Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο IV " Αμφιβολίες και δυσχέρειες"



Μόλις ολοκλήρωσα την μετάφραση του τέταρτου κεφαλαίου. Για τις ανυπόμονες εξ ημών, ο κος Θόρντον θα εμφανιστεί σε όλη την θαυμαστή του ωραιότητα στο έβδομο κεφάλαιο. Ναί, έχουμε λίγο χρόνο, ακόμα....Στο μεταξύ ο κος Χέηλ συνεχίζει να ταλαιπωρεί την θυγατέρα του με τις αιφνίδιες ανακοινώσεις του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV


Αμφιβολίες και δυσχέρειες

“Cast me upon some naked shore,
Where I may  tracke
Only the print of some sad wracke,
If thou be there though the seas roare,
I shall no gentler calm implore.”
                                    HABINGTON

Είχε φύγει.  Το σπίτι  σφαλίστηκε για το βράδυ. Δεν διακρίνονταν πια ο βαθυγάλανος ουρανός ή τα άλικα και κεχριμπαρένια χρώματα.  Η Μάργκαρετ ανέβηκε στο δωμάτιό της να ντυθεί και βρήκε την Ντίξον αρκετά  εκνευρισμένη για το πρόσθετο βάρος που προκάλεσε η αναπάντεχη επίσκεψη σε μια ούτως ή άλλως πολυάσχολη ημέρα. Έδειξε την ενόχλησή της βουρτσίζοντας απότομα τα μαλλιά της Μάργκαρετ προφασιζόμενη ότι βιαζόταν να πάει στην κα Χέηλ. Αλλά και πάλι, η Μάργκαρετ χρειάστηκε να περιμένει πολύ ώρα στο καθιστικό μέχρι να κατέβει η μητέρα της. Κάθισε μόνη της πλάι στη φωτιά με σβηστά τα κεριά στο τραπέζι δίπλα της, αναλογιζόμενη όσα είχαν γίνει εκείνη την ημέρα, την , ξένοιαστη βόλτα, τις χαρούμενες ώρες της ζωγραφικής, το εύθυμο και ευχάριστο δείπνο και τον αμήχανο και στενάχωρο περίπατο στον κήπο.

Η μητέρα της μπήκε στο δωμάτιο προτού καταλαγιάσει ο ανεμοστρόβιλος στο μυαλό της . Η Μάργκαρετ έπρεπε να παραμερίσει τις σκέψεις της για όλα όσα είχαν ειπωθεί και συμβεί εκείνη την ημέρα, για να ακούσει υπομονετικά το πώς η Ντίξον ήταν όλο παράπονα για το σιδερόπανο που κάηκε πάλι, και το πώς είδανε την Σούζαν Λάιτφουτ να φορά μπονέ με τεχνητά  άνθη και ως εκ τούτου να δίνει δείγματα ενός ματαιόδοξου και επιπόλαιου  χαρακτήρα. Ο κος Χέηλ έπινε το τσάι του σιωπηλός και αφηρημένος  ενώ η Μάργκαρετ κρατούσε όλες τις απαντήσεις για τον εαυτό  της. Απορούσε πώς οι γονείς της  μπορούσαν να είναι τόσο επιλήσμονες, τόσο αδιάφοροι για τον επισκέπτη που είχαν δεχτεί, έτσι ώστε να μην αναφέρουν καθόλου το όνομά του. Ξεχνούσε πως δεν είχε κάνει  σε αυτούς πρόταση γάμου.
Μετά το τσάι ο κος Χέηλ σηκώθηκε και στάθηκε ακουμπώντας το χέρι του στο περβάζι του τζακιού, με το κεφάλι του σκυφτό, βαθειά απορροφημένος στις σκέψεις του, αναστενάζοντας βαθειά κάθε τόσο. Η κα Χέηλ βγήκε να μιλήσει με την Ντίξον για κάποια χειμωνιάτικα ρούχα που θα έδιναν στους φτωχούς.
