Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 10 " Σφυρήλατος σίδηρος και χρυσός"



Βορράς   κ Νότος

Κεφάλαιο 10

« Σφυρήλατος σίδηρος και χρυσός»



Ο κος Θόρντον  έφυγε από το σπίτι χωρίς να ξαναμπεί στην τραπεζαρία. Είχε  ήδη αργήσει και προχωρούσε  βιαστικά με κατεύθυνση το Κράμπτον. Ανησυχούσε γιατί δεν ήθελε να  προσβάλλει το νέο του φίλο  και να δείξει έλλειψη σεβασμού αν τυχόν αργοπορούσε.
................................................................................................


Στα μάτια  του κυρίου Θόρντον, όλη αυτή  η γεμάτη χάρη φροντίδα, έμοιαζε να είναι κάτι το συνηθισμένο για την οικογένεια και μάλιστα κάτι  το οποίο έφερε την σφραγίδα της Μάργκαρετ. Στεκόταν δίπλα στο τραπέζι του τσαγιού, ντυμένη  με μια ανοιχτόχρωμη μουσελίνα, που είχε πάνω της αρκετές  ρόδινες πινελιές.  Έμοιαζε να μην προσέχει την συζήτηση, παρά να είναι απορροφημένη  με το σερβίτσιο του τσαγιού,  γύρω από το οποίο τα χέρια της  πετούσαν με αβρές, ανάλαφρες κινήσεις. Φορούσε ψηλά  στο χέρι, ένα μπρασελέ, το οποίο κάθε τόσο έπεφτε στην καμπύλη  του καρπού της. Ο κος Θόρντον παρακολουθούσε τον τρόπο  επαναφοράς  του άτακτου κοσμήματος στην αρχική του θέση με πολύ περισσότερη προσοχή από αυτήν που έδινε στη συζήτηση με τον πατέρα της.  Φαινόταν  ότι τον γοήτευε να την βλέπει να  το σπρώχνει ανυπόμονα και να το στερεώνει στο απαλό της δέρμα    και έπειτα να το βλέπει  ξανά να χαλαρώνει – να πέφτει. Σχεδόν του ερχόταν να αναφωνήσει: « Να’το πάλι !»

Ήταν τόσα λίγα αυτά που έπρεπε να γίνουν για την προετοιμασία του τσαγιού, την ώρα που έφτασε, ώστε σχεδόν λυπήθηκε που η διαδικασία του να πιούν  το τσάι και να δοκιμάσουν τα βουτήματα ξεκίνησε τόσο γρήγορα  στερώντας του  την δυνατότητα να παρακολουθεί την Μάργκαρετ.


Του πρόσφερε το τσάι  με τον περήφανο τρόπο μιας απρόθυμης σκλάβας ∙ το βλέμμα της όμως έπιασε αμέσως πότε ήταν  έτοιμος για δεύτερο φλυτζάνι  και εκείνος  σχεδόν λαχταρούσε να της ζητήσει να κάνει και γι αυτόν  ότι είχε κάνει πριν για τον πατέρα της ο οποίος είχε πάρει τα μικρά της δάχτυλα μέσα στο ανδρείκιο χέρι του και τα είχε χρησιμοποιήσει ως λαβίδες για τους κύβους ζάχαρης. Ο κος Θόρντον  την είδε τότε να στρέφει στον πατέρα της ένα βλέμμα φωτεινό, γεμάτο αγάπη και γέλιο, όσο  διαρκούσε αυτή η παντομίμα μεταξύ τους, απαρατήρητη, όπως νόμιζαν, από τρίτους. Η Μάργκαρετ είχε ακόμα πονοκέφαλο, όπως μαρτυρούσαν η χλωμάδα και η σιωπή της ∙ ήταν όμως αποφασισμένη να αναλάβει εκείνη δράση αν υπήρχε κάποια μακρόσυρτη αμήχανη σιωπή παρά να  νοιώσει  ο φίλος, μαθητής και προσκεκλημένος του πατέρα της ότι τον παραμελούσαν. Όμως η συζήτηση έρρεε αβίαστα, έτσι η Μάργκαρετ αποτραβήχτηκε με το εργόχειρό της σε μια γωνιά δίπλα στην μητέρα της, μόλις τα του τσαγιού αποσύρθηκαν  και ένοιωσε  ελεύθερη να αφεθεί στις σκέψεις της χωρίς το φόβο μήπως χρειαστεί να παρέμβει για να καλύψει κάποιο κενό στη συζήτηση.




Ο κος Θόρντον και ο κος Χέηλ ήταν απορροφημένοι και οι δύο τους με το να συζητάνε κάτι που τους απασχολούσε από την προηγούμενη συνάντησή τους. Η Μάργκαρετ  προσγειώθηκε στην πραγματικότητα από  ένα ασήμαντο, χαμηλόφωνο σχόλιο της μητέρας της και  καθώς σήκωσε τα μάτια από το εργόχειρο, τράβηξε την προσοχή της  η διαφορά μεταξύ του κου Θόρντον και του πατέρα της ως προς την εξωτερική εμφάνιση, πράγμα που δήλωνε δύο εντελώς αντίθετες φύσεις. Ο πατέρας της ήταν λεπτός και αυτό τον έκανε να φαίνεται πιο ψηλός απ’ ότι ήταν, όταν δεν είχε να συγκριθεί , όπως τώρα με την ψηλή, γεροδεμένη κορμοστασιά κάποιου άλλου. Οι γραμμές στο πρόσωπό του ήταν μαλακές και οι εκφράσεις του εναλλάσονταν γοργά, δείχνοντας κάθε του συναίσθημα ∙ τα βλέφαρά του βαριά και καμπυλόγραμμα, έδιναν στο βλέμμα του μια παράξενη, νωθρή, σχεδόν θηλυκή ομορφιά. Τα φρύδια ήταν τοξωτά και καλογραμμένα αλλά σε μεγάλη απόσταση από τα μάτια, εξαιτίας των μεγάλων, ονειροπόλων βλεφάρων.  Απ’ την άλλη, στο πρόσωπο του κου Θόρντον,  τα ίσια φρύδια βρίσκονταν ακριβώς πάνω απ’τα  βαθουλωτά, σοβαρά μάτια, που το βλέμμα τους κοφτερό, αν και όχι  με άσχημο τρόπο, εν τούτοις, φαινόταν ότι μπορούσε να διειδύσει στα κατάβαθα της ψυχής του ανθρώπου στον οποίο στρεφόταν.

Είχε λίγες αλλά έντονες γραμμές στο πρόσωπο και έμοιαζαν σκαλισμένες σε μάρμαρο. Βρίσκονταν κυρίως γύρω από τα χείλη που  έσφιγγαν ελαφρά  πάνω από δόντια τόσο άψογα και όμορφα ώστε έδιναν την εντύπωση μιας ξαφνικής λιακάδας  κάθε φορά που ένα σπάνιο, λαμπερό χαμόγελο εμφανιζόταν στιγμιαία και έλαμπε μέσα από τα μάτια, αλλάζοντας  ολόκληρη την όψη του: ο σοβαρός και αποφασιστικός άνδρας που ήταν έτοιμος να κάνει και να τολμήσει τα πάντα, παραδινόταν στην  αυθόρμητη και ειλικρινή απόλαυση της στιγμής, τόσο άφοβα  και απροσποίητα   όπως ένα παιδί.    


Στην Μάργκαρετ άρεσε αυτό το χαμόγελο ∙ ήταν το πρώτο πράγμα που θαύμασε στον καινούριο αυτό φίλο του πατέρα της ∙ και η αντίθεση στο χαρακτήρα όπως διαγραφόταν και από τις λεπτομέρειες της εμφάνισής τους που τώρα μόλις παρατηρούσε, έμοιαζε να εξηγεί την  ολοφάνερη συμπάθεια  του ενός προς τον άλλον.


Διόρθωσε το  κακοδουλεμένο εργόχειρο της μητέρας της και  βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις της – ο κος Θόρντον την είχε ξεχάσει εντελώς, σαν να μην υπήρχε στο δωμάτιο ∙ τόσο ήταν απορροφημένος στο να εξηγεί στον κο Χέηλ την θαυμαστή δύναμη αλλά και την αβρή προσαρμογή ισχύος της ατμοκίνητης σφύρας, πράγμα που θύμιζε στον κο  Χέηλ  τις υπέροχες ιστορίες για το υποτακτικό τζίνι  από τις Χίλιες και Μια Νύχτες: Τη μια στιγμή να επεκτείνεται από τη γη ως τον ουρανό και να γεμίζει τον ορίζοντα και την άλλη να συρρικνώνεται υπάκουα  για να χωρέσει σε ένα βάζο τόσο μικρό που και ένα παιδί  θα μπορούσε να το κρατήσει στην παλάμη του.



«Και αυτή η φαντασία που κινεί την δύναμη , αυτή η πρακτική εφαρμογή μιας γιγάντιας σκέψης, προήλθε από το μυαλό ενός ανθρώπου εδώ, στην πόλη μας. Αυτός ο άνθρωπος το έχει μέσα του να σκαρφαλώνει βήμα –βήμα  από κάθε θαύμα που κατορθώνει σε ακόμα μεγαλύτερα επιτεύγματα. Και είμαι υποχρεωμένος να πω, ότι  έχουμε πολλούς ανάμεσά μας, οι οποίοι, όταν εκείνος θα έχει φύγει, μπορούν να συνεχίσουν επάξια τον αγώνα του, ο οποίος υποχρεώνει και πρέπει να υποχρεώνει όλες τις δυνάμεις της ύλης να υποταχθούν στην επιστήμη.»


