Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Κεφάλαιο 40ο: Παραφωνίες



Και προχωράμε σιγά- σιγά στο Μάιο και στο τεσσαρακοστό κεφάλαιο.....
Σιγά- σιγά. Δεν βιαζόμαστε !



Κεφάλαιο 40ο

ΠΑΡΑΦΩΝΙΕΣ

Η Μάργκαρετ δεν προσδοκούσε να χαρεί ιδιαίτερα με την επίσκεψη του κυρίου Μπέλλ – ανυπομονούσε γι αυτήν για  λογαριασμό και μόνο του πατέρα της. Μόλις όμως έφτασε ο νονός της ένοιωσε αμέσως πολύ φιλικά απέναντί του.  Εκείνος είπε ότι ήταν απαράδεκτο  το ότι κατάκτησε τόσο εύκολα την καρδιά του, ήταν μια αρετή κληρονομική να μπορεί τόσο εύκολα να κερδίσει την εκτίμησή του και εκείνη με τη σειρά της παραδέχτηκε ότι ο νονός της κάτω από την ακαδημαϊκή του τήβεννο έκρυβε ένα αρκετά νεανικό παρουσιαστικό.
«Νεανικό όσον αφορά την καλοσύνη και την ευγένεια, εννοώ. Γιατί φοβάμαι πως πρέπει να παραδεχτώ ότι οι ιδέες σας είναι οι πλέον σκουριασμένες και παλαιομοδίτικες που έχω ακούσει  εδώ και καιρό.»
« Μα, ακούς τι λέει αυτή η θυγατέρα σου, Χεηλ ; Η παραμονή της στο Μίλτον την έχει εντελώς διαφθείρει !  Έγινε μια δημοκράτισσα, μια κόκκινη ρεπουμπλικανή, μια πασιφίστρια, μια σοσιαλίστρια ….!»
« Και όλα αυτά, πατέρα, απλά και μόνον επειδή υπερασπίζομαι την πρόοδο του εμπορίου. Αν ήταν στο χέρι του κυρίου Μπελλ, ακόμα θα ανταλλάσαμε  δερμάτα ζώων με βελανίδια.»
«Όχι, όχι. Θα έσκαβα και θα φύτευα πατάτες. Και θα κούρευα  άγρια ζωά  για να φτιάξω χιτώνες  με το μαλλί  τους. Μην υπερβάλλεις, δεσποινάριο. Όμως αυτή η παραζάλη με έχει κουράσει. Οι πάντες τρέχουν πάνω κάτω προσπαθώντας να κερδίσουν χρήματα.»
« Δεν μπορούν όλοι να κάθονται αναπαυτικά στις αίθουσες των κολλεγίων τους και να βλέπουν τα πλούτη  τους να αυξάνονται χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν κανέναν κόπο. Αναμφίβολα πολλοί από τους ανθρώπους εδώ θα ήταν ευγνώμονες αν έβλεπαν την περιουσία τους να μεγαλώνει  όπως η δική σας χωρίς οι ίδιοι να έχουν κανέναν μπελά στο κεφάλι τους.» είπε ο κύριος Χέηλ.
«Δεν το πιστεύω. Τους αρέσει όλο αυτό το τρέξιμο  και η φασαρία.  Όσο για το να ηρεμήσουν και να μάθουν από το παρελθόν αναλογιζόμενοι ή να σχεδιάσουν το μέλλον δουλεύοντας με πίστη και με αίσθηση εμπιστοσύνης σ’αυτό που έρχεται…Σιγά ! Δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που να είναι σε θέση να μείνει ήρεμος. Και είναι μια μεγάλη τέχνη αυτό.»
«Υποψιάζομαι ότι οι  Μιλτονέζοι  πιστεύουν ότι οι της Οξφόρδης  δεν ξέρουν πώς να κινηθούν. Θα ήταν καλό αν μπορούσαν να ανακατευτούν συγχρωτιστούν  λιγάκι μεταξύ τους.»
«Θα έκανε καλό στους Μιλτονέζους. Πολλά από τα δυσάρεστα για άλλους ανθρώπους πράγματα, σε αυτούς ίσως να  έκαναν  καλό.»
«Μα κι εσείς, Μιλτονέζος δεν είστε;» ρώτησε η Μάργκαρετ. «Νόμιζα πως θα ήσασταν υπερήφανος για την πόλη σας.»
«Ομολογώ πως δεν βλέπω τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να είμαι υπερήφανος. Αν έρθεις καμμιά φορά στην Οξφόρδη, Μάργκαρετ, θα σου δείξω ένα πραγματικό ‘πεδίον δόξης λαμπρόν’ . »
«Λοιπόν,» είπε ο κύριος Χέηλ, « ο κύριος Θόρντον θα έρθει απόψε για τσάι,  και είναι τόσο υπερήφανος για το Μίλτον, όσο είστε εσείς για την Οξφόρδη. Εσείς οι δυο θα πρέπει να προσπαθήσετε και να γίνεται αμφότεροι πιο ανοιχτόμυαλοι.»
«Ευχαριστώ πολύ, δεν επιθυμώ  να διευρύνω περισσότερο  το μυαλό μου,» είπε ο κύριος Μπέλλ.

« Αλήθεια, θα έρθει ο κύριος Θόρντον για τσάι, πατέρα ;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Μάργκαρετ.
«Ή την ώρα του τσαγιού, ή αμέσως μετά. Δεν ήταν σίγουρος. Μας είπε να μην τον περιμένουμε.»
Ο κύριος Θόρντον ήταν αποφασισμένος να μην ερευνήσει καθόλου  μέχρι σε ποιο βαθμό προχώρησε η μητέρα του στο σχέδιό της να μιλήσει στην Μάργκαρετ για την απρεπή συμπεριφορά της.

 Ήταν σίγουρος ότι αν όντως εκείνη η συνομιλία έλαβε χώρα, η αναφορά της μητέρας του για τα όσα συνέβησαν θα είχε σαν αποτέλεσμα να αισθανθεί ενόχληση και πικρία ενώ όλη την ώρα θα σκεφτόταν τι θα έπρεπε να περνούσε από το μυαλό της μητέρας του εκείνες τις στιγμές.  Απέφευγε την οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα της Μάργκαρετ. Ο ίδιος, ενώ την κατηγορούσε,  την ζήλευε και την αποκήρυσσε, την αγαπούσε  οδυνηρά, σχεδόν παρά την θέλησή του. Την έβλεπε στα όνειρά του ˙ έβλεπε ότι ερχόταν προς το μέρος του χορεύοντας, με μια αγκαλιά ολάνοιχτη,  ανάλαφρη και χαρούμενη  έτσι που μ’ όλο που τον γοήτευε, ένοιωθε να την  απεχθάνεται.  Όμως αυτή η αποτύπωση της μορφής της Μάργκαρετ  - που δεν είχε τίποτα από την προσωπικότητα  της Μάργκαρετ, σαν να είχε κάνει κατάληψη στο σώμα της κάποιο σατανικό πνεύμα -  ήταν τόσο βαθιά χαραγμένη στη φαντασία του, ώστε όταν ξυπνούσε δυσκολευόταν να ξεχωρίσει την Εύα από την Λίλιθ*. Και η αντιπάθεια που έτρεφε για την δεύτερη, έμοιαζε να περικλείνει  και να παραμορφώνει και την πρώτη. Όμως ήταν πολύ περήφανος ώστε να παραδεχθεί την αδυναμία του με το να αποφεύγει να την βλέπει. Ούτε αναζητούσε ευκαιρία να βρεθεί κοντά της αλλά ούτε  και την απέφευγε. Για να πείσει τον εαυτό του  ότι διέθετε αυτοέλεγχο, χρονοτριβούσε πάνω σε όλες τις λεπτομέρειες της εργασίας που  είχε να κάνει εκείνο το απόγευμα. Σκόπιμα, τραβούσε επί μακρόν και αργοπορούσε σε κάθε του ενέργεια, επομένως, ήταν περασμένες οκτώ όταν πια έφτασε στο σπίτι του κυρίου Χέηλ. Ύστερα, είχαν να μιλήσουν για επαγγελματικά θέματα στο γραφείο  με τον κύριο Μπέλλ, με τον τελευταίο να παρατείνει   την συνομιλία τους δίπλα στη φωτιά, με διάφορα ανιαρά θέματα, πολύ μετά την λήξη των επαγγελματικών τους , ενώ θα μπορούσαν να έχουν ανεβεί με τους άλλους  στο σαλόνι. Αλλά ο κύριος Θόρντον δεν επρόκειτο να πει λέξη σχετικά με την αλλαγή του χώρου συζήτησης. Άναβε και κόρωνε, θεωρώντας τον κύριο Μπελ ως τον πλέον πληκτικό συνδαιτυμόνα ενώ ο κύριος Μπελ με την σειρά του, ανταπέδιδε κρυφά  την φιλοφρόνηση, σκεπτόμενος ότι ο κύριος Θόρντον ήταν εξαιρετικά απότομος  και αγενής, με έλλειψη  ευφυίας και καλής συμπεριφοράς.  Επιτέλους, κάποιος αμυδρός θόρυβος από το επάνω πάτωμα τους υπενθύμισε ότι θα ήταν καλό να ανεβούν στο σαλόνι. Βρήκαν την Μάργκαρετ με ένα γράμμα ανοιγμένο ενώπιόν της, να συζητά με θέρμη το περιεχόμενό του με τον πατέρα της. Το δίπλωσε και το έβαλε στην άκρη αμέσως μόλις μπήκαν οι κύριοι, αλλά η οξυμένη αίσθηση του κυρίου Θόρντον, άκουσ τα εξής λόγια του κυρίου Χέηλ προς τον κύριο Μπέλλ:
«Γράμμα από τον Χένρυ Λέννοξ. Έδωσε πολλές ελπίδες στην Μάργκαρετ.»


Ο κύριος Μπελλ ένευσε καταφατικά. Όταν ο κύριος Θόρντον γύρισε το βλέμμα του στην Μάργκαρετ, εκείνη ήταν κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο.  Ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να σηκωθεί και να φύγει εκείνη την στιγμή και να μην ξαναπατήσει το πόδι του σ’εκείνο το σπίτι.
«Φανταστήκαμε» είπε ο κυριος Χέηλ «ότι εσείς και ο κύριος Θόρντον ακολουθήσατε την συμβουλή της Μάργκαρετ και προσπαθούσατε να προσηλυτίσετε ο ένας τον άλλον, τόση ώρα που αργοπορούσατε στο γραφείο.»
«Και φανταστήκατε ότι δεν θα είχε απομείνει τίποτα από εμάς παρά μια γνώμη, όπως η ουρά στον γάτο του Κίλκενυ**. Πείτε μου, παρακαλώ, τίνος η γνώμη νομίζετε ότι θα επέμενε πεισματικά να επιβιώνει;»
Ο κύριος Θόρντον δεν είχε ιδέα για τη πράγμα μιλούσαν και απαξιούσε να ρωτήσει. Ο κύριος Χέηλ, ευγενικά, προσφέρθηκε να τον διαφωτίσει.
«Κύριε Θόρντον, σήμερα το πρωί κατηγορούσαμε τον κύριο Μπέλλ για την μεσαιωνικά αδιάλλακτη Οξφορδιανή του στάση ενάντια στην γενέτειρά του και προτείναμε – η Μάργκαρετ θαρρώ – πως θα του έκανε καλό να συναναστραφεί λιγάκι με τους εργοστασιάρχες του Μίλτον.»
«Να με συγχωρεί η χάρη σας. Νομίζω πως η Μάργκαρετ είπε πως θα έκανε καλό στους εργοστασιάρχες του Μίλτον να συναναστραφούν λίγο περισσότερο με άνδρες της Οξφόρδης. Έτσι δεν είναι Μάργκαρετ;»
«Νομίζω πως είπα πως θα έκανε καλό και στα δύο μέρη να συναναστραφούν μεταξύ τους – και είναι  κάτι που και εγώ και ο πατέρας πιστεύουμε.»
«Βλέπετε λοιπόν κύριε Θόρντον, πως  ενόσω βρισκόμασταν στο γραφείο, οφείλαμε να βελτιωνόμαστε αμφότεροι αντί να συζητούμε για τις εκλιπούσες οικογένειες των Σμιθ και των Χάρρισον. Εντούτοις, είμαι πρόθυμος να αναλάβω αυτήν την ευθύνη τώρα. Αναρωτιέμαι πότε έχετε σκοπό να ζήσετε τη ζωή σας εσείς οι Μιλτονέζοι.  Φαίνεται ότι όλη η ζωή σας αναλώνεται στην απόκτηση υλικών αγαθών.»
«Λέγοντας να ζήσουμε τη ζωή μας, υποθέτω ότι αναφέρεστε στην αναψυχή.»
«Ακριβώς, την αναψυχή . Δεν θα προσδιορίσω  επακριβώς  το είδος, γιατί είμαι σίγουρος ότι και οι δυο θεωρούμε την απλή τέρψη ως ένα είδος πολύ φτωχής αναψυχής.»
«Θα προτιμούσα να μου δώσετε τον ορισμό του είδους της αναψυχής στην οποία αναφέρεστε.»
« Ε, λοιπόν, την ευχαρίστηση που δίνει ο ελεύθερος χρόνος. Να  μπορεί να χαρεί κάποιος την ισχύ και την άνεση που δίνει το χρήμα. Αγωνίζεστε όλοι σας  να κερδίσετε χρήματα. Προς τι ;»
Ο κύριος Θόρντον σιωπούσε. « Πραγματικά, δεν έχω ιδέα. Προσωπικά δεν αγωνίζομαι για να κερδίσω χρήματα.»
«Αλλά τότε, για ποιο πράγμα αγωνίζεστε;»
« Είναι μια  πολύ προσωπική ερώτηση. Θα πρέπει να ανοίξω την καρδιά μου σαν σε εξομολόγηση, και δεν είμαι σίγουρος ότι έχω προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο.»


