνοντας η ίδια την προετοιμασία του, πράγμα που πρόσβαλλε την Ντίξον, η οποία είχε γίνει εύθικτη και ευερέθιστη μέσα στο πένθος για την κυρία της. Όμως η Μάρθα, όπως και όλοι όσοι γνώριζαν την Μάργκαρετ – ακόμα και η ίδια η Ντίξον, εν καιρώ- ένοιωθε χαρά και τιμή να εκπληρώνει οποιαδήποτε επιθυμία της. Η προθυμία της αλλά και η γλυκειά ανεκτικότητα της Μάργκαρετ, σύντομα έκαναν την Ντίξον να αισθανθεί ντροπή.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο κύριος κι εσείς θέλετε  πάντα να δέχεστε επάνω ανθρώπους κατώτερης τάξης, από τότε που ήρθαμε στο Μίλτον. Στο Χέλστοουν, δεν προχωρούσαν πιο πέρα από την κουζίνα, και για μερικούς από αυτούς ακόμα κι αυτό τους πήγαινε πολύ, και φρόντιζα να τους το δείξω.»
Για το Χίγκινς ήταν πιο εύκολο να βρει ανακούφιση από το φορτίο του σε έναν παρά σε δύο. Μόλις η Μάργκαρετ έφυγε από το δωμάτιο, προχώρησε προς την πόρτα να βεβαιωθεί ότι  ήταν κλειστή. Έπειτα, πλησίασε τον κύριο Χέηλ.
«Κύριε» είπε, «δεν φαντάζεστε για ποιο λόγο πήρα τους δρόμους σήμερα. Περσότερο αν θυμάστε το πώς σας μίλησα χθες. Γύρευα δουλειά. Το έκαμα. Είπα μέσα μου πως θα κράταγα την γλώσσα μου, δε θα βγαζα μιλιά, ότι και να μου λέγαν εκείνοι. Θε να δάγκωνα τη γλώσσα μου καλύτερα, παρά να βιαστώ να μιλήσω. Για χάρη ‘κεινού – καταλαβαίνετε.» είπε δείχνοντας με τον αντίχειρα σε κάποια απροσδιόριστη κατεύθυνση.
«Όχι, δεν καταλαβαίνω,» είπε ο κύριος Χέηλ, βλέποντας τον να περιμένει κάποιο είδος επιβεβαίωσης, και ολότελα σαστισμένος για το  ποιος  θα μπορούσε να  ήταν «εκείνος».
« ΄Κείνος που τον έχουνε ξαπλώσει εκειδά.» είπε κάνοντας ακόμα ένα νεύμα. «’κείνος που πήγε και πνίγηκε, ο δόλιος! Δεν το ‘χα ότι θα πήγαινε και θα ξάπλωνε χωρίς να σαλέψει  μέχρι να τονε σκεπάσει το νερό και να πνιγεί.  Ο Μπάουσερ.»
« Ναι, τώρα το καταλαβα.» είπε ο κύριος Χέηλ. « Μου έλεγες πριν ότι συγκρατιόσουν να μην μιλήσεις….»
«…για χάρη ‘κεινού. Αλλά όχι τόσο για κείνονε, γιατί όπου κι αν είναι, ότι και να’γινε, δεν θα πεινάσει, ούτε θα κρυώσει ξανά. Μα για χάρη της γυναίκας του και των παιδιών του.»
«Ο Θεός να σ’ έχει καλά!» είπε ο κύριος Χέηλ με έξαψη. Κατόπιν, αφού ηρέμησε, είπα ξέπνοα «Τι ακριβώς εννοείς ; Πες μου τι έγινε.»
« Μα έτσι κατά πώς σας τα’πα.» είπε ο Χίγκινς ελαφρώς έκπληκτος με την ταραχή του κυρίου Χέηλ.  «Δε θα πήγαινα να γυρέψω δουλειά για ελόγου μου, αλλά για ‘κείνα που νοιώθω ότι τα ‘χω βάρος πάνω μου. Λογάριαζα πως θα τον έβαζα σε καλό δρόμο τον Μπάουσερ, μα ‘γω τον έκαμα να ξεστρατίσει. Θα πρέπει το λοιπόν να ξεχρεώσω.»