Η Μάργκαρετ ετοίμαζε για τη μητέρα της το μαλλί για πλέξιμο, αποφεύγοντας να σκεφτεί τις ώρες μιας ατελείωτης βραδυάς που βρίσκονταν μπροστά της  και ευχόταν να έρθει γρήγορα η ώρα που θα μπορούσε να πάει για ύπνο, ώστε να σκεφτεί για άλλη μια φορά τα γεγονότα της ημέρας.
«Μάργκαρετ!» Ο κος Χέηλ μίλησε επιτέλους,  με ένα τόσο απότομο  και απελπισμένο ύφος που την ξάφνιασε. « Είναι επείγον αυτό το πλέξιμο; Θέλω να πώ, μπορείς να το αφήσεις και να έρθεις στο γραφείο μου ; Θέλω να σου μιλήσω για κάτι σοβαρό που αφορά όλους μας.»
«Κάτι σοβαρό που  αφορά όλους μας.»  Ο κος Λέννοξ δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει κατ’ ιδίαν με τον πατέρα της  μετά την άρνησή της, διαφορετικά αυτό θα ήταν όντως κάτι πολύ σοβαρό. Αρχικά η Μάργκαρετ αισθάνθηκε κάποια ενοχή και ντράπηκε που είχε κιόλας μεγαλώσει τόσο ώστε να θεωρείται ήδη  γυναίκα σε ηλικία γάμου, και εν συνεχεία  δεν ήξερε αν δεν δυσαρεστούσε τον πατέρα της το γεγονός ότι ανέλαβε η ίδια να απορρίψει την πρόταση του κου Λέννοξ. Ύστερα όμως κατάλαβε ότι μάλλον θα επρόκειτο για κάτι μεταγενέστερο που συνέβη ξαφνικά, κάτι που προβλημάτισε τον πατέρα της και θέλησε να της μιλήσει.
Την έβαλε να καθήσει δίπλα του, σκάλισε λίγο τη φωτιά, έκοψε την κάφτρα από τα κεριά, αναστέναξε μια- δυο φορές ακόμα πριν αποφασίσει να της μιλήσει  στρεφόμενος απότομα προς το μέρος της  «Μάργκαρετ! Πρόκειται να  φύγω από το Χέλστοουν»
«Μπαμπά, θα φύγεις από το Χέλστοουν! Μα γιατί ;»
Για ένα δύο λεπτά ο κος Χέηλ δεν αποκρίθηκε.  Έπαιξε  με κάποια χαρτιά πάνω στο γραφείο νευρικά και αμήχανα, άνοιξε μερικές φορές το στόμα του να μιλήσει αλλά το ξανάκλεισε χωρίς να βρεί το κουράγιο να πεί  λέξη. Η Μάργκαρετ δεν άντεχε τη θέα αυτής της αγωνίας  που ήταν περισσότερο  οδυνηρή για τον πατέρα της  παρά για την ίδια .
«Μα γιατί, καλέ μου μπαμπά ; Πες μου!»
Σήκωσε το κεφάλι του ξαφνικά και την κύτταξε κι ύστερα είπε αργά με μια βεβιασμένη ηρεμία – «Επειδή δεν πρέπει πλέον να είμαι λειτουργός ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας."
«Αχ, μα τι συμβαίνει; Μίλησε, μπαμπά! Πες τα μου όλα! Γιατί δεν μπορείς πλέον να είσαι κληρικός; Είμαι σίγουρη ότι αν ο Επίσκοπος γνώριζε όλα όσα ξέρουμε για τον Φρέντερικ και για τον σκληρό, άδικο…»
«Δεν έχει σχέση με τον Φρέντερικ. Ούτε αφορά τον επίσκοπο. Αφορά εμένα. Μάργκαρετ, θα σου μιλήσω. Θα απαντήσω όλες τις ερωτήσεις σου αυτή τη φορά αλλά έπειτα, δεν θα ξαναμιλήσουμε για το θέμα αυτό. Είμαι σε θέση να αντιμετωπίσω τις συνέπειες που προκαλούν οι άθλιες, οδυνηρές αμφιβολίες μου αλλά το να μιλήσω για ότι που προξένησε τέτοια ταλαιπωρία είναι κάτι που με ξεπερνά.»