«Ο κομπασμός σας, μου θυμίζει εκείνο το περίφημο –΄Εκατοντάδες έχω στην Αγγλία καπεταναίους΄ είπε ΄άξιους όσο κι εκείνος μες στην μάχη»


Στο σχόλιο του πατέρα της η Μάργκαρετ σήκωσε  ξαφνιασμένη το βλέμμα της, απορώντας. Πώς στο καλό είχαν φτάσει από τις τροχαλίες στην κλασσική  λογοτεχνία;


«Δεν είναι καθόλου δικός μου κομπασμός», απάντησε ο κος Θόρντον ∙ «είναι η ίδια η πραγματικότητα. Δεν  θα αρνηθώ ότι είμαι περήφανος που ανήκω σε μια πόλη – ή μάλλον σε μια επαρχία- οι ανάγκες της οποίας  γεννούν τέτοιες μεγαλόπνοες ιδέες.  Θα προτιμούσα να είμαι κάποιος που πασχίζει, υποφέρει - ακόμα και μέσα από αποτυχίες και ελλείψεις- εδώ, παρά να έχω μια ζωή βαριεστημένης ευδαιμονίας στις τάξεις των αποκαλούμενων αριστοκρατικών κύκλων, κάτω στο Νότο, με τις αργόσυρτες μέρες τις γεμάτες ξένοιαστη βολή. Όποιος έχει κορεστεί στο μέλι είναι αδύνατον να υψωθεί και να πετάξει.»



«Κάνετε λάθος» είπε η Μάργκαρετ ,  που ξεσηκώθηκε ακούγοντας να συκοφαντούν τον αγαπημένο της Νότο και βάλθηκε να τον υπερασπιστεί με τέτοιο πάθος και οργή που έφερε χρώμα στα μάγουλά της και  δάκρυα θυμού στα μάτια της. «Δεν ξέρετε τίποτα για το Νότο. Αν υπάρχει λιγότερο ρίσκο  και πρόοδος – υποθέτω δεν μπορώ να πω και λιγότερη έξαψη- σε σχέση με τον τυχοδιωκτισμό που χαρακτηρίζει το εμπόριο και που φαίνεται να είναι απαραίτητος για να  δώσει ώθηση σε αυτές τις υπέροχες  εφευρέσεις, υπάρχουν επίσης και λιγότερα δεινά. Έχω δει ανθρώπους να περπατάνε στο δρόμο με το βλέμμα καρφωμένο στο χώμα, γεμάτο θλίψη και βάσανα – άνθρωποι που δεν υποφέρουν μόνο  αλλά μισούν.  Απ’ την άλλη, και στο Νότο έχουμε φτωχούς αλλά δεν υπάρχει αυτή η φριχτή έκφραση  στο πρόσωπό τους, αυτή η σκυθρωπή  αίσθηση της αδικίας που βλέπω εδώ. Δεν έχετε ιδέα τι είναι ο  Νότος, κύριε Θόρντον,» κατέληξε η Μάργκαρετ και  κλείστηκε αποφασιστικά στη σιωπή της, θυμωμένη με τον εαυτό της που είχε πει τόσα πολλά.


«Μου επιτρέπετε, ίσως να πω ότι κι εσείς δεν έχετε ιδέα τι είναι ο Βορράς;» ρώτησε εκείνος  με μια απρόσωπη  ευγένεια στο ύφος του, καθώς είδε ότι πραγματικά  την είχε πληγώσει. Εκείνη είχε αποφασίσει να παραμείνει σιωπηλή, νοιώθοντας τέτοια αφόρητη νοσταλγία για όλα εκείνα τα όμορφα μέρη που είχε αφήσει πίσω στο Χάμπσαϊρ, που φοβόταν  ότι αν μιλούσε η φωνή της θα έβγαινε ασταθής και τρεμάμενη.



«Μ' όλα ταύτα, κύριε Θόρντον,» είπε ο κος Χέηλ, « θα παραδεχτείτε ότι η πόλη του Μίλτον είναι πολύ πιο αιθαλώδης και βρώμικη από αυτές που θα συναντήσετε στο Νότο.»



«Φοβάμαι ότι θα πρέπει να αφήσω κατά μέρος το θέμα καθαριότητας του Μίλτον» είπε ο κος Θόρντον με εκείνο το γρήγορο , λαμπερό του χαμόγελο. « Το Κοινοβούλιο όμως μας υποχρεώνει να φιλτράρουμε τον καπνό μας. Έτσι, υποθέτω ότι σαν καλά παιδάκια θα πρέπει να κάνουμε ότι μας λένε – καμιά φορά.»



«Μα νομίζω μου είχατε πεί ότι εσείς είχατε αλλάξει τις καμινάδες σας  ώστε να συγκρατούν τον περισσότερο καπνό, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο κος Χέηλ.




«Τις είχα αλλάξει με δική μου πρωτοβουλία,  πριν εμπλακεί το Κοινοβούλιο στην υπόθεση.  Προς στιγμήν ήταν ένα μεγάλο κόστος αλλά μου επιστράφηκε  αργότερα με την εξοικονόμηση σε άνθρακα. Δεν είμαι σίγουρος αν θα το είχα κάνει σε περίπτωση που  περίμενα να ψηφιστεί πρώτα ο νόμος. Σε τέτοιο ενδεχόμενο, θα περίμενα να μου κάνουν καταγγελία και να μου επιβληθεί πρόστιμο με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες στην παραγωγή.  Όμως, όλοι οι νόμοι που επιβάλλονται μέσα από καταγγελίες και πρόστιμα, στο τέλος αδρανούν εξαιτίας της απέχθειας που προκαλούν στους εργοστασιάρχες. Αμφιβάλλω αν είχε γίνει καταγγελία για κάποια καμινάδα εδώ στο Μίλτον  τα τελευταία πέντε χρόνια, αν και ορισμένες μετέτρεπαν συνεχώς το ένα τρίτο του άνθρακά τους σε  αυτό που εδώ αποκαλείται αντικοινοβουλευτικός καπνός.»



«Αυτό που ξέρω είναι ότι είναι αδύνατον να διατηρηθούν καθαρές οι κουρτίνες για περισσότερο από μια εβδομάδα ∙ ενώ στο Χέλστοουν τις είχαμε για ένα μήνα και παραπάνω, και ακόμα και τότε δεν φαίνονταν βρώμικες. Όσο για τα χέρια – Μάργκαρετ, πόσες φορές είπες ότι έπρεπε να πλύνεις τα χέρια σου σήμερα πριν ακόμα το μεσημέρι ; Τρεις φορές, δεν είναι έτσι;»


«Μάλιστα, μητέρα»



«Φαίνεται πως έχετε σφοδρές ενστάσεις όσον αφορά  τους νόμους του Κοινοβουλίου και όλη τη νομοθεσία που επηρρεάζει τη διαχείριση των  υποθέσεών  σας εδώ στο Μίλτον.» είπε ο κος Χέηλ.




«Ναι, πράγματι. Το ίδιο και πολλοί άλλοι. Και δικαίως, νομίζω. Ολόκληρη η βιομηχανία – όχι, δεν εννοώ την βιομηχανία ξύλου και σιδήρου – αλλά η βιομηχανία βάμβακος είναι τόσο καινούρια ώστε δεν είναι να απορεί κανείς που δεν δουλεύουν σε κάθε τομέα τα πάντα όπως πρέπει. Τι ήταν πριν από εβδομήντα χρόνια;  Και σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα; Τραχειά, χοντροκομμένα στοιχεία ενώθηκαν ∙ άνθρωποι του ίδιου επιπέδου ως προς την εκπαίδευση και την κοινωνική θέση ξαφνικά διαφοροποιήθηκαν σε εργάτες και αφεντικά,  χάρη στο πρακτικό τους πνεύμα όσον αφορά τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες, το οποίο διέκρινε κάποιους και τους έκανε να προβλέψουν το λαμπρό μέλλον που κρυβόταν πίσω από εκείνη την πρωτόλεια μηχανή του Σερ Ρίτσαρντ Αρκραϊτ.*
 Η ταχεία ανάπτυξη αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ένα καινούριο είδος εμπορίου, παρείχε σε εκείνους τους πρώτους εργοδότες τεράστια δύναμη σε πλούτο και εξουσία. Και όχι μόνο πάνω στους εργάτες ∙ αλλά και πάνω στους αγοραστές – πάνω στην αγορά ολόκληρου του κόσμου.

Ορίστε, θα μπορούσα να αναφέρω για παράδειγμα, μια καταχώρηση σε εφημερίδα του Μίλτον, δεν είναι ούτε πενήντα χρόνια που δημοσιεύτηκε, ότι ο κύριος Τάδε (ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα παραγωγούς σταμπωτών  υφασμάτων) θα έκλεινε την αποθήκη του καθημερινά το μεσημέρι, επομένως όλοι οι αγοραστές θα έπρεπε να πάνε νωρίτερα  από εκείνη την ώρα. Φανταστείτε έναν άνθρωπο να υπαγορεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο  ποια ώρα θα πουλήσει και ποια όχι. Στις μέρες μας, πιστεύω, αν  ένας καλός πελάτης διαλέξει να έρθει μέσα στα μεσάνυχτα, θα πρέπει να σηκωθώ  με το κλειδί στο χέρι και να εκτελέσω την παραγγελία του.»