Ο κύριος Χέηλ πήρε το χέρι του Χίγκινς και το έσφιξε αμίλητος. Ο Χίγκινς έμοιαζε να αισθάνεται αμηχανία και ντροπή.
«’νταξει, ‘ντάξει, αφεντικό! Καθένας από μας αν θέλει να λογιάζεται γι άντρας, θε να΄κανε τα ίδια, ίσως και περσότερα. Γιατί πίστεψέ με, ακόμα δεν είδα κανένα φως για δουλειά. Γιατί μ’όλο που του’λεγα του Χάμπερ πως εργάτη σαν κι ελόγου μου – αν θα μ’έπαιρνε – δεν πρόκειται να είχε άλλον τέτοιονα στη δούλεψή του, κι αυτός καταπώς έκαναν κι οι άλλοι δεν με πήρε. Την εντολή πού’χε δώσει βέβαια δεν θα την υπόγραφα – όχι, δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό για τίποτα.  Είμαι το μαύρο πρόβατο, φτωχός και άχρηστος – τι μπορώ να κάνω για τα παιδιά, αν δεν με βοηθήσετε εσείς, εφημέριε ;»
«Να βοηθήσω ! Πώς ; Θα έκανα τα πάντα – αλλά τι μπορώ να κάνω;»
«Η δεσποινίς από  ‘δώ» επειδή η Μάργκαρετ είχε επιστρέψει στο δωμάτιο και καθόταν ακούγοντας σιωπηλή «πάντα έλεγε σπουδαία πράματα για το Νότο και τη ζωή που κάνουν εκεί. Να, δηλαδής δεν ξέρω πόσο μακρυά είναι, έλεγα όμως, αν ήταν μπορετό να πήγαινα ’κει κάτω, εκείθε το φαγητό είναι φθηνό και τα εργατικά καλά, κι όλος ο κόσμος, εργάτες κι αφεντικά  φέρονται ανθρωπινά. Θα μπορούσατε, ίσως να με βοηθήσετε να εργαστώ. Δεν είμαι ούτε σαρανταπέντε χρονώ και είμαι άξιος και δυνατός, αφεντικό.»
« Όμως ποια δουλειά θα μπορούσες να κάνεις, άνθρωπέ μου;»
« Να, έλεγα πως θα μπορούσα κάπως να σκάβω…»
« Και γι αυτή τη δουλειά,» είπε η Μάργκαρετ παρεμβαίνοντας, « και για οποιαδήποτε άλλη, Χίγκινς,  θα πληρωνόσουν – στην καλύτερη περίπτωση-  με εννιά σελίνια την εβδομάδα – ή και δέκα, αν δούλευες στο ύπαιθρο. Το φαγητό κοστίζει όσο κι εδώ – μόνο που εκεί μπορείς να έχεις ένα μικρό περιβόλι.»
«Θα μπορούσαν να το δουλέψουν τα παιδιά» είπε. « Το’χω σιχαθεί το Μίλτον και μ’έχει σιχαθεί κι αυτό.»
«Δεν πρέπει να πάς στο Νότο, παρ’ όλ’ αυτά.» είπε η Μάργκαρετ. « Δεν θα μπορούσες ν’ αντέξεις εκεί. Θα έπρεπε να εργάζεσαι συνέχεια στην ύπαιθρο, βρέξει-χιονίσει. Θα σε πεθάνουν οι ρευματισμοί. Απλά και μόνο η σωματική εργασία στην ηλικία σου, θα σε εξόντωνε. Και η αμοιβή είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχεις συνηθίσει.»
« Δε  είμαι ιδιότροπος στο φαί μου.» είπε σα να είχε προσβληθεί.