«Αμφιβολίες, μπαμπά! Αμφιβολίες σχετικά με την Πίστη ;»ρώτησε η Μάργκαρετ σοκαρισμένη όσο ποτέ.
«Όχι ! Δεν αμφιβάλλω για την Πίστη – ούτε κατά διάνοια.»
Έκανε μια παύση.  Η Μάργκαρετ αναστέναξε φοβούμενη το τι θα ακολουθούσε. Ο κος Χέηλ ξεκίνησε πάλι,  μιλώντας γρήγορα αυτή τη φορά σαν για να απαλλαγεί από ένα βάρος .
«Δεν θα μπορούσες να το αντιληφθείς σε όλη του την έκταση, αν σου το έλεγα- την ανησυχία μου για χρόνια τώρα  να ξέρω αν έχω το δικαίωμα να στηρίξω τη  ζωή μου – τις προσπάθειές μου να καταπνίξω τις αμφιβολίες  που ένιωθα να με καίνε,  με το κύρος της Εκκλησίας. Ω, Μάργκαρετ, πόσο αγαπώ την Αγία Εκκλησία από την οποία πρόκειται να απομακρυνθώ!»  Για μερικά λεπτά δεν μπορούσε να συνεχίσει.  Η Μάργκαρετ δεν ήξερε τι να πει- της φαινόταν τόσο εξωφρενικά ακατανόητο σαν να επρόκειτο ο πατέρας της να ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό.
« Διάβαζα σήμερα για τους δύο χιλιάδες που αφορίστηκαν από την Εκκλησία », συνέχισε ο κος Χέηλ  χαμογελώντας αδύναμα, « προσπαθώντας να υποκλέψω λίγη από την ανδρεία τους-μάταια όμως…μάταια…το συναίσθημα είναι τόσο σφοδρό.»
«Αλλά, μπαμπά, το συλλογίστηκες καλά;  Ω, φαίνεται  τόσο τρομερό, τόσο απαίσιο,» είπε η Μάργκαρετ ξεσπώντας ξαφνικά σε κλάματα. Ο θεμέλιος λίθος του σπιτιού της, όλα όσα πίστευε για τον  αγαπημένο της πατέρα έμοιαζαν έτοιμα να καταρρεύσουν. Τι μπορούσε να πει: Τι έπρεπε να κάνει; Η απόγνωσή της έκανε τον κο  Χέηλ να οπλιστεί με δύναμη και  να προσπαθήσει να την παρηγορήσει. Κατάπιε τους λυγμούς που συγκλόνιζαν το στήθος του έως τώρα και πλησιάζοντας την βιβλιοθήκη πήρε ένα βιβλίο που διάβαζε συχνά τις τελευταίες μέρες και από το οποίο πίστευε πως είχε αντλήσει την δύναμη να ξεκινήσει την πορεία που είχε κατά νου.
«Άκουσε, Μάργκαρετ, καλή μου», είπε αγκαλιάζοντάς την. Εκείνη κράτησε το χέρι του και το έσφιξε δυνατά αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει το βλέμμα της, ούτε να συγκεντρωθεί σε ό,τι της διάβαζε, τόσο μεγάλη ήταν η εσωτερική της ταραχή.
« Είναι ένας μονόλογος από κάποιον που ήταν κάποτε ιερέας σε μια επαρχιακή ενορία, όπως εγώ. Γράφτηκε από τον κο Όλντφηλντ, ιερέα στο Κάρσινγκτον του Ντέρμπυσαϊρ, πριν από εκατόν εξήντα χρόνια ή και παραπάνω. Οι δοκιμασίες του έλαβαν τέλος. Αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό.»  Τις δυο τελευταίες φράσεις της είπε χαμηλόφωνα σαν να μιλούσε στον εαυτό του. Έπειτα συνέχισε να διαβάζει δυνατά από το βιβλίο-
.......................................................................................................................