«Όχι!» είπε ο κύριος Χέηλ. « ας μην δώσουμε προσωπική χροιά στην εξομολόγησή σας. Κανείς σας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτικός τύπος της πόλης σας. Έχετε και οι δύο την δική σας ανεξάρτητη προσωπικότητα.»
«Δεν είμαι βέβαιος αν αυτό αποτελεί φιλοφρόνηση ή όχι. Θα μου άρεσε να είμαι αντιπρόσωπος της Οξφόρδης, με το κάλλος, την γνώση και την υπερήφανη, μακρόχρονη ιστορία της. Τι λές, Μάργκαρετ ; Θα πρέπει να νοιώθω κολακευμένος;»
«Δεν γνωρίζω την Οξφόρδη. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να είναι κάποιος αντιπρόσωπος μιας πόλης και αντιπροσωπευτικός τύπος των κατοίκων της   πόλης.»
«Πολύ σωστά, δεσποινίς Μάργκαρετ. Τώρα θυμάμαι ότι  σήμερα το πρωί, ήσασταν εναντίον μου και οι προτιμήσεις σας έκλιναν υπέρ του Μίλτον και των εργοστασιαρχών του.»
Ο Μάργκαρετ είδε να περνά αστραπιαία από το πρόσωπο του κυρίου Θόρντον  μια έκφραση έκπληξης και ενοχλήθηκε με την ερμηνεία που ίσως έδινε στα λόγια του λόγια του κυρίου Μπελλ.  Εκείνος συνέχισε.
« Α, μακάρι να μπορούσα να σας δείξω την Χάι Στρητ μας ή την πλατεία  μας του Ρέηντκλιφ. Δεν θα αναφέρω τα κολλέγια μας, έτσι θα επιτρέψω στον κύριο Θόρντον με τη σειρά του να παραλείψει να συμπεριλάβει  τα εργοστάσια στις χάρες του Μίλτον. Έχω το δικαίωμα να κακομεταχειριστώ την γενέτειρά μου. Είμαι Μιλτονέζος, μην το ξεχνάτε.»
Ο κυριος Θόρντον είχε ενοχληθεί πέραν του δέοντος από τα λόγια του κυρίου Μπέλλ. Δεν είχε καμμιά διάθεση για αστεϊσμούς. Σε κάποια άλλη στιγμή, θα διασκέδαζε με την  σε σχεδόν εξοργισμένο τόνο μομφή  του κυρίου Μπέλλ ενάντια σε μια πόλη στην οποία η ζωή είχε τόσες διακυμάνσεις όσα και τα διαφορετικά είδη ενδυμασίας. Τώρα όμως ήταν αρκετά χολωμένος για να δοκιμάσει να αντικρούσει μια ούτως ή άλλως  προσχηματική επίθεση.
« Δεν θεωρώ το Μίλτον ως πρότυπο πόλεως.»
«Ούτε καν ως προς την αρχιτεκτονική του;» ρώτησε ο κύριος Μπελ με πονηριά.

«Όχι! Έχουμε πολλές ασχολίες για να εστιάσουμε  απλά στην εξωτερική εμφάνιση των κτισμάτων.»
« Μη λέτε απλά εξωτερική εμφάνιση των κτισμάτων » είπε ο κύριος Χέηλ σε ήπιο τόνο. « Δεν παύουν να μας γοητεύουν παιδιόθεν και έως σήμερα –κάθε ημέρα της ζωής μας.»
« Περιμένετε μια στιγμή,» είπε ο κύριος Θόρντον . «Θυμηθείτε ότι είμαστε διαφορετική φυλή από τους  Έλληνες, για τους οποίους η ομορφιά ήταν το πάν και για τους οποίους ο κύριος Μπελλ θα μπορούσε να αναφερθεί ότι διήγαν βίο αναψυχής και ήρεμης τρυφηλότητας βασισμένο κατά κύριο λόγο στις απολαύσεις των αισθήσεων. Δεν σπεύδω ούτε να τους κατηγορήσω ούτε να τους μιμηθώ. Όμως το αίμα μου είναι Τευτονικό – ίσως περισσότερο  νοθευμένο σε αυτό το μέρος της Αγγλίας απ’ ότι σε άλλες περιοχές. Διατηρούμε αρκετά από τα γλωσσικά τους στοιχεία αλλά διατηρούμε πολύ περισσότερο το πνεύμα τους. Η ζωή για εμάς δεν είναι μια περίοδος αναψυχής αλλά δράσης και άσκησης.  Θεωρούμε ότι η δόξα και η ομορφιά εγείρονται από την  εσωτερική μας δύναμη που μας βοηθά να θριαμβεύσουμε ενάντια στα υλικά εμπόδια αλλά και σε ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες.  Εδώ στο Νταρκσάιρ είμαστε Τεύτονες και σε ένα άλλο επίπεδο. Δεν μας αρέσει να υπακούμε σε νόμους που φτιάχθηκαν για εμάς εκ του μακρόθεν.  Μακάρι να μας επέτρεπαν να βρούμε την δική μας δικαιοσύνη αντί να επεμβαίνουν διαρκώς  με ανεπαρκείς νομοθετήσεις. Υπερασπιζόμαστε με σθένος την αυτοδιοίκηση και εναντιωνόμαστε στον συγκεντρωτισμό.»
« Εν ολίγοις, θα προτιμούσατε να καθιερωθεί εκ νέου η Επταρχία*.  Όπως και να’χει, ανακαλώ τα όσα είπα το πρωί – ότι εσείς οι Μιλτονέζοι δεν σέβεστε το παρελθόν.  Είστε ευλαβείς προσκυνητές του Θώρ**.»
«Αν δεν ευλαβούμαστε το παρελθόν στον βαθμό που το κάνετε εσείς στην Οξφόρδη, είναι επειδή θέλουμε κάτι το οποίο να έχει άμεση σχέση με το σήμερα. Ουδεμία αντίρρηση όταν η μελέτη του παρελθόντος οδηγεί σε κάποια πρόβλεψη για το μέλλον. Όμως για όσους προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους σε καινούριες καταστάσεις θα ήταν καλύτερο αν  καθοδηγούμασταν από λόγια εμπειρίας στο πώς να δράσουμε  σε ό,τι μας απασχολεί  άμεσα και επιτακτικά ˙ στις δυσκολίες που θα συναντήσουμε και πώς θα τις υπερνικήσουμε –όχι απλά να τις παραμερίσουμε προσωρινά. Από αυτό εξαρτάται το μέλλον μας. Με τη σοφία του παρελθόντος, βοηθήστε μας να αντιμετωπίσουμε το παρόν. Όμως όχι ! Οι άνθρωποι μιλούν με μεγαλύτερη ευκολία για την Ουτοπία παρά για το τι πρέπει να γίνει αύριο. Κι όμως όταν αυτό που πρέπει να γίνει, το κάνουν άλλοι, είναι οι πρώτοι που θα φωνάξουν “Αίσχος!” 


 « Και όλη αυτήν την ώρα δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε.  Θα καταδεχτείτε εσείς, οι Μιλτονέζοι να παρωδήσετε τις τωρινές δυσκολίες σας με την Οξφόρδη;  Δεν μας γνωρίζετε καλά.»
Ο κύριος Θόρντον γέλασε ευθύς με αυτό το σχόλιο. «Νομίζω πως αναφερόμουν σε κάτι που μας προβληματίζει αρκετά, τώρα τελευταία: Είχα στο νου μου τις απεργίες, οι οποίες  έφεραν προβλήματα και ήταν αρκετά επιζήμιες όπως αντιλήφθηκα με προσωπικό κόστος.  Κι όμως αυτή η πρόσφατη απεργία  η οποία μου στοίχισε, ήταν αρκούντως έντιμη.»
«Μία έντιμη απεργία!» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Αυτό δείχνει ότι το παρακάνατε με την λατρεία του Θώρ.»
Η Μάργκαρετ  διαισθάνθηκε περισσότερο παρά είδε ότι ο κύριος Θόρντον ήταν πικραμένος με την συνεχόμενη τροπή σε αστεϊσμούς μιας συζήτησης που  ο ίδιος θεωρούσε  σοβαρή. Έκανε μια προσπάθεια να αλλάξει το θέμα της συζήτησης για το  οποίο ο ένας κύριος ήταν σχετικά αδιάφορος ενώ τον άλλον τον αφορούσε προσωπικά και σε βάθος. Πίεσε τον εαυτό της να πει κάτι.
« Η Ήντιθ λέει ότι βρίσκει στην Κέρκυρα καλύτερες και φθηνότερες μουσικές παρτιτούρες.»
« Αλήθεια;» είπε ο πατέρας της. «Νομίζω ότι πρόκειται για τις συνηθισμένες υπερβολές της Ήντιθ. Είσαι σίγουρη, Μάργκαρετ;»
«Σίγουρα, αυτό μου γράφει, πατέρα.»
« Τότε, σίγουρα έτσι έχουν τα πράγματα.» είπε ο κύριος Μπελλ. «Μάργκαρετ, είμαι τόσο πεπεισμένος για την φιλαλήθειά σου, ώστε είμαι σίγουρος ότι αρκεί να καλύψει και την εξαδέλφη σου. Δεν πιστεύω ότι μια δική σου εξαδέλφη θα μπορούσε να υπερβάλλει.»
« Είναι τόσο γνωστή η δεσποινίς Χέηλ για το φιλαλήθες του χαρακτήρα της;» είπε ο κύριος Θόρντον με πικρία. Την στιγμή που το ξεστόμισε, θα μπορούσε να είχε δαγκώσει την γλώσσα του- να την κόψει. Ποιος ήταν εκείνος ; Και γιατί θα έπρεπε να της πετάξει κατάμουτρα την αισχύνη της ; Πόσο κακός ήταν απόψε, πόσο κακοδιάθετος εξαιτίας της απομάκρυνσής του από εκείνην για τόσο καιρό. Η αναφορά ενός συγκεκριμένου ονόματος τον εξόργιζε επειδή πίστευε ότι ανήκε σε κάποιον πιο επιτυχημένο εραστή. Και τώρα ήταν θυμωμένος γιατί αδυνατούσε να αντιμετωπίσει «ελαφρά τη καρδία» κάποιον που προσπαθούσε με πειράγματα και αστεϊσμούς να κάνει την βραδυά να περάσει ευχάριστα – τον ευγενικό προς όλους παλιό φίλο, του οποίου τους τρόπους γνώριζε καλά ο κύριος Θόρντον, μια και τον ήξερε πολλά χρόνια.
Και να μιλήσει έτσι στην Μάργκαρετ ! Δεν σηκώθηκε να φύγει από το δωμάτιο όπως θα έκανε παλαιότερα όταν οι απότομοι τρόποι του ή ο χαρακτήρας του την ενοχλούσαν. Έμεινε εντελώς ακίνητη, μετά από ένα βλέμμα έκπληξης και θλίψης που έκανε τα μάτια της να μοιάζουν με ενός παιδιού που αντιμετωπίζει την απόρριψη. Τα είδε να διαστέλλονται αργά γεμάτα λύπη και όνειδος και  έπειτα να χαμηλώνουν. Έσκυψε στο εργόχειρό της και δεν ξαναμίλησε. Όμως δεν  μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της και είδε το κορμί της να ριγεί από έναν στεναγμό, σαν να την έκανε να τρέμει μια περίεργη παγωνιά. Ένιωσε ότι είχε χάσει  την εμπιστοσύνη της. Έδινε κοφτές και απότομες απαντήσεις, ήταν αμήχανος και σκυθρωπός, ανίκανος να κάνει την διάκριση μεταξύ αστεϊσμού και σοβαρότητας, αγωνιώντας μόνο για ένα της βλέμμα μια λέξη, ώστε να θέσει τον εαυτό του μπροστά στα πόδια της με ταπεινότητα και μετάνοια. Όμως εκείνη ούτε ξαναμίλησε, ούτε τον κύτταξε. Τα δάχτυλά της πετούσαν πάνω-κάτω στο κέντημα, σταθερά και επιδέξια σαν να ήταν η μοναδική ασχολία στη ζωή της.  Δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν αλλιώς το πάθος και η θέρμη που είχε η λαχτάρα του, θα την είχαν κάνει  να σηκώσει εκείνα τα μάτια, έστω και για μια στιγμή, για να διαβάσει την μετάνοια που έδειχναν τα δικά του. Θα μπορούσε να την αρπάξει και να την ταρακουνήσει πριν φύγει,  έτσι ώστε με μια φανερά βίαιη πράξη να κερδίσει το προνόμιο να της μιλήσει για τις τύψεις που του κατέτρωγαν την καρδιά.
Ευτυχώς που  η βραδυά του έκλεισε με έναν μεγάλο περίπατο έξω στο δρόμο. Τον συνέφερε και τον έκανε να καταλήξει στην σοβαρή απόφαση να την συναντά στο εξής όσο δυνατόν λιγότερο καθώς η θέα και μόνο εκείνου του προσώπου και εκείνου του κορμιού, το άκουσμα και μόνο εκείνης της φωνής ( σαν απαλή μελωδική πνοή) είχε τέτοια εξουσία επάνω του ώστε να τον κάνει να χάνει την λογική του. Ας είναι ! Είχε γνωρίσει  τι ήταν η αγάπη – μια κοφτερή μαχαιριά, ένα ξέφρενο πάθος στις φλόγες του οποίου  πάλευε.  Όμως μέσα από αυτό το καμίνι θα πάλευε να βρει το δρόμο του προς την ηλικία της ωριμότητας, περισσότερο πλούσιος και ανθρώπινος τώρα που είχε γνωρίσει αυτό το μεγάλο πάθος. 