«Όμως υπολογίζεις ότι  μια φορά την εβδομάδα θα μπορείς να αγοράσεις κρέας από το χασάπη, αν έχεις δουλειά. Να το πληρώνεις από αυτά τα δέκα σελίνια, και  να μπορείς να κρατήσεις μαζί σου τα παιδιά. Οφείλω να σου το  πώ – επειδή ήταν τα λόγια μου που σου έβαλαν την ιδέα, να σου δώσω την εικόνα ξεκάθαρα. Δεν θα αντέξεις την πλήξη της ζωής. Δεν έχεις ιδέα για τι πρόκειται – θα σε κατατρώει σαν την σκουριά. Εκείνοι που έζησαν όλη τους τη ζωή εκεί, έχουν συνηθίσει να βαλτώνουν μέσα στο τέλμα. Κοπιάζουν από μέρα σε μέρα, μέσα στα χωράφια, μόνοι, κάτω από τον ήλιο, αμίλητοι, σκυφτοί  χωρίς να σηκώνουν το κεφάλι. Η σκληρή δουλειά των σκαφτιάδων τους κλέβει τη σπιρτάδα του μυαλού.  Ο μόχθος, ίδιος κι απαράλλακτος αμβλύνει  την φαντασία τους. Δεν τους νοιάζει να μαζευτούν μετά τη δουλειά  και να συζητήσουν για ιδέες ή θεωρίες, ακόμα και για τα πιο ανούσια ή τρελά πράγματα. Πηγαίνουν στα σπίτια τους, κατάκοποι, σκοτωμένοι στη δουλειά, οι δυστυχισμένοι. Δεν τους νοιάζει παρά να φάνε και να ξεκουραστούν. Δεν μπορείς να τους ξεσηκώσεις σε οποιαδήποτε μορφή συντροφικότητας – κάτι που στην πόλη είναι τόσο κοινό όσο και ο αέρας που αναπνέεις. Τώρα, αν αυτό είναι καλό ή κακό, δεν το γνωρίζω. Όμως ξέρω σίγουρα ότι από  όλους τους ανθρώπους, εσύ δεν θα άντεχες να ζήσεις  έτσι ανάμεσα σε τέτοιους εργάτες. Αυτό που για εκείνους  θα ήταν ηρεμία, σ’εσένα θα έφερνε συνεχή εκνευρισμό. Μην το σκέφτεσαι άλλο, Νίκολας, σε παρακαλώ. Εκτός των άλλων, δεν θα μπορούσες να πληρώσεις για να μεταφερθούν όλοι τους – η μητέρα και τα παιδιά, εκεί. Κι αυτό είναι καλό.»
μάδα, θα ψωνίζεις κρέας από το χασάπη, εφόσον έχεις δουλειά, θα το πληρώνεις από τα δέκα σελίνια σου, και θα συντηρείς τα καημένα τα παιδιά, εφ’όσον μπορείς. Οφείλω να σου το
«Τα’χω λογαριάσει. Ένα σπίτι μας φτάνει, απ’το άλλο θα πουληθούν τα έπιπλα. Και οι άνθρωποι εκεί, θα’χουνε κι αυτοί φαμελιές –  μ’ έξι –εφτά παιδιά, μπορεί. Ο Θεός να τους φυλάει!»  είπε, με περισσότερη πεποίθηση στον τρόπο που έβλεπε εκείνος την κατάσταση, παρά σε όλα όσα είχε πει η Μάργκαρετ και ξαφνικά αποποιήθηκε την ιδέα, η οποία είχε μόλις προ ολίγου γεννηθεί στο μυαλό του που ήταν ήδη θολό από την κούραση και την έγνοια. «Ο Θεός να τους βοηθά! Το ίδιο βασανίζονται οι άνθρωποι και στο Βορρά και στο Νότο. Αν εκεί η δουλειά  είναι σίγουρη και σταθερή, το μεροκάματο είναι της πείνας ενώ εδώ μπορεί τη μια μέρα να έχεις μπόλικο παραδάκι και την άλλη μέρα ούτε δεκάρα. Στα σίγουρα, τούτο τον κόσμο δεν  μπορώ να τον καταλάβω ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος. Χρειάζεται ξάκρισμα και ποιος μπορεί να το κάνει, αν τα πράγματα έχουν έτσι καταπώς τα λέτε εσείς εκεί πέρα, και δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο παρά μονάχα αυτό που βλέπουμε ;»
Ο κύριος Χέηλ καταγινόταν με το να κόβει το ψωμί και το βούτυρο, πράγμα το οποίο ικανοποιούσε την Μάργκαρετ, γιατί καταλάβαινε πως ήταν καλύτερο να αφήσουν στην ησυχία του τον Χίγκινς.
Ακόμα κι αν ο πατέρας της άρχιζε να μιλάει ήπια όσον αφορά τις σκέψεις του Χίγκινς, εκείνος θα το θεωρούσε πρόκληση για να επιχειρηματολογήσει  μένοντας αμετακίνητος στις απόψεις του. Η Μάργκαρετ με τον πατέρα της έπιασαν να συζητούν «περί ανέμων και υδάτων» μέχρι που ο Χίγκινς χόρτασε, χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι έτρωγε. Έπειτα, έσπρωξε την καρέκλα του προς τα πίσω και προσπάθησε να εστιάσει την προσοχή του στην συζήτηση, αλλά ήταν μάταιοˑ και ξαναγύρισε στην βλοσυρή ονειροπόλησή του. Ξαφνικά, η Μάργκαρετ είπε ( το στριφογύριζε για ώρα στο μυαλό της αλλά οι λέξεις είχαν κολλήσει στο λαιμό της):  «Χίγκινς, πήγες να ζητήσεις δουλειά στο εργοστάσιο Μάρλμπορόου ;»
«Στου Θόρντον ; Αμέ, πήγα κι εκεί.»
«Και τι είπε;»
«Κάποιον σαν ελόγου μου δεν τον αφήνουν να μιλήσει με το αφεντικό. Ο επιστάτης μου ’πε να τσακιστώ πάω στο διάολο.»
«Μακάρι να μιλούσες με τον κύριο Θόρντον.» είπε ο κύριος Χέηλ. «Ίσως να μην σου έδινε δουλειά, αλλά δεν θα χρησιμοποιούσε τέτοια γλώσσα.»
«Όσο γι αυτό, μαθημένος είμαι και δεν σκάω για κάτι τέτοια. Δε με πειράζει άμα με προσβάλλουν. Αλλά να, με πείραξε που δε με θέλουν ούτε ‘κει ούτε πουθενά αλλού.»
«Όμως θα ήθελα να συναντήσεις τον κύριο Θόρντον.» επανέλαβε η Μάργκαρετ . «Το ξέρω πως ζητάω πολλά αλλά θα ήθελες να ξαναπάς αύριο και να προσπαθήσεις πάλι ; Θα χαιρόμουν πολύ αν το έκανες.»
«Φοβάμαι πως θα είναι ανώφελο,» είπε ο κύριος Χέηλ χαμηλόφωνα. « Θα ήταν καλύτερο να του μιλήσω εγώ.» Η Μάργκαρετ κυττούσε ακόμα τον Χίγκινς, περιμένοντας την απάντησή του. Ήταν δύσκολο να αντισταθεί κανείς σε αυτό το απαλό, σοβαρό της βλέμμα. Ο Χίγκινς αναστέναξε.
« Θα μου τσαλαπατήσει την περηφάνια μου. Αν ήταν μοναχά για μένανε, θα προτιμούσα να ψοφήσω της πείνας. Κάλλιο να τον ξάπλωνα κάτω  παρά να πάω να του ζητήσω χάρη. Καλύτερα να με μαστιγώνανε. Μα, με το συμπάθειο, δεν είσαι σαν τις άλλες κοπελιές, κι ο τρόπος που’χεις δεν μοιάζει κανενός. Θα κάνω τα πικρά γλυκά και θα πάω αύριο. Μη θαρρείς πως θα με πάρει. Τούτος ο άντρας, είναι η φτιασιά του τέτοια – καλύτερα να τον κάψουν παρά να υποχωρήσει. Το κάνω για χατήρι σου, Μις Χέηλ, κι είν’ η πρώτη φορά που κάνω χατήρι σε γυναίκα. Δεν έκανα ούτε στη γυναίκα μου ούτε στη Μπέσσυ.»