Καθώς διάβαζε  το απόσπασμα αυτό, αλλά και άλλα τα οποία δεν διάβαζε δυνατά, ισχυροποιούσε την απόφασή του και αισθανόταν  ότι και εκείνος θα  μπορούσε να φανεί  δυνατός και σταθερός στα πιστεύω του, μόλις όμως σταμάτησε και  άκουσε τους  σιγανούς λυγμούς που συγκλόνιζαν την Μάργκαρετ, ένιωσε το κουράγιο του να βυθίζεται σε πελάγη απελπισίας.
«Μάργκαρετ, καλή μου!» είπε τραβώντας την κοντά του, « σκέψου τους πρώτους Μάρτυρες του Χριστιανισμού, σκέψου τους χιλιάδες που βασανίστηκαν.»
«Όμως πατέρα,» είπε εκείνη σηκώνοντας για πρώτη φορά το μουσκεμένο από τα δάκρυα πρόσωπό της « οι πρώτοι Χριστιανοί βασανίστηκαν για την αλήθεια, ενώ εσύ – αχ, καλέ μου μπαμπά!»
.......................................................................................................................................
Σηκώθηκε και  άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο,  μουρμουρίζοντας  φράσεις  γεμάτες  αυτο-μομφή και ταπείνωση ,  από τις οποίες η Μάργκαρετ   ευτυχώς άκουγε ελάχιστες. Στο τέλος, κατέληξε λέγοντας –
«Μάργκαρετ, για να επιστρέψουμε στο γνωστή, θλιβερή πραγματικότητα:  Πρέπει να φύγουμε από το Χέλστοουν.»
«Μάλιστα. Το καταλαβαίνω. Αλλά πότε;»
«Έγραψα στον  Επίσκοπο – νόμιζα ότι στο είχα ήδη πεί, αλλά τελευταία ξεχνώ» είπε ο κος Χέηλ  πέφτοντας πάλι στο γνωστό καταθλιπτικό του ύφος αμέσως μόλις ήρθε αντιμέτωπος με την αναπόφευκτη πραγματικότητα «και τον πληροφόρησα για την απόφασή μου να παραιτηθώ από τα καθήκοντά μου. Υπήρξε πολύ ευγενικός.  Δεν φείσθηκε επιχειρημάτων και αιτιολογήσεων αλλά μάταια… μάταια.  Τα ίδια που και εγώ είχα χρησιμοποιήσει στον εαυτό μου, χωρίς αποτέλεσμα.  Θα πρέπει να κάνω την πράξη παραίτησής μου και να παρουσιαστώ  στον Επίσκοπο ο ίδιος  για να τον αποχαιρετίσω.  Αυτό θα είναι μια σκληρή δοκιμασία.  Αλλά χειρότερο, χείριστο όλων θα είναι ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μου ενορίτες.  Θα αναλάβει ένας  δόκιμος εφημέριος  τις Προσευχές – κάποιος κος Μπράουν. Θα έρθει να μείνει μαζί μας αύριο. Την επόμενη Κυριακή θα κάνω το αποχαιρετιστήριο κήρυγμά μου.»
Ήταν ανάγκη  να γίνουν όλα τόσο ξαφνικά; σκέφτηκε η Μάργκαρετ – όμως ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Η χρονοτριβή απλά θα έκανε τα πράγματα πιο επώδυνα. Ήταν καλύτερα να νιώθει ένα μούδιασμα κατάπληξης ακούγοντας για όλες αυτές τις ετοιμασίες που έμοιαζαν να έχουν ήδη ολοκληρωθεί πριν καν η ίδια μάθει το παραμικρό. «Η μαμά τι λέει γι αυτό;» ρώτησε αναστενάζοντας βαθειά.
