Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Κεφάλαιο 11 " Πρώτες Εντυπώσεις"




Βορράς και Νότος

Κεφάλαιο 11

«Πρώτες Εντυπώσεις»

«Μάργκαρετ!» είπε ο κος Χέηλ επιστρέφοντας στο σαλόνι αφού είχε ξεπροβοδίσει τον επισκέπτη τους,  «δεν σου κρύβω πως σε παρακολουθούσα με κάποια ανησυχία, την ώρα που ο κος Θόρντον  μας εκμυστηρεύτηκε ότι στο παρελθόν είχε δουλέψει ως παραγυιός. Εγώ το γνώριζα ήδη από τον κύριο Μπέλλ, και ήμουν προετοιμασμένος αλλά για μια στιγμή πίστεψα πως εσύ ήσουν έτοιμη να σηκωθείς και φύγεις από το δωμάτιο !»

«Ω, πατέρα! Δεν εννοείς πως με θεώρησες τόσο ανόητη; Στ’ αλήθεια μου άρεσε αυτή η παρουσίαση του εαυτού του περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είπε. Όλα τα άλλα με έκαναν να θυμώσω με την σκληρότητα τους αλλά μίλησε για τον εαυτό του με τόση απλότητα, χωρίς την προσποίηση που κάνει να φαίνονται  τόσο κακόγουστοι οι  έμποροι . Και είχε τέτοιο τρυφερό σεβασμό για την  μητέρα του  που ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να σηκωθώ να φύγω  τότε, παρά τη στιγμή που άρχισε να παινεύει το Μίλτον λες και δεν υπάρχει άλλο τέτοιο μέρος στον κόσμο. Ή  τότε που ομολόγησε ατάραχα πως περιφρονεί τους ανθρώπους που δεν προνοούν αλλά είναι απρόσεκτοι και σπάταλοι – και δεν του περνά καθόλου από το μυαλό ότι είναι δικό του καθήκον να τους κάνει διαφορετικούς- να τους παρέχει την εκπαίδευση που έδωσε σε εκείνον η μητέρα του  και στην οποία είναι φανερό πως οφείλει την θέση του, όποια κι αν είναι αυτή.  Όχι! Νομίζω πως αυτή του η εκμυστήρευση ότι είχε υπάρξει παραγυιός, μου άρεσε περισσότερο από όλα. »

«Μάργκαρετ, με εκπλήσσεις!» είπε η μητέρα της. «Εσύ, που στο Χέλστοουν κατηγορούσες ανθρώπους ότι ασχολούνταν με το εμπόριο!  Δεν νομίζω, κύριε Χέηλ, ότι έκανες καλά που μας σύστησες έναν τέτοιον άνθρωπο  χωρίς να μας πεις τι είχε υπάρξει.  Πραγματικά φοβήθηκα να  δείξω πόσο πολύ με τάραξαν κάποια πράγματα που είπε. Ο πατέρας του λέει «πέθανε κάτω από άθλιες συνθήκες». Για το Θεό, θα μπορούσε να ήταν και εργατικό ατύχημα.»

« Δεν είμαι σίγουρος ότι θα ήταν χειρότερο αν επρόκειτο για εργατικό ατύχημα,» απάντησε ο σύζυγός της. «Είχα πληροφορηθεί από τον κο Μπέλλ για αρκετά πράγματα σχετικά με την ζωή του στο παρελθόν, πριν ακόμα έρθουμε εδώ, και μια και ο ίδιος σας ανάφερε κάποια κομμάτια,  θα συμπληρώσω τα κενά. Ο πατέρας του προσπάθησε να βγάλει κέρδος μέσα από ριψοκίνδυνες συναλλαγές στο Χρηματιστήριο αλλά απέτυχε και αυτοκτόνησε,  μη μπορώντας να αντέξει την ατίμωση.  Όλοι οι φίλοι του απομακρύνθηκαν μόλις γνωστοποιήθηκε το πόσο ανέντιμα ρίσκαρε, προσπαθώντας παράλογα και απελπισμένα να ανακτήσει την μέτρια περιουσία που είχε, παίζοντας με χρήματα που δεν ήταν δικά του. Κανένας δεν προσφέρθηκε να βοηθήσει τη γυναίκα και αυτό το αγόρι. Υπήρχε κι ένα ακόμα παιδί, ένα κορίτσι νομίζω, πολύ μικρό για να εργαστεί αλλά  χρειαζόταν  κι αυτό φροντίδα. Κανείς από τους φίλους τουλάχιστον, δεν εμφανίστηκε άμεσα και η κα Θόρντον, όπως πιστεύω,  δεν είναι από τις γυναίκες που κάθονται να περιμένουν πότε θα εμφανιστεί μια κάποια  αργοπορημένη καλοσύνη. Έτσι, έφυγαν από το Μίλτον. Ήξερα ότι δούλευε σε ένα κατάστημα και ότι ο μισθός του μαζί με κάποια σπαράγματα  της περιουσίας που είχαν εξασφαλισθεί στη μητέρα του ήταν τα μέσα με τα οποία συντηρήθηκε η οικογένεια επί μακρόν. Ο κος Μπέηλ είπε ότι στην κυριολεξία ζούσαν με ψωμί και νερό για πάρα πολύ καιρό – το πώς δεν το ήξερε, όμως  πολύ  αφότου  οι δανειστές του μακαρίτη κου Θόρντον είχαν χάσει κάθε ελπίδα να πάρουν πίσω τα χρήματά τους ( αν όντως  ήλπιζαν καθόλου ιδίως μετά την αυτοκτονία του), αυτός ο νεαρός επέστρεψε στο Μίλτον και αθόρυβα  άρχισε να ξεπληρώνει σε όλους τους δανειστές ένα μέρος των χρημάτων.
Χωρίς φασαρία, χωρίς κοσμοσυρροή από δανειστές, τα πάντα έγιναν ήσυχα κι αθόρυβα αλλά στο τέλος όλα ξεπληρώθηκαν – βοήθησε σημαντικά και  το γεγονός ότι ένας  από τους δανειστές, ένας δύστροπος ( έτσι λέει ο κος Μπέηλ) ηλικιωμένος, πήρε τον κο Θόρντον ως συνέταιρό του κατά κάποιο τρόπο.

«Όλα αυτά είναι πολύ ωραία» είπε η Μάργκαρετ. «Τι κρίμα που ένας τέτοιος χαρακτήρας αλλοιώθηκε από τη θέση του  ως εργοστασιάρχης στο Μίλτον».

« Τι εννοείς αλλοιώθηκε ;» ρώτησε ο πατέρας της.
«Ω, πατέρα, με το να ζυγίζει τα πάντα σε σχέση με τον πλούτο. Όταν μιλούσε για την ισχύ των μηχανών, ήταν φανερό ότι  τη στάθμιζε σε σχέση με τους νέους τρόπους που μπορούν προάγουν το εμπόριο και το κέρδος. Και οι φτωχοί γύρω του  - ήταν φτωχοί επειδή ήταν διεφθαρμένοι- δεν αξίζουν την συμπόνοια του επειδή  δεν είχαν το δικό του ατσάλινο χαρακτήρα και τις ικανότητες που του παρείχε στο να πλουτίσει.»

« Όχι διεφθαρμένοι – δεν είπε κάτι τέτοιο. Σπάταλοι και μαλθακοί  ήταν οι λέξεις που χρησιμοποίησε.»
Η Μάργκαρετ μάζευε τα υλικά που είχε χρησιμοποιήσει η μητέρα της για το εργόχειρο και ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο.  Καθώς ετοιμαζόταν να βγει από το δωμάτιο, κοντοστάθηκε διστακτική – ήθελε να προσθέσει κάτι το οποίο πίστευε ότι θα ευχαριστούσε τον πατέρα της αλλά για να είναι ειλικρινής και ξεκάθαρη θα  έπρεπε να δείξει επίσης ότι είχε ενοχληθεί. Ωστόσο, το ξεστόμισε.
« Πατέρα, θεωρώ ότι ο κος Θόρντον είναι ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος. Όμως σε προσωπικό επίπεδο δεν τον συμπαθώ καθόλου.»
«Εγώ όμως τον συμπαθώ!» είπε ο πατέρας της γελώντας. « Και σε προσωπικό επίπεδο – όπως λές- και σε όλα τα επίπεδα, γενικά. Δεν τον θεωρώ ήρωα ή κάτι τέτοιο. Ας πούμε καληνύχτα, όμως παιδί μου… Με θλίβει που η μητέρα σου φαίνεται τόσο κουρασμένη, απόψε.»

Η Μάργκαρετ είχε προσέξει εδώ και κάμποση ώρα την κατάκοπη όψη της μητέρας της και η παρατήρηση αυτή του πατέρα της την έκανε να πέσει για ύπνο  με έναν αμυδρό φόβο να της βαραίνει την καρδιά.
................................................... Ξαγρύπνησε πολύ εκείνη τη νύχτα,  σκεπτόμενη πώς να ελαχιστοποιήσει την επίδραση που είχε η ζωή τους στο Μίλτον στην υγεία της μητέρας της. Θα μπορούσε – αν αφιέρωνε σ’ αυτό όλο της το χρόνο – να βρει μια υπηρέτρια που να βοηθά σε μόνιμη βάση την Ντίξον, έτσι ώστε  με κάθε τρόπο η μητέρα της να έχει την προσωπική φροντίδα που χρειαζόταν και στην οποία είχε συνηθίσει σε όλη της τη ζωή.
Οι επισκέψεις σε γραφεία ανεύρεσης εργασίας και το να βλέπει ένα σωρό ακατάλληλους – και ελάχιστους  κατάλληλους- ανθρώπους απορρόφησαν όλο το χρόνο και τις σκέψεις της Μάργκαρετ για αρκετές μέρες. Ένα απόγευμα, συνάντησε στο δρόμο την Μπέσσυ Χίγκινς και σταμάτησε να της μιλήσει.
«Λοιπόν, πώς είσαι Μπέσσυ; Ελπίζω καλύτερα, τώρα που άλλαξε ο άνεμος.»
«Καλύτερα. Αλλά και χειρότερα. Αν κατέχεις τι θέλω να πω.»

«Όχι ακριβώς,» είπε χαμογελώντας η Μάργκαρετ.

« Είμαι πιο καλά γιατί δεν μου ξεσκίζει ο βήχας τα σωθικά τις νύχτες, αλλά σιχάθηκ’η ψυχή  μου το  Μίλτον και λαχταράω  να φύγω στα μέρη μου εκεί στο Μπέηλα. Και σα σκέφτομαι ότι είμαι μίλια και μίλια αλάργα τότε μου σκίζετ’ η καρδιά και  δεν καλυτερεύω. Χειρότερα πάω.»

Η Μάργκαρετ στράφηκε κι άρχισε να περπατά μαζί με το κορίτσι που βάδιζε αδύναμα για το σπίτι της. Για μερικά λεπτά δεν μίλησε. Έπειτα είπε με σιγανή φωνή:
«Θέλεις να πεθάνεις, Μπέσσυ;» Γιατί η ίδια αποστρεφόταν τον θάνατο και αγκάλιαζε τη ζωή με πάθος όπως είναι φυσικό για έναν άνθρωπο νέο και υγιή.
Ήταν η σειρά της Μπέσσυ να μείνει σιωπηλή για ένα δύο λεπτά. Έπειτα απάντησε:
« Σαν θα’κανες τη ζωή που κάνω του λόγου μου,  ζωή με βαρυγκόμια μια φορά, και σκεφτόσουνα  πως θα τραβήξει   έτσι για πενήντα ή εξήντα χρόνια – έχει τύχει σ’ άλλους– και σ’έπιανε ζάλη και θολούρα να βλέπεις όλα αυτά τα χρόνια να σε περιγελάνε, μ΄ ώρες αργές και ατέλειωτες, την τύχη μου ! Σού’ λεγα εγώ τότε αν δεν χαιρόσουνα σαν άκουγες το γιατρό να λέει πως σκιάζεται μπας και δεν σε βρεί  άλλος χειμώνας.»
«Μα, γιατί , Μπέσσυ ; Πώς ήταν η ζωή σου μέχρι τώρα;» 

« Στοχάζομαι πως  είναι ίδια μ’αλλουνούς. Μόνο που ελόγου μου δεν βαστάω άλλο ….ενώ εκείνοι μπορούν.»
«Ναι, αλλά πώς είναι ; Ξέρεις, εγώ είμαι ξένη εδώ και ίσως δεν καταλαβαίνω τόσο γρήγορα όσο ένας ντόπιος τι ακριβώς εννοείς.»

«Αν είχες κοπιάσει στο σπίτι μας, τότε που είχες πει πως θα’ρθεις ίσως και να σού’λεγα. Αλλά ο πατέρας λέει πως είσαι κι ελόγου σου σαν τους άλλους. Μάτια που δεν βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται.»
« Δεν ξέρω πώς είναι οι άλλοι. Και είχα πολλές δουλειές. Για να πώ την αλήθεια, είχα ξεχάσει την υπόσχεσή μου….»

«Μοναχή σου το είπες. Δε στο ζητήσαμε εμείς.»

«Είχα ξεχάσει τι είπα εκείνη τη στιγμή.» συνέχισε απαλά η Μάργκαρετ. « Θα το ξαναθυμόμουν αργότερα όταν δεν θα είχα τόσα στο μυαλό μου. Να έρθω μαζί σου τώρα;»

Η Μπέσσυ την κύτταξε  βιαστικά  για να δει αν το εννοούσε. Το εξεταστικό της βλέμμα, καθώς συνάντησε την τρυφερή και φιλική ματιά της Ελίζαμπεθ,  έγινε μελαγχολικό και γεμάτο λαχτάρα.
« Σάμπως έχω και κανέναν να με γνοιαστεί ; Σα λές πως εσύ με γνοιάζεσαι, μπορείς να ‘ρθείς.»
Έτσι, προχώρησαν χωρίς να μιλάνε.  Φτάνοντας σε μια μικρή αυλή, δίπλα σε ένα βρώμικο δρομάκι, η Μπέσσυ είπε:
« Μη σκιαχτείς σα δεις τον πατέρα στο σπίτι και σε αποπάρει στην αρχή. Σε είχε στο νού του, βλέπεις, και θαρρούσε στ’αλήθεια  πως θα’ρχόσουν να μας δείς . Κι επειδή σε συμπάθησε, θύμωσε πιότερο και πειράχτηκε.»
«Μην έχεις φόβο, Μπέσσυ.»

Αλλά ο Νίκολας δεν ήταν στο σπίτι. Ένα μεγαλόσωμο, άγαρμπο κορίτσι, μικρότερο από τη Μπέσσυ αλλά πιο ψηλό και γεροδεμένο, καταγινόταν στο νεροχύτη, και έφερνε ένα γύρω στο δωμάτιο με τρόπο βαρύ αλλά με επιδεξιότητα, κάνοντας όμως τόση φασαρία που η Μάργκαρετ μαζεύτηκε κι αυτή, σε συμπαράσταση για την Μπέσσυ  που είχε σωριαστεί στην πρώτη καρέκλα που βρήκε, λες και το περπάτημα την είχε εξουθενώσει. Η Μάργκαρετ ζήτησε από την αδελφή ένα ποτήρι νερό και ενώ εκείνη έσπευσε να το φέρει ( γκρεμίζοντας το σίδερο και σκοντάφτοντας σε μια καρέκλα, στην πορεία), έλυσε τα κορδόνια του μπονέ της Μπέσσυ για να την βοηθήσει να πάρει μια ανάσα.
«Νομίζεις ότι αξίζει τέτοια ζωή;» έκανε επιτέλους η Μπέσσυ ασθμαίνοντας.  Η Μάργκαρετ δεν μίλησε αλλά της κράτησε το ποτήρι στα χείλη. Η Μπέσσυ άρχισε να πίνει με μεγάλες, πυρετώδικες γουλιές και έπειτα έγειρε πίσω και έκλεισε τα μάτια της. Η Μαργκαρετ την άκουσε να μονολογεί: «.. οὐ πεινάσουσιν ἔτι ,οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι, οὐδὲ μὴ πέσῃ ἐπ’ αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα.»
Η Μάργκαρετ, έσκυψε πάνω της και είπε :  «Μπέσσυ, δείξε υπομονή. Όποια και αν  είναι ή ήταν η ζωή σου. Θυμήσου Ποιος σου την έδωσε και την έκανε έτσι όπως είναι.»

Ξαφνιάστηκε ακούγοντας τον Νίκολας να μιλάει πίσω της. Είχε μπει χωρίς εκείνη να τον καταλάβει.
« Ε, το λοιπόν, κανένας δεν θα κάνει κήρυγμα στη θυγατέρα μου. Αρκετά έχει στο  μυαλό της  με το να φαντάζεται και  να πλάθει όνειρα για πόλεις με χρυσά πορτόνια και διαμαντικά. Μα σαν της αρέσει, ας το κάνει. Δεν θα της φουσκώσεις  όμως άλλο τα μυαλά.»
«Μα σίγουρα,» είπε η Μάργκαρετ γυρίζοντας να τον κυττάξει, «πιστεύετε αυτό που είπα, ότι ο Θεός της έδωσε μια ζωή και όρισε τι είδους ζωή θα είναι αυτή.»

«Πιστεύω αυτό που βλέπω κι άλλο τίποτα. Αυτό είναι που πιστεύω, κοπελιά. Δεν πιστεύω όλα όσα ακούω – α, όχι,  αυτό, ούτε σταλιά! Άκουσα κάποια να κάνει μεγάλη φασαρία για να  μάθει πού καθόμαστε για να κοπιάσει να μας δει. Κι η θυγατέρα μου από ‘δω το ‘δεσε κόμπο τόσο πολύ και πολλές φορές κάθε που άκουγε ένα βήμα ξένο να περνάει στο δρόμο, την έβλεπα ν’αλαφιάζεται. Μα αυτή η κάποια κόπιασε επιτέλους, και είναι καλοδεχούμενη, φτάνει αυτή η κάποια να μην  μας τσαμπουνάει πράγματα που  δεν τα κατέχει διόλου !»
Η Μπέσσυ τόση ώρα κύτταζε το πρόσωπο της Μάργκαρετ  και τώρα ανασηκώθηκε λίγο για να μιλήσει, απλώνοντας το χέρι της στο μπράτσο της Μάργκαρετ ικετευτικά.

«Μη  του κακιώνεις. Είναι κάμποσοι  εδώ γύρω που έχουν τα ίδια μυαλά. Κάμποσοι. Αν τους άκουγες να μιλάνε, δεν θα σάστιζες με τον κύρη μου . Είναι καλός και σπάνιος άνθρωπος ο κύρης μου αλλά …» είπε και έγειρε πίσω με  απόγνωση « αυτά που λέει κάποιες φορές  με κάνουν να θέλω πιότερο να πεθάνω,  γιατί λαχταράω να μάθω  τόσα  και δεν ξέρω πώς κι αναρωτιέμαι.»
«Έρμο μου κορίτσι- καημένο μου- δε μ’αρέσει να σε τυραννάω αλλά ο άντρας έχει χρέος να πει την αλήθεια κι όταν βλέπω να παγαίνει κατά διαόλου ο κόσμος σήμερα, και να καταγίνονται με πράγματα για τα οποία δεν ξέρουν την τύφλα τους, και να μη διορθώνουν τα στραβά και τ’άσχημα- ε, δεν παρατάτε λέω εγώ την κουβέντα για τα θεοτικά και να αρχίστε να φτιάνετε αυτό που κατέχετε κι αυτό που θωρείτε. Αυτό είναι το πιστεύω μου.  Είν’ απλό και στο χέρι τ’ανθρώπου και δεν θαρρώ πως είν’ και δύσκολο.»
Αλλά το κορίτσι στράφηκε ακόμα πιο παρακαλεστικά στη Μάργκαρετ.
«Μην του κρατάς κακία. Είναι καλός ο κύρης μου, στ’ αλήθεια. Φορές πιστεύω πως ακόμα και στην Παράδεισο θα με τρώει η λύπη αν δεν είναι κι ο κύρης μου εκεί.»  Τα μάτια και τα μάγουλά της φούντωσαν  σαν από πυρετό. «Αλλά πατέρα, θα’σαι εκεί! Στο λέω! Ωχ, η καρδιά μου!» Έφερε το χέρι στο στήθος κι έγινε κάτωχρη. Η Μάργκαρετ την κράτησε στην αγκαλιά της και έβαλε το βασανισμένο κεφάλι να αναπαυτεί στον κόρφο της. Της παραμέρισε τα μαλλιά από τους κροτάφους και της έριξε λίγο κρύο νερό. Ο Νίκολας, με την γρηγοράδα που δίνει η αγάπη, κατάλαβε όλα τα νεύματα που του έκανε για να της φέρει τούτο και τ’ άλλο, κι ακόμα κι η αδελφή που είχε γουρλώσει τα μάτια της, προσπάθησε να κινείται πιο ανάλαφρα μόλις της είπε «Σσσστ!» η Μάργκαρετ. Προς το παρόν, ο σπασμός που προμήνυε το θάνατο είχε περάσει και η Μπέσσυ ανασηκώθηκε και είπε:
«Θα πάω να ξαπλώσω, είναι καλύτερα, αλλά…» και πιάνοντας το φόρεμα της Μάργκαρετ «θα’ρθεις ξανά – το ξέρω πως θα’ρθείς – αλλά πες το!»
«Θα έρθω αύριο» είπε η Μάργκαρετ.
Η Μπέσσυ έγειρε στον πατέρα της . Εκείνος ετοιμάστηκε να την κουβαλήσει επάνω, αλλά καθώς  η Μάργκαρετ σηκώθηκε να φύγει, ο Νίκολας προσπάθησε να βρεί  λόγια να της πεί κάτι:  «Εύχομαι να υπήρχε Θεός, μοναχά για να του ζητήσω να σ’έχει καλά.»
Η Μάργκαρετ έφυγε περίλυπη και σκεφτική.
Είχε αργήσει για το τσάι.  Στο Χέλστοουν το να μην είναι κανείς στην ώρα του για τα γεύματα, ήταν μέγιστο σφάλμα στα μάτια της μητέρας της ∙ αυτή όμως η αργοπορία όπως και κάποιες  άλλες μικρές παρεκκλίσεις από την κανονικότητα φαίνονταν να μην την εξοργίζουν πλέον, και η Μάργκαρετ σχεδόν νοσταλγούσε εκείνα τα παράπονα του παρελθόντος.
«Βρήκες κάποια υπηρέτρια, χρυσό μου;»
«Όχι, μητέρα – εκείνη η Άνν Μπάκλευ ήταν εντελώς ακατάλληλη.»
«Υποθέτω ότι πρέπει να δοκιμάσω κι εγώ.» είπε ο κος Χέηλ. Εσείς όλοι προσπαθήσατε να βρείτε μια λύση σ’αυτό το δύσκολο πρόβλημα. Τώρα είναι η σειρά μου. Μπορεί να είμαι εγώ η Σταχτοπούτα στην οποία θα ταιριάξει το γοβάκι, τελικά.»
Η Μάργκαρετ μόλις που χαμογέλασε με αυτό το μικρό αστεϊσμό – τόσο ήταν περίλυπη από την επίσκεψη στους Χίγκινς.
«Τι θα κάνεις, πατέρα; Πώς σκέφτεσαι να το ρυθμίσεις το θέμα;»
«Ε, λοιπόν, θα απευθυνθώ σε κάποια καλή και  άξια οικοδέσποινα να μου συστήσει  μια γνωστή της ή κάποια την οποία  να γνωρίζει το υπηρετικό της προσωπικό.»
«Πολύ ωραία. Μα πρέπει πρώτα να τη βρούμε  και να την αρπάξουμε αυτήν την καλή κι άξια κυρά.»
«Την έχετε ήδη. Ή  μάλλον θα έρθει να πέσει  μόνη της στο δίχτυ και θα την ψαρέψετε αύριο αν είστε επιδέξιες.»

«Τι εννοείς, κύριε Χέηλ;» ρώτησε η σύζυγός του με αρκετή περιέργεια.
« Να, ο υποδειγματικός μαθητής μου ( όπως τον αποκαλεί η Μάργκαρετ)  μου είπε ότι η μητέρα του σκοπεύει να επισκεφθεί το ζεύγος Χέηλ, αύριο.»
«Η κυρία Θόρντον!» αναφώνησε η κα Χέηλ.
« Η μητέρα για την οποία μας μίλησε ;» ρώτησε η Μάργκαρετ
«Η κυρία Θόρντον – η μόνη μητέρα που  έχει, όπως πιστεύω» είπε ο κος Χέηλ  ήρεμα.

..................................................................................................................

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Κεφάλαιο 10 " Σφυρήλατος σίδηρος και χρυσός"



Βορράς   κ Νότος

Κεφάλαιο 10

« Σφυρήλατος σίδηρος και χρυσός»



Ο κος Θόρντον  έφυγε από το σπίτι χωρίς να ξαναμπεί στην τραπεζαρία. Είχε  ήδη αργήσει και προχωρούσε  βιαστικά με κατεύθυνση το Κράμπτον. Ανησυχούσε γιατί δεν ήθελε να  προσβάλλει το νέο του φίλο  και να δείξει έλλειψη σεβασμού αν τυχόν αργοπορούσε.
................................................................................................


Στα μάτια  του κυρίου Θόρντον, όλη αυτή  η γεμάτη χάρη φροντίδα, έμοιαζε να είναι κάτι το συνηθισμένο για την οικογένεια και μάλιστα κάτι  το οποίο έφερε την σφραγίδα της Μάργκαρετ. Στεκόταν δίπλα στο τραπέζι του τσαγιού, ντυμένη  με μια ανοιχτόχρωμη μουσελίνα, που είχε πάνω της αρκετές  ρόδινες πινελιές.  Έμοιαζε να μην προσέχει την συζήτηση, παρά να είναι απορροφημένη  με το σερβίτσιο του τσαγιού,  γύρω από το οποίο τα χέρια της  πετούσαν με αβρές, ανάλαφρες κινήσεις. Φορούσε ψηλά  στο χέρι, ένα μπρασελέ, το οποίο κάθε τόσο έπεφτε στην καμπύλη  του καρπού της. Ο κος Θόρντον παρακολουθούσε τον τρόπο  επαναφοράς  του άτακτου κοσμήματος στην αρχική του θέση με πολύ περισσότερη προσοχή από αυτήν που έδινε στη συζήτηση με τον πατέρα της.  Φαινόταν  ότι τον γοήτευε να την βλέπει να  το σπρώχνει ανυπόμονα και να το στερεώνει στο απαλό της δέρμα    και έπειτα να το βλέπει  ξανά να χαλαρώνει – να πέφτει. Σχεδόν του ερχόταν να αναφωνήσει: « Να’το πάλι !»

Ήταν τόσα λίγα αυτά που έπρεπε να γίνουν για την προετοιμασία του τσαγιού, την ώρα που έφτασε, ώστε σχεδόν λυπήθηκε που η διαδικασία του να πιούν  το τσάι και να δοκιμάσουν τα βουτήματα ξεκίνησε τόσο γρήγορα  στερώντας του  την δυνατότητα να παρακολουθεί την Μάργκαρετ.


Του πρόσφερε το τσάι  με τον περήφανο τρόπο μιας απρόθυμης σκλάβας ∙ το βλέμμα της όμως έπιασε αμέσως πότε ήταν  έτοιμος για δεύτερο φλυτζάνι  και εκείνος  σχεδόν λαχταρούσε να της ζητήσει να κάνει και γι αυτόν  ότι είχε κάνει πριν για τον πατέρα της ο οποίος είχε πάρει τα μικρά της δάχτυλα μέσα στο ανδρείκιο χέρι του και τα είχε χρησιμοποιήσει ως λαβίδες για τους κύβους ζάχαρης. Ο κος Θόρντον  την είδε τότε να στρέφει στον πατέρα της ένα βλέμμα φωτεινό, γεμάτο αγάπη και γέλιο, όσο  διαρκούσε αυτή η παντομίμα μεταξύ τους, απαρατήρητη, όπως νόμιζαν, από τρίτους. Η Μάργκαρετ είχε ακόμα πονοκέφαλο, όπως μαρτυρούσαν η χλωμάδα και η σιωπή της ∙ ήταν όμως αποφασισμένη να αναλάβει εκείνη δράση αν υπήρχε κάποια μακρόσυρτη αμήχανη σιωπή παρά να  νοιώσει  ο φίλος, μαθητής και προσκεκλημένος του πατέρα της ότι τον παραμελούσαν. Όμως η συζήτηση έρρεε αβίαστα, έτσι η Μάργκαρετ αποτραβήχτηκε με το εργόχειρό της σε μια γωνιά δίπλα στην μητέρα της, μόλις τα του τσαγιού αποσύρθηκαν  και ένοιωσε  ελεύθερη να αφεθεί στις σκέψεις της χωρίς το φόβο μήπως χρειαστεί να παρέμβει για να καλύψει κάποιο κενό στη συζήτηση.




Ο κος Θόρντον και ο κος Χέηλ ήταν απορροφημένοι και οι δύο τους με το να συζητάνε κάτι που τους απασχολούσε από την προηγούμενη συνάντησή τους. Η Μάργκαρετ  προσγειώθηκε στην πραγματικότητα από  ένα ασήμαντο, χαμηλόφωνο σχόλιο της μητέρας της και  καθώς σήκωσε τα μάτια από το εργόχειρο, τράβηξε την προσοχή της  η διαφορά μεταξύ του κου Θόρντον και του πατέρα της ως προς την εξωτερική εμφάνιση, πράγμα που δήλωνε δύο εντελώς αντίθετες φύσεις. Ο πατέρας της ήταν λεπτός και αυτό τον έκανε να φαίνεται πιο ψηλός απ’ ότι ήταν, όταν δεν είχε να συγκριθεί , όπως τώρα με την ψηλή, γεροδεμένη κορμοστασιά κάποιου άλλου. Οι γραμμές στο πρόσωπό του ήταν μαλακές και οι εκφράσεις του εναλλάσονταν γοργά, δείχνοντας κάθε του συναίσθημα ∙ τα βλέφαρά του βαριά και καμπυλόγραμμα, έδιναν στο βλέμμα του μια παράξενη, νωθρή, σχεδόν θηλυκή ομορφιά. Τα φρύδια ήταν τοξωτά και καλογραμμένα αλλά σε μεγάλη απόσταση από τα μάτια, εξαιτίας των μεγάλων, ονειροπόλων βλεφάρων.  Απ’ την άλλη, στο πρόσωπο του κου Θόρντον,  τα ίσια φρύδια βρίσκονταν ακριβώς πάνω απ’τα  βαθουλωτά, σοβαρά μάτια, που το βλέμμα τους κοφτερό, αν και όχι  με άσχημο τρόπο, εν τούτοις, φαινόταν ότι μπορούσε να διειδύσει στα κατάβαθα της ψυχής του ανθρώπου στον οποίο στρεφόταν.

Είχε λίγες αλλά έντονες γραμμές στο πρόσωπο και έμοιαζαν σκαλισμένες σε μάρμαρο. Βρίσκονταν κυρίως γύρω από τα χείλη που  έσφιγγαν ελαφρά  πάνω από δόντια τόσο άψογα και όμορφα ώστε έδιναν την εντύπωση μιας ξαφνικής λιακάδας  κάθε φορά που ένα σπάνιο, λαμπερό χαμόγελο εμφανιζόταν στιγμιαία και έλαμπε μέσα από τα μάτια, αλλάζοντας  ολόκληρη την όψη του: ο σοβαρός και αποφασιστικός άνδρας που ήταν έτοιμος να κάνει και να τολμήσει τα πάντα, παραδινόταν στην  αυθόρμητη και ειλικρινή απόλαυση της στιγμής, τόσο άφοβα  και απροσποίητα   όπως ένα παιδί.    


Στην Μάργκαρετ άρεσε αυτό το χαμόγελο ∙ ήταν το πρώτο πράγμα που θαύμασε στον καινούριο αυτό φίλο του πατέρα της ∙ και η αντίθεση στο χαρακτήρα όπως διαγραφόταν και από τις λεπτομέρειες της εμφάνισής τους που τώρα μόλις παρατηρούσε, έμοιαζε να εξηγεί την  ολοφάνερη συμπάθεια  του ενός προς τον άλλον.


Διόρθωσε το  κακοδουλεμένο εργόχειρο της μητέρας της και  βυθίστηκε ξανά στις σκέψεις της – ο κος Θόρντον την είχε ξεχάσει εντελώς, σαν να μην υπήρχε στο δωμάτιο ∙ τόσο ήταν απορροφημένος στο να εξηγεί στον κο Χέηλ την θαυμαστή δύναμη αλλά και την αβρή προσαρμογή ισχύος της ατμοκίνητης σφύρας, πράγμα που θύμιζε στον κο  Χέηλ  τις υπέροχες ιστορίες για το υποτακτικό τζίνι  από τις Χίλιες και Μια Νύχτες: Τη μια στιγμή να επεκτείνεται από τη γη ως τον ουρανό και να γεμίζει τον ορίζοντα και την άλλη να συρρικνώνεται υπάκουα  για να χωρέσει σε ένα βάζο τόσο μικρό που και ένα παιδί  θα μπορούσε να το κρατήσει στην παλάμη του.



«Και αυτή η φαντασία που κινεί την δύναμη , αυτή η πρακτική εφαρμογή μιας γιγάντιας σκέψης, προήλθε από το μυαλό ενός ανθρώπου εδώ, στην πόλη μας. Αυτός ο άνθρωπος το έχει μέσα του να σκαρφαλώνει βήμα –βήμα  από κάθε θαύμα που κατορθώνει σε ακόμα μεγαλύτερα επιτεύγματα. Και είμαι υποχρεωμένος να πω, ότι  έχουμε πολλούς ανάμεσά μας, οι οποίοι, όταν εκείνος θα έχει φύγει, μπορούν να συνεχίσουν επάξια τον αγώνα του, ο οποίος υποχρεώνει και πρέπει να υποχρεώνει όλες τις δυνάμεις της ύλης να υποταχθούν στην επιστήμη.»


«Ο κομπασμός σας, μου θυμίζει εκείνο το περίφημο –΄Εκατοντάδες έχω στην Αγγλία καπεταναίους΄ είπε ΄άξιους όσο κι εκείνος μες στην μάχη»


Στο σχόλιο του πατέρα της η Μάργκαρετ σήκωσε  ξαφνιασμένη το βλέμμα της, απορώντας. Πώς στο καλό είχαν φτάσει από τις τροχαλίες στην κλασσική  λογοτεχνία;


«Δεν είναι καθόλου δικός μου κομπασμός», απάντησε ο κος Θόρντον ∙ «είναι η ίδια η πραγματικότητα. Δεν  θα αρνηθώ ότι είμαι περήφανος που ανήκω σε μια πόλη – ή μάλλον σε μια επαρχία- οι ανάγκες της οποίας  γεννούν τέτοιες μεγαλόπνοες ιδέες.  Θα προτιμούσα να είμαι κάποιος που πασχίζει, υποφέρει - ακόμα και μέσα από αποτυχίες και ελλείψεις- εδώ, παρά να έχω μια ζωή βαριεστημένης ευδαιμονίας στις τάξεις των αποκαλούμενων αριστοκρατικών κύκλων, κάτω στο Νότο, με τις αργόσυρτες μέρες τις γεμάτες ξένοιαστη βολή. Όποιος έχει κορεστεί στο μέλι είναι αδύνατον να υψωθεί και να πετάξει.»



«Κάνετε λάθος» είπε η Μάργκαρετ ,  που ξεσηκώθηκε ακούγοντας να συκοφαντούν τον αγαπημένο της Νότο και βάλθηκε να τον υπερασπιστεί με τέτοιο πάθος και οργή που έφερε χρώμα στα μάγουλά της και  δάκρυα θυμού στα μάτια της. «Δεν ξέρετε τίποτα για το Νότο. Αν υπάρχει λιγότερο ρίσκο  και πρόοδος – υποθέτω δεν μπορώ να πω και λιγότερη έξαψη- σε σχέση με τον τυχοδιωκτισμό που χαρακτηρίζει το εμπόριο και που φαίνεται να είναι απαραίτητος για να  δώσει ώθηση σε αυτές τις υπέροχες  εφευρέσεις, υπάρχουν επίσης και λιγότερα δεινά. Έχω δει ανθρώπους να περπατάνε στο δρόμο με το βλέμμα καρφωμένο στο χώμα, γεμάτο θλίψη και βάσανα – άνθρωποι που δεν υποφέρουν μόνο  αλλά μισούν.  Απ’ την άλλη, και στο Νότο έχουμε φτωχούς αλλά δεν υπάρχει αυτή η φριχτή έκφραση  στο πρόσωπό τους, αυτή η σκυθρωπή  αίσθηση της αδικίας που βλέπω εδώ. Δεν έχετε ιδέα τι είναι ο  Νότος, κύριε Θόρντον,» κατέληξε η Μάργκαρετ και  κλείστηκε αποφασιστικά στη σιωπή της, θυμωμένη με τον εαυτό της που είχε πει τόσα πολλά.


«Μου επιτρέπετε, ίσως να πω ότι κι εσείς δεν έχετε ιδέα τι είναι ο Βορράς;» ρώτησε εκείνος  με μια απρόσωπη  ευγένεια στο ύφος του, καθώς είδε ότι πραγματικά  την είχε πληγώσει. Εκείνη είχε αποφασίσει να παραμείνει σιωπηλή, νοιώθοντας τέτοια αφόρητη νοσταλγία για όλα εκείνα τα όμορφα μέρη που είχε αφήσει πίσω στο Χάμπσαϊρ, που φοβόταν  ότι αν μιλούσε η φωνή της θα έβγαινε ασταθής και τρεμάμενη.



«Μ' όλα ταύτα, κύριε Θόρντον,» είπε ο κος Χέηλ, « θα παραδεχτείτε ότι η πόλη του Μίλτον είναι πολύ πιο αιθαλώδης και βρώμικη από αυτές που θα συναντήσετε στο Νότο.»



«Φοβάμαι ότι θα πρέπει να αφήσω κατά μέρος το θέμα καθαριότητας του Μίλτον» είπε ο κος Θόρντον με εκείνο το γρήγορο , λαμπερό του χαμόγελο. « Το Κοινοβούλιο όμως μας υποχρεώνει να φιλτράρουμε τον καπνό μας. Έτσι, υποθέτω ότι σαν καλά παιδάκια θα πρέπει να κάνουμε ότι μας λένε – καμιά φορά.»



«Μα νομίζω μου είχατε πεί ότι εσείς είχατε αλλάξει τις καμινάδες σας  ώστε να συγκρατούν τον περισσότερο καπνό, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο κος Χέηλ.




«Τις είχα αλλάξει με δική μου πρωτοβουλία,  πριν εμπλακεί το Κοινοβούλιο στην υπόθεση.  Προς στιγμήν ήταν ένα μεγάλο κόστος αλλά μου επιστράφηκε  αργότερα με την εξοικονόμηση σε άνθρακα. Δεν είμαι σίγουρος αν θα το είχα κάνει σε περίπτωση που  περίμενα να ψηφιστεί πρώτα ο νόμος. Σε τέτοιο ενδεχόμενο, θα περίμενα να μου κάνουν καταγγελία και να μου επιβληθεί πρόστιμο με όλες τις δυσάρεστες συνέπειες στην παραγωγή.  Όμως, όλοι οι νόμοι που επιβάλλονται μέσα από καταγγελίες και πρόστιμα, στο τέλος αδρανούν εξαιτίας της απέχθειας που προκαλούν στους εργοστασιάρχες. Αμφιβάλλω αν είχε γίνει καταγγελία για κάποια καμινάδα εδώ στο Μίλτον  τα τελευταία πέντε χρόνια, αν και ορισμένες μετέτρεπαν συνεχώς το ένα τρίτο του άνθρακά τους σε  αυτό που εδώ αποκαλείται αντικοινοβουλευτικός καπνός.»



«Αυτό που ξέρω είναι ότι είναι αδύνατον να διατηρηθούν καθαρές οι κουρτίνες για περισσότερο από μια εβδομάδα ∙ ενώ στο Χέλστοουν τις είχαμε για ένα μήνα και παραπάνω, και ακόμα και τότε δεν φαίνονταν βρώμικες. Όσο για τα χέρια – Μάργκαρετ, πόσες φορές είπες ότι έπρεπε να πλύνεις τα χέρια σου σήμερα πριν ακόμα το μεσημέρι ; Τρεις φορές, δεν είναι έτσι;»


«Μάλιστα, μητέρα»



«Φαίνεται πως έχετε σφοδρές ενστάσεις όσον αφορά  τους νόμους του Κοινοβουλίου και όλη τη νομοθεσία που επηρρεάζει τη διαχείριση των  υποθέσεών  σας εδώ στο Μίλτον.» είπε ο κος Χέηλ.




«Ναι, πράγματι. Το ίδιο και πολλοί άλλοι. Και δικαίως, νομίζω. Ολόκληρη η βιομηχανία – όχι, δεν εννοώ την βιομηχανία ξύλου και σιδήρου – αλλά η βιομηχανία βάμβακος είναι τόσο καινούρια ώστε δεν είναι να απορεί κανείς που δεν δουλεύουν σε κάθε τομέα τα πάντα όπως πρέπει. Τι ήταν πριν από εβδομήντα χρόνια;  Και σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα; Τραχειά, χοντροκομμένα στοιχεία ενώθηκαν ∙ άνθρωποι του ίδιου επιπέδου ως προς την εκπαίδευση και την κοινωνική θέση ξαφνικά διαφοροποιήθηκαν σε εργάτες και αφεντικά,  χάρη στο πρακτικό τους πνεύμα όσον αφορά τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες, το οποίο διέκρινε κάποιους και τους έκανε να προβλέψουν το λαμπρό μέλλον που κρυβόταν πίσω από εκείνη την πρωτόλεια μηχανή του Σερ Ρίτσαρντ Αρκραϊτ.*
 Η ταχεία ανάπτυξη αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ένα καινούριο είδος εμπορίου, παρείχε σε εκείνους τους πρώτους εργοδότες τεράστια δύναμη σε πλούτο και εξουσία. Και όχι μόνο πάνω στους εργάτες ∙ αλλά και πάνω στους αγοραστές – πάνω στην αγορά ολόκληρου του κόσμου.

Ορίστε, θα μπορούσα να αναφέρω για παράδειγμα, μια καταχώρηση σε εφημερίδα του Μίλτον, δεν είναι ούτε πενήντα χρόνια που δημοσιεύτηκε, ότι ο κύριος Τάδε (ένας από τους μετρημένους στα δάχτυλα παραγωγούς σταμπωτών  υφασμάτων) θα έκλεινε την αποθήκη του καθημερινά το μεσημέρι, επομένως όλοι οι αγοραστές θα έπρεπε να πάνε νωρίτερα  από εκείνη την ώρα. Φανταστείτε έναν άνθρωπο να υπαγορεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο  ποια ώρα θα πουλήσει και ποια όχι. Στις μέρες μας, πιστεύω, αν  ένας καλός πελάτης διαλέξει να έρθει μέσα στα μεσάνυχτα, θα πρέπει να σηκωθώ  με το κλειδί στο χέρι και να εκτελέσω την παραγγελία του.»

Τα χείλη της Μάργκαρετ συστράφηκαν ελαφρά, αλλά για κάποιο λόγο ήταν υποχρεωμένη να ακούει ∙ δεν μπορούσε πλέον να αποτραβηχτεί στις σκέψεις της.




«Τα λέω αυτά για να δείξω την απεριόριστη σχεδόν δύναμη που είχαν οι βιομήχανοι στο ξεκίνημα περίπου του αιώνα μας. Ήταν κάτι που τους ζάλισε. Επειδή κάποιος ήταν επιτυχημένος στις επιχειρήσεις, δεν σημαίνει ότι και σε όλα τα άλλα πράγματα το μυαλό του ήταν εξίσου ισορροπημένο. Αντίθετα, η αίσθησή του περί δικαίου και η απλοϊκότητά του, συχνά ασφυκτιούσαν εντελώς κάτω από  τον υπερκορεσμό του πλούτου που του είχε προκύψει ξαφνικά.  Αφηγούνται μάλιστα περίεργες ιστορίες για τις ξέφρενες υπερβολές της ζωής εκείνων των πρώτων Αφεντάδων του Βάμβακος. Και αναμφίβολα εξασκούσαν τυραννία στους εργάτες τους. Γνωρίζετε την παροιμία κύριε Χέηλ :  «Δώσε άλογο στο διακονιάρη και μέχρι το διάολο θα το πάει» Ε, λοιπόν,  κάποιοι από αυτούς τους πρώιμους εργοστασιάρχες το πήγαν μέχρι το διάολο και μάλιστα  με κάθε μεγαλοπρέπεια : συντρίβοντας ανθρώπινη σάρκα και οστά κάτω από τις οπλές των αλόγων τους χωρίς τύψεις. Όμως σιγά- σιγά ήρθε η αντίδραση: έγιναν περισσότερα  τα εργοστάσια, περισσότερα τα αφεντικά ∙ χρειάζονταν περισσότερα εργατικά χέρια. Η ισχύς των αφεντικών και των εργατών ήρθε σε καλύτερη ισορροπία ∙ έτσι τώρα η μεταξύ μας πάλη γίνεται με πιο δίκαιους όρους.  Δεν θα υποταχθούμε εύκολα  στις αποφάσεις κάποιου μεσολαβητή, πολύ περισσότερο δεν θα δεχθούμε  να ανακατευτεί στις υποθέσεις μας κάποιος που έχει πολύ επιφανειακή και αποσπασματική γνώση των γεγονότων ακόμα και αν αυτός  ο κάποιος είναι η Ολομέλεια του Κοινοβουλίου.»



«Είναι απαραίτητο να το ονομάζετε πάλη  μεταξύ δύο τάξεων;» ρώτησε ο κος Χέηλ. « Ξέρω ότι εφόσον χρησιμοποιείτε τον όρο αυτόν, αυτήν την ιδέα θα πρέπει να έχετε  σχηματίσει στο μυαλό σας.»




«Είναι αλήθεια∙ και το θεωρώ  ως τέτοια βεβαιότητα όπως και το ότι η συνετή σοφία και η σωστή καθοδήγηση  εναντιώνονται  και αντιμάχονται την άγνοια και την απρονοησία. Είναι από τις σημαντικότερες αρετές του συστήματός μας το ότι  ένας εργάτης μπορεί να ανέλθει στην εξουσία και στην θέση του αφεντικού μόνο με την δική του προσπάθεια και συμπεριφορά ∙ ότι στην ουσία,  καθένας που φέρεται με αξιοπρέπεια και εγκράτεια και είναι συνεπής στα καθήκοντά του, μπορεί να ανέβει στη δική μας κάστα ∙ ίσως να μην είναι δυνατόν πάντα να γίνει αφεντικό, αλλά ως επιστάτης, ταμίας, λογιστής, υπάλληλος, τέλος πάντων κάποιος από την πλευρά της εξουσίας και της τάξης.»





« Επομένως, αν κατάλαβα καλά, θεωρείτε εχθρούς σας αυτούς που, από οποιαδήποτε αιτία, αποτυγχάνουν να ανέλθουν στα κοινωνικά στρώματα,» είπε η Μάργκαρετ και η φωνή της ήταν καθαρή και ψυχρή.




«Σαφέστατα, είναι εχθροί του εαυτού τους,»  ανταπάντησε εκείνος, αρκετά θιγμένος από την υπεροπτική αποδοκιμασία που  έκρυβαν  το ύφος και τα λόγια της.  Αμέσως όμως, η ειλικρινής του ευθύτητα τον έκανε να νοιώσει  ότι απάντησε με ανεπάρκεια  και  υπεκφυγές σε αυτό που του είπε εκείνη και πως με όλη την περιφρόνηση που έδειχνε ο τρόπος της, εκείνος το όφειλε στον εαυτό του να εξηγήσει όσο πιο ξεκάθαρα μπορούσε τι ήθελε να πει . Όμως ήταν πολύ δύσκολο να διαχωρίσει  με σαφήνεια την δική της ερμηνεία από αυτό που εννοούσε ο ίδιος.   Ο καλύτερος τρόπος για να απεικονίσει τι ήθελε να  πει, ήταν να δώσει ένα παράδειγμα από τη ζωή του – αλλά μήπως  ήταν υπερβολικά προσωπικό να μιλήσει γι αυτό σε ξένους; Εντούτοις ,  ήταν ο πιο απλός και έντιμος τρόπος για να εξηγήσει αυτό που ήθελε ∙ έτσι, παραμερίζοντας  έναν νυγμό αιδημοσύνης που για μια στιγμή έβαψε άλικο  το μελαχρινό του πρόσωπο, άρχισε να λέει :




«Δεν μιλάω χωρίς αποδείξεις.  Δεκαέξι χρόνια πριν, ο πατέρας μου πέθανε κάτω από συνθήκες εξαιρετικά δυσάρεστες. Έπρεπε να αφήσω το σχολείο και να ανδρωθώ  (όσο καλύτερα μπορούσα) μέσα σε λίγες μέρες. Αξιώθηκα να έχω μια μητέρα τόσο καλή όσο λίγες ∙ μια γυναίκα με  τεράστια δύναμη και ακλόνητη αποφασιστικότητα. Μετακομίσαμε σε  μια μικρή επαρχιακή πόλη, όπου εκεί η ζωή δεν ήταν τόσο ακριβή όσο στο Μίλτον, και  μπόρεσα να βρώ δουλειά σε ένα μαγαζί με υφάσματα ( ένα εξαίρετο μέρος, παρεμπιπτόντως,  για να μαθητεύσει κανείς  στη γνώση των αγαθών). Κάθε εβδομάδα, το εισόδημά μου ήταν δεκαπέντε σελίνια και με αυτό  έπρεπε να ζήσουν τρείς άνθρωποι. Η μητέρα μου κανόνισε έτσι ώστε να αποταμιεύω συστηματικά  τρία από αυτά τα δεκαπέντε σελίνια.  Αυτό ήταν το ξεκίνημα ∙ μου δίδαξε την αυταπάρνηση. Τώρα που μπορώ να παρέχω στην μητέρα μου όλες τις ανέσεις που η ηλικία της – και όχι αυτή η ίδια- απαιτεί,  την ευχαριστώ σιωπηλά, με κάθε ευκαιρία, για  αυτή την εκπαίδευση που μου έδωσε από πολύ νωρίς. Έτσι λοιπόν, συναισθανόμενος ότι στην δική μου περίπτωση  δεν ήταν θέμα τύχης, ή αξίας ή ταλέντου – απλά το γεγονός ότι η ζωή με δίδαξε να αποστρέφομαι απολαύσεις που δεν τις κέρδισα με το σπαθί μου, στην πραγματικότητα να μην τις σκέφτομαι καν-  πιστεύω ότι η τα δεινά που η Δεσποινίς Χέηλ βλέπει αποτυπωμένα στο πρόσωπο των κατοίκων του Μίλτον, δεν είναι παρά η φυσική τιμωρία για κάποιες ανέντιμα κερδισμένες  απολαύσεις σε κάποια προηγούμενη περίοδο της ζωής τους. Δεν θεωρώ ότι όσοι είναι μαλθακοί και παραδομένοι στα πάθη τους αξίζουν το μίσος μου ∙  απλά τους θεωρώ άξιους περιφρόνησης για την αδυναμία του χαρακτήρα τους.»





«Όμως εσείς είχατε τα οφέλη μιας καλής εκπαίδευσης,» παρατήρησε ο κος Χέηλ. « Η ζέση και η ταχύτητα  με την οποία  διαβάζετε τώρα Όμηρο, μου δείχνει ότι δεν σας είναι άγνωστο κείμενο, το είχατε διαβάσει παλαιότερα και τώρα απλά ανακαλείτε την προηγούμενη γνώση.»



«Σωστά – είχα ασχοληθεί με τα κείμενα αυτά στο σχολείο ∙ τολμώ να πώ μάλιστα ότι με θεωρούσαν πολύ καλό μαθητή στις κλασσικές σπουδές, αν και η γνώση μου των Λατινικών και των Ελληνικών  ατόνισε έκτοτε. Όμως σας ερωτώ, μήπως  με προετοίμασε για  τη ζωή που αναγκάστηκα να κάνω ; Καθόλου. Με κανέναν τρόπο.  Στον τομέα της εκπαίδευσης ο οποιοσδήποτε  γνωρίζει ανάγνωση και γραφή ξεκινά με τα ίδια  εφόδια σε σχέση με την πραγματικά χρήσιμη γνώση που είχα κι εγώ, εκείνη την εποχή.»




«Μάλιστα ! Δεν συμφωνώ μαζί σας. Όμως εγώ ίσως και να είμαι κάπως σχολαστικός.  Όταν αναπολούσατε την ηρωική λιτότητα της Ομηρικής εποχής, δεν νοιώθατε  κάποιου είδους εμψύχωση;»


«Ούτε στο ελάχιστο!» αναφώνησε γελώντας ο κος Θόρντον.  «Δεν είχα καιρό να σκέφτομαι πεθαμένους ήρωες όταν  είχα να συναγωνιστώ ζωντανούς  ανθρώπους στον πιεστικό αγώνα για να βγάλω το ψωμί μου. Τώρα που έχω εξασφαλίσει στη μητέρα μου την ηρεμία που αρμόζει στην ηλικία της και ανταμοίβω  δεόντως  τις προσπάθειές της, μπορώ να επιστρέψω σε εκείνα, τα παλαιά κείμενα και να τα απολαύσω πλήρως.»


«Τολμώ να πω, ότι η παρατήρησή μου, οφείλεται στην πεποίθησή μου λόγω επαγγέλματος ότι τίποτα δεν συγκρίνεται με τους Κλασσικούς,» απάντησε ο κος Χέηλ.

Όταν ο κος Θόρντον σηκώθηκε να φύγει, αφού χαιρέτησε δια χειραψίας τον Κο και την Κα Χέηλ, προχώρησε προς την Μάργκαρετ  για να χαιρετήσει κι αυτήν με τον ίδιο τρόπο. Ήταν ένας ειλικρινής, συνηθισμένος τρόπος στα μέρη εκείνα αλλά  η Μάργκαρετ  αιφνιδιάστηκε. Έτσι τον αποχαιρέτησε απλά με μια υπόκλιση, αν και τη στιγμή που τον είδε να της προτείνει το χέρι του και αμέσως να το αποτραβά, λυπήθηκε που δεν κατάλαβε από την αρχή την πρόθεσή του.

Όμως ο Κος Θόρντον, δεν κατάλαβε την αμηχανία  της, και ισιώνοντας το κορμί του, απομακρύνθηκε , μονολογώντας καθώς έφευγε από το σπίτι: «Δεν έχω δει ποτέ μου πιο  περήφανο και αντιπαθητικό κορίτσι. Το αλαζονικό της ύφος σε κάνει να ξεχνάς ακόμα και την λαμπρή καλλονή της.»



Σερ Ρίτσαρντ Άρκραϊτ ( 1733 –  1792), ήταν Άγγλος βιομήχανος και εφευρέτης του κλωστικού πλαισίου, μιας κλωστικής μηχανής που επέτρεπε το ταυτόχρονο γνέσιμο πολλών νημάτων.  Ήταν αυτοδημιούργητος και υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους επιχειρηματίες της Βιομηχανικής Επανάστασης. Με την οργανωτικότητα που τον διέκρινε και τα επιτεύγματά του στο κλωστήριο που διατηρούσε στο Κρόμφορντ, έβαλε τα θεμέλια της βιομηχανικής δύναμης της Μεγάλης Βρετανίας.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 2013

Κεφάλαιο 9 Ένδυμα για τσάι



ΒΟΡΡΑΣ ΚΑΙ ΝΟΤΟΣ 


Κεφάλαιο 9ο

ΈΝΔΥΜΑ ΓΙΑ ΤΣΑΙ



 Την  επομένη  εκείνης  συνάντησης  με τον Χίγκινς και την κόρη του, ο κος Χέηλ  ανέβηκε στο μικρό καθιστικό σε μια ασυνήθιστη γι αυτόν ώρα.  Άρχισε να περιεργάζεται εξεταστικά  τα διάφορα αντικείμενα μέσα στο δωμάτιο  αλλά η Μάργκαρετ  καταλάβαινε ότι ήταν απλά ένα νευρικό τρικ – ένας τρόπος να αναβάλλει κάτι που ήθελε αλλά φοβόταν να πεί. Στο τέλος  το ξεστόμισε -
«Αγαπητή μου! Έχω καλέσει τον κο Θόρντον για τσάι  απόψε.»
Η κα Χέηλ ήταν γερμένη στην πολυθρόνα της, με τα μάτια κλειστά  και με μια έκφραση πόνου στο πρόσωπό της που τον τελευταίο καιρό έμοιαζε να έχει γίνει  μόνιμη. Αλλά ανασηκώθηκε και άρχισε να μεμψιμοιρεί ακούγοντας τα όσα είπε ο σύζυγός της.
«Ο κος Θόρντον!- και απόψε μάλιστα! Μα γιατί στο καλό θέλει να έρθει εδώ αυτός ο άνθρωπος; Και η Ντίξον έχει να πλύνει τις μουσελίνες και τις δαντέλες μου, και μάλιστα με  το σκληρό νερό που δημιουργούν αυτοί οι τρομεροί ανατολικοί άνεμοι-κάτι που νομίζω θα συμβαίνει όλο το χρόνο εδώ στο Μίλτον !»

«Ο άνεμος είναι  μεταβλητός, αγαπητή μου», είπε ο κος Χέηλ κυττάζοντας έξω τον καπνό που παρασυρόταν από τον άνεμο που ερχόταν απ’τα ανατολικά, μόνο που δεν είχε ιδέα από τα σημεία του ορίζοντα και τα προσάρμοζε κατά βούληση.
«Μην μου πείς!» είπε η κα Χέηλ αναριγώντας και τυλίχτηκε ακόμα πιο σφιχτά στο σάλι της. «Με βοριά ή με νοτιά πάντως, υποθέτω πως αυτός ο  άνθρωπος θα έρθει.»

«Ω, μαμά, είναι φανερό πως δεν έχεις γνωρίσει τον κο Θόρντον. Φαίνεται άνθρωπος που θα του άρεσε να αναμετρηθεί με κάθε εναντιότητα που θα βρισκόταν στο δρόμο του – είτε αυτό είναι αντίπαλος, είτε είναι άνεμος  ή  οι περιστάσεις. Όσο  περισσότερο λυσσομανά η καταιγίδα τόσο πιο σίγουρο είναι ότι θα μας έρθει. Όμως θα πάω  εγώ να βοηθήσω την  Ντίξον. Θα γίνω περίφημη οικιακή βοηθός. Και δεν νομίζω ότι θα θελήσει καμία άλλη ψυχαγωγία από το να συζητήσει με τον πατέρα. Πατέρα, πραγματικά ανυπομονώ να σας δω μαζί ως Δάμονα και Φιντία. Τον είδα μόνο μια φορά και  όπως κανείς μας δεν ήξερε τι να πει στον άλλον  νομίζω πως  δεν τα πήγαμε και τόσο καλά.»

«Δεν νομίζω ότι θα τον συμπαθήσεις ποτέ ή ότι θα τον βρείς ευχάριστο, Μάργκαρετ. Δεν είναι ο τύπος που γοητεύει τις γυναίκες.»

Η Μάργκαρετ έγειρε το κεφάλι της με περιφρόνηση « Δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα οι άνδρες που γοητεύουν τις γυναίκες, πατέρα. Ωστόσο, ο κος Θόρντον έρχεται εδώ ως φίλος σου – ως κάποιος που έχει  κερδίσει την εκτίμησή σου»-
«Ο μοναδικός εδώ στο Μίλτον,» είπε ο κος Χέηλ.
«Έτσι λοιπόν, θα τον καλοδεχτούμε και θα του προσφέρουμε μικρά κέικ με καρύδα. Η Ντίξον θα  χαρεί αν της ζητήσουμε να φτιάξει μερικά και θα αναλάβω εγώ να σιδερώσω τα δαντελένια σου σκουφάκια, μαμά.»
Πολλές φορές εκείνο το πρωινό η Μάργκαρετ ευχήθηκε να ήταν ο κος Θόρντον όσο πιο  μακριά γινόταν. Είχε κατά νού να κάνει άλλα πράγματα:  ένα γράμμα στην Ήντιθ, ένα ωραίο κομμάτι από το Δάντη,  μια επίσκεψη στους Χίγκινς. Αντί γι αυτό, βρέθηκε να σιδερώνει όλη την ημέρα, ακούγοντας τα παράπονα της Ντίξον και το μόνο που μπορούσε ήταν να παρακαλάει από μέσα της  να φανεί αρκετά τυχερή έτσι ώστε να την αποτρέψει από το να  μεταφέρει την Ιερεμιάδα της στη κα Χέηλ. Κάθε τόσο, έπρεπε να υπενθυμίζει στον εαυτό της την εκτίμηση που έτρεφε ο πατέρας της για τον κο Θόρντον, για να καταλαγιάσει την ένταση και την κούραση που ένοιωθε να την πλημμυρίζουν και που απειλούσαν να μετατραπούν  σε έναν από τους φοβερούς πονοκεφάλους που την ταλαιπωρούσαν τελευταία. Μόλις που ήταν σε θέση να μιλήσει όταν επιτέλους μπόρεσε να καθίσει, και είπε στην μητέρα της ότι δεν ήταν πλέον η Πέγκυ η παραδουλεύτρα αλλά η αριστοκράτισσα Μάργκαρετ Χέηλ. Αυτό, το είπε χάριν αστεϊσμού και αμέσως  μετάνιωσε που δεν συγκράτησε τη γλώσσα της, γιατί η μητέρα της το πήρε στα σοβαρά.

«Μάλιστα! Αν κάποιος μου έλεγε τότε που ήμουν η Μις Μπέρεσφορντ και μια από τις καλλονές της περιοχής ότι το παιδί μου θα   έπρεπε να σταθεί όρθιο για μισή μέρα μέσα σε μια μικρή, στενάχωρη κουζίνα, να δουλεύει σαν παραδουλεύτρα  για να υποδεχτούμε έναν έμπορο,  και ότι αυτός ο έμπορος θα ήταν ο μοναδικός»…….
«Ω, μαμά!» έκανε η Μάργκαρετ καθώς σηκωνόταν από τη θέση της «μη με τιμωρείς τόσο για έναν άστοχο λόγο μου. Δεν με νοιάζει να σιδερώσω ή να κάνω οποιαδήποτε δουλειά για εσένα ή τον πατέρα. Εγώ, που γεννήθηκα και ανατράφηκα αριστοκρατικά ως προς το κάθε τι,  ακόμα κι αν πρέπει να σφουγγαρίσω το πάτωμα ή να πλύνω τα πιάτα. Τώρα νοιώθω λιγάκι κουρασμένη, για πολύ λίγο όμως  ∙ σε μισή ώρα θα μπορώ να το ξανακάνω από την αρχή. Όσο για το ότι ο κος Θόρντον ασχολείται με το εμπόριο τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο δυστυχής;  Υποθέτω ότι η μόρφωσή του δεν θα τον καθιστούσε ικανό για κάτι άλλο.» Η Μάργκαρετ  όρθωσε αργά το κορμί της και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της∙ προς το παρόν δεν μπορούσε να αντέξει περισσότερο.

Στην οικία του κου Θόρντον, την  ίδια στιγμή μια ανάλογη αλλά διαφορετική σκηνή λάμβανε χώρα. 
...............................
«Τζών! Εσύ είσαι;»
Η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο γυιός της.
«Τι σε φέρνει σπίτι τόσο νωρίς; Νόμιζα ότι θα πήγαινες για τσάι στο σπίτι  εκείνου του φίλου του κυρίου Μπέλλ ∙ σε αυτόν τον κύριο Χέηλ, σωστά;»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω, μητέρα. Γύρισα μόνο για να ντυθώ.»
«Να ντυθείς! Χμ! Στα νιάτα μου οι νέοι αρκούνταν να ντύνονται μια φορά την ημέρα. Γιατί θα πρέπει να αλλάξεις για να πάς να πιείς τσάι με έναν γέρο πάστορα;»
«Ο κος Χέηλ είναι τζέντλεμαν και η σύζυγος με την κόρη του, είναι κυρίες με καταγωγή.»
« Η σύζυγος και η κόρη ! Δασκάλες είναι κι αυτές; Με τι ασχολούνται; Δεν μου τις έχεις αναφέρει ποτέ.»
«Όχι, μητέρα, γιατί δεν έχω γνωρίσει ακόμα την κα Χέηλ ∙ συνάντησα μόνο την δεσποινίδα Χέηλ για κανένα μισάωρο.»
« Πρόσεχε να μην σε τυλίξει μια άφραγκη κοπέλα, Τζών.»
« Δεν με τυλίγουν εύκολα, μητέρα, και νομίζω πως το ξέρεις. Αλλά δεν θα ανεχτώ να μιλάς έτσι για την δεσποινίδα Χέηλ, γιατί με προσβάλλεις.  Δεν είχε πέσει  ποτέ στην αντίληψή μου ότι κάποια νεαρή προσπαθεί να με τυλίξει, ούτε πιστεύω ότι καμιά θα μπεί σ’αυτόν τον μάταιο κόπο.»

Η κυρία Θόρντον δεν έδειξε να υποχωρεί στα επιχειρήματα του γυιού της. Εξάλλου για  το φύλο της, είχε αρκετή υπερηφάνεια.
«Τέλος πάντων, εγώ απλά σου λέω να προσέχεις. Ίσως τα κορίτσια μας εδώ στο Μίλτον  είναι πολύ ανεξάρτητα και έχουν αρκετή αξιοπρέπεια ώστε να μην ψαρεύουν συζύγους ∙ αυτή όμως η δεσποινίδα Χέηλ είναι από τα μέρη της αριστοκρατίας, εκεί που κατά πώς λένε οι πλούσιοι σύζυγοι θεωρούνται κελεπούρια.
Ο κος Θόρντον σκυθρώπιασε και προχώρησε περισσότερο στο δωμάτιο.
« Μητέρα», έκανε με ένα κοφτό, περιφρονητικό γέλιο « θα με κάνεις να σου εξομολογηθώ κάτι. Τη μοναδική φορά που είδα την δεσποινίδα Χέηλ με αντιμετώπισε με μια αφ’υψηλού ευγένεια η οποία περιείχε αρκετή δόση  περιφρόνησης. Στεκόταν απόμακρη  σαν να ήταν εκείνη  η  βασίλισσα κι εγώ ο ταπεινός και βρώμικος υποτακτικός  της. Μην ανησυχείς, μητέρα.»
« Όχι! Ανησυχώ και είμαι και πολύ δυσαρεστημένη. Πώς τόλμησε αυτή, η κόρη ενός τυχοδιώκτη κληρικού να σε κυττάξει αφ’υψηλού;  Στη θέση σου, δεν θα άλλαζα ρούχα για κανέναν τους – ξιπασμένοι όλοι τους !»
Εκείνος, καθώς έφευγε από το δωμάτιο, της είπε:
«Ο κος Χέηλ είναι καλός, και ευγενικός και μορφωμένος. Δεν είναι ξιπασμένος. Όσο για την κυρία Χέηλ, αν θες, θα σου πώ απόψε  τι είδους άνθρωπος είναι.» Έκλεισε την πόρτα και έφυγε.
«Ακούς εκεί να περιφρονήσει τον γυιό  μου! Να του φερθεί σαν να ήταν δούλος της! Χμπφ ! Ήθελα να ήξερα που  θα βρεί καλύτερον ! Σαν παιδί και σαν άνδρας έχει την πιο γενναία και ευγενική καρδιά  που γνώρισα ποτέ μου. Και δεν το λέω επειδή είμαι μάνα του ∙ ξέρω τι γίνεται γύρω μου, στραβή δεν είμαι. Ξέρω τι άνθρωπος είναι η Φάννυ μου και ποιός είναι ο Τζών μου.  Ακούς να τον περιφρονήσει!  Τη μισώ!»