Τα χείλη της Μάργκαρετ συστράφηκαν ελαφρά, αλλά για κάποιο λόγο ήταν υποχρεωμένη να ακούει ∙ δεν μπορούσε πλέον να αποτραβηχτεί στις σκέψεις της.




«Τα λέω αυτά για να δείξω την απεριόριστη σχεδόν δύναμη που είχαν οι βιομήχανοι στο ξεκίνημα περίπου του αιώνα μας. Ήταν κάτι που τους ζάλισε. Επειδή κάποιος ήταν επιτυχημένος στις επιχειρήσεις, δεν σημαίνει ότι και σε όλα τα άλλα πράγματα το μυαλό του ήταν εξίσου ισορροπημένο. Αντίθετα, η αίσθησή του περί δικαίου και η απλοϊκότητά του, συχνά ασφυκτιούσαν εντελώς κάτω από  τον υπερκορεσμό του πλούτου που του είχε προκύψει ξαφνικά.  Αφηγούνται μάλιστα περίεργες ιστορίες για τις ξέφρενες υπερβολές της ζωής εκείνων των πρώτων Αφεντάδων του Βάμβακος. Και αναμφίβολα εξασκούσαν τυραννία στους εργάτες τους. Γνωρίζετε την παροιμία κύριε Χέηλ :  «Δώσε άλογο στο διακονιάρη και μέχρι το διάολο θα το πάει» Ε, λοιπόν,  κάποιοι από αυτούς τους πρώιμους εργοστασιάρχες το πήγαν μέχρι το διάολο και μάλιστα  με κάθε μεγαλοπρέπεια : συντρίβοντας ανθρώπινη σάρκα και οστά κάτω από τις οπλές των αλόγων τους χωρίς τύψεις. Όμως σιγά- σιγά ήρθε η αντίδραση: έγιναν περισσότερα  τα εργοστάσια, περισσότερα τα αφεντικά ∙ χρειάζονταν περισσότερα εργατικά χέρια. Η ισχύς των αφεντικών και των εργατών ήρθε σε καλύτερη ισορροπία ∙ έτσι τώρα η μεταξύ μας πάλη γίνεται με πιο δίκαιους όρους.  Δεν θα υποταχθούμε εύκολα  στις αποφάσεις κάποιου μεσολαβητή, πολύ περισσότερο δεν θα δεχθούμε  να ανακατευτεί στις υποθέσεις μας κάποιος που έχει πολύ επιφανειακή και αποσπασματική γνώση των γεγονότων ακόμα και αν αυτός  ο κάποιος είναι η Ολομέλεια του Κοινοβουλίου.»



«Είναι απαραίτητο να το ονομάζετε πάλη  μεταξύ δύο τάξεων;» ρώτησε ο κος Χέηλ. « Ξέρω ότι εφόσον χρησιμοποιείτε τον όρο αυτόν, αυτήν την ιδέα θα πρέπει να έχετε  σχηματίσει στο μυαλό σας.»




«Είναι αλήθεια∙ και το θεωρώ  ως τέτοια βεβαιότητα όπως και το ότι η συνετή σοφία και η σωστή καθοδήγηση  εναντιώνονται  και αντιμάχονται την άγνοια και την απρονοησία. Είναι από τις σημαντικότερες αρετές του συστήματός μας το ότι  ένας εργάτης μπορεί να ανέλθει στην εξουσία και στην θέση του αφεντικού μόνο με την δική του προσπάθεια και συμπεριφορά ∙ ότι στην ουσία,  καθένας που φέρεται με αξιοπρέπεια και εγκράτεια και είναι συνεπής στα καθήκοντά του, μπορεί να ανέβει στη δική μας κάστα ∙ ίσως να μην είναι δυνατόν πάντα να γίνει αφεντικό, αλλά ως επιστάτης, ταμίας, λογιστής, υπάλληλος, τέλος πάντων κάποιος από την πλευρά της εξουσίας και της τάξης.»





« Επομένως, αν κατάλαβα καλά, θεωρείτε εχθρούς σας αυτούς που, από οποιαδήποτε αιτία, αποτυγχάνουν να ανέλθουν στα κοινωνικά στρώματα,» είπε η Μάργκαρετ και η φωνή της ήταν καθαρή και ψυχρή.




«Σαφέστατα, είναι εχθροί του εαυτού τους,»  ανταπάντησε εκείνος, αρκετά θιγμένος από την υπεροπτική αποδοκιμασία που  έκρυβαν  το ύφος και τα λόγια της.  Αμέσως όμως, η ειλικρινής του ευθύτητα τον έκανε να νοιώσει  ότι απάντησε με ανεπάρκεια  και  υπεκφυγές σε αυτό που του είπε εκείνη και πως με όλη την περιφρόνηση που έδειχνε ο τρόπος της, εκείνος το όφειλε στον εαυτό του να εξηγήσει όσο πιο ξεκάθαρα μπορούσε τι ήθελε να πει . Όμως ήταν πολύ δύσκολο να διαχωρίσει  με σαφήνεια την δική της ερμηνεία από αυτό που εννοούσε ο ίδιος.   Ο καλύτερος τρόπος για να απεικονίσει τι ήθελε να  πει, ήταν να δώσει ένα παράδειγμα από τη ζωή του – αλλά μήπως  ήταν υπερβολικά προσωπικό να μιλήσει γι αυτό σε ξένους; Εντούτοις ,  ήταν ο πιο απλός και έντιμος τρόπος για να εξηγήσει αυτό που ήθελε ∙ έτσι, παραμερίζοντας  έναν νυγμό αιδημοσύνης που για μια στιγμή έβαψε άλικο  το μελαχρινό του πρόσωπο, άρχισε να λέει :




«Δεν μιλάω χωρίς αποδείξεις.  Δεκαέξι χρόνια πριν, ο πατέρας μου πέθανε κάτω από συνθήκες εξαιρετικά δυσάρεστες. Έπρεπε να αφήσω το σχολείο και να ανδρωθώ  (όσο καλύτερα μπορούσα) μέσα σε λίγες μέρες. Αξιώθηκα να έχω μια μητέρα τόσο καλή όσο λίγες ∙ μια γυναίκα με  τεράστια δύναμη και ακλόνητη αποφασιστικότητα. Μετακομίσαμε σε  μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου εκεί η ζωή δεν ήταν τόσο ακριβή όσο στο Μίλτον, και  μπόρεσα να βρώ δουλειά σε ένα μαγαζί με υφάσματα ( ένα εξαίρετο μέρος, παρεμπιπτόντως,  για να μαθητεύσει κανείς  στη γνώση των αγαθών). Κάθε εβδομάδα, το εισόδημά μου ήταν δεκαπέντε σελίνια και με αυτό  έπρεπε να ζήσουν τρείς άνθρωποι. Η μητέρα μου κανόνισε έτσι ώστε να αποταμιεύω συστηματικά  τρία από αυτά τα δεκαπέντε σελίνια.  Αυτό ήταν το ξεκίνημα ∙ μου δίδαξε την αυταπάρνηση. Τώρα που μπορώ να παρέχω στην μητέρα μου όλες τις ανέσεις που η ηλικία της – και όχι αυτή η ίδια- απαιτεί,  την ευχαριστώ σιωπηλά, με κάθε ευκαιρία, για  αυτή την εκπαίδευση που μου έδωσε από πολύ νωρίς. Έτσι λοιπόν, συναισθανόμενος ότι στην δική μου περίπτωση  δεν ήταν θέμα τύχης, ή αξίας ή ταλέντου – απλά το γεγονός ότι η ζωή με δίδαξε να αποστρέφομαι απολαύσεις που δεν τις κέρδισα με το σπαθί μου, στην πραγματικότητα να μην τις σκέφτομαι καν-  πιστεύω ότι η τα δεινά που η Δεσποινίς Χέηλ βλέπει αποτυπωμένα στο πρόσωπο των κατοίκων του Μίλτον, δεν είναι παρά η φυσική τιμωρία για κάποιες ανέντιμα κερδισμένες  απολαύσεις σε κάποια προηγούμενη περίοδο της ζωής τους. Δεν θεωρώ ότι όσοι είναι μαλθακοί και παραδομένοι στα πάθη τους αξίζουν το μίσος μου ∙  απλά τους θεωρώ άξιους περιφρόνησης για την αδυναμία του χαρακτήρα τους.»





«Όμως εσείς είχατε τα οφέλη μιας καλής εκπαίδευσης,» παρατήρησε ο κος Χέηλ. « Η ζέση και η ταχύτητα  με την οποία  διαβάζετε τώρα Όμηρο, μου δείχνει ότι δεν σας είναι άγνωστο κείμενο, το είχατε διαβάσει παλαιότερα και τώρα απλά ανακαλείτε την προηγούμενη γνώση.»



«Σωστά – είχα ασχοληθεί με τα κείμενα αυτά στο σχολείο ∙ τολμώ να πώ μάλιστα ότι με θεωρούσαν πολύ καλό μαθητή στις κλασσικές σπουδές, αν και η γνώση μου των Λατινικών και των Ελληνικών  ατόνισε έκτοτε. Όμως σας ερωτώ, μήπως  με προετοίμασε για  τη ζωή που αναγκάστηκα να κάνω ; Καθόλου. Με κανέναν τρόπο.  Στον τομέα της εκπαίδευσης ο οποιοσδήποτε  γνωρίζει ανάγνωση και γραφή ξεκινά με τα ίδια  εφόδια σε σχέση με την πραγματικά χρήσιμη γνώση που είχα κι εγώ, εκείνη την εποχή.»




«Μάλιστα ! Δεν συμφωνώ μαζί σας. Όμως εγώ ίσως και να είμαι κάπως σχολαστικός.  Όταν αναπολούσατε την ηρωική λιτότητα της Ομηρικής εποχής, δεν νοιώθατε  κάποιου είδους εμψύχωση;»


«Ούτε στο ελάχιστο!» αναφώνησε γελώντας ο κος Θόρντον.  «Δεν είχα καιρό να σκέφτομαι πεθαμένους ήρωες όταν  είχα να συναγωνιστώ ζωντανούς  ανθρώπους στον πιεστικό αγώνα για να βγάλω το ψωμί μου. Τώρα που έχω εξασφαλίσει στη μητέρα μου την ηρεμία που αρμόζει στην ηλικία της και ανταμοίβω  δεόντως  τις προσπάθειές της, μπορώ να επιστρέψω σε εκείνα, τα παλαιά κείμενα και να τα απολαύσω πλήρως.»


«Τολμώ να πω, ότι η παρατήρησή μου, οφείλεται στην πεποίθησή μου λόγω επαγγέλματος ότι τίποτα δεν συγκρίνεται με τους Κλασσικούς,» απάντησε ο κος Χέηλ.

Όταν ο κος Θόρντον σηκώθηκε να φύγει, αφού χαιρέτησε δια χειραψίας τον Κο και την Κα Χέηλ, προχώρησε προς την Μάργκαρετ  για να χαιρετήσει κι αυτήν με τον ίδιο τρόπο. Ήταν ένας ειλικρινής, συνηθισμένος τρόπος στα μέρη εκείνα αλλά  η Μάργκαρετ  αιφνιδιάστηκε. Έτσι τον αποχαιρέτησε απλά με μια υπόκλιση, αν και τη στιγμή που τον είδε να της προτείνει το χέρι του και αμέσως να το αποτραβά, λυπήθηκε που δεν κατάλαβε από την αρχή την πρόθεσή του.

Όμως ο Κος Θόρντον, δεν κατάλαβε την αμηχανία  της, και ισιώνοντας το κορμί του, απομακρύνθηκε , μονολογώντας καθώς έφευγε από το σπίτι: «Δεν έχω δει ποτέ μου πιο  περήφανο και αντιπαθητικό κορίτσι. Το αλαζονικό της ύφος σε κάνει να ξεχνάς ακόμα και την λαμπρή καλλονή της.»



Σερ Ρίτσαρντ Άρκραϊτ ( 1733 –  1792), ήταν Άγγλος βιομήχανος και εφευρέτης του κλωστικού πλαισίου, μιας κλωστικής μηχανής που επέτρεπε το ταυτόχρονο γνέσιμο πολλών νημάτων.  Ήταν αυτοδημιούργητος και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους επιχειρηματίες της Βιομηχανικής Επανάστασης. Με την οργανωτικότητα που τον διέκρινε και τα επιτεύγματά του στο κλωστήριο που διατηρούσε στο Κρόμφορντ, έβαλε τα θεμέλια της βιομηχανικής δύναμης της Μεγάλης Βρετανίας.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Κεφάλαιο 9 Ένδυμα για τσάι



ΒΟΡΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΤΟΣ 


Κεφάλαιο 9ο

ΈΝΔΥΜΑ ΓΙΑ ΤΣΑΙ



 Την  επομένη  εκείνης  συνάντησης  με τον Χίγκινς και την κόρη του, ο κος Χέηλ  ανέβηκε στο μικρό καθιστικό σε μια ασυνήθιστη γι αυτόν ώρα.  Άρχισε να περιεργάζεται εξεταστικά  τα διάφορα αντικείμενα μέσα στο δωμάτιο  αλλά η Μάργκαρετ  καταλάβαινε ότι ήταν απλά ένα νευρικό τρικ – ένας τρόπος να αναβάλλει κάτι που ήθελε αλλά φοβόταν να πεί. Στο τέλος  το ξεστόμισε -
«Αγαπητή μου! Έχω καλέσει τον κο Θόρντον για τσάι  απόψε.»
Η κα Χέηλ ήταν γερμένη στην πολυθρόνα της, με τα μάτια κλειστά  και με μια έκφραση πόνου στο πρόσωπό της που τον τελευταίο καιρό έμοιαζε να έχει γίνει  μόνιμη. Αλλά ανασηκώθηκε και άρχισε να μεμψιμοιρεί ακούγοντας τα όσα είπε ο σύζυγός της.
«Ο κος Θόρντον!- και απόψε μάλιστα! Μα γιατί στο καλό θέλει να έρθει εδώ αυτός ο άνθρωπος; Και η Ντίξον έχει να πλύνει τις μουσελίνες και τις δαντέλες μου, και μάλιστα με  το σκληρό νερό που δημιουργούν αυτοί οι τρομεροί ανατολικοί άνεμοι-κάτι που νομίζω θα συμβαίνει όλο το χρόνο εδώ στο Μίλτον !»

«Ο άνεμος είναι  μεταβλητός, αγαπητή μου», είπε ο κος Χέηλ κυττάζοντας έξω τον καπνό που παρασυρόταν από τον άνεμο που ερχόταν απ’τα ανατολικά, μόνο που δεν είχε ιδέα από τα σημεία του ορίζοντα και τα προσάρμοζε κατά βούληση.
«Μην μου πείς!» είπε η κα Χέηλ αναριγώντας και τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά στο σάλι της. «Με βοριά ή με νοτιά πάντως, υποθέτω πως αυτός ο  άνθρωπος θα έρθει.»

«Ω, μαμά, είναι φανερό πως δεν έχεις γνωρίσει τον κο Θόρντον. Φαίνεται άνθρωπος που θα του άρεσε να αναμετρηθεί με κάθε εναντιότητα που θα βρισκόταν στο δρόμο του – είτε αυτό είναι αντίπαλος, είτε είναι άνεμος  ή  οι περιστάσεις. Όσο  περισσότερο λυσσομανά η καταιγίδα τόσο πιο σίγουρο είναι ότι θα μας έρθει. Όμως θα πάω  εγώ να βοηθήσω την  Ντίξον. Θα γίνω περίφημη οικιακή βοηθός. Και δεν νομίζω ότι θα θελήσει καμία άλλη ψυχαγωγία από το να συζητήσει με τον πατέρα. Πατέρα, πραγματικά ανυπομονώ να σας δω μαζί ως Δάμονα και Φιντία. Τον είδα μόνο μια φορά και  όπως κανείς μας δεν ήξερε τι να πει στον άλλον  νομίζω πως  δεν τα πήγαμε και τόσο καλά.»

«Δεν νομίζω ότι θα τον συμπαθήσεις ποτέ ή ότι θα τον βρείς ευχάριστο, Μάργκαρετ. Δεν είναι ο τύπος που γοητεύει τις γυναίκες.»

Η Μάργκαρετ έγειρε το κεφάλι της με περιφρόνηση « Δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα οι άνδρες που γοητεύουν τις γυναίκες, πατέρα. Ωστόσο, ο κος Θόρντον έρχεται εδώ ως φίλος σου – ως κάποιος που έχει  κερδίσει την εκτίμησή σου»-
«Ο μοναδικός εδώ στο Μίλτον,» είπε ο κος Χέηλ.
«Έτσι λοιπόν, θα τον καλοδεχτούμε και θα του προσφέρουμε μικρά κέικ με καρύδα. Η Ντίξον θα  χαρεί αν της ζητήσουμε να φτιάξει μερικά και θα αναλάβω εγώ να σιδερώσω τα δαντελένια σου σκουφάκια, μαμά.»
Πολλές φορές εκείνο το πρωινό η Μάργκαρετ ευχήθηκε να ήταν ο κος Θόρντον όσο πιο  μακριά γινόταν. Είχε κατά νού να κάνει άλλα πράγματα:  ένα γράμμα στην Ήντιθ, ένα ωραίο κομμάτι από το Δάντη,  μια επίσκεψη στους Χίγκινς. Αντί γι αυτό, βρέθηκε να σιδερώνει όλη την ημέρα, ακούγοντας τα παράπονα της Ντίξον και το μόνο που μπορούσε ήταν να παρακαλάει από μέσα της  να φανεί αρκετά τυχερή έτσι ώστε να την αποτρέψει από το να  μεταφέρει την Ιερεμιάδα της στη κα Χέηλ. Κάθε τόσο, έπρεπε να υπενθυμίζει στον εαυτό της την εκτίμηση που έτρεφε ο πατέρας της για τον κο Θόρντον, για να καταλαγιάσει την ένταση και την κούραση που ένοιωθε να την πλημμυρίζουν και που απειλούσαν να μετατραπούν  σε έναν από τους φοβερούς πονοκεφάλους που την ταλαιπωρούσαν τελευταία. Μόλις που ήταν σε θέση να μιλήσει όταν επιτέλους μπόρεσε να καθίσει, και είπε στην μητέρα της ότι δεν ήταν πλέον η Πέγκυ η παραδουλεύτρα αλλά η αριστοκράτισσα Μάργκαρετ Χέηλ. Αυτό, το είπε χάριν αστεϊσμού και αμέσως  μετάνιωσε που δεν συγκράτησε τη γλώσσα της, γιατί η μητέρα της το πήρε στα σοβαρά.

«Μάλιστα! Αν κάποιος μου έλεγε τότε που ήμουν η Μις Μπέρεσφορντ και μια από τις καλλονές της περιοχής ότι το παιδί μου θα   έπρεπε να σταθεί όρθιο για μισή μέρα μέσα σε μια μικρή, στενάχωρη κουζίνα, να δουλεύει σαν παραδουλεύτρα  για να υποδεχτούμε έναν έμπορο,  και ότι αυτός ο έμπορος θα ήταν ο μοναδικός»…….
«Ω, μαμά!» έκανε η Μάργκαρετ καθώς σηκωνόταν από τη θέση της «μη με τιμωρείς τόσο για έναν άστοχο λόγο μου. Δεν με νοιάζει να σιδερώσω ή να κάνω οποιαδήποτε δουλειά για εσένα ή τον πατέρα. Εγώ, που γεννήθηκα και ανατράφηκα αριστοκρατικά ως προς το κάθε τι,  ακόμα κι αν πρέπει να σφουγγαρίσω το πάτωμα ή να πλύνω τα πιάτα. Τώρα νοιώθω λιγάκι κουρασμένη, για πολύ λίγο όμως  ∙ σε μισή ώρα θα μπορώ να το ξανακάνω από την αρχή. Όσο για το ότι ο κος Θόρντον ασχολείται με το εμπόριο τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο δυστυχής;  Υποθέτω ότι η μόρφωσή του δεν θα τον καθιστούσε ικανό για κάτι άλλο.» Η Μάργκαρετ  όρθωσε αργά το κορμί της και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της∙ προς το παρόν δεν μπορούσε να αντέξει περισσότερο.

Στην οικία του κου Θόρντον, την  ίδια στιγμή μια ανάλογη αλλά διαφορετική σκηνή λάμβανε χώρα. 
...............................
«Τζών! Εσύ είσαι;»
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο γυιός της.
«Τι σε φέρνει σπίτι τόσο νωρίς; Νόμιζα ότι θα πήγαινες για τσάι στο σπίτι  εκείνου του φίλου του κυρίου Μπέλλ ∙ σε αυτόν τον κύριο Χέηλ, σωστά;»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω, μητέρα. Γύρισα μόνο για να ντυθώ.»
«Να ντυθείς! Χμ! Στα νιάτα μου οι νέοι αρκούνταν να ντύνονται μια φορά την ημέρα. Γιατί θα πρέπει να αλλάξεις για να πάς να πιείς τσάι με έναν γέρο πάστορα;»
«Ο κος Χέηλ είναι τζέντλεμαν και η σύζυγος με την κόρη του, είναι κυρίες με καταγωγή.»
« Η σύζυγος και η κόρη ! Δασκάλες είναι κι αυτές; Με τι ασχολούνται; Δεν μου τις έχεις αναφέρει ποτέ.»
«Όχι, μητέρα, γιατί δεν έχω γνωρίσει ακόμα την κα Χέηλ ∙ συνάντησα μόνο την δεσποινίδα Χέηλ για κανένα μισάωρο.»
« Πρόσεχε να μην σε τυλίξει μια άφραγκη κοπέλα, Τζών.»
« Δεν με τυλίγουν εύκολα, μητέρα, και νομίζω πως το ξέρεις. Αλλά δεν θα ανεχτώ να μιλάς έτσι για την δεσποινίδα Χέηλ, γιατί με προσβάλλεις.  Δεν είχε πέσει  ποτέ στην αντίληψή μου ότι κάποια νεαρή προσπαθεί να με τυλίξει, ούτε πιστεύω ότι καμιά θα μπεί σ’αυτόν τον μάταιο κόπο.»

Η κυρία Θόρντον δεν έδειξε να υποχωρεί στα επιχειρήματα του γυιού της. Εξάλλου για  το φύλο της, είχε αρκετή υπερηφάνεια.
«Τέλος πάντων, εγώ απλά σου λέω να προσέχεις. Ίσως τα κορίτσια μας εδώ στο Μίλτον  είναι πολύ ανεξάρτητα και έχουν αρκετή αξιοπρέπεια ώστε να μην ψαρεύουν συζύγους ∙ αυτή όμως η δεσποινίδα Χέηλ είναι από τα μέρη της αριστοκρατίας, εκεί που κατά πώς λένε οι πλούσιοι σύζυγοι θεωρούνται κελεπούρια.
Ο κος Θόρντον σκυθρώπιασε και προχώρησε περισσότερο στο δωμάτιο.
« Μητέρα», έκανε με ένα κοφτό, περιφρονητικό γέλιο « θα με κάνεις να σου εξομολογηθώ κάτι. Τη μοναδική φορά που είδα την δεσποινίδα Χέηλ με αντιμετώπισε με μια αφ’υψηλού ευγένεια η οποία περιείχε αρκετή δόση  περιφρόνησης. Στεκόταν απόμακρη  σαν να ήταν εκείνη  η  βασίλισσα κι εγώ ο ταπεινός και βρώμικος υποτακτικός  της. Μην ανησυχείς, μητέρα.»
« Όχι! Ανησυχώ και είμαι και πολύ δυσαρεστημένη. Πώς τόλμησε αυτή, η κόρη ενός τυχοδιώκτη κληρικού να σε κυττάξει αφ’υψηλού;  Στη θέση σου, δεν θα άλλαζα ρούχα για κανέναν τους – ξιπασμένοι όλοι τους !»
Εκείνος, καθώς έφευγε από το δωμάτιο, της είπε:
«Ο κος Χέηλ είναι καλός, και ευγενικός και μορφωμένος. Δεν είναι ξιπασμένος. Όσο για την κυρία Χέηλ, αν θες, θα σου πώ απόψε  τι είδους άνθρωπος είναι.» Έκλεισε την πόρτα και έφυγε.
«Ακούς εκεί να περιφρονήσει τον γυιό  μου! Να του φερθεί σαν να ήταν δούλος της! Χμπφ ! Ήθελα να ήξερα που  θα βρεί καλύτερον ! Σαν παιδί και σαν άνδρας έχει την πιο γενναία και ευγενική καρδιά  που γνώρισα ποτέ μου. Και δεν το λέω επειδή είμαι μάνα του ∙ ξέρω τι γίνεται γύρω μου, στραβή δεν είμαι. Ξέρω τι άνθρωπος είναι η Φάννυ μου και ποιός είναι ο Τζών μου.  Ακούς να τον περιφρονήσει!  Τη μισώ!»

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Κεφάλαιο 8ο "Νοσταλγία"



Βορράς και Νότος – Κεφάλαιο 8ο


«Νοσταλγία»


Χρειάστηκε να μπει στα δωμάτια η νέα, όμορφη ταπετσαρία για να συμφιλιωθούν με την ζωή στο Μίλτον.  Χρειάζονταν ακόμα περισσότερα – κάτι που δεν μπορούσαν να έχουν. Η πυκνή κίτρινη ομίχλη  του Νοεμβρίου είχε κάνει την εμφάνισή της∙  και η θέα κάτω στο πλάτωμα της κοιλάδας όπως διαμορφωνόταν από την καμπή του ποταμού,  είχε εξαφανιστεί εντελώς  όταν  η κα Χέηλ έφτασε στο καινούριο της σπίτι.

Η Μάργκαρετ και η Ντίξον  για δυο μέρες  δούλευαν σκληρά  ξεπακετάροντας και τακτοποιώντας αλλά  όλα έμοιαζαν ακόμα  σε πλήρη αταξία∙ ενώ  έξω η πυκνή ομίχλη σκαρφάλωνε μέχρι και στα παράθυρα και έμπαινε στο σπίτι μέσα από κάθε ανοιχτή πόρτα στροβιλιζόμενη με λευκές  αποπνικτικές δίνες ανθυγιεινής καταχνιάς.

«Ω, Μάργκαρετ! Εδώ θα ζήσουμε;» ρώτησε η κα Χέηλ  με άφατη κατάπληξη.

Η Μάργκαρετ, ένοιωσε στην καρδιά της να αντηχεί ο ίδιος  φόβος που ελλόχευε στην ερώτηση. Μόλις  που μπόρεσε να πεί: «Ω, καμιά φορά στο Λονδίνο η ομίχλη  είναι πολύ  χειρότερη !»

«Ναι, αλλά ξέρεις ότι  το ίδιο το Λονδίνο και οι φίλοι σου βρίσκονται εκεί, πίσω από την ομίχλη. Εδώ…να! Είμαστε απομονωμένοι. Ω, Ντίξον, τι τόπος είναι αυτός!»

«Πράγματι, κυρά!  Αυτό το μέρος σίγουρα θα σε πεθάνει και τότε θα ξέρω ποιος είναι ο  - περιμένετε! Δεσποινίς Χέηλ,  μην το σηκώσετε αυτό είναι πολύ βαρύ!»