Προς μεγάλη της έκπληξη ο πατέρας της άρχισε πάλι να βηματίζει στο δωμάτιο προτού της απαντήσει. Μετά από ώρα, σταμάτησε και είπε:
«Μάργκαρετ, είμαι δειλός τελικά.  Δεν αντέχω να προξενώ πόνο. Γνωρίζω κάλλιστα πως ο γάμος μου με την μητέρα σου δεν ήταν αυτό που εκείνη ήλπιζε – αυτό  που δικαιωματικά προσδοκούσε-  και το τωρινό, θα ήταν ένα τόσο μεγάλο πλήγμα γι αυτήν που δεν αντέχει η καρδιά μου,  δεν έχω τη δύναμη να της το πω. Όμως τώρα, πρέπει να το μάθει.» είπε κυττάζοντας με παράπονο την κόρη του.  Η Μάργκαρετ  αισθάνθηκε να την συντρίβει η ιδέα πως η μητέρα της δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά που είχαν ήδη συντελεστεί και προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό.
«Ναι, πρέπει, πράγματι… Ίσως τελικά να μην – Ω, ναι ! Σίγουρα αυτό θα την κλονίσει.» είπε η Μάργκαρετ καθώς ένιωθε η ίδια το πλήγμα να την σαρώνει, προσπαθώντας να καταλάβει πώς θα λάβαινε την είδηση κάποιος άλλος. « Πού πρόκειται να εγκατασταθούμε;» είπε στο τέλος, με ανανεωμένη απορία για το τι τους επιφύλασσε το μέλλον, αν ο πατέρας της είχε όντως κάνει σχέδια για το μέλλον.
« Στο Μίλτον …στο Βορρά.» απάντησε  εκείνος βαριεστημένα και αδιάφορα, συναισθανόμενος ότι παρά την αγάπη που  του είχε η θυγατέρα του και που την έκανε προς στιγμήν να προσπαθήσει να τον παρηγορήσει,  ο πόνος της παρέμενε οξύτερος από ποτέ.
«Στο Μίλτον του Βορρά!  Στην βιομηχανική πόλη του Ντάρκσαϊρ;»

 «Ναι», απάντησε με το ίδιο μελαγχολικά αδιάφορο ύφος.
«Γιατί εκεί, πατέρα;» τον ρώτησε.
«Γιατί εκεί μπορώ να θρέψω την οικογένειά μου.  Εξάλλου δεν γνωρίζω κανέναν εκεί, και κανένας  δεν ξέρει το Χέλστοουν, επομένως κανείς δεν θα μου μιλάει γι αυτό.»
«Να θρέψεις την οικογένεια..! Μα νόμιζα πως εσύ και η μαμά είχατε…» αλλά σταμάτησε την φυσιολογική της περιέργεια για το τι τους επιφύλασσε το μέλλον βλέποντας τον πατέρα της ολοένα και πιο σκυθρωπό. Όμως  εκείνος διαισθάνθηκε γρήγορα την μελαγχολική της διάθεση, βλέποντας το πρόσωπό της την αντανάκλαση των δικών του συναισθημάτων και προσπάθησε να απαλύνει την ατμόσφαιρα.
«Θα τα μάθεις όλα, Μάργκαρετ. Μόνο, βοήθησέ με να το πω στην μητέρα σου. Νομίζω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα εκτός από αυτό: Τρέμω την ιδέα να της δώσω  τέτοια μεγάλη θλίψη. Αν σου τα πω  όλα, τότε ίσως θα μπορούσες να της μιλήσεις αύριο. Θα λείψω όλη την ημέρα για να αποχαιρετήσω τον  Ντόμπσον  τον αγρότη και τους φτωχούς ενορίτες που ζουν στο Μπρέησυ Κόμμον. Θα σου ήταν δύσκολο να της μιλήσεις αύριο, Μάργκαρετ;»
Η Μάργκαρετ θα δυσκολευόταν τρομερά και θα ήθελε όσο τίποτα άλλο στη ζωή της  να μπορούσε να το αποφύγει. Δεν μίλησε αμέσως. Ο πατέρας της είπε: « Σε δυσκολεύει πάρα πολύ, δεν είναι έτσι, Μάργκαρετ;» Εκείνη αμέσως ανέκτησε την ψυχραιμία της και με μια λάμψη στο πρόσωπο, είπε σταθερά:
«Είναι κάτι οδυνηρό, αλλά πρέπει να γίνει και γι αυτό θα προσπαθήσω όσο μπορώ. Πρέπει να έχεις κι εσύ αρκετά δυσάρεστα πράγματα να κάνεις.»