Μόλις εκείνος έφυγε, κάπως απότομα, από το δωμάτιο, η Μάργκαρετ σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει σιωπηλά το εργόχειρό της. Τα μακριά νήματα φαίνονταν να είναι ασυνήθιστα βαριά για τα κουρασμένα χέρια της. Οι στρογγυλάδες στο πρόσωπό της τραβήχτηκαν προς τα κάτω και η όλη της εμφάνιση έδειχνε άνθρωπο που είχε περάσει μια εξαντλητική ημέρα. Καθώς οι τρεις τους ετοιμάζονταν να αποσυρθούν για ύπνο, ο κύριος Μπέλλ μουρμούρισε κάτι επιτιμητικό για τον κύριο Θόρντον.
«Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο τόσο κακομαθημένο από την επιτυχία. Δεν σηκώνει λέξη – ούτε ένα αστείο. Τα πάντα φαίνεται να ενοχλούν  την αξιοπρέπεια της Υψηλότητάς του. Παλιά ήταν τόσο απλός και ευγενικός σαν την ηλιόλουστη μέρα. Δεν υπήρχε περίπτωση να προσβληθεί γιατί δεν είχε ίχνος ματαιοδοξίας μέσα του.»
«Ούτε τώρα είναι ματαιόδοξος.» είπε η Μάργκαρετ  ήσυχα και διακριτικά, στρέφοντας από το τραπέζι όπου βρισκόταν. «Απόψε δεν ήταν ο εαυτός του. Κάτι πρέπει να τον είχε εκνευρίσει πριν έρθει εδώ.»
Ο κύριος Μπέλλ της έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα πάνω από τα γυαλιά του. Φαινόταν αρκετά ήρεμη, αλλά μόλις έφυγε από το δωμάτιο , ρώτησε ξαφνικά:
«Χέηλ! Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι ο Θόρντον και η κόρη σου έχουν αυτό που αποκαλούν οι Γάλλοι ‘τρυφερά αισθήματα’ ο ένας για τον άλλον;»
«Ποτέ !» είπε ο κύριος Χέηλ, στην αρχή ξαφνιασμένος και μετά αναστατωμένος από την ιδέα. «Όχι, είμαι σίγουρος ότι κάνεις λάθος. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι σφάλλεις.  Αν υπάρχει κάτι, είναι από την πλευρά του κυρίου Θόρντον. Ο καημένος! Ελπίζω ειλικρινά να μην τρέφει αισθήματα γι αυτήν γιατί είμαι σίγουρος ότι εκείνη θα τον απορρίψει.»
«Τι να πώ!  Είμαι γεροντοπαλίκαρο και όλη μου τη ζωή απέφευγα τους έρωτες, έτσι μπορεί η κρίση μου να σφάλλει. Διαφορετικά, θα έλεγα ότι και εκείνη εμφάνιζε παρόμοια συμπτώματα απόψε.»


«Τότε, νομίζω πως κάνεις λάθος. Νοιάζεται γι αυτήν μ’ όλο που πραγματικά κατά καιρούς  εκείνη υπήρξε αγενής μαζί του. Όμως από την μεριά της – Μα, η Μάργκαρετ δεν έχει κάνει σκέψεις γι αυτόν, είμαι σίγουρος. Δεν έχει βάλει κάτι τέτοιο στο μυαλό της.»
«Φτάνει να το έχει βάλει στην καρδιά της. Όμως απλά  κάνω υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να συμβαίνει. Τολμώ να πω ότι έκανα λάθος. Και είτε έσφαλλα είτε όχι, νυστάζω πολύ. Έτσι λοιπόν, αφού όπως βλέπω σε αναστάτωσα και σε ξαγρύπνησα με της άκαιρες φαντασιοκοπίες μου, θα κατευθυνθώ ξένοιαστος προς την κλίνη μου.»
Όμως ο κύριος Χέηλ ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει να τον διαταράξουν τέτοιες ανυπόστατες ιδέες. Έτσι ξάπλωσε και έμεινε ξάγρυπνος σταθερά προσηλωμένος στο να μην το σκέφτεται.
Ο κύριος Μπέλλ αναχώρησε την επόμενη ημέρα, ξορκίζοντας την Μάργκαρετ να προσβλέπει σε αυτόν σαν σε κάποιον που δικαιωματικά θα της πρόσφερε βοήθεια και προστασία σε κάθε δύσκολη περίσταση, όποιας φύσεως και αν ήταν αυτή. Στον κύριο Χέηλ είπε:
«Αυτήν την κόρη σου την Μάργκαρετ μες στην καρδιά μου την έβαλα.  Να την προσέχεις γιατί είναι ένα σπάνιο πλάσμα – παραείναι καλή για το Μίλτον-  μόνο στην Οξφόρδη θα ταίριαζε. Εννοώ την πόλη όχι τους άνδρες. Δεν μπορώ να της βρω ακόμα ταίρι. Αλλά όταν τα καταφέρω, θα φέρω τον νεαρό μου να σταθεί πλάι πλάι στην νεαρή σου όπως το τζίνι έφερε να ταιριάξει  τον Πρίγκιπα Καραλμαζάν στην Πριγκίπισσα Μπαντούρ της νεράιδας.»
«Σε εκλιπαρώ, μην κάνεις κάτι τέτοιο. Θυμήσου τις  δυστυχίες που ακολούθησαν. Εξάλλου, δεν μπορώ να στερηθώ τη Μάργκαρετ.»
«Όχι- τώρα που το καλοσκέφτομαι, θα την κρατήσουμε για να μας γηροκομήσει σε δέκα χρόνια από τώρα, όταν θα έχουμε γίνει δυο γερο ραμολιμέντα. Σοβαρά, Χέηλ, μακάρι να έφευγες από το Μίλτον. Δεν σου ταιριάζει καθόλου  παρ’ όλο που εγώ σου συνέστησα να έρθεις. Αν το έκανες, θα καταδεχόμουν να πάω να μείνω στο Πανεπιστήμιο και  με την Μάργκαρετ θα μπορούσατε να μείνετε στο πρεσβυτέριο. Εσύ να γίνεις αναπληρωτής εφημέριος και να με απαλλάξεις από τη «βρώμικη» δουλειά  κι εκείνη να είναι η οικοδέσποινά μας – η Λαίδη Μπάουντιφουλ του χωριού- την ημέρα και την νύχτα να μας διαβάζει μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.  Θα ήμουν ευτυχής με μια τέτοια ζωή. Τι λες κι εσύ;»
«Ουδέποτε» είπε ο κύριος Χέηλ αποφασιστικά. « Η μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου συνετελέσθη και έχω πληρώσει   το τίμημα οδύνης  που μου αναλογούσε. Εδώ θα τελειώσω τη ζωή μου και εδώ θα με θάψουν και θα χαθώ μες στο πλήθος.»
«Δεν σκοπεύω να παραιτηθώ ακόμα από τα σχέδιά μου. Αλλά προς το παρόν δεν θα σε ζαλίσω με αυτά. Πού είναι Το Μαργαριτάρι;  Έλα Μάργκαρετ, δώσε μου ένα αποχαιρετιστήριο φιλί, και να θυμάσαι πού μπορείς να βρεις έναν αληθινό φίλο που θα σου προσφέρει όση βοήθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Είσαι παιδί μου, Μάργκαρετ. Να το θυμάσαι και ο Θεός να σε ευλογεί!»

........................................................................................................................................................

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Κεφάλαιο 39ο "Κάνοντας φίλους".



   Όπως σας υποσχέθηκα, μέσα στον Απρίλη ολοκληρώθηκε το 39ο. Και τί κεφάλαιο....! Η Μάργκαρετ προβαίνει σε μια σημαντική ανακάλυψη! Εμείς βέβαια, το είχαμε δει να'ρχεται ...!

 

    «Κaνοντας φiλους»


Η Μάργκαρετ, αφού άφησε μόνη της την κυρία Θόρντον, πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω, όπως έκανε και παλαιότερα κάθε φορά που εκνευριζόταν. Όμως, καθώς θυμήθηκε ότι σε εκείνο το σπίτι με τους λεπτούς τοίχους τα πάντα ακούγονταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, κάθισε μέχρι να ακούσει την κυρία Θόρντον να φεύγει για τα καλά από το σπίτι. Πίεσε τον εαυτό της να ξαναθυμηθεί την συνομιλία που είχαν. Υποχρέωσε την μνήμη της να  την ανατρέξει λέξη προς λέξη. Στο τέλος, σηκώθηκε και μονολόγησε μελαγχολικά:
«Όπως και να ‘χει, τα λόγια της δεν με αγγίζουν. Πέφτουν άχρηστα από πάνω μου, γιατί είμαι αθώα απ’ όλα όσα μου καταλογίζει. Όμως είναι σκληρό να σκέφτομαι ότι κάποιος – και μάλιστα γυναίκα – μπορεί να πιστέψει αυτά τα πράγματα για μια άλλη, τόσο εύκολα. Είναι σκληρό και θλιβερό. Για εκείνο το οποίο πραγματικά έχω φταίξει δεν με κατηγορεί – γιατί δεν το ξέρει. Εκείνος δεν  της το είπε. Έπρεπε να το καταλάβω ότι δεν θα το έκανε!»
Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά σαν να αισθανόταν περήφανη για όποια αβρότητα αισθημάτων είχε τυχόν δείξει ο κύριος Θόρντον. Έπειτα, καθώς μια καινούρια σκέψη πέρασε από το μυαλό της, έσφιξε τα χέρια της το ένα με το άλλο.
« Κι αυτός θα πίστεψε ότι ο καημένος ο Φρέντερικ ήταν κάποιος εραστής μου.»
(Κοκκίνησε  στη σκέψη και μόνο της λέξης) «Τώρα το καταλαβαίνω. Δεν είναι μόνο ότι γνωρίζει το ψέμα που είπα, αλλά πιστεύει επίσης ότι κάποιος άλλος έχει αισθήματα για μένα και ότι εγώ – Ω, Θεέ μου, Ω, Θεέ μου! Τι θα κάνω ;  Τι λέω;  Γιατί με νοιάζει το τι σκέφτεται, πέραν του ότι έχω χάσει  την καλή του γνώμη σε σχέση με το αν είπα ή όχι την αλήθεια ; Δεν ξέρω τι να πω. Αλλά είμαι πολύ δυστυχισμένη. Ω, πόση δυστυχία έφερε αυτή η χρονιά! Δεν έζησα σαν νεαρή κοπέλα, σαν γυναίκα. Δεν έχω πια ελπίδα να ζήσω σαν γυναίκα, γιατί δεν θα παντρευτώ ποτέ. Προβλέπω να έχω τις ίδιες θλίψεις και βάσανα που έχει μια ηλικιωμένη και με τον ίδιο φόβο στην καρδιά. Είμαι κατάκοπη πια με το να πρέπει να δείχνω συνέχεια  δυνατή. Για χάρη του πατέρα, θα μπορούσα να αντέξω γιατί αυτό είναι φυσιολογικό και ευσεβές καθήκον μου. Και νομίζω πως θα μπορούσα να αντέξω και στα – όπως και να’χει  μπορούσα να έχω  την δύναμη να αντικρούσω τις  άδικες και απρεπείς υποψίες της κυρίας Θόρντον. Όμως είναι σκληρό να νοιώθω ότι εκείνος με έχει εντελώς παρεξηγήσει ! Τι έπαθα σήμερα και είμαι τόσο χάλια ; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Κάποιες φορές πρέπει να τα παρατάω.  Όμως όχι, δεν θα το κάνω,» είπε και τινάχτηκε επάνω. «Δεν θα το κάνω, δεν θα σκεφτώ ποιά είμαι και πού βρίσκομαι. Δεν θα αναλύσω τα αισθήματά μου. Δεν θα ωφελούσε τώρα. Κάποια στιγμή, αν ζήσω, όταν θα έχω γεράσει και θα κάθομαι δίπλα στη φωτιά κυττάζοντας τη θράκα, ίσως να αναπολήσω τη ζωή που θα μπορούσα να έχω ζήσει.»
Όλη αυτήν την ώρα, ετοιμαζόταν βιαστικά για να βγει έξω, σταματώντας μονάχα πού και πού για να σκουπίσει με μια ανυπόμονη κίνηση τα δάκρυά της, ξέροντας ότι θα συνεχίσουν να αναβλύζουν παρά την γενναιοψυχία της.
«Νομίζω πως πολλές γυναίκες κάνουν τέτοια θλιβερά  λάθη όπως εγώ και το ανακαλύπτουν όταν είναι πολύ αργά. Και  πόσο βιαστικά, με πόση αυθάδεια του μίλησα εκείνη την ημέρα! Όμως, τότε δεν ήξερα!  Μου συνέβη σιγά-σιγά και δεν ξέρω πότε άρχισε. Τώρα δεν θα τα παρατήσω. Θα μου είναι πολύ δύσκολο να συμπεριφερθώ με τον ίδιο τρόπο απέναντί του, έχοντας αυτήν την άθλια επίγνωση, αλλά θα είμαι πολύ ήρεμη, πολύ ήσυχη και θα μιλήσω ελάχιστα. Αλλά σίγουρα, μπορεί να μην τον δώ. Προφανώς, μας αποφεύγει. Αυτό θα ήταν το χειρότερο απ’ όλα. Και δεν είναι περίεργο που με αποφεύγει, αφού έχει αυτήν την γνώμη για μένα.»
Βγήκε έξω γρήγορα με κατεύθυνση προς την εξοχή προσπαθώντας με το γρήγορο βάδισμα να αποφύγει τις σκέψεις.