«Δεν είναι καθόλου βαρύ , Ντίξον, σ’ ευχαριστώ,» απάντησε ψυχρά η Μάργκαρετ. «Το καλύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε για τη μαμά τώρα είναι  να της ετοιμάσουμε το δωμάτιό της για να ξαπλώσει , και μετά θα της φέρω ένα φλυτζάνι καφέ.»

Ο κος Χέηλ ήταν εξίσου βαρύθυμος και στράφηκε κι αυτός στην Μάργκαρετ για κατανόηση.

«Μάργκαρετ, πιστεύω πραγματικά  ότι  αυτό το μέρος είναι πολύ ανθυγιεινό. Φαντάσου να αρρωστήσετε εσύ ή η μητέρα σου. Μακάρι να είχα πάει σε κάποια επαρχία στην Ουαλία. Αυτό το μέρος είναι απαίσιο,» είπε πλησιάζοντας το παράθυρο.

Δεν μπορούσε να δοθεί  καμιά παρηγορία.  Είχαν εγκατασταθεί στο Μίλτον και θα έπρεπε να  αντέξουν  τον καπνό και την ομίχλη προς το παρόν∙ πραγματικά,  έμοιαζε σαν οι περιστάσεις να τους είχαν αποκόψει από τον υπόλοιπο κόσμο σαν μια πυκνή ομίχλη.  Μόλις την προηγούμενη, ο κος Χέηλ είχε αναλογιστεί  με τρόμο πόσο τους είχε κοστίσει η μετακόμιση και η  δεκαπενθήμερη παραμονή στο Ήστον,  και  διαπίστωσε ότι είχε ξοδευτεί σχεδόν όλο το μικρό αποθεματικό τους.  Όχι!  Είχαν έρθει εδώ και εδώ έπρεπε να μείνουν.

 
Τη νύχτα, όταν η Μάργκαρετ το συνειδητοποίησε,  ένοιωσε να την κυριεύει απελπισία.  Ο βαρύς και γεμάτος καπνό αέρας,  έμοιαζε να κρέμεται πάνω από το υπνοδωμάτιό της που βρισκόταν στην χαμηλή  στενόμακρη  προέκταση  στο πίσω μέρος του σπιτιού.  Το παράθυρο, επάνω στο πλαϊνό  επιμήκες μέρος έβλεπε στον άδειο τοίχο μιας  παρόμοιας προέκτασης  όχι πάνω από δέκα  πόδια μακριά. Διαγραφόταν  αχνά στην ομίχλη  σαν ένα τεράστιο εμπόδιο  προς την ελπίδα. Μέσα στο δωμάτιο  τα πάντα  ήταν άνω-κάτω. Όλες οι προσπάθειές τους εστίαζαν στο να φτιάξουν ένα άνετο δωμάτιο για την μητέρα της. Η Μάργκαρετ κάθισε πάνω σε ένα κιβώτιο και θυμήθηκε ότι την διεύθυνση που φαινόταν επάνω την είχε γράψει στο Χέλστοουν – το όμορφο, αγαπημένο Χέλστόουν!  Ένοιωσε να παρασύρεται σε φρικτές σκέψεις ∙ αλλά αποφάσισε να αφήσει το μυαλό της να ταξιδέψει μακριά από το παρόν ∙ έτσι θυμήθηκε ξαφνικά ότι είχε λάβει ένα γράμμα από την Ήντιθ και μέσα στην φασαρία της μέρας το είχε μόλις μισοδιαβάσει.  Της έλεγε για την   άφιξή τους  στην  Κέρκυρα∙ το ταξίδι τους στη Μεσόγειο – τη μουσική και το χορό στο πλοίο, την νέα, πρόσχαρη ζωή που ανοιγόταν μπροστά της ∙ το σπίτι της και το μπαλκόνι με το καφασωτό με τη θέα σε κατάλευκα βράχια και βαθυγάλανη θάλασσα.

Η  Ήντιθ  έγραφε ωραία και με ευχέρεια, αν όχι παραστατικά. Δεν  εξιστορούσε μόνο τα σημαντικότερα και πιο χαρακτηριστικά κομμάτια μιας σκηνής αλλά και αρκετές  γενικές λεπτομέρειες έτσι  ώστε να μπορεί  να τη φανταστεί η Μάργκαρετ. Ο λοχαγός  Λέννοξ   και ένας άλλος νιόπαντρος αξιωματικός μοιράζονταν  μια βίλλα, ψηλά σε κάποιους όμορφους απόκρημνους βράχους  πάνω από τη θάλασσα.



Οι μέρες τους, αργά καθώς η χρονιά είχε προχωρήσει, έμοιαζαν να περνάνε με βαρκάδες και πικ νικ στην εξοχή ∙ έξω στην ύπαιθρο αναζητώντας ευχαρίστηση και χαρά, η ζωή της Ήντιθ έμοιαζε σαν το γαλάζιο θόλο του ουρανού  που απλωνόταν από πάνω τους – ήταν αψεγάδιαστη και ανέφελη.


Ο σύζυγός της έπρεπε να παίρνει μέρος σε στρατιωτικά γυμνάσια, έτσι εκείνη, η πιο καταρτισμένη μουσικά από τις γυναίκες των αξιωματικών, έπρεπε να αντιγράφει τα καινούρια και πιο δημοφιλή κομμάτια  της σύγχρονης Αγγλικής μουσικής γι χάρη του αρχιμαέστρου∙  αυτά φαίνονταν να είναι τα σημαντικότερα και πιο  κοπιαστικά καθήκοντά της.  Εξέφραζε με αγάπη την ελπίδα ότι η Μάργκαρετ θα μπορούσε να την επισκεφθεί και να μείνει μαζί της επί μακρόν,  αν το Σύνταγμα παρέμενε έναν ακόμα χρόνο στην Κέρκυρα.


Ρωτούσε την Μάργκαρετ  αν θυμόταν  εκείνη  την Δεκεμβριάτικη μέρα , για τη οποία της  έγραφε η Ήντιθ,  πώς έβρεχε όλη μέρα στη Χάρλευ Στρητ και πώς δεν ήθελε να φορέσει την καινούρια της τουαλέτα για να πάει σε ένα χαζό δείπνο με κίνδυνο να βραχεί και να λερωθεί καθ  οδόν  προς την άμαξα, και πώς σε εκείνο ακριβώς το δείπνο είχαν συναντήσει για πρώτη φορά τον Λοχαγό Λέννοξ.


Ναι! Η Ήντιθ το θυμόταν πολύ καλά. Η Ήντιθ και η κα  Σω είχαν πάει σε ένα δείπνο. Η Μάργκαρετ βρέθηκε  κι αυτή στο πάρτυ το βράδυ. Η ανάμνηση του πώς είχαν όλα ετοιμαστεί με μεγάλη πολυτέλεια, τα όμορφα, αρχοντικά έπιπλα,  το μεγάλο σπίτι,  την γαλήνια  και χωρίς έγνοιες άνεση των καλεσμένων – όλα έρχονταν στο νού της τόσο ζωντανά, σε μια παράξενη  αντίθεση με το παρόν. Η ακύμαντη θάλασσα της περασμένης εκείνης ζωής έκλεισε χωρίς να αφήσει ένα σημάδι που να μαρτυρά  όσα είχαν συμβεί.


Τα συνήθη δείπνα, οι επισκέψεις, τα ψώνια, οι χορευτικές βραδιές,  όλα συνεχίζονταν και θα συνεχίζονταν στο διηνεκές αν και η θεία Σω με την Ήντιθ δεν βρίσκονταν πια εκεί∙ και φυσικά η απουσία της ίδιας θα περνούσε εντελώς απαρατήρητη.


Αμφέβαλλε αν κάποιος από αυτούς τους  παλιούς γνωστούς την έφερνε καθόλου στη σκέψη του, εκτός ίσως από τον Χένρυ Λέννοξ. Το ήξερε όμως, ακόμα κι αυτός θα προσπαθούσε να  την ξεχάσει, εξαιτίας του πόνου που του είχε προκαλέσει. Συχνά  τον είχε ακούσει να επαίρεται για την ικανότητά του να  απωθεί εντελώς κάθε δυσάρεστη γι αυτόν σκέψη. Έπειτα, προσπάθησε να φανταστεί με το νου της, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί.

 


Αν νοιαζόταν γι αυτόν σαν εραστή , αν είχε αποδεχτεί την πρότασή του και κατόπιν είχε συμβεί   αυτή η αλλαγή στις ιδέες του πατέρα της, δεν είχε καμμία αμφιβολία ότι ο κος Λέννοξ  θα είχε δείξει ελάχιστη υπομονή. Από μια άποψη, θα ήταν γι αυτήν  μια πικρή ταπείνωση∙ αλλά μπορούσε να το υπομείνει με καρτερία γιατί ήξερε ότι οι προθέσεις του πατέρα της ήταν αγνές και το γεγονός  αυτό  της έδινε δύναμη να αντέξει τα λάθη του, όσο μεγάλα και σοβαρά κι αν πίστευε ότι ήταν. Όμως το γεγονός ότι στα μάτια του κόσμου ο πατέρας της έμοιαζε να έχει ξεπέσει, με κριτήρια  σε γενικές γραμμές σκληρά και βάναυσα, θα είχε  βασανίσει και εξοργίσει τον κο Λέννοξ.