Ο κος Χέηλ κούνησε το κεφάλι του μελαγχολικά και της έσφιξε το χέρι με ευγνωμοσύνη. Η Μάργκαρετ ήταν πάλι έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Για να αποσπάσει τις σκέψεις της είπε: « Τώρα, μπαμπά, πες μου ποια είναι τα σχέδιά μας. Εσύ και η μαμά, έχετε ένα εισόδημα ανεξάρτητο από το μισθό σου, έτσι δεν είναι; Ξέρω ότι η θεία Σω, έχει.»
«Έτσι είναι.  Υποθέτω ότι έχουμε ένα εισόδημα εκατόν εβδομήντα λιρών το χρόνο. Εβδομήντα λίρες πηγαίνουν στον Φρέντερικ από τότε που είναι στο εξωτερικό. Δεν ξέρω αν του χρειάζεται ολόκληρο το ποσό», συνέχισε διστακτικά « Πρέπει να έχει κάποιο εισόδημα μια και υπηρετεί στον Ισπανικό στρατό.»
«Ο Φρέντερικ» είπε εκείνη αποφασιστικά, «δεν πρέπει να υποφέρει σε μια ξένη χώρα, μια και η πατρίδα του, του συμπεριφέρθηκε τόσο άδικα. Μένουν εκατό λίρες. Δεν θα μπορούσαμε εσύ εγώ και η μαμά να ζήσουμε σε ένα πολύ φθηνό, ήσυχο μέρος στην Αγγλία με εκατό λίρες το χρόνο; Ω, νομίζω πως θα μπορούσαμε.»
«Όχι!» είπε ο κος Χέηλ. « Αυτό δεν γίνεται. Πρέπει να κάνω κάτι. Πρέπει να ασχοληθώ με κάτι  για να αποδιώχνω τις νοσηρές σκέψεις. Εξάλλου, μια επαρχιακή ενορία θα ήταν μια διαρκής οδυνηρή υπενθύμιση του Χέλστοουν και της εδώ ζωής  μου ως εφημέριος. Δεν μπορώ να το βαστάξω, Μάργκαρετ. Επιπλέον, εκατό λίρες δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών ενός νοικοκυριού με τις ανέσεις που η μητέρα σου έχει συνηθίσει και που δικαιωματικά θα πρέπει να έχει. Όχι- πρέπει να πάμε στο Μίλτον. Αυτό είναι δεδομένο.  Πάντα αποφασίζω καλύτερα μόνος μου, ανεπηρέαστος από  τα πρόσωπα που αγαπώ,» είπε σαν να απολογείτο κατά κάποιον τρόπο επειδή είχε ήδη λάβει τόσες αποφάσεις πριν καν ενημερώσει οποιοδήποτε από τα μέλη της οικογένειάς του. « Δεν υποφέρω τις αντιρρήσεις. Μου προκαλούν αναποφασιστικότητα.»