..........................................................................................................................................................


Βρήκε τον Νίκολας απασχολημένο με το να προσπαθεί να κάνει ένα νόμισμα να στριφογυρίσει πάνω στη συρταριέρα για να διασκεδάσει τα τρία μικρότερα παιδιά που ήταν γαντζωμένα πάνω του χωρίς φόβο. Τόσο αυτός όσο και τα παιδιά χαμογελούσαν πλατιά όταν το νόμισμα κατάφερνε να στριφογυρίσει  για πολλή ώρα. Η Μάργκαρετ σκέφτηκε ότι αυτή η χαρούμενη όψη και το ενδιαφέρον που έδειχνε στο παιχνίδι  ήταν καλό σημάδι. Όταν το νόμισμα σταμάτησε να στριφογυρνάει, ο «μικούλης Τζόννυ» άρχισε να κλαίει.
«Έλα σε μένα» είπε η Μάργκαρετ, σηκώνοντάς τον από την συρταριέρα και κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Κράτησε το ρολόι της στο αυτί του ενώ παράλληλα ρωτούσε τον  Νίκολας αν είχε δει τον κύριο Θόρντον.
Το ύφος του άλλαξε αμέσως.
«Αμέ, πώς!» είπε. «Τον είδα και τον άκουσα και με το παραπάνω!»
«Σου αρνήθηκε λοιπόν ;» είπε η Μάργκαρετ λυπημένα.
« Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Το’ξερα δα, απ’την αρχή.  Δε ‘φελάει να περιμένεις λύπηση από ‘κείνους εκεί τους αφεντάδες. Σύ ‘σαι ξενομερίτισσα, φερμένη απ’ αλλού και δεν ξέρεις τα χούγια τους. Ελόγου μου όμως τα ξέρω.»
«Λυπάμαι που σου το ζήτησα. Ήταν θυμωμένος; Δεν σου μίλησε όπως ο Χάμπερ, έτσι;»
«Δεν  μου φέρθηκε και με το γάντι!» είπε ο Νίκολας στριφογυρίζοντας άλλη μια φορά το νόμισμα, προς τέρψιν τόσο των παιδιών όσο και δική του. «Μη σκάς. Δεν έγινε τίποτα. Θα βγώ στη γύρα αύριο. Αλλά κι εγώ δεν του χαρίστηκα. Του’πα πως δεν είχα και την καλύτερη γνώμη για λόγου του και πώς ούτε που θα ματα’ρχόμουν στο εργοστάσιό του, αλλά πως με παρακάλεσες εσύ και σου’ κανα το χατίρι.»
«Του είπες πως σε έστειλα εγώ;»
«Δεν ξέρω αν είπα το όνομά σου. Δεν θυμάμαι αν το ’κανα. Είπα ότι μια κυρά που δεν κάτεχε κι αυτή με ορμήνεψε να πάω να δω άμα έχει μια στάλα ανθρωπιά στην καρδιά του.»
«Και εκείνος….» είπε η Μάργκαρετ.
«Μου ‘πε να σου πώ να κυττάς τη δουλειά σου – Ε, ρε τι στριφογύρισμα ήταν αυτό, λεβέντες μου;! - Και με στόλισε και μένα με διάφορες κουβέντες. Δεν πειράζει όμως. Δε χάσαμε τίποτα που είχαμε. Κάλιο να πάω να σπάω πέτρες στο δρόμο παρά να αφήσω τούτα ‘δω να πεινάσουνε.»
Η Μάργκαρετ έβαλε ξανά  πίσω στη θέση του τον Τζώννη που πάσχιζε να ξεφύγει από την αγκαλιά της.
«Συγνώμη που σου ζήτησα να πας στον κύριο Θόρντον. Είμαι απογοητευμένη  μαζί του.»
Ακούστηκε ένας ανάλαφρος θόρυβος πίσω της. Η Μάργκαρετ κι ο Νίκολας γύρισαν ταυτόχρονα να δουν. Πίσω τους στεκόταν ο κύριος Θόρντον με ένα ύφος που φανέρωνε δυσάρεστη έκπληξη. Ενστικτωδώς, η Μάργκαρετ ξεγλίστρησε δίπλα του και  τον προσπέρασε βιαστικά, χωρίς να πεί λέξη, κάνοντας μόνο μια βαθιά υπόκλιση για να κρύψει την ξαφνική χλωμάδα που απλώθηκε στο πρόσωπό της. Εκείνος την χαιρέτησε με μια εξίσου βαθιά υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Καθώς προχωρούσε βιαστικά για της κυρίας Μπάουσερ, άκουσε τον σύρτη να κλείνει και αυτός ο ήχος φάνηκε να επιτείνει την ντροπή της.


Κι εκείνος ενοχλήθηκε που την βρήκε εκεί. Υπήρχε τρυφερότητα  στην καρδιά του – «ανθρωπιά» όπως το έλεγε ο Νίκολας- αλλά από κάποιο αίσθημα υπερηφάνειας την έκρυβε. Ήταν κάτι ιερό και πολύτιμο που ζηλόφθονα προσπαθούσε να το προστατεύσει. Όμως, μολονότι φοβόταν να παραδεχτεί την ευαισθησία του, αντίθετα, έκανε το παν για να μάθουν όλοι ότι ήταν ένας άνθρωπος με υψηλό αίσθημα δικαίου. Και ένοιωθε ότι είχε φανεί άδικος με το να ακούσει τόσο περιφρονητικά το αίτημα ενός ανθρώπου που περίμενε ταπεινά και με υπομονή πέντε ώρες για να του μιλήσει.
Το ότι ο άνθρωπος αυτός του είχε μιλήσει με αυθάδεια, δεν είχε σημασία για τον κύριο Θόρντον ˑ μάλλον τον συμπαθούσε γι αυτό και είχε επίγνωση της δικής του οξύθυμης διάθεσης εκείνη τη στιγμή, άρα ήταν κι οι δύο πάτσι.  Ήταν εκείνες οι πέντε ώρες αναμονής που έκαναν εντύπωση στον κύριο Θόρντον. Ο ίδιος δεν είχε πέντε ώρες για χάσιμο.
Όμως θυσίασε μια - δύο ώρες από τον σκληρό, βαθιά πνευματικό   αλλά και σωματικό μόχθο του για να συγκεντρώσει πληροφορίες για την πιστότητα της ιστορίας του Χίγκινς, το χαρακτήρα του και τη ζωή του. Θέλοντας και μη, πείστηκε ότι όσα είχε πει ο Χίγκινς  ήταν αλήθεια. Κι έπειτα, αυτή η πεποίθηση εισχώρησε ως δια μαγείας και άγγιξε την άδηλη ευαισθησία της καρδιάς του. Η υπομονή που έδειξε αυτός ο άνθρωπος, η απλή γενναιοδωρία των κινήτρων του (επειδή έμαθε για τον καυγά που είχε ο Χίγκινς με τον Μπάουσερ) τον έκανε να ξεχάσει τις αιτιολογίες περί δικαιοσύνης και μόνον και να τις υπερπηδήσει χάρις ενός θεϊκότερου ενστίκτου. Ήρθε να πει στον Χίγκινς ότι θα του πρόσφερε εργασία ˙ και ήταν περισσότερο ενοχλημένος που βρήκε την Μάργκαρετ εκεί παρά που άκουσε τα τελευταία της λόγια˙ επειδή τότε κατάλαβε πως αυτή ήταν η γυναίκα που τον είχε πιέσει να πάει να τον δει. Και έτρεμε να αφήσει να εισχωρήσει στο μυαλό του η σκέψη της σαν το κίνητρο πίσω από την πράξη του, απλά επειδή ήταν αλήθεια.
«Αυτή ήταν λοιπόν η κυρία για την οποία μου έλεγες;» είπε εκνευρισμένος στον Χίγκινς. «Θα μπορούσες να μου το είχες πει ποια ήταν.»
«Και το λοιπόν, θα μου μίλαγες πιο ευγενικά ; Έχεις μια μητέρα τέτοια που θα έπρεπε να σε κάνει να το ξανασκεφτείς πριν πεις ότι οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα.»
« Και βεβαίως, το είπες αυτό στην δεσποινίδα Χέηλ.»
«Φυσικά και το’πα. Τουλάχιστον έτσι θαρρώ. Της είπα να μην ανακατευτεί ξανά στις δουλειές σου.»


«Αυτά τα παιδιά; Δικά σου είναι;» Ο κύριος Θόρντον, από τις πληροφορίες που είχε πάρει,  γνώριζε πολύ καλά τίνος  ήταν τα παιδιά αλλά αισθανόταν αμήχανα και ήθελε να  μεταστρέψει τη συζήτηση από αυτήν την αποθαρρυντική εκκίνηση.
«Δεν είναι παιδιά μου, αλλά είναι δικά μου.»
«Είναι τα παιδιά για τα οποία μου μίλησες σήμερα το πρωί;»
«Όταν μου είπες, » απάντησε ο Χίγκινς στρέφοντας με θυμό που μετά βίας συγκρατούσε, « ότι η ιστορία μου μπορεί να ‘ταν αλήθεια, μπορεί και όχι αλλά σου’μοιαζε για ψεύτικη. Αφεντικό, δεν το ‘χω ξεχάσει.»
Ο κύριος Θόρντον έμεινε σιωπηλός για λίγο κι έπειτα είπε: «Ούτε εγώ. Θυμάμαι τι είπα. Δεν είχα δικαίωμα να σου μιλήσω γι αυτά τα παιδιά με τέτοιο τρόπο. Δεν σε πίστεψα. Δεν θα μπορούσα να αναλάβω τη φροντίδα των παιδιών ενός άλλου αν μου είχε φερθεί με τον τρόπο που έμαθα πως σου φέρθηκε ο Μπάουσερ. Τώρα όμως ξέρω ότι έλεγες αλήθεια. Σου ζητώ συγνώμη.»
Ο Χίγκινς δεν γύρισε ούτε αποκρίθηκε αμέσως. Όμως όταν μίλησε, ήταν σε πιο ήπιο τόνο αν και τα ίδια τα λόγια του είχαν αρκετή τραχύτητα.
«Δεν είχες καμμιά δουλειά να γυρνάς και να ρωτάς τι έγινε με λόγου μου και τον Μπάουσερ. Αυτός είναι πεθαμένος κι εγώ έχω μετανοιώσει. Αυτό.»
« Μάλιστα. Λοιπόν, θα δουλέψεις για μένα; Αυτό ήρθα να σε ρωτήσω.»
Το πείσμα του Χίγκινς φάνηκε να κλονίζεται, ανέλαβε δυνάμεις και στάθηκε ακλόνητος. Δεν θα μιλούσε. Ο κύριος Θόρντον δεν θα του ζητούσε το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά. Το βλέμμα του Χίγκινς έπεσε στα παιδιά.
«Με είπες θρασύ και ψεύτη και ταραχοποιό, και ίσως και να’χες δίκιο γιατί πού και πού συνήθιζα να πίνω. Και ‘γω σε είπα τύραννο, και σκυλί μαύρο, σκληρό αφεντικό και άκαρδο. Εδώ βρισκόμαστε. Αλλά, για χάρη των παιδιών, αφεντικό, θαρρείς πως μπορούμε να τα πάμε καλά;»
« Μια φορά,» είπε ο κύριος Θόρντον μισογελώντας «δεν έκανα εγώ την πρόταση να τα πάμε καλά. Αλλά κατά τα λεγόμενά σου, υπάρχει κάτι καλό: Χειρότερη γνώμη δεν θα μπορούσαμε να έχουμε ο ένας για τον άλλον από αυτήν που έχουμε τώρα.»

« Σωστά μιλάς.» είπε ο Χίγκινς αυθόρμητα. «Συλλογιόμουνα από τη στιγμή που σε είδα, τι καλά που δε με πήρες στη δούλεψή σου, γιατί καθόλου δεν θα μπορούσα να  υπακούω τις εντολές σου. Ίσως όμως να βιάστηκα να σε κρίνω, και σε ανθρώπους σαν κι ελόγου μου η δουλειά είναι πάντα δουλειά. Το λοιπόν, αφεντικό, θα έρθω. Και το πιο σπουδαίο – σ’ευχαριστώ. Ο λόγος μου συμβόλαιο,» είπε με περισσότερη ειλικρίνεια, γυρνώντας ξαφνικά και κυττάζοντας για πρώτη φορά τον κύριο Θόρντον καταπρόσωπο.
« Κι ο δικός μου επίσης.» είπε ο κύριος Θόρντον δίνοντας το χέρι του στον Χίγκινς σε μια δυνατή χειραψία. « Λοιπόν, το νου σου να είσαι συνεπής στην ώρα σου,» συνέχισε παίρνοντας πάλι το ύφος του αφεντικού. Δε θέλω χασομέρηδες στο εργοστάσιό μου. Υπάρχουν πρόστιμα και μάλιστα τσουχτερά. Και με το πρώτο που θα σε δω να κάνεις φασαρία, έφυγες. Τώρα λοιπόν ξέρεις με τι έχεις να κάνεις.»
« Είπες κάτι για τη διάνοιά μου, σήμερα το πρωί. Να υποθέσω ότι θα πρέπει να κουβαλάω και το μυαλό μου μαζί, ειδάλλως θα μ’ έχεις να σου δουλεύω χωρίς μυαλό.»
«Άσ’το μυαλό σου στην άκρη αν είναι να ανακατεύεσαι στις δουλειές μου. Να το χρησιμοποιείς μόνο αν  πρόκειται για τις δικές σου δουλειές.»
«Θα χρειαστώ μια στάλα μυαλό για να ξεχωρίσω ποιες είναι οι δικές σου δουλειές και ποιες είναι οι δικές μου .»
«Η δική σου δουλειά δεν ξεκίνησε ακόμα και η δικιά μου αφορά ακόμα εμένα. Καλό σου απόγευμα.»
Λίγο πριν φτάσει ο κύριος Θόρντον στην πόρτα της κυρίας Μπάουσερ, βγήκε από αυτήν η Μάργκαρετ. Δεν τον είδε, και την ακολούθησε για λίγο, θαυμάζοντας το ανάλαφρο και άνετο βάδισμά της, την ψηλή και λυγερή της κορμοστασιά. Όμως ξαφνικά, αυτή η απλή αίσθηση ευχαρίστησης κηλιδώθηκε, δηλητηριάστηκε από τη ζήλεια. Ήθελε να την προφτάσει και να της μιλήσει, να δει πώς θα τον αντιμετωπίσει τώρα που  ήξερε ότι κι ο ίδιος γνώριζε για εκείνη την άλλη σχέση της. Ήθελε επίσης, αλλά γι αυτήν του την επιθυμία μάλλον ντρεπόταν, ότι  είχε δικαιώσει τη φρόνησή της να στείλει τον Χίγκινς σε αυτόν να του ζητήσει δουλειά, και πως είχε μετανοιώσει για την πρωινή του απόφαση.
Την πλησίασε. Εκείνη ξαφνιάστηκε.
«Επιτρέψτε μου να σας πω δεσποινίς Χέηλ ότι μάλλον βιαστήκατε να εκφράσετε την απογοήτευσή σας. Προσέλαβα τον κύριο Χίγκινς.»
«Χαίρομαι γι αυτό,» είπε εκείνη ψυχρά.
«Μου είπε πως επανέλαβε σ’εσάς αυτό που είπα σχετικά με….» ο κύριος Θόρντον δίστασε. Η Μάργκαρετ συνέχισε.
«Για το ότι δεν πρέπει να ανακατεύονται οι γυναίκες. Είχατε κάθε δικαίωμα να εκφράσετε τη γνώμη σας η οποία αναμφίβολα ήταν σωστή. Αλλά…» συνέχισε με περισσότερη ζέση, « ο Χίγκινς δεν σας είπε την  ακριβή αλήθεια.» Η λέξη ‘αλήθεια’ της θύμισε το δικό της ψέμα και σταμάτησε απότομα, νοιώθοντας τρομερά αμήχανα.
Ο κύρος Θόρντον στην αρχή απόρησε με την σιωπή της. Κατόπιν θυμήθηκε το ψέμα το οποίο είχε πει και όλα όσα συνέβησαν. «Την ακριβή αλήθεια!» είπε. «Ελάχιστοι άνθρωποι λένε την ακριβή αλήθεια. Δεν ελπίζω πια σε κάτι τέτοιο. Δεσποινίς Χέηλ, μήπως έχετε να μου δώσετε κάποια εξήγηση; Θα πρέπει να αντιλαμβάνεστε τι περνάει από το μυαλό μου.»
Η Μάργκαρετ δεν μιλούσε. Αναρωτιόταν κατά πόσο οποιαδήποτε εξήγηση θα έθετε σε κίνδυνο την αφοσίωσή της στον Φρέντερικ.
«Μπά…» είπε εκείνος «Δεν θα ρωτήσω περισσότερα.  Ίσως σας βάζω σε πειρασμό. Επί του παρόντος, πιστέψτε με ότι το μυστικό σας δεν κινδυνεύει από εμένα. Επιτρέψτε μου όμως να σας πω, ότι διατρέχετε μεγάλο κίνδυνο με το να είστε τόσο αδιάκριτη. Τώρα μιλώ σαν φίλος του πατέρα σας˙ αν είχε υπάρξει κάποια άλλη σκέψη ή ελπίδα εκ μέρους μου, αυτή έχει λήξει. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου.»
«Αυτό το γνωρίζω,» είπε η Μάργκαρετ, καταβάλλοντας προσπάθεια να ακουστεί αδιάφορη και ψύχραιμη. « Έχω επίγνωση του πως πρέπει να δείχνω στα μάτια σας αλλά πρόκειται για το μυστικό κάποιου άλλου προσώπου και δεν μπορώ να σας δώσω κάποια εξήγηση χωρίς να του προξενήσω ζημιά.»

«Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να εντρυφήσω στα μυστικά του κυρίου,» είπε εκείνος με αυξανόμενο θυμό. «Το ενδιαφέρον μου είναι για εσάς είναι απλώς αυτό ενός φίλου. Ίσως να μην με πιστεύετε δεσποινίς Χέηλ, αλλά έτσι είναι – παρά την φορτικότητα της παρουσίας μου  με την οποία σας απείλησα κάποτε – όμως όλα αυτά έχουν λήξει. Ανήκουν στο παρελθόν. Με πιστεύετε, δεσποινίς Χέηλ ;»
«Μάλιστα,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή ήσυχη και λυπημένη.
«Τότε, πραγματικά, δεν βλέπω  για ποιο λόγο πλέον να περπατάμε μαζί. Νόμιζα ότι ίσως θα είχατε κάτι να πείτε, αλλά βλέπω ότι δεν έχουμε τίποτα εμείς οι δύο. Αν είστε απόλυτα πεπεισμένη ότι οιοδήποτε ανόητο αίσθημα εκ μέρους μου είναι οριστικά λήξαν, τότε σας εύχομαι καλό απόγευμα.» Έφυγε πολύ βιαστικός.
«Τι εννοεί;» σκέφτηκε η Μάργκαρετ. «τι ήθελε να πει με αυτά τα λόγια, σαν να έχω πάντα στο μυαλό μου ότι αυτός νοιάζεται για μένα, αφού το ξέρω πως δεν νοιάζεται – δεν μπορεί να νοιάζεται. Η μητέρα του θα του έχει πει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα για μένα. Μα δεν θα νοιαστώ γι αυτόν. Σίγουρα είμαι αρκετά κυρία του εαυτού μου για να τιθασεύσω αυτό το παράφορο, περίεργο, άθλιο συναίσθημα που με έβαλε σε πειρασμό να προδώσω τον ίδιο τον αγαπημένο μου Φρέντερικ προκειμένου να ξανακερδίσω την καλή γνώμη εκείνου – την καλή γνώμη ενός άνδρα που προσπαθεί σκληρά να μου πει πως δεν σημαίνω τίποτα γι αυτόν. Εμπρός, καρδιά μου! Να είσαι χαρούμενη και γενναία. Δεν θα μας βοηθήσει σε τίποτα να είμαστε παραπεταμένες και έρημες.»
........................................................................................................................................

Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Κεφάλαιο 38ο - "Υποσχέσεις Που Εκπληρώνονται"

Πολλά και σημαντικά σε αυτό το 38ο κεφάλαιο. Υποσχέσεις που εκπληρώνονται είτε με χαιρεκακη διάθεση είτε με το στανιό. Και αντιπαραθέσεις ! Ενδιαφέρουσες αντιπαραθέσεις !!!



Κεφαλαιο 38ο

Υποσχεσεισ Που Εκπληρωνονται


Δεν ήταν μόνον ότι ο κύριος Θόρντον γνώριζε πως η Μάγκαρετ είχε δώσει ψευδή μαρτυρία – αν και η ίδια πίστευε πως για το γεγονός αυτό είχε ξεπέσει στην υπόληψή του -  αλλά το ότι αυτό της το ψεύδος, στο νού του,  σχετιζόταν ολοφάνερα με κάποιον εραστή. Δεν μπορούσε να ξεχάσει το γεμάτο αγάπη και ειλικρίνεια βλέμμα που την είδε να ανταλλάσσει με έναν άλλον άνδρα, την μεταξύ τους οικειότητα που πρόδιδε τουλάχιστον σχέση εμπιστοσύνης αν όχι βέβαιης αγάπης. Αυτή η σκέψη τον κέντριζε ολοένα ˙ ήταν μια εικόνα που την έβλεπε μπροστά του όπου κι αν πήγαινε, ό,τι κι αν έκανε. Επιπροσθέτως (και αυτό τον έκανε να τρίζει τα δόντια του στην ανάμνηση και μόνο) ήταν η ώρα, σούρουπο μόλις σκοτείνιαζε, το μέρος, τόσο μακριά από το σπίτι και όχι πολυσύχναστο. Η ευγενέστερη πλευρά του εαυτού του αρχικά έτεινε να πιστέψει ότι όλα αυτά μπορεί να ήταν  τυχαία, αθώα και δικαιολογημένα. Όμως, άπαξ και της αναγνώρισε το δικαίωμα να αγαπήσει και να αγαπηθεί ( και τι λόγο είχε να της το αρνηθεί ; Μήπως δεν είχε  με πολύ ξεκάθαρα λόγια  απορρίψει την αγάπη του ;)θα μπορούσε πολύ εύκολα να είχε παρασυρθεί σε έναν μακρινότερο περίπατο, μια ώρα περισσότερο προχωρημένη απ’ όσο περίμενε. Όμως εκείνο το ψέμα! Πού  πρόδιδε κάποια  ένοχη συνείδηση για κάποιο σφάλμα, το οποίο προσπάθησε να αποκρύψει  - κάτι που ήταν τόσο αταίριαστο με το χαρακτήρα της.
Τουλάχιστον αυτό της το αναγνώριζε αν και θα ήταν πιο ανακουφιστικό αν όλον αυτόν τον καιρό τη θεωρούσε ανάξια της εκτίμησής του. Αυτό ήταν η αιτία της δυστυχίας του – ότι την αγαπούσε με πάθος, και πως τη θεωρούσε, με όλα τα ψεγάδια της, πιο υπέροχη και αξιαγάπήτη από κάθε άλλη γυναίκα. Κι όμως, έβλεπε πως ήταν τόσο προσκολλημένη σε έναν άλλον άνδρα, είχε τόσο παρασυρθεί από τα αισθήματά της για εκείνον, ώστε να παραβιάσει τον  φιλαλήθη χαρακτήρα της. Αυτό ακριβώς το ψέμα που την στιγμάτιζε ήταν η απόδειξη του πόσο τυφλά αγαπούσε κάποιον άλλον – εκείνον τον όμορφο άνδρα  που ήταν λυγερός, κομψός και  μελαχρινός – ενώ ο ίδιος ήταν τραχύς, σκυθρωπός και με γεροδεμένος. Ρίχτηκε στο μαρτύριο της αυτομαστίγωσης μέσα σε αγωνιώδη, πυρετική ζήλια. Σκέφτηκε εκείνο το βλέμμα, εκείνη τη στάση! Πώς θα είχε ρίξει τη ζωή του στα πόδια της για ένα της τέτοιο βλέμμα, για να τον αγγίξει με τέτοια  στοργή.  Οίκτιρε τον εαυτό του επειδή είχε δώσει αξία στον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο τον είχε υπερασπιστεί απέναντι στην οργή του πλήθους. Τώρα ήξερε πόσο τρυφερή και γοητευτική φαινόταν όταν ήταν με έναν άνδρα που αγαπούσε πραγματικά. Θυμήθηκε λέξη προς λέξη τα λόγια της που έκοβαν σαν λεπίδες: « Θα έκανε  το ίδιο– και περισσότερο πρόθυμα- για κάθε έναν από εκείνο το πλήθος, όπως και για εκείνον.» Στην προσπάθειά της να αποφύγει την αιματοχυσία τον θεωρούσε ίσο με τον καθένα από το πλήθος. Όμως εκείνος ο άνδρας, εκείνος ο κρυφός εραστής δεν ήταν ίσος με κανέναν άλλον. Βλέμματα, λέξεις, αγκαλιές, ψέματα, συγκαλύψεις – όλα για εκείνον.
Ο κύριος Θόρντον είχε επίγνωση ότι ποτέ άλλοτε στη ζωή του δεν είχε υπάρξει τόσο ευέξαπτος  όσο ήταν τώρα. Σε όποιον τον ρωτούσε ήθελε να δώσει – ή καλύτερα να γρυλίσει-  μια σύντομη, κοφτή απάντηση, και αυτή η επίγνωση πλήγωνε την υπερηφάνειά του. Πάντα υπερηφανευόταν για τον αυτοέλεγχό του και ήταν αποφασισμένος να ελέγξει τον εαυτό του.  Έτσι κατάφερε να μαλακώσει το ύφος του σε έναν τόνο ήπιας αποφασιστικότητας, όμως  ήταν πιο σκληρός και αυστηρός απ’ όσο συνήθως. Στο σπίτι ήταν περισσότερο σιωπηλός απ’ όσο πριν. Περνούσε τα απογεύματά του  βαδίζοντας αδιάκοπα πάνω κάτω, κάτι που, αν το έκανε κάποιος άλλος, θα είχε εξοργίσει αφάνταστα την μητέρα του, η οποία δύσκολα το ανεχόταν ακόμα και από τον αγαπημένο της γυιό.
«Δεν μπορείς να σταματήσεις λιγάκι- δεν μπορείς να καθίσεις για ένα λεπτό; Θέλω κάτι να σου πω, αν μπορέσεις να πάψεις αυτό το αδιάκοπο πήγαιν’ έλα.»
Κάθισε αμέσως σε μια καρέκλα κοντά στον τοίχο.
«Ήθελα να σου μιλήσω για την Μπέτσυ. Λέει πως πρέπει να φύγει. Ότι ο θάνατος του μνηστήρα της  την επηρέασε τόσο ώστε δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά της.»


«Πολύ καλά. Υποθέτω, τότε,  πως θα πρέπει ν’ αρχίσουμε να ψάχνουμε για μαγείρισσα.»
« Εσείς οι άντρες έτσι σκέφτεστε. Δεν είναι μόνο  το μαγείρεμα, είναι ότι ξέρει τα πάντα για το νοικοκυριό μας. Εκτός αυτού μου είπε κάτι για την φίλη σου, την δεσποινίδα Χέηλ.»
«Δεν είμαι φίλος με την δεσποινίδα Χέηλ. Είμαι φίλος με τον κύριο Χέηλ.»
«Χαίρομαι που τ’ ακούω, γιατί αν ήταν φίλη σου, θα σε πείραζε αυτό που λέει η Μπέτσυ.»
«Πες  μου», είπε εκείνος με εκείνη την ακραία  ηρεμία που είχε υιοθετήσει στην συμπεριφορά του τις τελευταίες ημέρες.
«Η Μπέτσυ λέει ότι την νύχτα που ο αρραβωνιαστικός της – ξεχνώ το όνομά του, γιατί πάντα λέει ΄εκείνος’ - »
«Ο Λέοναρντς.»
«Την νύχτα που  είδανε τον Λέοναρντς για τελευταία φορά στο σταθμό – στην τελευταία του βάρδια, δηλαδή – η δεσποινίδα Χέηλ ήταν εκεί και περιφερόταν με έναν νεαρό, ο οποίος, όπως πιστεύει η Μπέτσυ σκότωσε τον Λέοναρντς, χτυπώντας τον με γροθιά ή σπρώχνοντάς τον.»
«Ο Λέοναρντς δεν πέθανε από  γροθιά ή σπρώξιμο.»
«Πώς το ξέρεις;»
« Γιατί έθεσα ξεκάθαρα την ερώτηση στον γιατρό του νοσοκομείου.  Μου είπε ότι υπήρχε μια μακροχρόνια αρρώστια που προκλήθηκε από την συνήθεια του Λέοναρντς να πίνει υπερβολικά. Ότι το γεγονός πως η κατάστασή του επιδεινώθηκε ραγδαία όταν βρέθηκε σε κατάσταση μέθης, έδωσε απάντηση στο ερώτημα αν η τελευταία και θανατηφόρα κρίση προκλήθηκε από την υπερβολική μέθη ή την
 πτώση.»
« Την πτώση; Ποια πτώση;»
« Αυτήν που προκλήθηκε από το σπρώξιμο ή το χτύπημα που αναφέρει η Μπέτσυ.»
«Άρα υπήρξε χτύπημα ή σπρώξιμο.»
«Έτσι πιστεύω.»
«Και ποιος το έκανε;»
« Καθώς δεν διεξήχθη έρευνα, μετά από την γνωμάτευση του γιατρού, δεν είμαι σε θέση να σου πώ.»
«Όμως η δεσποινίς Χέηλ βρισκόταν εκεί;»
Καμμία απάντηση.
«Και μάλιστα με κάποιον νεαρό.»
Και πάλι καμμία απάντηση. Στο τέλος είπε: «Μητέρα, σου είπα πως δεν έγινε ανάκριση. Δεν  υπήρξε έρευνα .Καμμία δικαστική  έρευνα θέλω να πω.»
« Η Μπέτσυ λέει ότι ο Γούλμερ (ένας γνωστός της που δουλεύει σε οπωροπωλείο, πέρα στο Κράμπτον)  ορκίζεται πως η δεσποινίς Χέηλ βρισκόταν στον σταθμό εκείνη την ώρα, περπατώντας πέρα δώθε με έναν νεαρό.»
« Δεν βλέπω σε τι μας αφορά αυτό. Η δεσποινίς Χέηλ μπορεί να πράττει ελεύθερα, όπως της αρέσει.»
«Χαίρομαι που το λες αυτό,» είπε η κυρία Θόρντον με ζέση. «Σίγουρα έχει λίγη σημασία για εμάς – καθόλου μάλιστα για εσένα, μετά από όσα συνέβησαν!  Όμως, υποσχέ- έδωσα υπόσχεση στην κυρία Χέηλ ότι δεν θα επέτρεπα στην κόρη της να παραστρατήσει χωρίς να τη νουθετήσω και να της δώσω κάποια συμβουλή. Σίγουρα θα της δείξω ποια είναι η γνώμη μου για μια τέτοια διαγωγή.»
«Δεν βλέπω τίποτα επιλήψιμο σε ό,τι έκανε εκείνο το απόγευμα,» είπε ο κύριος Θόρντον και πλησίασε τη μητέρα του. Στάθηκε κοντά στο τζάκι, στρέφοντας το πρόσωπό του από την άλλη μεριά.
« Δεν θα ενέκρινες να γυρνάει η Φάννυ με έναν νεαρό, σούρουπο σε ένα απομονωμένο μέρος. Για να μην αναφέρω το ότι επέλεξε να κάνει τον περίπατό της την ώρα  που η μητέρα της ήταν ακόμα άταφη. Θα ήθελες να δει ένας βοηθός οπωροπώλη  την αδελφή σου να συμπεριφέρεται έτσι ;»
«Κατ’ αρχάς, μια και δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κι εγώ ήμουν βοηθός υφασματοπώλη, απλά το  γεγονός ότι ένας βοηθός οπωροπώλη είδε να συντελείται μια πράξη, δεν αλλάζει το χαρακτήρα της πράξης κατά τη γνώμη μου. Και εν συνεχεία,  βλέπω να υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της δεσποινίδος Χέηλ και της Φάννυ.  Φαντάζομαι  ότι η πρώτη μπορεί να είχε σοβαρούς λόγους  για τους οποίους θα όφειλε να παραβλέψει κάθε φαινομενική απρέπεια στην συμπεριφορά της. Δεν νομίζω ότι η Φάννυ είχε ποτέ σοβαρούς λόγους για να κάνει οτιδήποτε. Χρειάζεται την επίβλεψη άλλων. Η δεσποινίς Χέηλ πιστεύω ότι είναι σε θέση να επιβλέψει τον εαυτό της.»
«Ωραία γνώμη έχεις για την αδελφή σου, στ’ αλήθεια!  Πραγματικά, Τζων, θα έλεγε κανείς ότι με τόσα που έχει κάνει η δεσποινίς Χέηλ θα έπρεπε να είχες ανοίξει τα μάτια σου ! Σε ανάγκασε να της προτείνεις γάμο, επιδεικνύοντας με τόλμη ένα ψεύτικο  ενδιαφέρον για σένα – για να σε εξαπατήσει με αυτόν τον νεαρό, αναμφίβολα. Βλέπω ξεκάθαρα τη διαγωγή της τώρα. Πρέπει να πιστεύεις ότι είναι εραστής της, έτσι δεν είναι ;»
Στράφηκε προς τη μητέρα του. Το πρόσωπό του ήταν πολύ χλωμό και σκυθρωπό. «Μάλιστα, μητέρα. Πράγματι πιστεύω ότι είναι εραστής της.»  Με αυτά τα λόγια επέστρεψε ξανά στην προηγούμενη στάση του. Φάνηκε να σφαδάζει σαν κάποιος που βιώνει έντονο σωματικό πόνο. Έπειτα, προτού προλάβει εκείνη να μιλήσει, στράφηκε ξανά προς το μέρος της.
«Μητέρα. Αυτός, όποιος κι αν είναι, είναι ο εραστής της.  Εκείνη όμως ίσως χρειάζεται τη βοήθεια και τη συμβουλή μιας γυναίκας.  Ίσως να αντιμετωπίζει δυσκολίες και πειρασμούς τους οποίους δεν γνωρίζω. Φοβάμαι όμως πως υπάρχουν. Δεν θέλω να ξέρω τι ακριβώς είναι. Όμως εσύ, καθώς πάντα στάθηκες μια καλή  - ναι! και τρυφερή μητέρα  σε μένα, πήγαινε κοντά της, κέρδισε την εμπιστοσύνη της  και συμβούλεψέ την τι είναι καλύτερο να πράξει. Ξέρω ότι κάτι δεν πάει καλά. Κάτι τρομερό την βασανίζει.»
«Για όνομα του Θεού, Τζων!» είπε η μητέρα του, που τώρα είχε πραγματικά σοκαριστεί, «τι εννοείς; Τι θέλεις να πεις ; Τι ξέρεις ;»
Εκείνος δεν της απάντησε.
«Τζων! Δεν ξέρω τι να βάλω με το μυαλό μου, γι αυτό μίλα !  Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς  έτσι εναντίον της.»
«Όχι εναντίον της, μητέρα! Δεν θα μπορούσα να μιλήσω εναντίον της.»
«Ε, λοιπόν, δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς έτσι γι αυτήν εκτός αν δώσεις περισσότερες εξηγήσεις. Αυτά τα μισόλογα  μπορούν να καταστρέψουν την υπόληψη μιας γυναίκας.»
« Την υπόληψή της !  Μητέρα, μην τολμήσεις….» Γύρισε και την κύτταξε με μάτια που πετούσαν φλόγες. Έπειτα ορθώνοντας το κορμί του αποφασιστικά και με αξιοπρέπεια, είπε « Δεν θα πώ τίποτα άλλο παρά αυτό που είναι λίγο-πολύ η  ξεκάθαρη αλήθεια και είμαι σίγουρος ότι με πιστεύεις: Έχω σοβαρούς  λόγους να πιστεύω ότι η δεσποινίς Χέηλ αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα και δυσκολίες που συνδέονται  με μια σχέση, η οποία απ’όσον τουλάχιστον γνωρίζω τον χαρακτήρα της  δεσποινίδος Χέηλ, είναι  απόλυτα αθώα. Ποιοι είναι αυτοί οι σοβαροί λόγοι, δεν θα αναφέρω. Όμως δεν θα δεχτώ να ακούσω από κανέναν ούτε λέξη εναντίον της, ή κάποιον ενοχοποιητικό υπαινιγμό, παρά μονάχα ότι αυτή τη στιγμή χρειάζεται τη συμβουλή κάποιας ευγενικής και τρυφερής κυρίας. Υποσχέθηκες στην κυρία Χέηλ να είσαι εσύ αυτή!»
«Όχι!» είπε η κυρία Θόρντον. « Μετά χαράς μπορώ να πώ ότι δεν υποσχέθηκα να δείξω ευγένεια ή τρυφερότητα, γιατί  εκείνη την ώρα ένοιωσα ότι θα ήταν πέραν των δυνάμεών μου να προσφέρω κάτι τέτοιο σε μια κοπέλα με το χαρακτήρα της δεσποινίδος Χέηλ. Υποσχέθηκα να την συμβουλέψω και να δώσω την γνώμη μου, όπως θα έκανα  και για την κόρη μου. Θα της μιλήσω όπως θα μιλούσα και στην Φάννυ αν την είχαν δει να περιφέρεται με κάποιον νεαρό στο σούρουπο. Θα της μιλήσω βασιζόμενη σε αυτά που γνωρίζω, χωρίς να επηρεαστώ με τον έναν  ή τον άλλον τρόπο από τους ‘σοβαρούς λόγους’ που δεν  θέλεις να μου εμπιστευτείς. Έτσι θα έχω εκπληρώσει την υπόσχεσή μου και θα έχω κάνει το καθήκον μου.»
«Δεν θα το δεχτεί» της απάντησε οργισμένα.
«Θα αναγκαστεί να το δεχτεί, αν μιλήσω στο όνομα της νεκρής μητέρας της.»
« Λοιπόν» είπε εκείνος βγαίνοντας , «μην μου πεις τίποτε άλλο πάνω στο θέμα. Δεν αντέχω να το σκεφτώ. Καλύτερα να της μιλήσεις εσύ με οποιονδήποτε τρόπο παρά να μην της μιλήσει κανένας – Ω, αυτό το βλέμμα της αγάπης!» συνέχισε με σφιγμένα δόντια  κλεισμένος στο ιδιαίτερο δωμάτιό του. «Και αυτό το αναθεματισμένο ψέμα που φανέρωνε κάποια τρομερή καταισχύνη που δεν έπρεπε να βγει  φως στο οποίο θεωρούσα ότι ζούσε εκείνη συνεχώς! Ω, Μάργκαρετ, Μάργκαρετ ! Μητέρα, τι μαρτύριο με έκανες να περάσω! Ω, Μάργκαρετ, γιατί δεν αγάπησες εμένα ; Μπορεί να είμαι άξεστος και απότομος αλλά δεν θα σου ζητούσα ποτέ να πεις ψέματα για χάρη μου.»
...............................................................................................................................................................
Η Μάργκαρετ ήταν μόνη της. Έγραφε γράμμα στην Ήντιθ, δίνοντάς της πολλές λεπτομέρειες για τις τελευταίες ημέρες της μητέρας της. Ήταν μια ασχολία που την έκανε να αισθάνεται ευάλωτη και χρειάστηκε να σκουπίσει τα δάκρυά της καθώς της ανακοινώθηκε η άφιξη της κυρίας Θόρντον.  
Ήταν τόσο γλυκιά κι ευγενική στην υποδοχή που της έκανε, ώστε η επισκέπτριά της ένοιωσε κάπως να λυγίζει. Έμοιαζε αδύνατον να μπορέσει να εκφέρει τα λόγια που είχε τόσο καλά προετοιμάσει όταν δεν είχε μπροστά της την παραλήπτρια.  Η πλούσια, ήσυχη φωνή της Μάργκαρετ ήταν πιο χαμηλότονη απ’ ότι συνήθως. Οι τρόποι της είχαν περισσότερη χάρη, επειδή η καρδιά της  ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για την φιλόφρονα επίσκεψη της κυρίας Θόρντον. 
Έκανε το πάν για να βρει ενδιαφέροντα θέματα προς συζήτηση. Εξήρε την Μάρθα, την υπηρέτρια που τους είχε βρει η κυρία Θόρντον, είπε πως έγραψε στην Ήντιθ για ένα μικρό ελληνικό   για το οποίο είχαν μιλήσει με την δεσποινίδα Θόρντον.  Η κυρία Θόρντον ήταν αρκετά αμήχανη. Το κοφτερό δαμασκηνό σπαθί της  έμοιαζε να αχρηστεύεται ανάμεσα στα ροδοπέταλα. Παρέμενε σιωπηλή γιατί προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο να πράξει το καθήκον της.  Στο τέλος, βρήκε τη δύναμη να το κάνει, χάρη σε μια υποψία η οποία αντίθετα σε κάθε πιθανότητα, εισχώρησε στο μυαλό της : Πως όλη αυτή η γλυκύτητα τρόπων είχε στόχο να εξευμενίσει  τον κύριο Θόρντον. Ότι με κάποιον τρόπο  η άλλη σχέση είχε αποτύχει και ότι εξυπηρετούσε τους σκοπούς της δεσποινίδος Χέηλ να στραφεί στον θαυμαστή που απέρριψε. Η καημένη η Μάργκαρετ! Η μόνη αλήθεια που υπήρχε σε αυτήν την υποψία ήταν ότι η κυρία Θόρντον ήταν η μητέρα  του ανθρώπου, του οποίου τη γνώμη εκτιμούσε και φοβόταν πως είχε χάσει. Και αυτή η σκέψη υποσυνείδητα, βάρυνε επιπλέον στην  φυσική επιθυμία της να ευχαριστήσει κάποιον που της έδειχνε καλοσύνη με την επίσκεψή του. Η κυρία Θόρντον σηκώθηκε να φύγει, όμως έμοιαζε ότι δεν είχε πει ακόμα αυτό που ήθελε. Ξερόβηξε και άρχισε:
«Δεσποινίς Χέηλ, έχω ένα καθήκον να εκπληρώσω. Υποσχέθηκα στην καημένη την μητέρα σου ότι, στο βαθμό που μου επιτρέπει η φτωχή μου κρίση, δεν θα σας επέτρεπα να  υποπέσετε σε κάποιο σφάλμα (εδώ η φωνή της γλύκανε λιγάκι) άθελά σας, χωρίς να προσπαθήσω να σας νουθετήσω, χωρίς τουλάχιστον να σας δώσω κάποια συμβουλή, είτε την δεχτείτε, είτε όχι.»
Η Μάργκαρετ στεκόταν μπροστά της, κατακόκκινη όπως όλοι οι ένοχοι με μάτια που έμοιαζαν να διαστέλλονται καθώς κοίταζε την κυρία Θόρντον. Νόμισε ότι είχε έρθει να της μιλήσει για το ψευδή της κατάθεση – ότι ο κύριος Θόρντον της αναθέσει να της εξηγήσει τους κινδύνους στους οποίους είχε εκθέσει τον εαυτό της: Να πρέπει να παραστεί στην ολομέλεια του δικαστηρίου. Και  μόλο που η καρδιά της βούλιαζε στη σκέψη ότι  είχε προτιμήσει να μην έρθει ο ίδιος να την επικρίνει, ώστε αφού λάβει την τιμωρία της να επανορθωθεί στην εκτίμησή του, ωστόσο ήταν αρκετά ταπεινωμένη ώστε να αντέξει κάθε ψόγο ως προς αυτό το θέμα υπομονετικά και με πραότητα.
Η κυρία Θόρντον συνέχισε:
«Αρχικά, όταν κάποια από τις υπηρέτριές μου με πληροφόρησε ότι σας είδαν να περπατάτε με κάποιον νεαρό άνδρα, στο Άουτγουντ, τόσο μακριά από την οικία σας, και μια τέτοια ώρα, δυσκολεύτηκα να το πιστέψω. Όμως, ο γιός μου, λυπάμαι που το λέω, επιβεβαίωσε την ιστορία της. Ήταν – το λιγότερο – απρεπές! Πολλές νεαρές έχασαν ήδη την υπόληψή τους….»
Τα μάτια της Μάργκαρετ  άστραψαν φλογισμένα.  Αυτό ήταν αναπάντεχο – και τόσο προσβλητικό. Αν η κυρία Θόρντον της είχε μιλήσει για το ψέμα που είπε, όλα καλά και άγια – θα το δεχόταν και θα ταπεινωνόταν. Αλλά να αναμειχθεί στην αγωγή της – να μιλήσει για την υπόληψή της! Εκείνη, η κυρία Θόρντον – μια ξένη-  ήταν υπερβολική αυθάδεια! Δεν θα της απαντούσε – ούτε μια λέξη. Η κυρία Θόρντον είδε την οργή στα μάτια της Μάργκαρετ, πράγμα που πυροδότησε την μαχητικότητά της.

«Προς χάριν της μητέρας σου, θεώρησα  σωστό να σε προειδοποιήσω ενάντια σε τέτοιες απρέπειες. Μακροπρόθεσμα θα σε κάνουν να ξεπέσεις στην εκτίμηση του κόσμου, ακόμα κι αν δεν επιφέρουν κάποια  συγκεκριμένη βλάβη.»
«Προς χάριν της μητέρας μου,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή σπασμένη από τα δάκρυα, «θα μπορούσα να αντέξω πολλά – αλλά όχι τα πάντα. Σίγουρα, η μητέρα μου δεν θα ήθελε να υποστώ τέτοια προσβολή.»
«Προσβολή, δεσποινίς Χέηλ!»
«Μάλιστα, κυρία.» είπε η Μάργκαρετ πιο σταθερά. « Είναι προσβολή. Τι σας κάνει να υποψιάζεστε ότι εγώ…Ω!» έκανε καταρρέοντας και σκεπάζοντας το πρόσωπό της με τα χέρια της « ..τώρα ξέρω. Ο κύριος Θόρντον σας είπε…»

«Όχι, δεσποινίς Χέηλ,» είπε η κυρία Θόρντον που η φιλαλήθειά της δεν της επέτρεπε να αφήσει την Μάργκαρετ να συνεχίσει την εξομολόγησή της, αν και από περιέργεια ήθελε να την ακούσει. «Σταματήστε, ο κύριος Θόρντον δεν μου είπε τίποτα. Δεν γνωρίζετε τον γυιό μου. Δεν είσαστε άξια να τον γνωρίσετε. Μου είπε τα εξής. Άκουσε τα, νεαρά μου, και ίσως καταλάβεις – αν είσαι σε θέση να καταλάβεις – τι είδους άνθρωπο απέρριψες. Αυτός ο βιομήχανος απ’το Μίλτον, που την μεγάλη, ευαίσθητη καρδιά του απαξίωσες με τέτοιον τρόπο, μου είπε μόλις χθες το βράδυ – ‘Πήγαινε κοντά της. Έχω λόγους να πιστεύω ότι βρίσκεται σε στεναχώριες εξαιτίας κάποιας σχέσης. Χρειάζεται μια γυναίκα να τη συμβουλέψει.’ Ναι, νομίζω πως αυτό είπε, επί λέξει. Πέραν τούτου – εκτός από το να παραδεχτεί ότι βρισκόσουν στο σταθμό Άουτγουντ με έναν νεαρό το βράδυ της εικοστής έκτης του μηνός – δεν είπε τίποτα άλλο. Ούτε μία λέξη εναντίον σου. Αν γνωρίζει ο,τιδήποτε για την αιτία  που σε κάνει να έχεις ξεσπάσει έτσι σε λυγμούς, το κρατά για τον εαυτό του.»
.....................................................................................................................................................
Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή  να θέσει το αίτημά του ο Χίγκινς. Όμως είχε υποσχεθεί στην Μάργκαρετ να το κάνει με οποιοδήποτε κόστος. Έτσι, παρ’ όλο που κάθε λεπτό που περνούσε ένοιωθε να μεγαλώνει η αποστροφή καθώς και η υπερηφάνειά του και ένοιωθε το θυμό του να φουντώνει, στεκόταν με τις ώρες ακουμπώντας σε ένα τοιχάκι, πότε ακουμπώντας στο ένα πόδι, πότε στο άλλο. Κάποια στιγμή, άκουσε επιτέλους το σύρτη να τραβιέται, και είδε να βγαίνει ο κύριος Θόρντον.
«Θέλω να σας μιλήσω, κύριε.»
« Δεν έχω χρόνο τώρα, άνθρωπέ μου. Έχω ήδη αργήσει.»
«Το λοιπόν,  θα πρέπει να περιμένω μέχρις να γυρίσετε.»
Ο κύριος Θόρντον είχε σχεδόν φτάσει στο δρόμο. Ο Χίγκινς αναστέναξε. Ήταν όμως ανώφελο. Το να προσπαθήσει να τον συναντήσει στο δρόμο, ήταν η μόνη του ευκαιρία για να δει «τ’ αφεντικό». Αν είχε χτυπήσει το κουδούνι, πολύ περισσότερο αν είχε ανέβει να τον ζητήσει, θα τον είχαν στείλει στον επιστάτη. Έτσι, έμεινε πάλι ακίνητος, χωρίς να μιλά σε κανέναν απλά νεύοντας στους λίγους που τον αναγνώριζαν και του μιλούσαν καθώς οι εργάτες έβγαιναν από την αυλή για την ώρα του φαγητού και ρίχνοντας το πιο βλοσυρό του ύφος στους Ιρλανδούς «ρουφιάνους» που μόλις  είχαν έρθει.  Ο κύριος Θόρντον επιτέλους, επέστρεψε.
«Πώς! Είσαι ακόμα εδώ ;»
«Μα’στα, κύριε. Πρέπει να σας μιλήσω.»
«Έλα μαζί μου, τότε. Περίμενε. Θα κάνουμε το γύρο της αυλής. Οι εργάτες δεν έρχονται στο πίσω μέρος και θα  έχουμε ησυχία. Είναι η ώρα του φαγητού, καθώς βλέπω…» είπε κλείνοντας την πόρτα στο δωμάτιο των αχθοφόρων.
Σταμάτησε να μιλήσει στον επιστάτη. Εκείνος του είπε χαμηλόφωνα:
«Υποθέτω πως γνωρίζετε κύριε, ότι αυτός ο άνθρωπος, είναι ο Χίγκινς, ένας από τους αρχηγούς στο Συνδικάτο. Έβγαλε εκείνον το λόγο στο Χάρτσφηλντ.»
«Όχι, δεν το γνώριζα,» είπε ο κύριος Θόρντον γυρίζοντας απότομα να δει τον άνθρωπο που περπατούσε μαζί του. Είχε ακουστά μόνο τον Χίγκινς ως ταραχοποιό πνεύμα.
« Πάμε!» του είπε και ο τόνος του ήταν πιο απότομος από πριν. «Τέτοιοι άνδρες σαν κι αυτόν,» αναλογιζόταν «πλήττουν το εμπόριο και την πόλη στην οποία ζουν. Απλοί δημαγωγοί που αγαπούν την εξουσία, με οποιοδήποτε κόστος στις ζωές των άλλων.»
« Λοιπόν, κύριε, τι  θέλετε από εμένα;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον γυρίζοντας να τον κυττάξει καταπρόσωπο, μόλις μπήκαν στο λογιστήριο του εργοστασίου.
«Με λένε Χίγκινς…»
«Αυτό το γνωρίζω,» τον διέκοψε. «Το θέμα είναι τι θέλετε, κύριε Χίγκινς.»
«Δουλειά θέλω.»
«Δουλειά.! Είσαι πολύ ξύπνιος που  έρχεσαι να μου γυρέψεις δουλειά. Δεν είσαι αναιδής, αυτό είναι σίγουρο !»
« Είναι πολλοί και καλύτεροί μου,  ‘κείνοι που δεν με χωνεύουνε, οχιές που χτυπάνε πισώπλατα. Μα και τούτοι ακόμα δεν μ’ έχουνε για σεμνό!» είπε  ο Χίγκινς. Είχε ενοχληθεί περισσότερο από το ύφος του κυρίου Θόρντον παρά από τα λόγια του.
Ο κύριος Θόρντον είδε πάνω στο γραφείο ένα γράμμα που απευθυνόταν προς αυτόν. Το πήρε και άρχισε να το διαβάζει. Στο τέλος,  ανασήκωσε το κεφάλι του.
«Τι περιμένεις ;»
«Μια ερώτηση έκαμα και περιμένω απάντηση.»
«Σου απάντησα. Μη χάνεις άλλο  το χρόνο σου.»
« Κύριε, πρωτύτερα είπατε κάτι για την αναίδειά μου. Κείνο που ξέρω όμως είναι ότι αν έχεις τρόπους πρέπει να λές ‘ναι’ ή ‘όχι’ όταν κάποιος σε ρωτάει κάτι. Θα σας ήμουν υπόχρεος αν μου δίνατε δουλειά. Ο Χάμπερς μπορεί να σας πει ότι είμαι καλός  στη δουλειά μου.»
« Καλά θα κάνεις να μη με στείλεις στο Χάμπερ για συστάσεις, άνθρωπέ μου! Ίσως μου  πει περισσότερα απ’ όσα θέλεις ν’  ακούσω !»
« Θα το ρισκάρω. Το χειρότερο που μπορούνε να πούνε για μένα είναι ότι έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα για τους άλλους, ακόμα και με χάσιμο δικό μου.»
«Καλύτερα να πας να τους γυρέψεις δουλειά. Έδιωξα  πάνω από εκατό από τους καλύτερους εργάτες μου επειδή  ακολούθησαν εσένα και κάποιους σαν και σένα- και πιστεύεις ότι θα σε πάρω στη δουλειά;  Καλύτερα να βάλω φωτιά στο εργοστάσιο και να το κάψω!»
Ο Χίγκινς γύρισε να φύγει. Έπειτα, θυμήθηκε τον Μπάουσερ και γύρισε και τον κύτταξε κάνοντας την μεγαλύτερη παραχώρηση που μπορούσε να επιδείξει.
«Αφεντικό, σου υπόσχομαι  ότι δεν θα πω ούτε λέξη που θα μπορούσε να σου προξενήσει ζημιά, όσο εσύ μας φέρεσαι δίκια. Και θα σου πώ και το άλλο: Σου δίνω το λόγο μου, πως αν σε δω να κάνεις κάτι στραβό και να φέρεσαι άδικα, θα’ρθώ να σου το πώ πρώτα σε σένα μοναχά, και αυτό λογιάζω ότι είναι μια δίκια προειδοποίηση. Κι έτσι και δεν έρθουμε σε συμφωνία, τότε μπορείς να με διώξεις  μες στην επόμενη ώρα.»
«Μα την αλήθεια, έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου! Χάσιμο είχε ο Χάμπερς που σ’ έδιωξε. Πώς άφησε και του ξέφυγε τέτοια διάνοια ;»
« Μπορείς να πεις πώς κανείς μας δεν ήταν ευχαριστημένος με τον άλλονε. Εγώ δεν υπέγραφα  ΄κείνα  που θέλανε να μου δώσουνε να υπογράψω κι αυτοί δε θα  με παίρνανε έτσι. Έτσι λοιπόν, έχω το ελεύθερο να πάω αλλού να γυρέψω δουλειά. Κι όπως είπα, αφεντικό, αν και δε θα ‘πρεπε να το πώ, είμαι καλός στη δουλειά μου και μπορεί κανείς να μου ’χει εμπιστοσύνη- ειδικά αν κρατηθώ μακριά από το ποτό. Κι έχεις το λόγο μου, αυτό θα κάνω από ‘δω και μπρός.»
«Για να σου μένουν περισσότερα χρήματα να οργανώσεις την επόμενη απεργία, υποθέτω, έτσι;»
«Όχι! Μακάρι να  μπορούσα, μα τα θέλω για να φροντίσω τη χήρα και τα ορφανά κάποιου που του σάλεψε το μυαλό από ‘κείνους τους ρουφιάνους που έφερες. Του’φαγε τη δουλειά  ένας  Ιρλανδέζος που δεν ήξερε πού παν τα τέσσερα !»
«Ε, λοιπόν, άμα έχεις αυτές τις καλές προθέσεις, καλύτερα να κυττάξεις κάπου αλλού. Θα σε συμβούλευα να μην μείνεις στο Μίλτον γιατί εδώ σε γνωρίζουν πολύ καλά οι πάντες.»
«Έτσι κι ήτανε καλοκαίρι, θα πήγαινα στη θέση του Ιρλανδέζου. Θα ‘κανα το ναυτικό, θα πήγαινα στ’ αλώνια ή στο θέρο κι ούτε που θα ’θελα να ξαναδώ το Μίλτον στα μάτια μου. Αλλά είναι χειμώνας και τα παιδιά θα πεινάσουνε.»
«Ωραίος ναυτικός θα γινόσουνα ! Και δεν θα μπορούσες να βγάλεις ούτε το μισό μεροκάματο ενός Ιρλανδού στα χωράφια.»
«Ε, τότες θα ζήταγα μισό μεροκάματο για  δώδεκα ώρες έτσι και δεν μπορούσα να βγάλω ολόκληρη τη  δουλειά. Δεν ξέρετε κάπου που να χρειάζονται εργάτη και να μπορούν να με δοκιμάσουν ; Μακριά από τα  εργοστάσια μιας και θαρρείτε πως είμαι  ένας τέτοιος μπουρλοτιέρης! Για χάρη των παιδιών, θα δεχτώ ό,τι μεροκάματο μου δώσουν.»
«Μα δεν βλέπεις τι θα γίνεις ; Ένας ‘ρουφιάνος’. Θα χρέωνες μικρότερο μεροκάματο από τους άλλους εργάτες – κι αυτό για χάρη των παιδιών ενός άλλου. Σκέψου τι κακό θα έκανες σε έναν άλλο φουκαρά που θα ήθελε να βγάλει ένα μεροκάματο για ταίσει τα δικά του παιδιά. Εσύ και το Συνδικάτο σου θα στρεφόσασταν εναντίον του. Όχι, όχι! Μόνο και μόνο αν σκεφτώ τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρθηκες σε αυτούς τους φτωχούς Ιρλανδούς μέχρι τώρα, θα αρνηθώ αυτό που μου ζητάς. Δεν θα σου δώσω δουλειά. Δε λέω ότι δεν πιστεύω την πρόφαση  με την οποία μου γυρεύεις δουλειά – δεν ξέρω λεπτομέρειες γι αυτό. Μπορεί να είναι αλήθεια, μπορεί και όχι. Όπως και να ΄χει δεν είναι μια πολύ πιθανή ιστορία. Θα μου επιτρέψεις να φύγω. Δεν σου δίνω δουλειά. Ορίστε η απάντηση που γυρεύεις.»
«Σας άκουσα, κύριε.  Δεν θα έμπαινα στον κόπο να σας ενοχλήσω, αλλά ήρθα με το στανιό, γιατί μου ’πανε πως έχετε ανθρωπιά μέσα σας. Φαίνεται πως η κυρία  που μου το είπε παρεξήγησε κι εγώ παραπλανήθηκα. Δεν είμαι δα κι ο πρώτος που τον παραπλανεί μια γυναίκα.»
«Την επόμενη φορά, να πεις στην κυρία να κυττάζει τη δουλειά της και να μη σπαταλά ούτε το χρόνο σου ούτε το δικό μου. Οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα στον κόσμο. Άντε – δίνε του !»
«Σας είμαι υπόχρεος για την καλοσύνη σας και πιότερο για το ευγενικό σας κατευόδιο.»
Ο κύριος Θόρντον δεν μπήκε στον κόπο να του απαντήσει. Όμως κυττάζοντας από το παράθυρο λίγο αργότερα, του έκανε εντύπωση η  αδύνατη φιγούρα του σκυφτού άνδρα  που προχωρούσε στην αυλή. Βάδιζε αργά και κουρασμένα, κάτι που ερχόταν  σε μεγάλη αντίθεση με την ξεκάθαρη αποφασιστικότητα με την οποία τον είχε αντιμετωπίσει ο ίδιος άνδρας λίγο πριν. Πήγε στο δωμάτιο του θυρωρού.
«Πόση ώρα περίμενε εκείνος ο Χίγκινς για να μου μιλήσει;»

...........................................................................................................................................................