«Ένας λόγος παραπάνω για να σε ευχαριστήσω,» είπε η Μάργκαρετ χαμογελώντας. «Αν και δεν σε πιστεύω: Νομίζω ότι και στη γυναίκα σου και στην κόρη σου έκανες το χατήρι, όπως οι περισσότεροι άνδρες.»
«Όσο για τον κύριο Θόρντον,» είπε ο κύριος Χέηλ, « θα σου δώσω να του πάς ένα σημείωμα, που θα τολμούσα να πω ότι θα σου εξασφαλίσει μια ακρόαση.»
« Σας ευχαριστώ, κύριε, αλλά θα προτιμούσα να τα καταφέρω μονάχος μου. Δεν θέλω να μου κάνει χάρη κάποιος που δεν κατέχει τα πώς και τα γιατί του καυγά.  Το να ανακατεύεται κανείς μεταξύ αφεντικού και εργάτη, είναι σαν να μπαίνει στη μέση ανάμεσα σ’ ένα ανδρόγυνο : Χρειάζεται πολύ μυαλό για να κάνεις μια στάλα καλό.  Θα πάω και θα στηθώ στην μπροστινή πύλη. Θα μείνω εκεί από τις έξι το πρωί μέχρι να καταφέρω να του μιλήσω.  Αλλά πιο καλά να γινόμουν σκουπιδιάρης – αν δεν κάνανε ήδη αυτή τη δουλειά οι άποροι.  Μην έχεις καθόλου ελπίδες, δεσποινίς. Περσότερες ελπίδες θα’χες αν άρμεγες μια πέτρα να βγάλει γάλα. Σας εύχομαι καληνύχτα   και σας ευχαριστώ πολύ.»
«Θα βρεις τα παπούτσια σου στην κουζίνα, δίπλα στη φωτιά. Τα έβαλα εκεί για να στεγνώσουν,» είπε η Μάργκαρετ.
Γύρισε και την κοίταξε για κάμποση ώρα, κι ύστερα σκούπισε τα μάτια με το ισχνό του χέρι κι έφυγε.
«Πόσο υπερήφανος άνθρωπος είναι!» είπε ο πατέρας της, κάπως ενοχλημένος με τον τρόπο που ο Χίγκινς αποποιήθηκε την προσφορά του να μεσολαβήσει στον κύριο Θόρντον.
«Είναι.» είπε η Μάργκαρετ. «Αλλά και πόσο σπουδαίες ανδρικές αρετές έχει, μαζί με την υπερηφάνεια.»
«Ήταν διασκεδαστικό να βλέπει κανείς πώς τελικά έδειξε να σέβεται εκείνη την πλευρά στον χαρακτήρα του κυρίου Θόρντον που μοιάζει πολύ με την δική του.»
« Όλοι αυτοί οι άνθρωποι εδώ στο Βορρά, μοιάζει να  έχουν κάτι  από γρανίτη, έτσι πατέρα;»
«Όχι όμως ο δύστυχος Μπάουσερ, ούτε η γυναίκα του.»
« Αν κρίνω από την προφορά τους, πρέπει να ήταν Ιρλανδικής καταγωγής. Αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρει αύριο ο Χίγκινς. Αν γινόταν  αυτός και ο κύριος Θόρντον να  συνομιλήσουν  ως άνδρας προς άνδρα, - αν ο Χίγκινς ξεχνούσε πως ο κύριος Θόρντον είναι αφεντικό, και του μιλούσε όπως μιλά σ’εμάς- και αν ο κύριος  Θόρντον έδειχνε αρκετή υπομονή ώστε να τον ακούσει με ανθρωπιά στην καρδιά του, και όχι ως αφεντικό…»
« Κοντεύεις να δικαιώσεις επιτέλους τον κύριο Θόρντον, Μάργκαρετ,» είπε ο πατέρας της  τσιμπώντας της ελαφρά το αυτί.
Η Μάργκαρετ ένοιωσε την καρδιά της να βουλιάζει και δεν μπόρεσε να απαντήσει.
........................................................................................................................................................