Η Μάργκαρετ αποφάσισε να σιωπήσει. Στο κάτω κάτω, τι σημασία είχε ο προορισμός εν συγκρίσει με την μία και μοναδική δεινή αλλαγή;
Ο κος Χέηλ συνέχισε: « Πριν λίγους μήνες, όταν δεν μπορούσα άλλο να αντέξω την δυστυχία που μου προκαλούσαν οι αμφιβολίες μου, και έπρεπε σε κάποιον να μιλήσω, έγραψα στον κο Μπέλλ – τον θυμάσαι τον κο Μπέλλ, Μάργκαρετ;»
«Όχι. Δεν νομίζω να τον έχω δει ποτέ. Αλλά ξέρω ότι είναι ο νονός του Φρέντερικ – ο παλιός καθηγητής σου στην Οξφόρδη, έτσι δεν είναι;»
«Ακριβώς. Είναι μέλος του Πλύμουθ Κόλετζ, εκεί. Νομίζω πως κατάγεται από το Μίλτον.  Όπως και να’χει είναι κύριος ακίνητης περιουσίας εκεί, η οποία απέκτησε μεγάλη αξία από τότε που το Μίλτον  έγινε μεγάλη βιομηχανική περιοχή. Είχα λόγους να υποπτεύομαι – να φαντάζομαι- ότι δεν θα έπρεπε να αναφέρω τίποτα. Αλλά ήμουν σίγουρος ότι ο κος Μπέλλ θα έδειχνε κατανόηση. Δεν ξέρω πως κατάφερε να με ενθαρρύνει τόσο.  Έζησε μια άνετη ζωή στο κολλέγιο, όλα του τα χρόνια. Εντούτοις μου έδειξε μεγάλη καλοσύνη. Σε αυτόν οφείλουμε το ότι πηγαίνουμε στο Μίλτον.»
«Με ποιόν τρόπο;» είπεη Μάργκαρετ.
«Μα, έχει μισθωτές και ακίνητα, και εργοστάσια στο Μίλτον. Έτσι, αν και δεν του αρέσει το μέρος – υπερβολικά θορυβώδες για τον τρόπο ζωής του- είναι υποχρεωμένος να διατηρεί μια επικοινωνία και εξ όσων μου λέει, πρόκειται για έναν επαρκή χώρο εργασίας για έναν οικοδιδάσκαλο.»
«Οικοδιδάσκαλος!» είπε η Μάργκαρετ απαξιωτικά « Τι στο καλό χρειάζεται ένας βιοτέχνης τους κλασσικούς ή τη λογοτεχνία ή γενικότερα την μορφωση που λαμβάνει ένας τζέντλεμαν;»
«Ω, μα ορισμένοι από αυτούς ,» είπε ο πατέρας της «φαίνονται να είναι πραγματικά αξιόλογοι άνθρωποι, με πλήρη συνείδηση των εκπαιδευτικών τους ελλείψεων, πράγμα που δεν μπορώ να πω για αρκετούς από τους Οξφορδιανούς. Κάποιοι είναι αποφασισμένοι να μορφωθούν καίτοι έχουν προ πολλού ενηλικιωθεί. Άλλοι, επιθυμούν  να έχουν τα παιδιά τους την παιδεία  που δεν είχαν οι ίδιοι. Όπως και να’χει, υπάρχει ένας καλός χώρος εργασίας για έναν οικοδιδάσκαλο. Ο κος Μπέλλ με συνέστησε σε έναν μισθωτή του,  κάποιον κο Θόρντον - ιδιαιτέρως ευφυή άνδρα καθόσον μπορώ να κρίνω από τα γράμματά του. Και, Μάργκαρετ, στο Μίλτον θα  έχω μια ζωή πολυάσχολη, αν  όχι ευτυχισμένη, εν τούτοις οι άνθρωποι και οι παραστάσεις θα είναι τόσο διαφορετικές που δεν θα μου θυμίζουν το Χέλστοουν.»
Η Μάργκαρετ διαισθάνθηκε ότι υπήρχε και κάποιο κρυφό κίνητρο. Όλα θα ήταν διαφορετικά. Χαώδες καθώς ήταν – και η αλήθεια είναι ότι τής είχε δημιουργηθεί μια αντιπάθεια από αυτά που είχε ακούσει για τη Βόρεια Αγγλία, τους βιοτέχνες, τους ανθρώπους, το άγριο και ζοφερό τοπίο- τουλάχιστον είχε ένα καλό: ήταν τελείως διαφορετικό από το Χέλστοουν και δεν θα τους θύμιζε καθόλου τον αγαπημένο τους τόπο.