Καθώς συνειδητοποιούσε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί,  αισθάνθηκε ευγνώμων για το παρόν.  Είχαν βρεθεί στην  πιο χαμηλή βαθμίδα τώρα – δεν θα μπορούσε να υπάρξει χαμηλότερη.


Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει με γενναιότητα την κατάπληξη της Ήντιθ και τον αποτροπιασμό της θείας Σω όταν θα έφταναν τα γράμματά τους.


Έτσι η  Μάργκαρετ σηκώθηκε και, καθώς ήταν περασμένη η ώρα,  άρχισε να ξεντύνεται αργά, απολαμβάνοντας την πολυτέλεια της χαλάρωσης,  έπειτα από τη βιασύνη  εκείνης της ημέρας.  Αποκοιμήθηκε,  ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο να έρθει,  από έξω είτε από μέσα.


............................................................................................................


 Ο κος Χέηλ συνάντησε αρκετούς μαθητές από συστάσεις του κου Μπελ ή από την πιο άμεση επιρροή του κου Θόρντον. Οι περισσότεροι ήταν σε ηλικία που θα  έπρεπε  να φοιτούν ακόμη στο σχολείο∙ όμως σύμφωνα με την κρατούσα και προφανώς γερά εδραιωμένη αντίληψη στο Μίλτον, για να μπορέσει ένας νέος να διακριθεί στο εμπόριο θα έπρεπε  από νωρίς να εγκλιματιστεί στη ζωή του εργοστασίου, του γραφείου ή της αποθήκης. Αν τον έστελναν ακόμα και στα Πανεπιστήμια της Σκωτίας, τότε θα επέστρεφε ακατάρτιστος  όσον αφορά  τις εμπορικές δραστηριότητες,  πόσο μάλλον αν  πήγαινε στην Οξφόρδη ή στο Κέμπριτζ, όπου δεν θα μπορούσε να εισαχθεί πλην συμπληρώσει τα δεκαοκτώ. Έτσι, οι περισσότεροι εργοστασιάρχες,  έβαζαν τους γιούς τους σε τέτοιες απαιτητικές θέσεις στα δεκατέσσερα ή στα δεκαπέντε τους,  θερίζοντας αφειδώλευτα όλες τις παραφυάδες  προς την λογοτεχνία ή την υψηλή πνευματική καλλιέργεια, ελπίζοντας ότι έτσι θα έστρεφαν το σφρίγος και την  δύναμη του νεαρού βλαστού προς την κατεύθυνση του εμπορίου. Εντούτοις υπήρχαν και κάποιοι σοφότεροι γονείς: και μερικοί νεαροί που είχαν αρκετή λογική ώστε να αντιλαμβάνονται τις ελλείψεις τους και να προσπαθούν να τις επανορθώσουν. Επιπλέον,  υπήρχαν και ορισμένοι, ελάχιστοι, όχι πλέον νεαροί, αλλά άνδρες πάνω στην ακμή της ηλικίας  τους, που είχαν την αποφασιστικότητα και την σύνεση να αναγνωρίσουν  την άγνοιά  τους, και  μάθουν όψιμα   όσα θα έπρεπε να είχαν μάθει νωρίτερα. Ο κος Θόρντον, ήταν ίσως ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής του κου Χέηλ.  Οπωσδήποτε, ήταν ο πιο αγαπημένος του.  Ο κος Χέηλ, απέκτησε την συνήθεια να παραθέτει τις απόψεις  εκείνου  τόσο συχνά, και με τέτοια  εκτίμηση, ώστε κατέληξε ένα είδος «εσωτερικού αστεϊσμού»  να αναρωτιούνται  πόση ώρα, από τον χρόνο του μαθήματος,  θα αφιερωνόταν στην διδασκαλία – τόσο πολύ χρόνο ξόδευαν με τη συζήτηση.


Η Μάργκαρετ, μάλλον ενθάρρυνε αυτήν την ανάλαφρη, εύθυμη οπτική της γνωριμίας  του πατέρα της με τον κο Θόρντον, γιατί ένοιωθε ότι η μητέρα της  είχε την τάση περισσότερο να ζηλεύει την καινούρια αυτή φιλία του συζύγου  της. Όσο  εκείνος περνούσε το χρόνο του ασχολούμενος αποκλειστικά με τα βιβλία και τους ενορίτες του, όπως  γινόταν στο Χέλστοουν,  εκείνη, δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται αν τον πολύ-έβλεπε, αλλά τώρα που εκείνος  πραγματικά ανυπομονούσε  για κάθε νέα συνάντηση με τον Θόρντον,  έμοιαζε  ενοχλημένη και πληγωμένη, σαν να παραμελούσε για πρώτη φορά την συντροφιά της.


Οι υπερβολικοί  έπαινοι του κου Χέηλ, είχαν το σύνηθες αποτέλεσμα που έχουν  σε  ένα ακροατήριο  τέτοιου είδους  εγκώμια: είχε την τάση να εξανίσταται  με τον Αριστείδη, τον αποκαλούμενο από όλους Δίκαιο. Έπειτα  είκοσι και πλέον χρόνια  ήσυχου βίου σε μια επαρχιακή κοινότητα, η ενεργητικότητα που υπερπηδούσε με ευκολία τεράστιες δυσκολίες, είχε για τον κο Χέηλ κάτι το εκθαμβωτικό∙ η ισχύς της βιομηχανίας του Μίλτον, η  ενέργεια των ανθρώπων του Μίλτον, τον εντυπωσίαζαν με μια αίσθηση μεγαλείου στην οποία ενέδιδε χωρίς να αναρωτιέται για τις πρακτικές λεπτομέρειες  ως προς την εφαρμογή της.



...........................................................................................

Το τμήμα της πόλης στο οποίο βρισκόταν  το Κράμπτον ήταν ένα πέρασμα για τους εργαζόμενους στα εργοστάσια. Στους γύρω δρόμους υπήρχαν πολλά εργοστάσια από τα οποία άνδρες και γυναίκες  ξεχύνονταν δύο ή τρείς φορές τη μέρα. Μέχρι να μάθει η Μάργκαρετ  τις  ώρες εισόδου και εξόδου τους, είχε την ατυχία να πέφτει συνεχώς πάνω τους. Ξεχύνονταν βιαστικοί, με τολμηρά, άφοβα πρόσωπα, με βροντερά γέλια και πειράγματα που στόχευαν ακριβώς αυτούς που φαίνονταν να είναι ανώτεροι σε  θέση ή κοινωνική τάξη. Τον πρώτο καιρό, ο  δυνατός, ασυγκράτητος τόνος της φωνής τους και η αδιαφορία τους για τους κανόνες συμπεριφοράς σε δημόσιο χώρο, τρόμαζαν λίγο την Μάργκαρετ  . Οι κοπέλες, με την τραχειά τους αλλά όχι εχθρική ελευθεριότητα, μπορεί να σχολίαζαν το ντύσιμό της, μπορεί ακόμα και να άγγιζαν το σάλι της ή το φόρεμά της για να εξακριβώσουν το  ύφασμα ∙ μάλιστα μια ή δυο φορές τη ρώτησαν  για κάποιο από τα αξεσουάρ της που τους είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Νοιώθοντας  μια έμφυτη γυναικεία συμπάθεια για την αγάπη τους στα φορέματα και μαζί ένα είδος συντροφικότητας, αποκρινόταν μετά χαράς στις ερωτήσεις τους, όταν καταλάβαινε τι τη ρωτούσαν ∙ και χαμογελούσε ελαφρά στα σχόλιά τους. Δεν την πείραζε όσες κοπέλες και αν τύχαινε να συναντήσει, όσο φωνακλούδες και φασαριόζες κι αν ήταν. Από την άλλη όμως,  φοβόταν και οργιζόταν ενάντια στους  άντρες εργάτες που σχολίαζαν με τον ίδιο ανοιχτό και τολμηρό τρόπο, όχι το φόρεμά της αλλά το παρουσιαστικό της. Αυτή, που μέχρι τώρα θεωρούσε απρέπεια ακόμα και το πιο διακριτικό σχόλιο ως προς την προσωπική της εμφάνιση, έπρεπε να υπομείνει τον απροκάλυπτο θαυμασμό από αυτούς τους άνδρες που δεν μάσαγαν τα λόγια τους.  Όμως αυτή ακριβώς η τόλμη τους μαρτυρούσε την αθωότητα των προθέσεών τους ως προς το να βλάψουν  την υπόληψή της, πράγμα που θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί αν δεν ήταν τόσο τρομοκρατημένη από το άτακτο πλήθος. Εξαιτίας του φόβου, το πρόσωπό της βαφόταν κόκκινο από αγανάκτιση,  και τα σκούρα μάτια της έμοιαζαν να πετούν φλόγες καθώς άκουγε κάποιες από τις κουβέντες τους. Κι όμως,  υπήρχαν κάποια σχόλια τα οποία,   όταν έφτανε στην ήρεμη ασφάλεια του σπιτιού της, εύρισκε διασκεδαστικά αν και εξακολουθούσαν να την εκνευρίζουν.


Για παράδειγμα, μια μέρα προσπερνώντας μια ομάδα ανδρών, αρκετοί από τους οποίους της υπέβαλλαν τα συνήθη κομπλιμέντα τους του πόσο επιθυμούσαν να είναι η καλή τους,  ένας απ’ αυτούς πρόσθεσε: « Το πρόσωπό σου, κοπελιά μου, φτιάνει τη μέρα ξάστερη.» Και μια άλλη μέρα, καθώς  χαμογελούσε μόνη της με κάτι που σκεφτόταν,  ένα φτωχοντυμένος, μεσήλικας της είπε: «Καλά κάνεις και χαμογελάς, κοπελιά…πολλές θα χαμογελούσαν αν είχαν το προσωπάκι σου». Ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε να’χει τόσα βάσανα, που η Μάργκαρετ δεν κρατήθηκε και  του αντιγύρισε ένα χαμόγελο, χαρούμενη επειδή το παρουσιαστικό της, έτσι όπως ήταν,  είχε τη δύναμη να τον κάνει να σκεφτεί κάτι ευχάριστο. Φάνηκε ότι κι εκείνος αντιλήφθηκε την κατανόηση το βλέμμα της και από τότε δημιουργήθηκε μεταξύ τους ένα είδος σιωπηλής αναγνώρισης  όποτε κατά τη διάρκεια της μέρας τύχαινε να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους. Δεν είχαν ποτέ ανταλλάξει ούτε λέξη ∙ τίποτα δεν  είχε ειπωθεί ανάμεσά τους εκτός από εκείνη την πρώτη φιλοφρόνηση ∙ κι όμως, για κάποιο λόγο, η Μάργκαρετ έβλεπε αυτόν τον άνθρωπο με περισσότερο ενδιαφέρον από οποιονδήποτε άλλον στο Μίλτον. Μια ή δυό φορές, τις Κυριακές, τον έβλεπε να περπατάει με μια κοπέλα, προφανώς την κόρη του, που φαινόταν  ακόμα λιγότερο υγιής από τον ίδιο – αν ήταν ποτέ αυτό δυνατόν.


Μια μέρα, η Μάργκαρετ και ο πατέρας της  είχαν βγει να περπατήσουν στους αγρούς γύρω από την πόλη ∙ ήταν ακόμα οι πρώτες μέρες της Άνοιξης και είχε μαζέψει κάποια χαμολούλουδα , αγριοβιολέτες,  μαργαρίτες και διάφορα άλλα, με ένα βουβό θρήνο στην καρδιά της για την  γλυκειά αφθονία  του Νότου. Ο πατέρας  της είχε φύγει για να πάει στο Μίλτον για δουλειές ∙ και στο δρόμο για το σπίτι συνάντησε τους ταπεινούς της φίλους. Το κορίτσι κύτταξε  σκεφτική τα λουλούδια και η Μάργκαρετ με μια αυθόρμητη κίνηση της τα πρόσφερε. Τα χλωμά μπλέ της μάτια έλαμψαν καθώς τα πήρε και μίλησε για λογαριασμό της ο πατέρας της.
« ‘Φχαριστούμε, δεσποινίς. Της Μπέσσυς μου της αρέσουν πολύ αυτά τα λουλούδια ∙ της αρέσουν ∙ και μένα μ’αρέσει η καλοσύνη που’χετε ελόγου σας. Δεν είστε από τα μέρη μας, έτσι;»  «Όχι!» είπε η Μάργκαρετ αναστενάζοντας σιγανά. « Είμαι από το Νότο – από το Χάμσαϊρ», συνέχισε, φοβούμενη λίγο μην και τον πληγώσει άθελά της, αν χρησιμοποιούσε ένα τοπωνύμιο που δεν θα καταλάβαινε.


«Είναι πέρα απ’ το Λονδίνο, δεν είναι; Και ‘γω είμαι από τα μέρη του Μπέρνλη – σαράντα μίλια κατά το Βορρά. Κι όμως,  να που Βορράς και Νοτιάς ανταμωθήκανε ‘δω πέρα και φιλιώσανε σε τούτη τη μεγάλη πόλη τη γιομάτη κάπνα.»


Η Μάργκαρετ είχε βραδύνει το βήμα της για να περπατάει μαζί με  τον άνδρα και την κόρη του, που η αστάθειά της κανόνιζε το δικό του βήμα. Τώρα απευθύνθηκε στο κορίτσι και υπήρχε τόση τρυφερή συμπόνια στη φωνή της που ο πατέρας την  ένοιωσε να  πηγαίνει ολόισια στην καρδιά του.


«Φοβάμαι πως είσαι λίγο αδιάθετη.»
«Ναι.» απάντησε το κορίτσι « Και δε θα γιάνω ποτέ μου.»
« Η άνοιξη  όπου να’ναι έρχεται»  είπε η Μάργκαρετ  προσπαθώντας να δώσει έναν τόνο ανάλαφρο και γεμάτο ελπίδα.
«Ούτε η άνοιξη ούτε το θέρος θα με γιατρέψουν» είπε ήσυχα το κορίτσι.
Η Μάργκαρετ κύτταξε τον άνδρα σίγουρη σχεδόν ότι  θα έφερνε κάποια αντίρρηση ή τουλάχιστον ότι θα έκανε κάποιο σχόλιο που θα μετρίαζε την άκρα απελπισία της κόρης του. Όμως αντί γι αυτό εκείνος είπε -
« Έτσι δά, όπως τα λέει, είναι. Φοβάμαι πως δεν παίρνει πια γιατρειά …»
«Θα κινήσω για ‘κει που είναι Άνοιξη, και θα’χω λουλούδια και αμάραντους και τα ρόδα θα λάμπουν πλάι  μου.»


«Φτωχό μου παιδί, καημένο μου!» είπε ο πατέρας της με χαμηλή φωνή. «Ελόγου μου δεν τα πιστεύω αυτά, μα σαν σου δίνει παρηγοριά, καημένο μου… Ταχιά θ’απομείνω μαύρος ο φτωχός !»
Η Μάργκαρετ ταράχτηκε από αυτά τα λόγια – ταράχτηκε αλλά δεν απομακρύνθηκε ∙ μάλλον ένοιωσε την ανάγκη και το ενδιαφέρον να τους πλησιάσει περισσότερο.


«Πού μένετε; Νομίζω πως πρέπει να είμαστε γείτονες, τόσο συχνά που συναντιόμαστε σ’ αυτόν το δρόμο.»


«Είμαστε στο Εννιά,  στην οδό Φράνσις -  στα ζερβά σου ο δεύτερος δρόμος, μόλις περάσεις το Χρυσό Δράκο.»


«Και όνομά σας; Δεν πρέπει να ξεχάσω το όνομά σας.»


«Δε ντρέπομαι  σταλιά για τ’ όνομά μου. Νίκολας  Χίγκινς με λένε. Και τούτη δω είναι η Μπέσσυ Χίγκινς. Ελόγου σου, γιατί ρωτάς;»
Η Μάργκαρετ εξεπλάγη με τα λόγια του γιατί  στο Χέλστοουν θα είχαν καταλάβει από τις ερωτήσεις της ότι σκοπός της θα ήταν να επισκεφθεί κάποιον φτωχό γείτονα του οποίου ζητούσε την διεύθυνση και το όνομα.
 «Νόμιζα …δηλαδή…σκόπευα να σας επισκεφθώ.» Ξαφνικά ένοιωσε αμήχανα που προσφέρθηκε να τους επισκεφθεί χωρίς να έχει καμιά άλλη δικαιολογία εκτός από το ευγενικό της ενδιαφέρον για κάποια άγνωστη. Ξαφνικά  έμοιαζε σαν αδιακρισία από μέρους της ∙ αυτό διάβαζε στα μάτια του άνδρα.


« Δε γουστάρω και τόσο, να έρχονται ξένοι  άνθρωποι στο σπιτικό μου.»  Όμως, καθώς την έβλεπε να αναψοκοκκινίζει,  μετάνοιωσε και πρόσθεσε, « Είσαι ξένη στα μέρη μας, και δεν θα ξέρεις κανέναν εδώ γύρω, κι έδωσες και στη θυγατέρα μου τα λουλούδια που μάζεψες μονάχη σου – μπορείς να κοπιάσεις αν  αγαπάς.»

Η Μάργκαρετ ένοιωσε να διασκεδάζει και να εκνευρίζεται ταυτόχρονα με αυτήν την απάντηση. Δεν ήταν σίγουρη αν  θα πήγαινε κάπου όπου της έδιναν την άδεια σαν να της έκαναν χάρη.
Όμως όταν έφτασαν στην στροφή της Φράνσις Στρήτ, το κορίτσι σταμάτησε για λίγο και είπε –


«Μην τ’αστοχήσεις – να έρθεις να μας δεις.»
« ‘ντάξει…’ντάξει» έκανε ο πατέρας της ανυπόμονα. « Θα’ρθεί.  Πειράχτηκε κομμάτι από τον τρόπο μου και θαρρεί πως θα ‘πρεπε να ‘χα μιλήσει πιο κατά πως πρέπει, μα σα θα το συλλογιστεί, θα έρθει. Έχει περφάνια κι ομορφιά, μα μπορώ να διαβάσω το πρόσωπό της σαν ανοιχτό βιβλίο.  Πάμε Μπέσσυ –  η καμπάνα στη φάμπρικα σημαίνει.»

......................................................................................