Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Κεφάλαιο 41ο "ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ".




Κεφάλαιο 41ο

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Καθώς ο χειμώνας προχωρούσε, οι μέρες άρχισαν να μεγαλώνουν χωρίς να φέρνουν τίποτα από την λάμψη της ελπίδας που συνήθως συνοδεύει τις ηλιαχτίδες του Φεβρουαρίου. Η κυρία Θόρντον, όπως είναι φυσικό είχε ολωσδιόλου πάψει να έρχεται στο σπίτι. Ο κύριος Θόρντον ερχόταν περιστασιακά αλλά οι επισκέψεις του απευθύνονταν στον πατέρα της και περιορίζονταν στο σπουδαστήριο. Ο κύριος Χέηλ μιλούσε γι αυτόν όπως πάντα. Μάλιστα η σπανιότητα των συναντήσεών τους, τους προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερη αξία. Και αυτό που καταλάβαινε η Μάργκαρετ από τα λεγόμενα του κυρίου Θόρντον, ήταν ότι η ελάττωση των επισκέψεών του δεν είχε προκύψει από κάποια ματαίωση ή κάτι άτοπο. Υπήρξε μια εμπλοκή στη δουλειές του κατά την διάρκεια της απεργίας και απαιτούσε μεγαλύτερη προσοχή από μέρους του απ’ όσο είχε δείξει τον προηγούμενο χειμώνα. Η Μάργκαρετ ανακάλυψε μάλιστα ότι από καιρού εις καιρόν αναφερόταν στο πρόσωπό της, και απ’ όσο  μπορούσε να ξέρει, στον ίδιο φιλικό και ήρεμο τόνο, δίχως να το επιζητά αλλά ούτε και να το αποφεύγει.
Εκείνη δεν είχε την κατάλληλη διάθεση για να ανυψώσει τον ψυχισμό  του πατέρα της. Η ήρεμη αταραξία είχε διαδεχθεί μια τόσο μακρά εποχή άγχους και έγνοιας – ανάμεικτη με ξαφνικές αναταράξεις- ώστε ο νους της είχε γίνει άκαμπτος.  Προσπάθησε να βρει μια απασχόληση με το να διδάσκει τα παιδιά των Μπάουσερ και εργάστηκε σκληρά με στόχο την αγαθοεργία. Αληθινά, δούλευε σκληρά όμως η καρδιά της ήταν απονεκρωμένη και δεν συμμετείχε σ’αυτό με την ψυχή της και μ’ όλο που κατέβαλλε κάθε προσπάθεια επίπονα και  με συνέπεια, δεν ένοιωθε την παραμικρή ευχαρίστηση –  η ζωή εξακολουθούσε να της φαίνεται ζοφερή και θλιβερή. Το μόνο πράγμα που έκανε καλά, ήταν αυτό που έκανε  από οίκτο, χωρίς να το συνειδητοποιεί – η σιωπηλή παρηγοριά και ανακούφιση που πρόσφερε στον πατέρα της. Μπορούσε να αντιληφθεί και να κατανοήσει κάθε του διάθεση, να πραγματοποιήσει κάθε του επιθυμία πριν εκείνος προλάβει να την εκφράσει. Επιθυμίες που σε κάθε περίπτωση  εκφράζονταν διακριτικά και πάντα με  δισταγμό και με ζητώντας συγνώμη. Πρόθυμα και με πραότητα έσπευδε να υπακούσει.
  Ο Μάρτιος έφερε τα νέα για τον γάμο του Φρέντερικ. Έλαβαν γράμμα από εκείνον και την Ντολόρες.  Εκείνη έγραφε σε Ισπανικά-Αγγλικά όπως ήταν φυσικό, ενώ εκείνος με κάποιους ιδιωματισμούς που φανέρωναν πόσο πολύ τον είχε επηρεάσει  η γλώσσα που μιλιόταν στη χώρα της συζύγου του. Λαμβάνοντας το γράμμα του Χένρυ Λέννοξ στο οποίο  ανάφερε πόσο μικρές  ήταν οι ελπίδες να αποκατασταθεί το όνομά του σε ενδεχόμενο ναυτοδικείο λόγω της έλλειψης μαρτύρων,  ο Φρέντερικ είχε γράψει ένα μάλλον οργισμένο γράμμα στο οποίο αποκήρυσσε την Αγγλία ως πατρίδα του και ευχόταν να μπορούσε να αποποιηθεί την ιθαγένειά του. Δήλωνε πως δεν θα δεχόταν την απόδοση χάριτος ακόμη και αν του προσφερόταν ούτε θα ζούσε στην χώρα ακόμα κι αν του επιτρεπόταν.  Όλα αυτά έκαναν την Μάργκαρετ να κλάψει με πόνο – τόσο αφύσικο της φάνηκε όταν το πρωτοδιάβασε. Όταν όμως το συλλογίστηκε καλά, κατάλαβε ότι ήταν περισσότερο ένας τρόπος να εκφράσει την πικρή του απογοήτευση για τις ελπίδες του που χάθηκαν, κι ένιωσε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την υπομονή. Στο επόμενο γράμμα, ο Φρέντερικ μιλούσε με τόση χαρά για το μέλλον ώστε δεν σκεφτόταν καθόλου το παρελθόν και η Μάργκαρετ συνειδητοποίησε αυτό που επιθυμούσε για τον αδελφό της – η υπομονή- ήταν αυτό που θα έπρεπε να επιδείξει και η ίδια.
..........................................................................................................................................................
Ο πατέρας της, εκείνη την Άνοιξη,  αντιμετώπιζε ενίοτε κάποια δυσκολία στην αναπνοή,  που τον στεναχωρούσε αρκετά. Η Μάργκαρετ δεν ανησυχούσε πολύ καθώς αυτή η δυσκολία εξαφανιζόταν εντελώς στα μεσοδιαστήματα, εντούτοις όμως, ήθελε πολύ να τον ταρακουνήσει από την παθητικότητά του και τον πίεζε να αποδεχτεί την πρόσκληση του κυρίου Μπέλλ να τον επισκεφθεί στην Οξφόρδη τον ερχόμενο Απρίλιο. Η πρόσκληση συμπεριλάμβανε και την ίδια . Για την ακρίβεια, είχε γράψει ένα γράμμα που απευθυνόταν ιδιαιτέρως στην ίδια και την διέταζε να έρθει, αλλά εκείνη αισθανόταν ότι θα ήταν μεγαλύτερη ανακούφιση για την ίδια να παραμείνει στην  γαλήνη  του σπιτιού της, απαλλαγμένη εντελώς από οιεσδήποτε ευθύνες  έτσι ώστε να μπορέσει να  ηρεμήσει την καρδιά και το μυαλό της με τρόπο που δεν μπόρεσε να κάνει  τα τελευταία δύο χρόνια.
Όταν ο πατέρας της έφυγε για το σιδηροδρομικό σταθμό, η Μάργκαρετ αισθάνθηκε πόσο μεγάλη πίεση είχε υποστεί – πίεση χρόνου και πίεση ψυχική. Ένοιωθε κατάπληκτη, σχεδόν αποσβολωμένη  μέσα σε τόση ελευθερία. Κανείς δεν περίμενε από εκείνη να τον εμψυχώσει ή να τον ψυχαγωγήσει. Δεν είχε να νοιαστεί και να φροντίσει  για κανέναν ασθενή. Μπορούσε να κάθεται άπραγη, αμίλητη, χωρίς έγνοια καμμιά και – αυτό που έμοιαζε πιο πολύτιμο απ’ όλα τα άλλα δικαιώματα – μπορούσε να είναι δυστυχής αν το ήθελε. Εδώ και μήνες,  έπρεπε να κλειδώνει  τις  δικές της ανάγκες και τα προβλήματα σε ένα σκοτεινό ντουλάπι. Τώρα όμως, είχε την άνεση να τις ανασύρει, να θρηνήσει επάνω τους, να ανακαλύψει την φύση τους και να ψάξει τον καλύτερο  τρόπο να τις αποσυνθέσει έτσι ώστε να  βρει γαλήνη. Όλες αυτές τις εβδομάδες είχε  θολή επίγνωση της ύπαρξής τους, μ’ όλο που ήταν κρυμμένες και αθέατες. Τώρα, για μια και μοναδική φορά, θα τις συλλογιζόταν και θα όριζε πώς η κάθε μια επηρέαζε τη ζωή της. Έτσι, έμεινε για ώρες στο καθιστικό σχεδόν χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της, αναπολώντας την πίκρα κάθε ανάμνησης με ατάραχη αποφασιστικότητα. Μια φορά μόνο έκλαψε γοερά, στην οδυνηρή ανάμνηση της ολιγοπιστίας της που την οδήγησε να πει εκείνο το ταπεινωτικό ψέμα.
Τώρα δεν μπορούσε ούτε καν να αναγνωρίσει την ισχύ της αιτίας που  την οδήγησε εκεί. Όλα τα σχέδιά της για τον Φρέντερικ είχαν αποτύχει και το αρχικό της κίνητρο κείτονταν εκεί, ένας νεκρός εμπαιγμός – ένας εμπαιγμός που ποτέ δεν υπήρξε στ’ αλήθεια. Το ψέμα ήταν τόσο ανόητα αξιοκαταθρήνητο ιδωμένο υπό το πρίσμα των γεγονότων που ακολούθησαν ενώ η πίστη στην ισχύ της αλήθειας εμπεριείχε τόσο περισσότερη σοφία.
Πάνω στην ταραχή της, άνοιξε ασυναίσθητα ένα βιβλίο του πατέρα της που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Τα λόγια στα οποία έπεσε η ματιά της, έμοιαζαν να ανταποκρίνονται ακριβώς στην παρούσα κατάστασή της-  του δριμύ αυτοοικτιρμού:

Ωστόσο,φτωχή μου καρδιά, ιδού, είμαστε πεσμενοι μεσα στο λακκο τον οποιο ημασταν τοσο αποφασισμενοι ν' αποφύγουμε.Ας ανασυνταχθουμε,και ας τον αφησουμε για παντα,ας ζητησουμε το ελεος του Θεου και ας ελπισουμε σε Αυτόν  πως θα μας βοηθησει εφεξης για να ειμαστε πιο σθεναροι, και ας ξαναμπουμε στην οδό  της ταπεινότητας. Κουράγιο,ας είμαστε σε επιφυλακή, ο Θεός θα μας βοηθήσει.

« Η οδός της ταπεινότητος. Α..»  σκέφτηκε η Μάργκαρετ «αυτό το ξέχασα! Κουράγιο όμως, καρδούλα μου. Θα γυρίσουμε πίσω και με τη βοήθεια του Θεού θα βρούμε το χαμένο δρόμο.»

Έτσι σηκώθηκε, αποφασισμένη να απασχοληθεί με κάτι για να μην σκέφτεται. Για αρχή, κάλεσε τη Μάρθα, καθώς εκείνη περνούσε από τη πόρτα του καθιστικού για να πάει στα επάνω δωμάτια,  και προσπάθησε να μάθει τι βρισκόταν κάτω από τους σοβαρούς, ευπρεπείς και σαν που ταιριάζει σε υπηρέτρια τρόπους της που εμπεριέκλειαν την ιδιαίτερη προσωπικότητά της με μια υπακοή  σχεδόν μηχανιστική.
Δυσκολεύτηκε να την κάνει να μιλήσει για τα προσωπικά της ενδιαφέροντα αλλά φαίνεται πως χτύπησε τη σωστή χορδή όταν ανέφερε το όνομα της κυρίας Θόρντον. Το πρόσωπο της Μάρθας έλαμψε και με ελάχιστη ενθάρρυνση, ξετύλιξε μια μεγάλη ιστορία  για το πώς ο πατέρας της παλαιότερα  σχετιζόταν με τον σύζυγο της κυρίας Θόρντον – για την ακρίβεια ήταν σε θέση να τον βοηθήσει –πώς ακριβώς η Μάρθα δεν το γνώριζε επειδή ήταν πολύ μικρή τότε. Οι περιστάσεις χώρισαν τις δύο οικογένειες μέχρι που η Μάρθα ήταν σχεδόν μεγάλη κοπέλα. Τότε ο πατέρας της άρχισε να ξεπέφτει κοινωνικά από τη θέση που είχε σαν υπάλληλος σε εταιρεία, και με το θάνατο της μητέρας της, εκείνη και η αδελφή της θα ήταν «ολότελα χαμένες» όπως χαρακτηριστικά είπε η Μάρθα, αν δεν βρισκόταν η κυρία Θόρντον, η  οποία έψαξε να τις βρει, και νοιάστηκε γι αυτές, και τις φρόντισε.
«Ήμουν άρρωστη με πυρετό και πολύ αδύναμη. Η κυρία Θόρντον αλλά και ο κύριος Θόρντον δεν ησύχασαν μέχρις ότου με πήραν στο σπίτι τους να με φροντίσουν για να γίνω  καλά. Μέχρι και στη θάλασσα με έστειλαν. Ο γιατρός είπε πως ο πυρετός ήταν κολλητικός αλλά δεν τους ένοιαξε σταλιά. Μόνο η δεσποινίς Φάννυ έφυγε να επισκεφτεί εκείνη την οικογένεια στην οποία σύντομα θα γινόταν νύφη. Έτσι, μ’όλο που  φοβόταν τότε, όλα τέλειωσαν καλά.»
«Η δεσποινίς Φάννυ θα παντρευτεί!» αναφώνησε η Μάργκαρετ.
«Ναι, και μάλιστα μ’έναν πλούσιο κύριο, μόνο που είναι κάπως μεγαλύτερος απ’αυτήν. Τον λένε Γουάτσον και έχει εργοστάσια έξω από το Χέηλυ. Είναι καλό ταίριασμα μ’όλο που εκείνος έχει γκρίζα μαλλιά.»
Αυτή η πληροφορία έκανε την Μάργκαρετ να μείνει σιωπηλή για λίγο, ήταν όμως αρκετό το διάστημα ώστε η Μάρθα να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και μαζί με αυτήν την λακωνικότητα στις απαντήσεις της. Αποτελείωσε το σκούπισμα του τζακιού, ρώτησε τι ώρα  έπρεπε να ετοιμάσει το τσάι και έφυγε από το δωμάτιο με το ίδιο ανέκφραστο πρόσωπο που είχε όταν μπήκε.  Η Μάργκαρετ χρειάστηκε να συγκρατήσει τον εαυτό της από το να επαναλάβει ένα άσχημο παιχνίδι που είχε υιοθετήσει προσφάτως : το να σκέφτεται  τι επιρροή είχε επάνω του κάθε συμβάν  που μάθαινε ότι σχετιζόταν με τον κύριο Θόρντον ˙  του άρεσε ή όχι ;
Την επόμενη μέρα υποδέχτηκε τα μικρά των Μπάουσερ για μάθημα και έπειτα βγήκε για μια μεγάλη βόλτα που κατέληξε σε επίσκεψη στην Μαίρη Χίγκινς.  Προς μεγάλη της έκπληξη βρήκε τον Νίκολας να έχει  ήδη επιστρέψει από την δουλειά στο σπίτι.
Η μεγαλύτερη διάρκεια της μέρας την ξεγέλασε ως προς το πόσο προχωρημένη ήταν ήδη η ώρα. Από τους τρόπους του, ήταν εμφανές ότι και εκείνος είχε αποκτήσει λίγη ταπεινότητα, ήταν πιο ήρεμος και με λιγότερο κομπασμό.
«Το λοιπόν, ο  αφέντης πάει ταξίδι, έτσι ; Έτσι μου ‘παν τα μικρά. Μα είναι διαόλια στην εξυπνάδα, έτσι δεν είναι ; Σάματις είναι πιο ξύπνια κι από τα δικά μου, αν και δε πρέπει να το λέω μιας κι έχω ένα παιδί στο μνήμα. Ο καιρός τώρα δα κάνει τους ανθρώπους να τριγυρνάνε ‘δω κι εκεί. Και το αφεντικό στο εργοστάσιο, σταματημό δεν έχει – όλο φεύγει και γυρνάει έξω.»
«Αυτός είναι ο λόγος που γύρισες νωρίτερα στο σπίτι;» ρώτησε με αφέλεια η Μάργκαρετ.
«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται.» έκανε περιφρονητικά. « Δεν έχω δυο πρόσωπα ελόγου  μου – ένα για όταν με βλέπει ο αφέντης κι  άλλο για πίσω από την πλάτη του. Λόγιασα καλά την ώρα από  όλα τα ρολόγια που χτύπησαν στην πόλη πριν φύγω από τη δουλειά. Όχι – ο Θόρντον σου, είναι καλός αντίπαλος αλλά είναι πιότερο άξιος σαν πάει κανείς να τον ξεγελάσει. ‘συ μου βρήκες τη θέση και σ’ευχαριστώ. Τούτες τις μέρες δεν είναι καθόλου κακό να δουλεύεις στο εργοστάσιο του Θόρντον. Σήκω πάνω, λεβέντη μου και πες τον ύμνο που’μαθες στη δεσποινίδα Μάργκαρετ. Έτσι, πάτα γερά στα πόδια σου, τέντωσ’το χέρι σου σαν καλάμι. Με το ένα, με το δύο, με το τρία…!»
Ο μικρούλης επανέλαβε έναν ύμνο των Μεθοδιστών, με νοήματα πολύ προχωρημένα για την ηλικία του, που όμως είχε καταλάβει τον ρυθμό του και τον επαναλάμβανε με ύφος και πόζα μέλους του Κοινοβουλίου. Καθώς η Μάργκαρετ χειροκροτούσε αδιάφορα, ο Νίκολας του ζήτησε να πει κι άλλον ύμνο, κι ύστερα κι άλλον, ανακάλυψε προς μεγάλη της έκπληξη ότι ο Νίκολας έτσι παράδοξα και ασυνείδητα,  είχε αρχίσει να δείχνει ενδιαφέρον προς τα της εκκλησίας που πριν απαξιούσε.
Είχε περάσει η ώρα που συνήθως έπαιρνε το τσάι της όταν γύρισε στο σπίτι, αλλά ήταν μια ανακούφιση η αίσθηση ότι δεν είχε κάνει κανέναν να την περιμένει και το να μπορεί να παραδίδεται στις δικές της σκέψεις αντί να παρακολουθεί κάποιον άλλον  για να δει αν θα πρέπει να είναι χαρούμενη ή λυπημένη. Μετά το τσάι, αποφάσισε να μελετήσει ένα μεγάλο πακέτο με γράμματα και να ξεχωρίσει κάποια που έπρεπε να καταστραφούν.
..................................................................................................................................................................
Αναστέναξε καθώς σηκώθηκε να πάει για ύπνο.  Παρά το «Ένα βήμα τη φορά», παρά τη μία και μοναδική της υποχρέωση να είναι αφοσιωμένη στον πατέρα της, αισθανόταν στην καρδιά της αγωνία και λύπη.
Αλλά και ο κύριος Χέηλ είχε στη σκέψη του την Μάργκαρετ, εκείνη την Απριλιάτικη βραδιά, τόσο επίμονα και παράδοξα όσο και η κόρη του. Ήταν κουρασμένος έχοντας συναντήσει  παλιούς φίλους και περπατήσει σε γνώριμα μέρη. Είχε ίσως υπερβάλλει στη σκέψη για το  πώς οι παλιοί του φίλοι θα τον υποδέχονταν  δεδομένης  της αλλαγής στα πιστεύω του, όμως αν και κάποιοι ίσως να αισθάνθηκαν ταραχή και θλίψη ή αγανάκτηση για την πτώση του θεωρητικά, όμως μόλις  ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο που κάποτε είχαν αγαπήσει, οι θεωρίες ξεχάστηκαν ή απλά πρόσθεσαν μια τρυφερή σοβαρότητα  στη συμπεριφορά τους. Ο κύριος Χέηλ δεν ήταν γνωστός σε πολλούς. Ανήκε σε μια από τις μικρότερες αδελφότητες και  πάντα ήταν συνεσταλμένος και ντροπαλός. Όμως εκείνοι που τον καιρό της νεότητος είχαν λάβει τον κόπο να διεισδύσουν την λεπτότητα της σκέψης και των συναισθημάτων που κρύβονταν κάτω από την σιωπή και την αναποφασιστικότητά του, τον είχαν κλείσει βαθιά μέσα στην καρδιά τους με εκείνη την προστατευτική ευγένεια  που θα έδειχναν σε μια γυναίκα. Και η ανανέωση αυτής της καλοσύνης, μετά από τη διακοπή τόσων χρόνων και εν μέσω τόσων αλλαγών τον είχε ταράξει περισσότερο από οποιαδήποτε αγένεια ή έκφραση δυσαρέσκειας.
«Φοβάμαι ότι το παρακάναμε,» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Τώρα σε βλέπω να υποφέρεις έχοντας ζήσει τόσο πολύ στην ατμόσφαιρα του Μίλτον.»
«Είμαι κουρασμένος,»  είπε ο κύριος Χέηλ. «Αλλά όχι από την ατμόσφαιρα του Μίλτον. Είμαι πενήντα πέντε χρόνων και αυτό από μόνο του αρκεί για να δικαιολογήσει  απώλεια δυνάμεων.»
«Ανοησίες! Είμαι πάνω από εξήντα και καθόλου δεν έχω απωλέσει τις δυνάμεις μου, φυσικές ή πνευματικές. Μη μου λές εμένα  τέτοια   πράγματα! Πενήντα πέντε! Μα, είσαι νέος ακόμα!»
Ο κύριος Χέηλ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτά τα λίγα τελευταία χρόνια!»  Αφού  έκανε μια παύση, ανασηκώθηκε από την σχεδόν ύπτια θέση που είχε σε μια από τις  αναπαυτικές  σαιζ-λονγκ του κυρίου Μπέλλ και είπε  με παλλόμενη  φωνή σε πολύ σοβαρό τόνο:
«Μπελλ, μην σκεφτείς ότι αν  μπορούσα να προείδω όλα αυτά που θα επακολουθούσαν της ιδεολογικής μου μεταστροφής και της μετοίκησής μου -  Όχι! Ούτε ακόμα αν εγνώριζα πόσο εκείνη θα υπέφερε –  δεν θα  άλλαζα κάτι στην δημόσια παραδοχή μου  ότι δεν είχα πλέον την ίδια πίστη στην Εκκλησία την οποία υπηρετούσα ως ιερέας. Όπως το βλέπω τώρα, ακόμα κι αν μπορούσα να προβλέψω  το φρικτό μαρτύριο  που πέρασα μέσα από τα πάθη ενός αγαπημένου μου προσώπου, θα είχα πράξει το ίδιο, δηλαδή θα εγκατέλειπα ανοικτά και ξεκάθαρα την Εκκλησία. Ίσως να είχα πράξει διαφορετικά και με πιο σώφρονα τρόπο όσον αφορά τα σχετικά με την οικογένειά μου.  Όμως νομίζω πως ο Κύριος δεν με προίκισε με υπερβάλλουσα σωφροσύνη ή δύναμη.» συμπλήρωσε ξαναγυρνώντας στην προηγούμενή του θέση.
Ο κύριος Μπέλλ φύσηξε επιδεικτικά την μύτη του πριν απαντήσει, λέγοντας:
«Σου έδωσε δύναμη να κάνεις αυτό που θεωρούσε η συνείδησή του, σωστό. Και δεν θεωρώ ότι χρειάζεται περισσότερη ή ιερότερη δύναμη ή σοφία από αυτή.  Γνωρίζω πως εγώ δεν διαθέτω τόση. Κι όμως θεωρούμαι σοφός στα ανόητα βιβλία κάποιων ανθρώπων. Χαρακτήρ αδαμάντινος, ανεξάρτητος και τα τοιαύτα. Κι όμως  ο πλέον ηλίθιος που υπακούει στο δικό του απλοϊκό  σύστημα αξιών, ακόμα κι αν αυτό είναι το να σκουπίζει τα πόδια του στον τάπητα της  εξώπορτας, είναι σοφότερος και ισχυρότερος εμού. Πόσο εύκολα εξαπατούνται οι άνθρωποι!»
Ακολούθησε μια παύση. Ο κύριος Χέηλ μίλησε πρώτος, συνεχίζοντας την σκέψη του.
«Σχετικά με την Μάργκαρετ.»
« Σχετικά με την Μάργκαρετ, λοιπόν! Τι συμβαίνει ;»
«Αν πεθάνω….»
«Ανοησίες!»
«Τι θα απογίνει εκείνη – το σκέφτομαι συχνά.  Υποθέτω ότι οι Λέννοξ θα της ζητήσουν να μείνει μαζί τους. Προσπαθώ να φαντάζομαι ότι έτσι θα γίνει. Η θεία της η Σώ, την αγαπούσε με το δικό της  σιωπηλό τρόπο, όμως η αγάπη της ξεχνιέται εν τη απουσία.»
« Σφάλμα σύνηθες πολύ. Τι είδους άνθρωποι είναι οι Λέννοξ;»
«Εκείνος  είναι ευειδής, ομιλητικός και ευπροσήγορος. Η Ήντιθ μια γλυκιά, κάπως κακομαθημένη καλλονή. Η Μάργκαρετ την αγαπά με όλη της την καρδιά και η Ήντιθ το ίδιο – τουλάχιστον όσο της είναι δυνατόν να αγαπήσει.»
« Άκου, Χέηλ. Γνωρίζεις ότι αυτό το κορίτσι σου  μες στην καρδιά μου το’χω. Σου το έχω ξαναπεί. Φυσικά ως θυγατέρα σου και πνευματικό μου τέκνο ενδιαφερόμουν για εκείνη και πριν να την δω την προηγούμενη φορά.  Όμως με αυτήν μου την επίσκεψη στο Μίλτον έγινα σκλάβος της. Μ’ έσυρε  ολοπρόθυμον στο άρμα της, εμένα το γέρο ξεκούτη. Επειδή, αληθινά, έχει  όλο το μεγαλείο και την γαλήνη του ανθρώπου που έχει παλέψει και παλεύει ακόμα, κι όμως προσβλέπει στη νίκη που θα έρθει αναμφίβολα. Ναι, μ’ όλες τις παρούσες δυσκολίες της, έχει αυτό το βλέμμα στο πρόσωπό της. Έτσι, όλη μου η περιουσία, είναι στην υπηρεσία της αν τη χρειαστεί και θα γίνει δική της ούτως η άλλως όταν πεθάνω. Επιπλέον, θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της ως πιστός της ιππότης και ακόλουθος μ’ όλο που είμαι ένας εξηντάρης γεροπαράξενος. Ειλικρινά, παλιέ μου φίλε, η κόρη σου  θα είναι η πρωταρχική μου έγνοια στη ζωή και όποια αρωγή  μπορούν  να συνδράμουν το πνεύμα μου, η σοφία μου ή η πρόθυμη καρδιά μου, θα την έχει. Δεν την επέλεξα ως αντικείμενο διαπαιδαγώγησης και νουθεσίας . Κάτι που γνωρίζω από τα παλιά ότι είναι δική σου μέριμνα, διαφορετικά δεν θα ήσουν ευχαριστημένος.  Όμως σίγουρα εσύ θα ζήσεις πολύ περισσότερα χρόνια από εμένα. Βλέπεις ότι οι αδύνατοι πάντα καταφέρνουν να ξεγελάνε και να νικούν  το Χάρο. Είναι οι εύσωμοι και πληθωρικοί σαν κι εμένα που φεύγουν πρώτοι !»
Αν ο κύριος Μπέλλ είχε προφητικό χάρισμα, θα είχε δει τον πυρσό να τρεμοσβήνει και τον Άγγελο σοβαρό και πένθιμο  να γνέφει στο φίλο του από τα ύψη. Εκείνη την νύχτα ο κύριος Χέηλ έγειρε στο προσκέφαλό του και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Ο υπηρέτης που μπήκε στο δωμάτιο το άλλο πρωί δεν έλαβε  καμμία απάντηση όταν του μίλησε. Πλησίασε στην κλίνη και είδε το ήρεμο, όμορφο πρόσωπο να κείτεται ωχρό και παγωμένο κάτω από την αναπόδραστη σφραγίδα του θανάτου.  Η όψη του ήταν γαλήνια. Δεν υπήρχαν σημάδια αγωνίας ή πόνου. Η καρδιά του θα πρέπει να έπαψε να χτυπά ενώ κοιμόταν.
Ο κύριος Μπέλλ έμεινε αποσβολωμένος από το πλήγμα και συνήλθε μόνο και μόνο για να εξοργιστεί με αυτό που του πρότεινε ο υπηρέτης του.
« Εισαγγελική έρευνα; Ήμαρτον ! Μήπως θαρρείς πως τον δηλητηρίασα; Ο κύριος Φόρμπς λέει πως είναι η φυσιολογική κατάληξη μιας καρδιακής νόσου. Καημένε Χέηλ! Την έφθειρες πρόωρα την τρυφερή καρδιά σου. Καημένε μου παλιόφιλε!  Πώς μιλούσε για  - Γουώλις, σε πέντε λεπτά να μου έχεις έτοιμη μια μικρή βαλίτσα. Κάθομαι εδώ και μιλάω… Ετοίμασέ την, είπα!  Πρέπει να πάω στο Μίλτον με το επόμενο δρομολόγιο.»

Σε είκοσι λεπτά από τη λήψη αυτής της απόφασης, η βαλίτσα είχε ετοιμαστεί, η άμαξα είχε κληθεί, και ο κύριος Μπέλλ είχε ήδη φτάσει στο σιδηροδρομικό σταθμό.
Το τραίνο από το Λονδίνο έφτασε ασθμαίνον, οπισθοχώρησε μερικά μέτρα, και ο κύριος Μπέλλ επιβιβάσθηκε ωθούμενος κάπως βιαστικά από τον ανυπόμονο σιδηροδρομικό υπάλληλο. Έγειρε πίσω και έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει  πώς μπορούσε κάποιος που ήταν εν ζωή χθες να κείτεται νεκρός σήμερα. Αμέσως  δάκρυα  άρχισαν να ξεγλιστρούν  ανάμεσα από τα γεροντικά του βλέφαρα. Καθώς το ένοιωσε, άνοιξε τα μάτια του αποφασισμένος  να δείχνει όσο το δυνατόν πιο εύθυμος. Δεν θα έβαζε τα κλάματα μπροστά σε  δυο ξένους. Όχι αυτός !
Δεν κάθονταν δύο ξένοι απέναντί του, αλλά μονάχα ένας και  αυτός στο ίδιο κάθισμα, αλλά μακριά , στην άλλη άκρη. Ο κύριος Μπέηλ άρχισε να τον παρατηρεί διακριτικά για να δει τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που μπορεί να είδε το συναισθηματικό του ξέσπασμα. Και πίσω από την ολάνοιχτη εφημερίδα των Times αναγνώρισε τον κύριο Θόρντον.
« Μα, τι στο καλό, εσύ είσαι Θόρντον;» είπε πλησιάζοντας πιο κοντά. Έσφιξε το χέρι του κυρίου Θόρντον σε μια δυνατή και θερμή χειραψία που όμως σταμάτησε απότομα γιατί έπρεπε να σκουπίσει τα δάκρυά του. Την τελευταία φορά που τον είχε δει ήταν με συντροφιά τον φίλο του τον Χέηλ.
«Πηγαίνω στο Μίλτον για ένα θλιβερό καθήκον. Πάω να αναγγείλω στην κόρη του Χέηλ τον αιφνίδιο θάνατό του.»
«Τον θάνατο του ;! Ο κύριος Χέηλ νεκρός;!»
«Ναι, το λέω συνεχώς στον εαυτό μου ‘Ο Χέηλ πέθανε’ αλλά δεν εννοώ να το πιστέψω πως είναι αλήθεια. Παρ’ όλ’αυτά, ο Χέηλ είναι νεκρός. Πήγε για ύπνο υγιής κατά τα φαινόμενα και ήταν εντελώς παγωμένος σήμερα το πρωί που πήγε ο υπηρέτης μου να τον φωνάξει.»
«Πού ; Δεν καταλαβαίνω!»
«Στην Οξφόρδη. Είχε έρθει να μείνει μαζί μου. Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν την Οξφόρδη εδώ και δεκαεπτά χρόνια….και η τελευταία.»
Κανείς δεν είπε λέξη επί ένα τέταρτο της ώρας. Έπειτα μίλησε ο κύριος Θόρντον.
«Και εκείνη…!»  αμέσως όμως τα λόγια του  κόπηκαν.
«Εννοείς την Μάργκαρετ. Ναι, πηγαίνω να της το πώ. Ο καημένος! Πόσο την είχε στο μυαλό του το τελευταίο βράδυ! Θεέ και Κύριε – χθες βράδυ μόλις !  Και πόσο απροσμέτρητα μακρυά βρίσκεται σήμερα. Αλλά προς χάριν  του θα έχω την Μάργκαρετ σαν παιδί μου. Χθες βράδυ είπα πως θα την πάρω υπό την προστασία μου προς χάριν της. Ε, λοιπόν, θα το κάνω προς χάριν και των δύο.»
Ο κύριος Θόρντον προσπάθησε μια- δυο φορές να μιλήσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος, μπόρεσε να πει: «Τι θ’απογίνει εκείνη ;»

«Φαντάζομαι ότι δύο άνθρωποι θα την περιμένουν. Ένας εγώ. Θα έβαζα έναν δράκοντα αληθινό στο σπίτι μου, αν έχοντας τέτοιον συνοδό και φτιάχνοντας δικό μου νοικοκυριό, μπορούσα να δώσω στα γεράματά μου λίγη ευτυχία έχοντας την Μάργκαρετ για κόρη. Αλλά είναι κι αυτοί οι Λέννοξ!»
«Ποιοι είναι αυτοί ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον με φωνή που έτρεμε μόλις κρύβοντας το ενδιαφέρον του.
«Ω, αυτάρεσκοι Λονδρέζοι  που πολύ πιθανόν να θεωρούν ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα πάνω της.  Ο λοχαγός Λέννοξ παντρεύτηκε την εξαδέλφη της – το κορίτσι με το οποίο μεγάλωσε η Μάργκαρετ. Αρκετά καλοί άνθρωποι, θα έλεγα.
Και ύστερα, είναι και η θεία της, η κυρία Σω. Ίσως υπάρχει κάποιος τρόπος, αν ζητήσω σε γάμο αυτήν την πλούσια κυρία! Όμως αυτό θα ήταν υπερβολικό! Είναι και εκείνος ο αδελφός !»
«Ποιος αδελφός ; Ο αδελφός της θείας της ;»
«Όχι, όχι. Ο έξυπνος Λέννοξ (γιατί ο λοχαγός είναι ηλίθιος καθώς αντιλαμβάνεσαι), ένας νεαρός δικηγόρος που θα θέσει τον εαυτό  του στις υπηρεσίες της Μάργκαρετ. Γνωρίζω πως την είχε στο μυαλό του τα τελευταία πέντε χρόνια  ίσως και παραπάνω. Μου το είπε ένας από τους συνέταιρούς του. Το μόνο που τον σταματούσε είναι ότι η Μάργκαρετ δεν είχε περιουσία. Αλλά τώρα αυτό δεν είναι πλέον θέμα.»
«Μα, πώς ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον που η περιέργειά του ήταν πολύ ειλικρινής για να συνειδητοποιήσει το αδιάκριτο της ερώτησης.
«Θα με κληρονομήσει όταν πεθάνω. Και αν αυτός ο Χένρυ Λέννοξ της αξίζει έστω και κατά το ήμισυ και της αρέσει – ε, τότε ίσως βρω άλλον τρόπο να στήσω σπιτικό μέσω ενός γάμου. Τρέμω,  μήπως σε κάποια  ανύποπτη στιγμή ,  υποπέσω σε τέτοιο πειρασμό με τη θεία.»
Όμως κανείς από τους δύο δεν είχε διάθεση να γελάσει, έτσι η παραδοξότητα των λόγων του κυρίου Μπέλλ διέλαθε της προσοχής και των δύο. Ο κύριος Μπελλ έσμιξε τα χείλη του σε σφύριγμα αλλά κανένας ήχος δεν βγήκε παρά μια μακρόσυρτη συρριστική ανάσα. Άλλαξε θέση αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία. Ο κύριος Θόρντον καθόταν εντελώς ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο στην εφημερίδα, την οποία είχε πάρει στα χέρια του για να δώσει στον εαυτό του την άνεση να σκεφτεί.
...................................................................................................................................................................

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Κεφάλαιο 40ο: Παραφωνίες



Και προχωράμε σιγά- σιγά στο Μάιο και στο τεσσαρακοστό κεφάλαιο.....
Σιγά- σιγά. Δεν βιαζόμαστε !



Κεφάλαιο 40ο

ΠΑΡΑΦΩΝΙΕΣ

Η Μάργκαρετ δεν προσδοκούσε να χαρεί ιδιαίτερα με την επίσκεψη του κυρίου Μπέλλ – ανυπομονούσε γι αυτήν για  λογαριασμό και μόνο του πατέρα της. Μόλις όμως έφτασε ο νονός της ένοιωσε αμέσως πολύ φιλικά απέναντί του.  Εκείνος είπε ότι ήταν απαράδεκτο  το ότι κατάκτησε τόσο εύκολα την καρδιά του, ήταν μια αρετή κληρονομική να μπορεί τόσο εύκολα να κερδίσει την εκτίμησή του και εκείνη με τη σειρά της παραδέχτηκε ότι ο νονός της κάτω από την ακαδημαϊκή του τήβεννο έκρυβε ένα αρκετά νεανικό παρουσιαστικό.
«Νεανικό όσον αφορά την καλοσύνη και την ευγένεια, εννοώ. Γιατί φοβάμαι πως πρέπει να παραδεχτώ ότι οι ιδέες σας είναι οι πλέον σκουριασμένες και παλαιομοδίτικες που έχω ακούσει  εδώ και καιρό.»
« Μα, ακούς τι λέει αυτή η θυγατέρα σου, Χεηλ ; Η παραμονή της στο Μίλτον την έχει εντελώς διαφθείρει !  Έγινε μια δημοκράτισσα, μια κόκκινη ρεπουμπλικανή, μια πασιφίστρια, μια σοσιαλίστρια ….!»
« Και όλα αυτά, πατέρα, απλά και μόνον επειδή υπερασπίζομαι την πρόοδο του εμπορίου. Αν ήταν στο χέρι του κυρίου Μπελλ, ακόμα θα ανταλλάσαμε  δερμάτα ζώων με βελανίδια.»
«Όχι, όχι. Θα έσκαβα και θα φύτευα πατάτες. Και θα κούρευα  άγρια ζωά  για να φτιάξω χιτώνες  με το μαλλί  τους. Μην υπερβάλλεις, δεσποινάριο. Όμως αυτή η παραζάλη με έχει κουράσει. Οι πάντες τρέχουν πάνω κάτω προσπαθώντας να κερδίσουν χρήματα.»
« Δεν μπορούν όλοι να κάθονται αναπαυτικά στις αίθουσες των κολλεγίων τους και να βλέπουν τα πλούτη  τους να αυξάνονται χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν κανέναν κόπο. Αναμφίβολα πολλοί από τους ανθρώπους εδώ θα ήταν ευγνώμονες αν έβλεπαν την περιουσία τους να μεγαλώνει  όπως η δική σας χωρίς οι ίδιοι να έχουν κανέναν μπελά στο κεφάλι τους.» είπε ο κύριος Χέηλ.
«Δεν το πιστεύω. Τους αρέσει όλο αυτό το τρέξιμο  και η φασαρία.  Όσο για το να ηρεμήσουν και να μάθουν από το παρελθόν αναλογιζόμενοι ή να σχεδιάσουν το μέλλον δουλεύοντας με πίστη και με αίσθηση εμπιστοσύνης σ’αυτό που έρχεται…Σιγά ! Δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που να είναι σε θέση να μείνει ήρεμος. Και είναι μια μεγάλη τέχνη αυτό.»
«Υποψιάζομαι ότι οι  Μιλτονέζοι  πιστεύουν ότι οι της Οξφόρδης  δεν ξέρουν πώς να κινηθούν. Θα ήταν καλό αν μπορούσαν να ανακατευτούν συγχρωτιστούν  λιγάκι μεταξύ τους.»
«Θα έκανε καλό στους Μιλτονέζους. Πολλά από τα δυσάρεστα για άλλους ανθρώπους πράγματα, σε αυτούς ίσως να  έκαναν  καλό.»
«Μα κι εσείς, Μιλτονέζος δεν είστε;» ρώτησε η Μάργκαρετ. «Νόμιζα πως θα ήσασταν υπερήφανος για την πόλη σας.»
«Ομολογώ πως δεν βλέπω τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να είμαι υπερήφανος. Αν έρθεις καμμιά φορά στην Οξφόρδη, Μάργκαρετ, θα σου δείξω ένα πραγματικό ‘πεδίον δόξης λαμπρόν’ . »
«Λοιπόν,» είπε ο κύριος Χέηλ, « ο κύριος Θόρντον θα έρθει απόψε για τσάι,  και είναι τόσο υπερήφανος για το Μίλτον, όσο είστε εσείς για την Οξφόρδη. Εσείς οι δυο θα πρέπει να προσπαθήσετε και να γίνεται αμφότεροι πιο ανοιχτόμυαλοι.»
«Ευχαριστώ πολύ, δεν επιθυμώ  να διευρύνω περισσότερο  το μυαλό μου,» είπε ο κύριος Μπέλλ.

« Αλήθεια, θα έρθει ο κύριος Θόρντον για τσάι, πατέρα ;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Μάργκαρετ.
«Ή την ώρα του τσαγιού, ή αμέσως μετά. Δεν ήταν σίγουρος. Μας είπε να μην τον περιμένουμε.»
Ο κύριος Θόρντον ήταν αποφασισμένος να μην ερευνήσει καθόλου  μέχρι σε ποιο βαθμό προχώρησε η μητέρα του στο σχέδιό της να μιλήσει στην Μάργκαρετ για την απρεπή συμπεριφορά της.

 Ήταν σίγουρος ότι αν όντως εκείνη η συνομιλία έλαβε χώρα, η αναφορά της μητέρας του για τα όσα συνέβησαν θα είχε σαν αποτέλεσμα να αισθανθεί ενόχληση και πικρία ενώ όλη την ώρα θα σκεφτόταν τι θα έπρεπε να περνούσε από το μυαλό της μητέρας του εκείνες τις στιγμές.  Απέφευγε την οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα της Μάργκαρετ. Ο ίδιος, ενώ την κατηγορούσε,  την ζήλευε και την αποκήρυσσε, την αγαπούσε  οδυνηρά, σχεδόν παρά την θέλησή του. Την έβλεπε στα όνειρά του ˙ έβλεπε ότι ερχόταν προς το μέρος του χορεύοντας, με μια αγκαλιά ολάνοιχτη,  ανάλαφρη και χαρούμενη  έτσι που μ’ όλο που τον γοήτευε, ένοιωθε να την  απεχθάνεται.  Όμως αυτή η αποτύπωση της μορφής της Μάργκαρετ  - που δεν είχε τίποτα από την προσωπικότητα  της Μάργκαρετ, σαν να είχε κάνει κατάληψη στο σώμα της κάποιο σατανικό πνεύμα -  ήταν τόσο βαθιά χαραγμένη στη φαντασία του, ώστε όταν ξυπνούσε δυσκολευόταν να ξεχωρίσει την Εύα από την Λίλιθ*. Και η αντιπάθεια που έτρεφε για την δεύτερη, έμοιαζε να περικλείνει  και να παραμορφώνει και την πρώτη. Όμως ήταν πολύ περήφανος ώστε να παραδεχθεί την αδυναμία του με το να αποφεύγει να την βλέπει. Ούτε αναζητούσε ευκαιρία να βρεθεί κοντά της αλλά ούτε  και την απέφευγε. Για να πείσει τον εαυτό του  ότι διέθετε αυτοέλεγχο, χρονοτριβούσε πάνω σε όλες τις λεπτομέρειες της εργασίας που  είχε να κάνει εκείνο το απόγευμα. Σκόπιμα, τραβούσε επί μακρόν και αργοπορούσε σε κάθε του ενέργεια, επομένως, ήταν περασμένες οκτώ όταν πια έφτασε στο σπίτι του κυρίου Χέηλ. Ύστερα, είχαν να μιλήσουν για επαγγελματικά θέματα στο γραφείο  με τον κύριο Μπέλλ, με τον τελευταίο να παρατείνει   την συνομιλία τους δίπλα στη φωτιά, με διάφορα ανιαρά θέματα, πολύ μετά την λήξη των επαγγελματικών τους , ενώ θα μπορούσαν να έχουν ανεβεί με τους άλλους  στο σαλόνι. Αλλά ο κύριος Θόρντον δεν επρόκειτο να πει λέξη σχετικά με την αλλαγή του χώρου συζήτησης. Άναβε και κόρωνε, θεωρώντας τον κύριο Μπελ ως τον πλέον πληκτικό συνδαιτυμόνα ενώ ο κύριος Μπελ με την σειρά του, ανταπέδιδε κρυφά  την φιλοφρόνηση, σκεπτόμενος ότι ο κύριος Θόρντον ήταν εξαιρετικά απότομος  και αγενής, με έλλειψη  ευφυίας και καλής συμπεριφοράς.  Επιτέλους, κάποιος αμυδρός θόρυβος από το επάνω πάτωμα τους υπενθύμισε ότι θα ήταν καλό να ανεβούν στο σαλόνι. Βρήκαν την Μάργκαρετ με ένα γράμμα ανοιγμένο ενώπιόν της, να συζητά με θέρμη το περιεχόμενό του με τον πατέρα της. Το δίπλωσε και το έβαλε στην άκρη αμέσως μόλις μπήκαν οι κύριοι, αλλά η οξυμένη αίσθηση του κυρίου Θόρντον, άκουσ τα εξής λόγια του κυρίου Χέηλ προς τον κύριο Μπέλλ:
«Γράμμα από τον Χένρυ Λέννοξ. Έδωσε πολλές ελπίδες στην Μάργκαρετ.»


Ο κύριος Μπελλ ένευσε καταφατικά. Όταν ο κύριος Θόρντον γύρισε το βλέμμα του στην Μάργκαρετ, εκείνη ήταν κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο.  Ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να σηκωθεί και να φύγει εκείνη την στιγμή και να μην ξαναπατήσει το πόδι του σ’εκείνο το σπίτι.
«Φανταστήκαμε» είπε ο κυριος Χέηλ «ότι εσείς και ο κύριος Θόρντον ακολουθήσατε την συμβουλή της Μάργκαρετ και προσπαθούσατε να προσηλυτίσετε ο ένας τον άλλον, τόση ώρα που αργοπορούσατε στο γραφείο.»
«Και φανταστήκατε ότι δεν θα είχε απομείνει τίποτα από εμάς παρά μια γνώμη, όπως η ουρά στον γάτο του Κίλκενυ**. Πείτε μου, παρακαλώ, τίνος η γνώμη νομίζετε ότι θα επέμενε πεισματικά να επιβιώνει;»
Ο κύριος Θόρντον δεν είχε ιδέα για τη πράγμα μιλούσαν και απαξιούσε να ρωτήσει. Ο κύριος Χέηλ, ευγενικά, προσφέρθηκε να τον διαφωτίσει.
«Κύριε Θόρντον, σήμερα το πρωί κατηγορούσαμε τον κύριο Μπέλλ για την μεσαιωνικά αδιάλλακτη Οξφορδιανή του στάση ενάντια στην γενέτειρά του και προτείναμε – η Μάργκαρετ θαρρώ – πως θα του έκανε καλό να συναναστραφεί λιγάκι με τους εργοστασιάρχες του Μίλτον.»
«Να με συγχωρεί η χάρη σας. Νομίζω πως η Μάργκαρετ είπε πως θα έκανε καλό στους εργοστασιάρχες του Μίλτον να συναναστραφούν λίγο περισσότερο με άνδρες της Οξφόρδης. Έτσι δεν είναι Μάργκαρετ;»
«Νομίζω πως είπα πως θα έκανε καλό και στα δύο μέρη να συναναστραφούν μεταξύ τους – και είναι  κάτι που και εγώ και ο πατέρας πιστεύουμε.»
«Βλέπετε λοιπόν κύριε Θόρντον, πως  ενόσω βρισκόμασταν στο γραφείο, οφείλαμε να βελτιωνόμαστε αμφότεροι αντί να συζητούμε για τις εκλιπούσες οικογένειες των Σμιθ και των Χάρρισον. Εντούτοις, είμαι πρόθυμος να αναλάβω αυτήν την ευθύνη τώρα. Αναρωτιέμαι πότε έχετε σκοπό να ζήσετε τη ζωή σας εσείς οι Μιλτονέζοι.  Φαίνεται ότι όλη η ζωή σας αναλώνεται στην απόκτηση υλικών αγαθών.»
«Λέγοντας να ζήσουμε τη ζωή μας, υποθέτω ότι αναφέρεστε στην αναψυχή.»
«Ακριβώς, την αναψυχή . Δεν θα προσδιορίσω  επακριβώς  το είδος, γιατί είμαι σίγουρος ότι και οι δυο θεωρούμε την απλή τέρψη ως ένα είδος πολύ φτωχής αναψυχής.»
«Θα προτιμούσα να μου δώσετε τον ορισμό του είδους της αναψυχής στην οποία αναφέρεστε.»
« Ε, λοιπόν, την ευχαρίστηση που δίνει ο ελεύθερος χρόνος. Να  μπορεί να χαρεί κάποιος την ισχύ και την άνεση που δίνει το χρήμα. Αγωνίζεστε όλοι σας  να κερδίσετε χρήματα. Προς τι ;»
Ο κύριος Θόρντον σιωπούσε. « Πραγματικά, δεν έχω ιδέα. Προσωπικά δεν αγωνίζομαι για να κερδίσω χρήματα.»
«Αλλά τότε, για ποιο πράγμα αγωνίζεστε;»
« Είναι μια  πολύ προσωπική ερώτηση. Θα πρέπει να ανοίξω την καρδιά μου σαν σε εξομολόγηση, και δεν είμαι σίγουρος ότι έχω προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο.»


«Όχι!» είπε ο κύριος Χέηλ. « ας μην δώσουμε προσωπική χροιά στην εξομολόγησή σας. Κανείς σας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτικός τύπος της πόλης σας. Έχετε και οι δύο την δική σας ανεξάρτητη προσωπικότητα.»
«Δεν είμαι βέβαιος αν αυτό αποτελεί φιλοφρόνηση ή όχι. Θα μου άρεσε να είμαι αντιπρόσωπος της Οξφόρδης, με το κάλλος, την γνώση και την υπερήφανη, μακρόχρονη ιστορία της. Τι λές, Μάργκαρετ ; Θα πρέπει να νοιώθω κολακευμένος;»
«Δεν γνωρίζω την Οξφόρδη. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να είναι κάποιος αντιπρόσωπος μιας πόλης και αντιπροσωπευτικός τύπος των κατοίκων της   πόλης.»
«Πολύ σωστά, δεσποινίς Μάργκαρετ. Τώρα θυμάμαι ότι  σήμερα το πρωί, ήσασταν εναντίον μου και οι προτιμήσεις σας έκλιναν υπέρ του Μίλτον και των εργοστασιαρχών του.»
Ο Μάργκαρετ είδε να περνά αστραπιαία από το πρόσωπο του κυρίου Θόρντον  μια έκφραση έκπληξης και ενοχλήθηκε με την ερμηνεία που ίσως έδινε στα λόγια του λόγια του κυρίου Μπελλ.  Εκείνος συνέχισε.
« Α, μακάρι να μπορούσα να σας δείξω την Χάι Στρητ μας ή την πλατεία  μας του Ρέηντκλιφ. Δεν θα αναφέρω τα κολλέγια μας, έτσι θα επιτρέψω στον κύριο Θόρντον με τη σειρά του να παραλείψει να συμπεριλάβει  τα εργοστάσια στις χάρες του Μίλτον. Έχω το δικαίωμα να κακομεταχειριστώ την γενέτειρά μου. Είμαι Μιλτονέζος, μην το ξεχνάτε.»
Ο κυριος Θόρντον είχε ενοχληθεί πέραν του δέοντος από τα λόγια του κυρίου Μπέλλ. Δεν είχε καμμιά διάθεση για αστεϊσμούς. Σε κάποια άλλη στιγμή, θα διασκέδαζε με την  σε σχεδόν εξοργισμένο τόνο μομφή  του κυρίου Μπέλλ ενάντια σε μια πόλη στην οποία η ζωή είχε τόσες διακυμάνσεις όσα και τα διαφορετικά είδη ενδυμασίας. Τώρα όμως ήταν αρκετά χολωμένος για να δοκιμάσει να αντικρούσει μια ούτως ή άλλως  προσχηματική επίθεση.
« Δεν θεωρώ το Μίλτον ως πρότυπο πόλεως.»
«Ούτε καν ως προς την αρχιτεκτονική του;» ρώτησε ο κύριος Μπελ με πονηριά.

«Όχι! Έχουμε πολλές ασχολίες για να εστιάσουμε  απλά στην εξωτερική εμφάνιση των κτισμάτων.»
« Μη λέτε απλά εξωτερική εμφάνιση των κτισμάτων » είπε ο κύριος Χέηλ σε ήπιο τόνο. « Δεν παύουν να μας γοητεύουν παιδιόθεν και έως σήμερα –κάθε ημέρα της ζωής μας.»
« Περιμένετε μια στιγμή,» είπε ο κύριος Θόρντον . «Θυμηθείτε ότι είμαστε διαφορετική φυλή από τους  Έλληνες, για τους οποίους η ομορφιά ήταν το πάν και για τους οποίους ο κύριος Μπελλ θα μπορούσε να αναφερθεί ότι διήγαν βίο αναψυχής και ήρεμης τρυφηλότητας βασισμένο κατά κύριο λόγο στις απολαύσεις των αισθήσεων. Δεν σπεύδω ούτε να τους κατηγορήσω ούτε να τους μιμηθώ. Όμως το αίμα μου είναι Τευτονικό – ίσως περισσότερο  νοθευμένο σε αυτό το μέρος της Αγγλίας απ’ ότι σε άλλες περιοχές. Διατηρούμε αρκετά από τα γλωσσικά τους στοιχεία αλλά διατηρούμε πολύ περισσότερο το πνεύμα τους. Η ζωή για εμάς δεν είναι μια περίοδος αναψυχής αλλά δράσης και άσκησης.  Θεωρούμε ότι η δόξα και η ομορφιά εγείρονται από την  εσωτερική μας δύναμη που μας βοηθά να θριαμβεύσουμε ενάντια στα υλικά εμπόδια αλλά και σε ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες.  Εδώ στο Νταρκσάιρ είμαστε Τεύτονες και σε ένα άλλο επίπεδο. Δεν μας αρέσει να υπακούμε σε νόμους που φτιάχθηκαν για εμάς εκ του μακρόθεν.  Μακάρι να μας επέτρεπαν να βρούμε την δική μας δικαιοσύνη αντί να επεμβαίνουν διαρκώς  με ανεπαρκείς νομοθετήσεις. Υπερασπιζόμαστε με σθένος την αυτοδιοίκηση και εναντιωνόμαστε στον συγκεντρωτισμό.»
« Εν ολίγοις, θα προτιμούσατε να καθιερωθεί εκ νέου η Επταρχία*.  Όπως και να’χει, ανακαλώ τα όσα είπα το πρωί – ότι εσείς οι Μιλτονέζοι δεν σέβεστε το παρελθόν.  Είστε ευλαβείς προσκυνητές του Θώρ**.»
«Αν δεν ευλαβούμαστε το παρελθόν στον βαθμό που το κάνετε εσείς στην Οξφόρδη, είναι επειδή θέλουμε κάτι το οποίο να έχει άμεση σχέση με το σήμερα. Ουδεμία αντίρρηση όταν η μελέτη του παρελθόντος οδηγεί σε κάποια πρόβλεψη για το μέλλον. Όμως για όσους προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους σε καινούριες καταστάσεις θα ήταν καλύτερο αν  καθοδηγούμασταν από λόγια εμπειρίας στο πώς να δράσουμε  σε ό,τι μας απασχολεί  άμεσα και επιτακτικά ˙ στις δυσκολίες που θα συναντήσουμε και πώς θα τις υπερνικήσουμε –όχι απλά να τις παραμερίσουμε προσωρινά. Από αυτό εξαρτάται το μέλλον μας. Με τη σοφία του παρελθόντος, βοηθήστε μας να αντιμετωπίσουμε το παρόν. Όμως όχι ! Οι άνθρωποι μιλούν με μεγαλύτερη ευκολία για την Ουτοπία παρά για το τι πρέπει να γίνει αύριο. Κι όμως όταν αυτό που πρέπει να γίνει, το κάνουν άλλοι, είναι οι πρώτοι που θα φωνάξουν “Αίσχος!” 


 « Και όλη αυτήν την ώρα δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε.  Θα καταδεχτείτε εσείς, οι Μιλτονέζοι να παρωδήσετε τις τωρινές δυσκολίες σας με την Οξφόρδη;  Δεν μας γνωρίζετε καλά.»
Ο κύριος Θόρντον γέλασε ευθύς με αυτό το σχόλιο. «Νομίζω πως αναφερόμουν σε κάτι που μας προβληματίζει αρκετά, τώρα τελευταία: Είχα στο νου μου τις απεργίες, οι οποίες  έφεραν προβλήματα και ήταν αρκετά επιζήμιες όπως αντιλήφθηκα με προσωπικό κόστος.  Κι όμως αυτή η πρόσφατη απεργία  η οποία μου στοίχισε, ήταν αρκούντως έντιμη.»
«Μία έντιμη απεργία!» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Αυτό δείχνει ότι το παρακάνατε με την λατρεία του Θώρ.»
Η Μάργκαρετ  διαισθάνθηκε περισσότερο παρά είδε ότι ο κύριος Θόρντον ήταν πικραμένος με την συνεχόμενη τροπή σε αστεϊσμούς μιας συζήτησης που  ο ίδιος θεωρούσε  σοβαρή. Έκανε μια προσπάθεια να αλλάξει το θέμα της συζήτησης για το  οποίο ο ένας κύριος ήταν σχετικά αδιάφορος ενώ τον άλλον τον αφορούσε προσωπικά και σε βάθος. Πίεσε τον εαυτό της να πει κάτι.
« Η Ήντιθ λέει ότι βρίσκει στην Κέρκυρα καλύτερες και φθηνότερες μουσικές παρτιτούρες.»
« Αλήθεια;» είπε ο πατέρας της. «Νομίζω ότι πρόκειται για τις συνηθισμένες υπερβολές της Ήντιθ. Είσαι σίγουρη, Μάργκαρετ;»
«Σίγουρα, αυτό μου γράφει, πατέρα.»
« Τότε, σίγουρα έτσι έχουν τα πράγματα.» είπε ο κύριος Μπελλ. «Μάργκαρετ, είμαι τόσο πεπεισμένος για την φιλαλήθειά σου, ώστε είμαι σίγουρος ότι αρκεί να καλύψει και την εξαδέλφη σου. Δεν πιστεύω ότι μια δική σου εξαδέλφη θα μπορούσε να υπερβάλλει.»
« Είναι τόσο γνωστή η δεσποινίς Χέηλ για το φιλαλήθες του χαρακτήρα της;» είπε ο κύριος Θόρντον με πικρία. Την στιγμή που το ξεστόμισε, θα μπορούσε να είχε δαγκώσει την γλώσσα του- να την κόψει. Ποιος ήταν εκείνος ; Και γιατί θα έπρεπε να της πετάξει κατάμουτρα την αισχύνη της ; Πόσο κακός ήταν απόψε, πόσο κακοδιάθετος εξαιτίας της απομάκρυνσής του από εκείνην για τόσο καιρό. Η αναφορά ενός συγκεκριμένου ονόματος τον εξόργιζε επειδή πίστευε ότι ανήκε σε κάποιον πιο επιτυχημένο εραστή. Και τώρα ήταν θυμωμένος γιατί αδυνατούσε να αντιμετωπίσει «ελαφρά τη καρδία» κάποιον που προσπαθούσε με πειράγματα και αστεϊσμούς να κάνει την βραδυά να περάσει ευχάριστα – τον ευγενικό προς όλους παλιό φίλο, του οποίου τους τρόπους γνώριζε καλά ο κύριος Θόρντον, μια και τον ήξερε πολλά χρόνια.
Και να μιλήσει έτσι στην Μάργκαρετ ! Δεν σηκώθηκε να φύγει από το δωμάτιο όπως θα έκανε παλαιότερα όταν οι απότομοι τρόποι του ή ο χαρακτήρας του την ενοχλούσαν. Έμεινε εντελώς ακίνητη, μετά από ένα βλέμμα έκπληξης και θλίψης που έκανε τα μάτια της να μοιάζουν με ενός παιδιού που αντιμετωπίζει την απόρριψη. Τα είδε να διαστέλλονται αργά γεμάτα λύπη και όνειδος και  έπειτα να χαμηλώνουν. Έσκυψε στο εργόχειρό της και δεν ξαναμίλησε. Όμως δεν  μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της και είδε το κορμί της να ριγεί από έναν στεναγμό, σαν να την έκανε να τρέμει μια περίεργη παγωνιά. Ένιωσε ότι είχε χάσει  την εμπιστοσύνη της. Έδινε κοφτές και απότομες απαντήσεις, ήταν αμήχανος και σκυθρωπός, ανίκανος να κάνει την διάκριση μεταξύ αστεϊσμού και σοβαρότητας, αγωνιώντας μόνο για ένα της βλέμμα μια λέξη, ώστε να θέσει τον εαυτό του μπροστά στα πόδια της με ταπεινότητα και μετάνοια. Όμως εκείνη ούτε ξαναμίλησε, ούτε τον κύτταξε. Τα δάχτυλά της πετούσαν πάνω-κάτω στο κέντημα, σταθερά και επιδέξια σαν να ήταν η μοναδική ασχολία στη ζωή της.  Δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν αλλιώς το πάθος και η θέρμη που είχε η λαχτάρα του, θα την είχαν κάνει  να σηκώσει εκείνα τα μάτια, έστω και για μια στιγμή, για να διαβάσει την μετάνοια που έδειχναν τα δικά του. Θα μπορούσε να την αρπάξει και να την ταρακουνήσει πριν φύγει,  έτσι ώστε με μια φανερά βίαιη πράξη να κερδίσει το προνόμιο να της μιλήσει για τις τύψεις που του κατέτρωγαν την καρδιά.
Ευτυχώς που  η βραδυά του έκλεισε με έναν μεγάλο περίπατο έξω στο δρόμο. Τον συνέφερε και τον έκανε να καταλήξει στην σοβαρή απόφαση να την συναντά στο εξής όσο δυνατόν λιγότερο καθώς η θέα και μόνο εκείνου του προσώπου και εκείνου του κορμιού, το άκουσμα και μόνο εκείνης της φωνής ( σαν απαλή μελωδική πνοή) είχε τέτοια εξουσία επάνω του ώστε να τον κάνει να χάνει την λογική του. Ας είναι ! Είχε γνωρίσει  τι ήταν η αγάπη – μια κοφτερή μαχαιριά, ένα ξέφρενο πάθος στις φλόγες του οποίου  πάλευε.  Όμως μέσα από αυτό το καμίνι θα πάλευε να βρει το δρόμο του προς την ηλικία της ωριμότητας, περισσότερο πλούσιος και ανθρώπινος τώρα που είχε γνωρίσει αυτό το μεγάλο πάθος. 


Μόλις εκείνος έφυγε, κάπως απότομα, από το δωμάτιο, η Μάργκαρετ σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει σιωπηλά το εργόχειρό της. Τα μακριά νήματα φαίνονταν να είναι ασυνήθιστα βαριά για τα κουρασμένα χέρια της. Οι στρογγυλάδες στο πρόσωπό της τραβήχτηκαν προς τα κάτω και η όλη της εμφάνιση έδειχνε άνθρωπο που είχε περάσει μια εξαντλητική ημέρα. Καθώς οι τρεις τους ετοιμάζονταν να αποσυρθούν για ύπνο, ο κύριος Μπέλλ μουρμούρισε κάτι επιτιμητικό για τον κύριο Θόρντον.
«Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο τόσο κακομαθημένο από την επιτυχία. Δεν σηκώνει λέξη – ούτε ένα αστείο. Τα πάντα φαίνεται να ενοχλούν  την αξιοπρέπεια της Υψηλότητάς του. Παλιά ήταν τόσο απλός και ευγενικός σαν την ηλιόλουστη μέρα. Δεν υπήρχε περίπτωση να προσβληθεί γιατί δεν είχε ίχνος ματαιοδοξίας μέσα του.»
«Ούτε τώρα είναι ματαιόδοξος.» είπε η Μάργκαρετ  ήσυχα και διακριτικά, στρέφοντας από το τραπέζι όπου βρισκόταν. «Απόψε δεν ήταν ο εαυτός του. Κάτι πρέπει να τον είχε εκνευρίσει πριν έρθει εδώ.»
Ο κύριος Μπέλλ της έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα πάνω από τα γυαλιά του. Φαινόταν αρκετά ήρεμη, αλλά μόλις έφυγε από το δωμάτιο , ρώτησε ξαφνικά:
«Χέηλ! Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι ο Θόρντον και η κόρη σου έχουν αυτό που αποκαλούν οι Γάλλοι ‘τρυφερά αισθήματα’ ο ένας για τον άλλον;»
«Ποτέ !» είπε ο κύριος Χέηλ, στην αρχή ξαφνιασμένος και μετά αναστατωμένος από την ιδέα. «Όχι, είμαι σίγουρος ότι κάνεις λάθος. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι σφάλλεις.  Αν υπάρχει κάτι, είναι από την πλευρά του κυρίου Θόρντον. Ο καημένος! Ελπίζω ειλικρινά να μην τρέφει αισθήματα γι αυτήν γιατί είμαι σίγουρος ότι εκείνη θα τον απορρίψει.»
«Τι να πώ!  Είμαι γεροντοπαλίκαρο και όλη μου τη ζωή απέφευγα τους έρωτες, έτσι μπορεί η κρίση μου να σφάλλει. Διαφορετικά, θα έλεγα ότι και εκείνη εμφάνιζε παρόμοια συμπτώματα απόψε.»


«Τότε, νομίζω πως κάνεις λάθος. Νοιάζεται γι αυτήν μ’ όλο που πραγματικά κατά καιρούς  εκείνη υπήρξε αγενής μαζί του. Όμως από την μεριά της – Μα, η Μάργκαρετ δεν έχει κάνει σκέψεις γι αυτόν, είμαι σίγουρος. Δεν έχει βάλει κάτι τέτοιο στο μυαλό της.»
«Φτάνει να το έχει βάλει στην καρδιά της. Όμως απλά  κάνω υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να συμβαίνει. Τολμώ να πω ότι έκανα λάθος. Και είτε έσφαλλα είτε όχι, νυστάζω πολύ. Έτσι λοιπόν, αφού όπως βλέπω σε αναστάτωσα και σε ξαγρύπνησα με της άκαιρες φαντασιοκοπίες μου, θα κατευθυνθώ ξένοιαστος προς την κλίνη μου.»
Όμως ο κύριος Χέηλ ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει να τον διαταράξουν τέτοιες ανυπόστατες ιδέες. Έτσι ξάπλωσε και έμεινε ξάγρυπνος σταθερά προσηλωμένος στο να μην το σκέφτεται.
Ο κύριος Μπέλλ αναχώρησε την επόμενη ημέρα, ξορκίζοντας την Μάργκαρετ να προσβλέπει σε αυτόν σαν σε κάποιον που δικαιωματικά θα της πρόσφερε βοήθεια και προστασία σε κάθε δύσκολη περίσταση, όποιας φύσεως και αν ήταν αυτή. Στον κύριο Χέηλ είπε:
«Αυτήν την κόρη σου την Μάργκαρετ μες στην καρδιά μου την έβαλα.  Να την προσέχεις γιατί είναι ένα σπάνιο πλάσμα – παραείναι καλή για το Μίλτον-  μόνο στην Οξφόρδη θα ταίριαζε. Εννοώ την πόλη όχι τους άνδρες. Δεν μπορώ να της βρω ακόμα ταίρι. Αλλά όταν τα καταφέρω, θα φέρω τον νεαρό μου να σταθεί πλάι πλάι στην νεαρή σου όπως το τζίνι έφερε να ταιριάξει  τον Πρίγκιπα Καραλμαζάν στην Πριγκίπισσα Μπαντούρ της νεράιδας.»
«Σε εκλιπαρώ, μην κάνεις κάτι τέτοιο. Θυμήσου τις  δυστυχίες που ακολούθησαν. Εξάλλου, δεν μπορώ να στερηθώ τη Μάργκαρετ.»
«Όχι- τώρα που το καλοσκέφτομαι, θα την κρατήσουμε για να μας γηροκομήσει σε δέκα χρόνια από τώρα, όταν θα έχουμε γίνει δυο γερο ραμολιμέντα. Σοβαρά, Χέηλ, μακάρι να έφευγες από το Μίλτον. Δεν σου ταιριάζει καθόλου  παρ’ όλο που εγώ σου συνέστησα να έρθεις. Αν το έκανες, θα καταδεχόμουν να πάω να μείνω στο Πανεπιστήμιο και  με την Μάργκαρετ θα μπορούσατε να μείνετε στο πρεσβυτέριο. Εσύ να γίνεις αναπληρωτής εφημέριος και να με απαλλάξεις από τη «βρώμικη» δουλειά  κι εκείνη να είναι η οικοδέσποινά μας – η Λαίδη Μπάουντιφουλ του χωριού- την ημέρα και την νύχτα να μας διαβάζει μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.  Θα ήμουν ευτυχής με μια τέτοια ζωή. Τι λες κι εσύ;»
«Ουδέποτε» είπε ο κύριος Χέηλ αποφασιστικά. « Η μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου συνετελέσθη και έχω πληρώσει   το τίμημα οδύνης  που μου αναλογούσε. Εδώ θα τελειώσω τη ζωή μου και εδώ θα με θάψουν και θα χαθώ μες στο πλήθος.»
«Δεν σκοπεύω να παραιτηθώ ακόμα από τα σχέδιά μου. Αλλά προς το παρόν δεν θα σε ζαλίσω με αυτά. Πού είναι Το Μαργαριτάρι;  Έλα Μάργκαρετ, δώσε μου ένα αποχαιρετιστήριο φιλί, και να θυμάσαι πού μπορείς να βρεις έναν αληθινό φίλο που θα σου προσφέρει όση βοήθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Είσαι παιδί μου, Μάργκαρετ. Να το θυμάσαι και ο Θεός να σε ευλογεί!»

........................................................................................................................................................

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Κεφάλαιο 39ο "Κάνοντας φίλους".



   Όπως σας υποσχέθηκα, μέσα στον Απρίλη ολοκληρώθηκε το 39ο. Και τί κεφάλαιο....! Η Μάργκαρετ προβαίνει σε μια σημαντική ανακάλυψη! Εμείς βέβαια, το είχαμε δει να'ρχεται ...!

 

    «Κaνοντας φiλους»


Η Μάργκαρετ, αφού άφησε μόνη της την κυρία Θόρντον, πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιό της. Άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω, όπως έκανε και παλαιότερα κάθε φορά που εκνευριζόταν. Όμως, καθώς θυμήθηκε ότι σε εκείνο το σπίτι με τους λεπτούς τοίχους τα πάντα ακούγονταν από το ένα δωμάτιο στο άλλο, κάθισε μέχρι να ακούσει την κυρία Θόρντον να φεύγει για τα καλά από το σπίτι. Πίεσε τον εαυτό της να ξαναθυμηθεί την συνομιλία που είχαν. Υποχρέωσε την μνήμη της να  την ανατρέξει λέξη προς λέξη. Στο τέλος, σηκώθηκε και μονολόγησε μελαγχολικά:
«Όπως και να ‘χει, τα λόγια της δεν με αγγίζουν. Πέφτουν άχρηστα από πάνω μου, γιατί είμαι αθώα απ’ όλα όσα μου καταλογίζει. Όμως είναι σκληρό να σκέφτομαι ότι κάποιος – και μάλιστα γυναίκα – μπορεί να πιστέψει αυτά τα πράγματα για μια άλλη, τόσο εύκολα. Είναι σκληρό και θλιβερό. Για εκείνο το οποίο πραγματικά έχω φταίξει δεν με κατηγορεί – γιατί δεν το ξέρει. Εκείνος δεν  της το είπε. Έπρεπε να το καταλάβω ότι δεν θα το έκανε!»
Σήκωσε το κεφάλι της ψηλά σαν να αισθανόταν περήφανη για όποια αβρότητα αισθημάτων είχε τυχόν δείξει ο κύριος Θόρντον. Έπειτα, καθώς μια καινούρια σκέψη πέρασε από το μυαλό της, έσφιξε τα χέρια της το ένα με το άλλο.
« Κι αυτός θα πίστεψε ότι ο καημένος ο Φρέντερικ ήταν κάποιος εραστής μου.»
(Κοκκίνησε  στη σκέψη και μόνο της λέξης) «Τώρα το καταλαβαίνω. Δεν είναι μόνο ότι γνωρίζει το ψέμα που είπα, αλλά πιστεύει επίσης ότι κάποιος άλλος έχει αισθήματα για μένα και ότι εγώ – Ω, Θεέ μου, Ω, Θεέ μου! Τι θα κάνω ;  Τι λέω;  Γιατί με νοιάζει το τι σκέφτεται, πέραν του ότι έχω χάσει  την καλή του γνώμη σε σχέση με το αν είπα ή όχι την αλήθεια ; Δεν ξέρω τι να πω. Αλλά είμαι πολύ δυστυχισμένη. Ω, πόση δυστυχία έφερε αυτή η χρονιά! Δεν έζησα σαν νεαρή κοπέλα, σαν γυναίκα. Δεν έχω πια ελπίδα να ζήσω σαν γυναίκα, γιατί δεν θα παντρευτώ ποτέ. Προβλέπω να έχω τις ίδιες θλίψεις και βάσανα που έχει μια ηλικιωμένη και με τον ίδιο φόβο στην καρδιά. Είμαι κατάκοπη πια με το να πρέπει να δείχνω συνέχεια  δυνατή. Για χάρη του πατέρα, θα μπορούσα να αντέξω γιατί αυτό είναι φυσιολογικό και ευσεβές καθήκον μου. Και νομίζω πως θα μπορούσα να αντέξω και στα – όπως και να’χει  μπορούσα να έχω  την δύναμη να αντικρούσω τις  άδικες και απρεπείς υποψίες της κυρίας Θόρντον. Όμως είναι σκληρό να νοιώθω ότι εκείνος με έχει εντελώς παρεξηγήσει ! Τι έπαθα σήμερα και είμαι τόσο χάλια ; Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Κάποιες φορές πρέπει να τα παρατάω.  Όμως όχι, δεν θα το κάνω,» είπε και τινάχτηκε επάνω. «Δεν θα το κάνω, δεν θα σκεφτώ ποιά είμαι και πού βρίσκομαι. Δεν θα αναλύσω τα αισθήματά μου. Δεν θα ωφελούσε τώρα. Κάποια στιγμή, αν ζήσω, όταν θα έχω γεράσει και θα κάθομαι δίπλα στη φωτιά κυττάζοντας τη θράκα, ίσως να αναπολήσω τη ζωή που θα μπορούσα να έχω ζήσει.»
Όλη αυτήν την ώρα, ετοιμαζόταν βιαστικά για να βγει έξω, σταματώντας μονάχα πού και πού για να σκουπίσει με μια ανυπόμονη κίνηση τα δάκρυά της, ξέροντας ότι θα συνεχίσουν να αναβλύζουν παρά την γενναιοψυχία της.
«Νομίζω πως πολλές γυναίκες κάνουν τέτοια θλιβερά  λάθη όπως εγώ και το ανακαλύπτουν όταν είναι πολύ αργά. Και  πόσο βιαστικά, με πόση αυθάδεια του μίλησα εκείνη την ημέρα! Όμως, τότε δεν ήξερα!  Μου συνέβη σιγά-σιγά και δεν ξέρω πότε άρχισε. Τώρα δεν θα τα παρατήσω. Θα μου είναι πολύ δύσκολο να συμπεριφερθώ με τον ίδιο τρόπο απέναντί του, έχοντας αυτήν την άθλια επίγνωση, αλλά θα είμαι πολύ ήρεμη, πολύ ήσυχη και θα μιλήσω ελάχιστα. Αλλά σίγουρα, μπορεί να μην τον δώ. Προφανώς, μας αποφεύγει. Αυτό θα ήταν το χειρότερο απ’ όλα. Και δεν είναι περίεργο που με αποφεύγει, αφού έχει αυτήν την γνώμη για μένα.»
Βγήκε έξω γρήγορα με κατεύθυνση προς την εξοχή προσπαθώντας με το γρήγορο βάδισμα να αποφύγει τις σκέψεις.


..........................................................................................................................................................


Βρήκε τον Νίκολας απασχολημένο με το να προσπαθεί να κάνει ένα νόμισμα να στριφογυρίσει πάνω στη συρταριέρα για να διασκεδάσει τα τρία μικρότερα παιδιά που ήταν γαντζωμένα πάνω του χωρίς φόβο. Τόσο αυτός όσο και τα παιδιά χαμογελούσαν πλατιά όταν το νόμισμα κατάφερνε να στριφογυρίσει  για πολλή ώρα. Η Μάργκαρετ σκέφτηκε ότι αυτή η χαρούμενη όψη και το ενδιαφέρον που έδειχνε στο παιχνίδι  ήταν καλό σημάδι. Όταν το νόμισμα σταμάτησε να στριφογυρνάει, ο «μικούλης Τζόννυ» άρχισε να κλαίει.
«Έλα σε μένα» είπε η Μάργκαρετ, σηκώνοντάς τον από την συρταριέρα και κρατώντας τον στην αγκαλιά της. Κράτησε το ρολόι της στο αυτί του ενώ παράλληλα ρωτούσε τον  Νίκολας αν είχε δει τον κύριο Θόρντον.
Το ύφος του άλλαξε αμέσως.
«Αμέ, πώς!» είπε. «Τον είδα και τον άκουσα και με το παραπάνω!»
«Σου αρνήθηκε λοιπόν ;» είπε η Μάργκαρετ λυπημένα.
« Όπως σε βλέπω και με βλέπεις. Το’ξερα δα, απ’την αρχή.  Δε ‘φελάει να περιμένεις λύπηση από ‘κείνους εκεί τους αφεντάδες. Σύ ‘σαι ξενομερίτισσα, φερμένη απ’ αλλού και δεν ξέρεις τα χούγια τους. Ελόγου μου όμως τα ξέρω.»
«Λυπάμαι που σου το ζήτησα. Ήταν θυμωμένος; Δεν σου μίλησε όπως ο Χάμπερ, έτσι;»
«Δεν  μου φέρθηκε και με το γάντι!» είπε ο Νίκολας στριφογυρίζοντας άλλη μια φορά το νόμισμα, προς τέρψιν τόσο των παιδιών όσο και δική του. «Μη σκάς. Δεν έγινε τίποτα. Θα βγώ στη γύρα αύριο. Αλλά κι εγώ δεν του χαρίστηκα. Του’πα πως δεν είχα και την καλύτερη γνώμη για λόγου του και πώς ούτε που θα ματα’ρχόμουν στο εργοστάσιό του, αλλά πως με παρακάλεσες εσύ και σου’ κανα το χατίρι.»
«Του είπες πως σε έστειλα εγώ;»
«Δεν ξέρω αν είπα το όνομά σου. Δεν θυμάμαι αν το ’κανα. Είπα ότι μια κυρά που δεν κάτεχε κι αυτή με ορμήνεψε να πάω να δω άμα έχει μια στάλα ανθρωπιά στην καρδιά του.»
«Και εκείνος….» είπε η Μάργκαρετ.
«Μου ‘πε να σου πώ να κυττάς τη δουλειά σου – Ε, ρε τι στριφογύρισμα ήταν αυτό, λεβέντες μου;! - Και με στόλισε και μένα με διάφορες κουβέντες. Δεν πειράζει όμως. Δε χάσαμε τίποτα που είχαμε. Κάλιο να πάω να σπάω πέτρες στο δρόμο παρά να αφήσω τούτα ‘δω να πεινάσουνε.»
Η Μάργκαρετ έβαλε ξανά  πίσω στη θέση του τον Τζώννη που πάσχιζε να ξεφύγει από την αγκαλιά της.
«Συγνώμη που σου ζήτησα να πας στον κύριο Θόρντον. Είμαι απογοητευμένη  μαζί του.»
Ακούστηκε ένας ανάλαφρος θόρυβος πίσω της. Η Μάργκαρετ κι ο Νίκολας γύρισαν ταυτόχρονα να δουν. Πίσω τους στεκόταν ο κύριος Θόρντον με ένα ύφος που φανέρωνε δυσάρεστη έκπληξη. Ενστικτωδώς, η Μάργκαρετ ξεγλίστρησε δίπλα του και  τον προσπέρασε βιαστικά, χωρίς να πεί λέξη, κάνοντας μόνο μια βαθιά υπόκλιση για να κρύψει την ξαφνική χλωμάδα που απλώθηκε στο πρόσωπό της. Εκείνος την χαιρέτησε με μια εξίσου βαθιά υπόκλιση και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Καθώς προχωρούσε βιαστικά για της κυρίας Μπάουσερ, άκουσε τον σύρτη να κλείνει και αυτός ο ήχος φάνηκε να επιτείνει την ντροπή της.


Κι εκείνος ενοχλήθηκε που την βρήκε εκεί. Υπήρχε τρυφερότητα  στην καρδιά του – «ανθρωπιά» όπως το έλεγε ο Νίκολας- αλλά από κάποιο αίσθημα υπερηφάνειας την έκρυβε. Ήταν κάτι ιερό και πολύτιμο που ζηλόφθονα προσπαθούσε να το προστατεύσει. Όμως, μολονότι φοβόταν να παραδεχτεί την ευαισθησία του, αντίθετα, έκανε το παν για να μάθουν όλοι ότι ήταν ένας άνθρωπος με υψηλό αίσθημα δικαίου. Και ένοιωθε ότι είχε φανεί άδικος με το να ακούσει τόσο περιφρονητικά το αίτημα ενός ανθρώπου που περίμενε ταπεινά και με υπομονή πέντε ώρες για να του μιλήσει.
Το ότι ο άνθρωπος αυτός του είχε μιλήσει με αυθάδεια, δεν είχε σημασία για τον κύριο Θόρντον ˑ μάλλον τον συμπαθούσε γι αυτό και είχε επίγνωση της δικής του οξύθυμης διάθεσης εκείνη τη στιγμή, άρα ήταν κι οι δύο πάτσι.  Ήταν εκείνες οι πέντε ώρες αναμονής που έκαναν εντύπωση στον κύριο Θόρντον. Ο ίδιος δεν είχε πέντε ώρες για χάσιμο.
Όμως θυσίασε μια - δύο ώρες από τον σκληρό, βαθιά πνευματικό   αλλά και σωματικό μόχθο του για να συγκεντρώσει πληροφορίες για την πιστότητα της ιστορίας του Χίγκινς, το χαρακτήρα του και τη ζωή του. Θέλοντας και μη, πείστηκε ότι όσα είχε πει ο Χίγκινς  ήταν αλήθεια. Κι έπειτα, αυτή η πεποίθηση εισχώρησε ως δια μαγείας και άγγιξε την άδηλη ευαισθησία της καρδιάς του. Η υπομονή που έδειξε αυτός ο άνθρωπος, η απλή γενναιοδωρία των κινήτρων του (επειδή έμαθε για τον καυγά που είχε ο Χίγκινς με τον Μπάουσερ) τον έκανε να ξεχάσει τις αιτιολογίες περί δικαιοσύνης και μόνον και να τις υπερπηδήσει χάρις ενός θεϊκότερου ενστίκτου. Ήρθε να πει στον Χίγκινς ότι θα του πρόσφερε εργασία ˙ και ήταν περισσότερο ενοχλημένος που βρήκε την Μάργκαρετ εκεί παρά που άκουσε τα τελευταία της λόγια˙ επειδή τότε κατάλαβε πως αυτή ήταν η γυναίκα που τον είχε πιέσει να πάει να τον δει. Και έτρεμε να αφήσει να εισχωρήσει στο μυαλό του η σκέψη της σαν το κίνητρο πίσω από την πράξη του, απλά επειδή ήταν αλήθεια.
«Αυτή ήταν λοιπόν η κυρία για την οποία μου έλεγες;» είπε εκνευρισμένος στον Χίγκινς. «Θα μπορούσες να μου το είχες πει ποια ήταν.»
«Και το λοιπόν, θα μου μίλαγες πιο ευγενικά ; Έχεις μια μητέρα τέτοια που θα έπρεπε να σε κάνει να το ξανασκεφτείς πριν πεις ότι οι γυναίκες φέρνουν την πανούκλα.»
« Και βεβαίως, το είπες αυτό στην δεσποινίδα Χέηλ.»
«Φυσικά και το’πα. Τουλάχιστον έτσι θαρρώ. Της είπα να μην ανακατευτεί ξανά στις δουλειές σου.»


«Αυτά τα παιδιά; Δικά σου είναι;» Ο κύριος Θόρντον, από τις πληροφορίες που είχε πάρει,  γνώριζε πολύ καλά τίνος  ήταν τα παιδιά αλλά αισθανόταν αμήχανα και ήθελε να  μεταστρέψει τη συζήτηση από αυτήν την αποθαρρυντική εκκίνηση.
«Δεν είναι παιδιά μου, αλλά είναι δικά μου.»
«Είναι τα παιδιά για τα οποία μου μίλησες σήμερα το πρωί;»
«Όταν μου είπες, » απάντησε ο Χίγκινς στρέφοντας με θυμό που μετά βίας συγκρατούσε, « ότι η ιστορία μου μπορεί να ‘ταν αλήθεια, μπορεί και όχι αλλά σου’μοιαζε για ψεύτικη. Αφεντικό, δεν το ‘χω ξεχάσει.»
Ο κύριος Θόρντον έμεινε σιωπηλός για λίγο κι έπειτα είπε: «Ούτε εγώ. Θυμάμαι τι είπα. Δεν είχα δικαίωμα να σου μιλήσω γι αυτά τα παιδιά με τέτοιο τρόπο. Δεν σε πίστεψα. Δεν θα μπορούσα να αναλάβω τη φροντίδα των παιδιών ενός άλλου αν μου είχε φερθεί με τον τρόπο που έμαθα πως σου φέρθηκε ο Μπάουσερ. Τώρα όμως ξέρω ότι έλεγες αλήθεια. Σου ζητώ συγνώμη.»
Ο Χίγκινς δεν γύρισε ούτε αποκρίθηκε αμέσως. Όμως όταν μίλησε, ήταν σε πιο ήπιο τόνο αν και τα ίδια τα λόγια του είχαν αρκετή τραχύτητα.
«Δεν είχες καμμιά δουλειά να γυρνάς και να ρωτάς τι έγινε με λόγου μου και τον Μπάουσερ. Αυτός είναι πεθαμένος κι εγώ έχω μετανοιώσει. Αυτό.»
« Μάλιστα. Λοιπόν, θα δουλέψεις για μένα; Αυτό ήρθα να σε ρωτήσω.»
Το πείσμα του Χίγκινς φάνηκε να κλονίζεται, ανέλαβε δυνάμεις και στάθηκε ακλόνητος. Δεν θα μιλούσε. Ο κύριος Θόρντον δεν θα του ζητούσε το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά. Το βλέμμα του Χίγκινς έπεσε στα παιδιά.
«Με είπες θρασύ και ψεύτη και ταραχοποιό, και ίσως και να’χες δίκιο γιατί πού και πού συνήθιζα να πίνω. Και ‘γω σε είπα τύραννο, και σκυλί μαύρο, σκληρό αφεντικό και άκαρδο. Εδώ βρισκόμαστε. Αλλά, για χάρη των παιδιών, αφεντικό, θαρρείς πως μπορούμε να τα πάμε καλά;»
« Μια φορά,» είπε ο κύριος Θόρντον μισογελώντας «δεν έκανα εγώ την πρόταση να τα πάμε καλά. Αλλά κατά τα λεγόμενά σου, υπάρχει κάτι καλό: Χειρότερη γνώμη δεν θα μπορούσαμε να έχουμε ο ένας για τον άλλον από αυτήν που έχουμε τώρα.»

« Σωστά μιλάς.» είπε ο Χίγκινς αυθόρμητα. «Συλλογιόμουνα από τη στιγμή που σε είδα, τι καλά που δε με πήρες στη δούλεψή σου, γιατί καθόλου δεν θα μπορούσα να  υπακούω τις εντολές σου. Ίσως όμως να βιάστηκα να σε κρίνω, και σε ανθρώπους σαν κι ελόγου μου η δουλειά είναι πάντα δουλειά. Το λοιπόν, αφεντικό, θα έρθω. Και το πιο σπουδαίο – σ’ευχαριστώ. Ο λόγος μου συμβόλαιο,» είπε με περισσότερη ειλικρίνεια, γυρνώντας ξαφνικά και κυττάζοντας για πρώτη φορά τον κύριο Θόρντον καταπρόσωπο.
« Κι ο δικός μου επίσης.» είπε ο κύριος Θόρντον δίνοντας το χέρι του στον Χίγκινς σε μια δυνατή χειραψία. « Λοιπόν, το νου σου να είσαι συνεπής στην ώρα σου,» συνέχισε παίρνοντας πάλι το ύφος του αφεντικού. Δε θέλω χασομέρηδες στο εργοστάσιό μου. Υπάρχουν πρόστιμα και μάλιστα τσουχτερά. Και με το πρώτο που θα σε δω να κάνεις φασαρία, έφυγες. Τώρα λοιπόν ξέρεις με τι έχεις να κάνεις.»
« Είπες κάτι για τη διάνοιά μου, σήμερα το πρωί. Να υποθέσω ότι θα πρέπει να κουβαλάω και το μυαλό μου μαζί, ειδάλλως θα μ’ έχεις να σου δουλεύω χωρίς μυαλό.»
«Άσ’το μυαλό σου στην άκρη αν είναι να ανακατεύεσαι στις δουλειές μου. Να το χρησιμοποιείς μόνο αν  πρόκειται για τις δικές σου δουλειές.»
«Θα χρειαστώ μια στάλα μυαλό για να ξεχωρίσω ποιες είναι οι δικές σου δουλειές και ποιες είναι οι δικές μου .»
«Η δική σου δουλειά δεν ξεκίνησε ακόμα και η δικιά μου αφορά ακόμα εμένα. Καλό σου απόγευμα.»
Λίγο πριν φτάσει ο κύριος Θόρντον στην πόρτα της κυρίας Μπάουσερ, βγήκε από αυτήν η Μάργκαρετ. Δεν τον είδε, και την ακολούθησε για λίγο, θαυμάζοντας το ανάλαφρο και άνετο βάδισμά της, την ψηλή και λυγερή της κορμοστασιά. Όμως ξαφνικά, αυτή η απλή αίσθηση ευχαρίστησης κηλιδώθηκε, δηλητηριάστηκε από τη ζήλεια. Ήθελε να την προφτάσει και να της μιλήσει, να δει πώς θα τον αντιμετωπίσει τώρα που  ήξερε ότι κι ο ίδιος γνώριζε για εκείνη την άλλη σχέση της. Ήθελε επίσης, αλλά γι αυτήν του την επιθυμία μάλλον ντρεπόταν, ότι  είχε δικαιώσει τη φρόνησή της να στείλει τον Χίγκινς σε αυτόν να του ζητήσει δουλειά, και πως είχε μετανοιώσει για την πρωινή του απόφαση.
Την πλησίασε. Εκείνη ξαφνιάστηκε.
«Επιτρέψτε μου να σας πω δεσποινίς Χέηλ ότι μάλλον βιαστήκατε να εκφράσετε την απογοήτευσή σας. Προσέλαβα τον κύριο Χίγκινς.»
«Χαίρομαι γι αυτό,» είπε εκείνη ψυχρά.
«Μου είπε πως επανέλαβε σ’εσάς αυτό που είπα σχετικά με….» ο κύριος Θόρντον δίστασε. Η Μάργκαρετ συνέχισε.
«Για το ότι δεν πρέπει να ανακατεύονται οι γυναίκες. Είχατε κάθε δικαίωμα να εκφράσετε τη γνώμη σας η οποία αναμφίβολα ήταν σωστή. Αλλά…» συνέχισε με περισσότερη ζέση, « ο Χίγκινς δεν σας είπε την  ακριβή αλήθεια.» Η λέξη ‘αλήθεια’ της θύμισε το δικό της ψέμα και σταμάτησε απότομα, νοιώθοντας τρομερά αμήχανα.
Ο κύρος Θόρντον στην αρχή απόρησε με την σιωπή της. Κατόπιν θυμήθηκε το ψέμα το οποίο είχε πει και όλα όσα συνέβησαν. «Την ακριβή αλήθεια!» είπε. «Ελάχιστοι άνθρωποι λένε την ακριβή αλήθεια. Δεν ελπίζω πια σε κάτι τέτοιο. Δεσποινίς Χέηλ, μήπως έχετε να μου δώσετε κάποια εξήγηση; Θα πρέπει να αντιλαμβάνεστε τι περνάει από το μυαλό μου.»
Η Μάργκαρετ δεν μιλούσε. Αναρωτιόταν κατά πόσο οποιαδήποτε εξήγηση θα έθετε σε κίνδυνο την αφοσίωσή της στον Φρέντερικ.
«Μπά…» είπε εκείνος «Δεν θα ρωτήσω περισσότερα.  Ίσως σας βάζω σε πειρασμό. Επί του παρόντος, πιστέψτε με ότι το μυστικό σας δεν κινδυνεύει από εμένα. Επιτρέψτε μου όμως να σας πω, ότι διατρέχετε μεγάλο κίνδυνο με το να είστε τόσο αδιάκριτη. Τώρα μιλώ σαν φίλος του πατέρα σας˙ αν είχε υπάρξει κάποια άλλη σκέψη ή ελπίδα εκ μέρους μου, αυτή έχει λήξει. Δεν ενδιαφέρομαι καθόλου.»
«Αυτό το γνωρίζω,» είπε η Μάργκαρετ, καταβάλλοντας προσπάθεια να ακουστεί αδιάφορη και ψύχραιμη. « Έχω επίγνωση του πως πρέπει να δείχνω στα μάτια σας αλλά πρόκειται για το μυστικό κάποιου άλλου προσώπου και δεν μπορώ να σας δώσω κάποια εξήγηση χωρίς να του προξενήσω ζημιά.»

«Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να εντρυφήσω στα μυστικά του κυρίου,» είπε εκείνος με αυξανόμενο θυμό. «Το ενδιαφέρον μου είναι για εσάς είναι απλώς αυτό ενός φίλου. Ίσως να μην με πιστεύετε δεσποινίς Χέηλ, αλλά έτσι είναι – παρά την φορτικότητα της παρουσίας μου  με την οποία σας απείλησα κάποτε – όμως όλα αυτά έχουν λήξει. Ανήκουν στο παρελθόν. Με πιστεύετε, δεσποινίς Χέηλ ;»
«Μάλιστα,» είπε η Μάργκαρετ με φωνή ήσυχη και λυπημένη.
«Τότε, πραγματικά, δεν βλέπω  για ποιο λόγο πλέον να περπατάμε μαζί. Νόμιζα ότι ίσως θα είχατε κάτι να πείτε, αλλά βλέπω ότι δεν έχουμε τίποτα εμείς οι δύο. Αν είστε απόλυτα πεπεισμένη ότι οιοδήποτε ανόητο αίσθημα εκ μέρους μου είναι οριστικά λήξαν, τότε σας εύχομαι καλό απόγευμα.» Έφυγε πολύ βιαστικός.
«Τι εννοεί;» σκέφτηκε η Μάργκαρετ. «τι ήθελε να πει με αυτά τα λόγια, σαν να έχω πάντα στο μυαλό μου ότι αυτός νοιάζεται για μένα, αφού το ξέρω πως δεν νοιάζεται – δεν μπορεί να νοιάζεται. Η μητέρα του θα του έχει πει όλα αυτά τα απαίσια πράγματα για μένα. Μα δεν θα νοιαστώ γι αυτόν. Σίγουρα είμαι αρκετά κυρία του εαυτού μου για να τιθασεύσω αυτό το παράφορο, περίεργο, άθλιο συναίσθημα που με έβαλε σε πειρασμό να προδώσω τον ίδιο τον αγαπημένο μου Φρέντερικ προκειμένου να ξανακερδίσω την καλή γνώμη εκείνου – την καλή γνώμη ενός άνδρα που προσπαθεί σκληρά να μου πει πως δεν σημαίνω τίποτα γι αυτόν. Εμπρός, καρδιά μου! Να είσαι χαρούμενη και γενναία. Δεν θα μας βοηθήσει σε τίποτα να είμαστε παραπεταμένες και έρημες.»
........................................................................................................................................