«Πότε φεύγουμε;» ρώτησε η Μάργκαρετ μετά από μια σύντομη σιωπή.
«Δεν ξέρω  ακριβώς. Ήθελα να το συζητήσω μαζί σου. Βλέπεις, η μητέρα σου ακόμα δεν ξέρει τίποτα  - αλλά νομίζω σε δυο εβδομάδες. Αφού υπογραφή η Πράξις Παραιτήσεώς μου δεν έχω δικαίωμα να παραμείνω.»
Η Μάργκαρετ έμεινε άναυδη.
«Σε δυο εβδομάδες!»
« Όχι και  με την ακρίβεια ημέρας! Τίποτα δεν είναι ακόμα οριστικό...» είπε ο πατέρας της ανήσυχα και με κάποιο δισταγμό, βλέποντας  την  θλίψη που σκέπαζε το βλέμμα της και  την  ταραχή που φανέρωνε το πρόσωπό  της. Αλλά εκείνη πίεσε  αμέσως τον εαυτό της να συνέλθει.
« Καημένη Μαρία!» είπε ο κος Χέηλ τρυφερά «Καημένη μου, Μαρία! Ω, αν δεν είμαστε παντρεμένοι – αν ήμουν  μόνος στον κόσμο, πόσο πιο εύκολο θα ήταν! Όμως, έτσι  όπως έχει η η κατάσταση – Μάργκαρετ, δεν τολμώ  να της μιλήσω!»
«Όχι,» είπε η Μάργκαρετ λυπημένα, « θα της μιλήσω εγώ. Δώσε μου χρόνο μέχρι αύριο το βράδυ να βρώ την κατάλληλη ευκαρία. Αχ, πατέρα,» ξέσπασε ξαφνικά εκλιπαρώντας με πάθος « σε παρακαλώ, πες μου ότι  είναι ένας εφιάλτης, ένα τρομακτικό όνειρο , ότι δεν το ζω αυτό πραγματικά!  Δεν μπορεί στ αλήθεια να θέλεις να φύγεις από την Εκκλησία – να εγκαταλείψεις το Χέλστοουν- να χωριστείς για πάντα από εμένα, την μητέρα, ακολουθώντας μια πλάνη, έναν πειρασμό! Δεν μπορεί να το εννοείς στ’ αλήθεια!»
Ο κος Χέηλ στεκόταν παγερά ακίνητος καθώς του μιλούσε.
Έπειτα, την κύτταξε στα μάτια και είπε με σιγανή, βραχνή και μετρημένη φωνή.
« Μάργκαρετ, το εννοώ. Μην ξεγελάς τον εαυτό σου αμφιβάλλοντας για την αλήθεια των λόγων μου, των προθέσεών μου και των ειλημμένων αποφάσεών μου .» Έμεινε να την κυττάει με το ίδιο σταθερό, πετρωμένο βλέμμα για αρκετή ώρα. Το ίδιο και εκείνη, ανταπέδιδε το βλέμμα του με μάτια γεμάτα παράκληση, πριν πάρει απόφαση ότι όλα ήταν αμετάκλητα. Έπειτα, σηκώθηκε, και χωρίς να πει άλλη λέξη κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Καθώς άπλωνε το χέρι της στο πόμολο, άκουσε τον πατέρα της να την φωνάζει. Στεκόταν δίπλα στο τζάκι σκυφτός και μαζεμένος. Καθώς όμως τον πλησίασε, όρθωσε το ανάστημά του και θέτοντας τα χέρια του στο κεφάλι της, της είπε με σοβαρότητα:
« Η ευλογία του Κυρίου μαζί σου, παιδί μου!»
««Μάλιστα,» απάντησε  εκείνη και επέστρεψε στο καθιστικό ζαλισμένη και σε σύγχυση.

1 σχόλιο: