Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Κεφάλαιο 42ο "Μονάχη! Ολομόναχη!"




 Μονάχη! Ολομόναχη!

Το πλήγμα ήταν μεγάλο. Η Μάργκαρετ  περιέπεσε σε κατάθλιψη, μια κατάσταση που δεν εκδηλωνόταν με  δάκρυα και λυγμούς, ούτε μπορούσε να βρει λύτρωση μέσα από τα λόγια. Ξαπλωμένη στον καναπέ, με τα μάτια της κλειστά, δεν μιλούσε, εκτός αν της απηύθυναν το λόγο και πάλι απαντούσε ψιθυριστά. Ο κύριος Μπελλ ήταν σε αμηχανία. Δεν τολμούσε να την αφήσει αλλά δεν τολμούσε και να της προτείνει να τον συνοδέψει πίσω στην Οξφόρδη, κάτι που ήταν στα σχέδια που είχε κάνει στο δρόμο για το Μίλτον, μια που η σωματική της εξάντληση ήταν πολύ μεγάλη ώστε να ανταπεξέλθει σε τέτοια κόπωση – για να μην αναφέρει κανείς το θέαμα το οποίο θα έπρεπε να αντικρίσει. Ο κύριος Μπέλλ, κάθισε δίπλα στη φωτιά αναλογιζόμενος τι θα ήταν καλύτερο να πράξει. Η Μάργκαρετ βρισκόταν δίπλα του ακίνητη και σχεδόν άπνους. Δεν θα την άφηνε μόνη της ούτε καν για το δείπνο που είχε ετοιμάσει – με δακρύβρεκτη φιλοξενία – η Ντίξον, αλλά η πείνα τον έβαζε σε πειρασμό. Του έστειλαν επάνω μια γεμάτη πιατέλα. Συνήθως ήταν εκλεκτικός στο φαγητό του και ήξερε να διακρίνει και να απολαμβάνει τις γεύσεις αλλά τώρα το καλομαγειρεμένο κοτόπουλο έμοιαζε σαν πριονίδι. Ξεχώρισε ένα μέρος για την Μάργκαρετ, το ψιλόκοψε και το αλατοπιπέρωσε. Όμως όταν η Ντίξον, ακολουθώντας τις οδηγίες του προσπάθησε να την ταίσει, εκείνη με ένα αδύναμο νεύμα του κεφαλιού, έδειξε πως ήταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε το φαγητό θα της προκαλούσε ασφυξία αντί να την θρέψει.
Ο κύριος Μπελλ αναστέναξε  βαθιά. Σήκωσε το γέρικο κορμί του   (δύσκαμπτο εξαιτίας του πολύωρου ταξιδιού) από την αναπαυτική στάση που είχε πάρει  και ακολούθησε την Ντίξον έξω από το δωμάτιο.
«Δεν μπορώ να την αφήσω μόνη της. Θα πρέπει να γράψω στην Οξφόρδη για να φροντίσουν τα απαραίτητα. Μπορούν να προχωρήσουν με τις ετοιμασίες μέχρι την άφιξή μου. Δεν μπορεί να έρθει η κυρία  Λέννοξ  να μείνει μαζί της ; Θα της γράψω λέγοντάς της πως πρέπει να έρθει. Το κορίτσι χρειάζεται μια γυναικεία συντροφιά, έστω και μόνο για να μπορέσει να κλάψει.»


Η Ντίξον έκλαιγε – έκλαιγε αρκετά για δύο ανθρώπους. Αφού σκούπισε όμως τα μάτια της και έκανε πιο σταθερή τη φωνή της, κατάφερε να πει στον κύριο Μπέλλ ότι η  κυρία Λέννοξ δεν θα ήταν σε θέση προς το παρόν να ταξιδέψει καθώς δεν ήταν πολύς καιρός που είχε γεννήσει.
«Μάλιστα ! Τότε υποθέτω, ότι θα μπορούσαμε να έχουμε την κυρία Σω. Έχει επιστρέψει στην Αγγλία, δεν είναι έτσι ;»
«Μάλιστα, κύριε, επέστρεψε. Όμως δεν νομίζω ότι θα  ήθελε να αφήσει μόνη της την κυρία Λέννοξ σε μια τέτοια σημαντική περίοδο της ζωής της.» είπε η Ντίξον που δεν ενέκρινε και τόσο την ιδέα του να μπει κάποιος ξένος στο νοικοκυριό της και να μοιραστεί μαζί της το  ιεραρχικό της δικαίωμα να φροντίζει την Μάργκαρετ.
« Να  τη βράσω τη σημαντική περίοδο !» Ο κύριος Μπέλλ συγκρατήθηκε για να μην πει τίποτα χειρότερο. « Μπορούσε μια χαρά να βρίσκεται στην Βενετία, στη Νάπολη ή σε κάποια άλλη Παπική πολιτεία  την τελευταία φορά που τέτοια σημαντική περίοδος έλαβε χώρα- στην Κέρκυρα συγκεκριμένα αν δεν απατώμαι. Και τι είδους σημαντική περίοδος είναι για την βαθύπλουτη αυτή κυρία, σε σχέση με  αυτό το φτωχό πλάσμα εδώ, την  αβοήθητη, χωρίς σπίτι και φίλους Μάργκαρετ, που κείτεται εδώ στον καναπέ ακίνητη λες και έχει πετρώσει πάνω από κάποιο μνήμα ; Σου λέω, πως η κυρία Σω θα έρθει. Φρόντισε να της ετοιμάσεις μέχρι αύριο το βράδυ ένα δωμάτιο ή ό,τι άλλο χρειαστεί. Θα φροντίσω εγώ να έρθει.»

..................................................................................................................................................................
Υπό το ίδιο πνεύμα αγαθοεργίας, η κυρία Σω ταξίδευε προς το Μίλτον, περιστασιακά φοβούμενη την στιγμή της πρώτης συνάντησης και αναλογιζόμενη πώς θα την  ξεπεράσει. Συχνότερα όμως σχεδίαζε  το πόσο σύντομα θα  έπαιρνε την Μάργκαρετ μακριά από  «αυτό το φρικτό μέρος» και θα την πήγαινε πίσω στις κομψές ανέσεις της Χάρλευ Στρήτ.
«Ω, Θεέ μου!» είπε στην υπηρέτριά της «κύτταξε αυτές τις καμινάδες! Η καημένη η αδελφή μου! Δεν νομίζω πως θα μπορούσα να ξεκουραστώ  στη Νάπολη αν γνώριζα περί τίνος ακριβώς επρόκειτο! Έπρεπε να είχα έρθει να τις  πάρω  και να φύγω - και εκείνη και την Μάργκαρετ.» Και μέσα της αναγνώρισε ότι  πάντα πίστευε πως ο γαμβρός της ήταν μάλλον αδύναμος χαρακτήρας, αλλά δεν τον είχε θεωρήσει ποτέ τόσο αδύναμο όσο τώρα, που έβλεπε  για τι είδους μέρος είχε ανταλλάξει το όμορφο σπίτι στο Χέλστοουν.
 Η Μάργκαρετ παρέμενε στην ίδια κατάσταση: ωχρή, ακίνητη, αμίλητη, αδάκρυτη. Της είχαν πει ότι θα ερχόταν η θεία της, η κυρία Σω, όμως δεν είχε εκφράσει ούτε  έκπληξη ή χαρά, ούτε δυσαρέσκεια. Ο κύριος Μπέλλ,  ο οποίος είχε ξαναβρεί την όρεξή του και εκτιμούσε τις προσπάθειες της Ντίξον για να τον ευχαριστήσει, εις μάτην προσπαθούσε να την κάνει να δοκιμάσει λίγη σούπα από θαλασσινά μαζί με ψωμί. Κούνησε το κεφάλι της με την ίδια ήσυχη επιμονή όπως και την προηγούμενη ημέρα, συνεπώς ήταν υποχρεωμένος να παρηγορηθεί με το να τη φάει όλη εκείνος.
Όμως η Μάργκαρετ ήταν η πρώτη που άκουσε τη άμαξα που έφερνε τη θεία της από το σταθμό να σταματά μπροστά στο σπίτι. Τα βλέφαρά της τρεμόπαιξαν και τα χείλη της κοκκίνησαν και σάλεψαν.  Ο κύριος Μπέλλ κατέβηκε να συναντήσει την κυρία Σω και όταν ανέβηκαν επάνω, βρήκαν την Μάργκαρετ να στέκεται ορθή προσπαθώντας να υπερνικήσει την ζαλάδα της. Μόλις είδε την θεία της, έτρεξε στην αγκαλιά που άνοιξε να την υποδεχθεί και βρήκε για πρώτη φορά ανακούφιση ξεσπώντας σε δάκρυα στον ώμο  της. Εκείνος ο ήρεμος τρόπος αγάπης  που γνώριζε τόσο καλά, η σχέση της  με την νεκρή, η ανεξήγητη ομοιότητα στην όψη, στο ύφος και στους τρόπους, χαρακτηριστική σε όσους είναι συγγενείς, θύμισε τόσο έντονα στην Μάργκαρετ την πεθαμένη μητέρα της, ώστε η μουδιασμένη καρδιά της  έλιωσε και αναλύθηκε σε καυτά δάκρυα.
Ο κύριος Μπέλλ έφυγε κλεφτά από το δωμάτιο και κατέβηκε στο γραφείο όπου παρήγγειλε να του ανάψουν μια φωτιά και προσπάθησε να διασκεδάσει τις σκέψεις του κατεβάζοντας και εξετάζοντας διάφορα βιβλία. Κάθε  τόμος του έφερνε κάποια ανάμνηση ή κάτι που του είχε συστήσει  ο αποβιώσας φίλος του. Μπορεί να ήταν μια διαφορετική ενασχόληση από την επί διημέρου επαγρύπνηση για την Μάργκαρετ, αλλά δεν βοηθούσε τη σκέψη του να στραφεί αλλού.  Χάρηκε ακούγοντας την φωνή του κυρίου Θόρντον να ρωτά κάτι στην είσοδο. Η Ντίξον τον απέπεμπε με ύφος ευγενικής μεγαλοπρέπειας, γιατί η εμφάνιση της υπηρέτριας της κυρίας Σω της έφερε στο νου αναμνήσεις του παλαιού μεγαλείου, του ευγενούς αίματος των Μπέρσφορντ, της «θέσης» (έτσι ήθελε να την αποκαλεί) από την οποία εκείνη και η νεαρή κυρία της είχαν αποκοπεί και που τώρα έμελλε – γένοιτο, Κύριε-  να αποκατασταθούν.
Οι αναμνήσεις, στις οποίες εντρυφούσε αυτάρεσκα καθώς κουβέντιαζε με την υπηρέτρια της κυρίας Σω, επιδέξια εκμαιεύοντάς της λεπτομέρειες για τα του σπιτιού στην Χάρλεη Στρήτ, προς  γνώση και πληροφόρηση της Μάρθας που άκουγε από δίπλα, έκανε την Ντίξον να θεωρεί ότι μπορεί να αντιμετωπίζει κάπως «αφ’υψηλού»  όλους τους κατοίκους του Μίλτον. Συνεπώς, παρότι πάντα αισθανόταν  δέος για  τον κύριο Θόρντον, προσπαθούσε με καταδεκτική ευγένεια να τον πληροφορήσει πως δεν μπορούσε να δει κανέναν από τους ενοίκους του σπιτιού εκείνο το βράδυ. Ένοιωσε μάλλον άβολα όταν ο κύριος Μπέηλ άνοιξε την πόρτα του γραφείου και  διέψευσε τα λεγόμενά της φωνάζοντας:
«Θόρντον! Εσύ είσαι; Έλα μέσα για λίγα λεπτά . Θέλω να σου μιλήσω.» Ετσι, ο κύριος Θόρντον προχώρησε στο γραφείο και η  Ντίξον χρειάστηκε να αποσυρθεί  στην κουζίνα όπου και αποκατέστησε την αυτοεκτίμησή της αφηγούμενη μια θαυμαστή ιστορία για την άμαξα με τα έξι άλογα που είχε ο Σερ Τζων Μπέρσφορν όταν ήταν κυβερνήτης.
«Δεν ξέρω τι ήθελα να σου πω, τελικά. Μόνον ότι είναι αρκετά θλιβερό να κάθεται κανείς σε ένα δωμάτιο όπου τα πάντα σου θυμίζουν έναν φίλο που έφυγε. Όμως έπρεπε να αφήσω μόνες τους την Μάργκαρετ με τη θεία της στο καθιστικό.»
« Ήρθε η κυρία….η θεία της ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον.
«Αν ήρθε ; Βεβαίως! Με τη συνοδεία της  υπηρέτριάς της και όλα τα σχετικά. Θα πίστευε κανείς ότι θα ερχόταν μόνη της, σε  μια τέτοια στιγμή! Και τώρα πρέπει να φύγω και να πάω να εγκατασταθώ στο ξενοδοχείο Κλάρεντον.»
«Δεν χρειάζεται να πας στο Κλάρεντον. Έχουμε πέντε ή έξι άδεια δωμάτια στο σπίτι.»
« Είναι καλά αερισμένα ;»
«Νομίζω πώς ως προς αυτό θα πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στην μητέρα μου.»
«Τότε θα τρέξω μια στιγμή επάνω να πω σ’αυτό το καημένο το κορίτσι καληνύχτα, να υποβάλλω τα σέβη μου στη θεία της και έρχομαι αμέσως μαζί σου.»
Ο κύριος Μπέλλ έμεινε κάμποσο επάνω.  Ο κύριος Θόρντον άρχισε να σκέφτεται ότι αργοπορούσε καθώς είχε πολλές δουλειές και μόλις και μετά βίας είχε μπορέσει να βρει λίγο χρόνο για να τρέξει στο Κράμπτον να ρωτήσει για την Μάργκαρετ.
Όταν τελικά  βγήκαν έξω και πήραν το δρόμο τους, ο κύριος Μπέλλ είπε:
«Με καθυστέρησαν στο σαλόνι εκείνες οι γυναίκες.  Η κυρία Σω αδημονούσε να επιστρέψει στο σπίτι της – προς χάριν της θυγατέρας της, είπε- και επιθυμούσε να φύγει αμέσως η Μάργκαρετ μαζί της. Εκείνη πάλι είναι σε θέση να ταξιδέψει τόσο όσο είμαι εγώ σε θέση να πετάξω. Εκτός αυτού, καθώς είπε- και δικαίως- έπρεπε να δει κάποιους φίλους – και  να αποχαιρετήσει κάποιους ανθρώπους και τότε η θεία της την αναστάτωσε θυμίζοντάς της τις παλιές υποχρεώσεις της και λέγοντας ότι ξεχνά τους παλιούς της φίλους. Και τότε εκείνη ξεσπώντας σε κλάματα είπε πως  ευχαρίστως θα φύγει από ένα μέρος στο οποίο υπέφερε τόσο πολύ. Τώρα πρέπει να φύγω για την Οξφόρδη αύριο και δεν ξέρω ποια από τις δύο πλευρές να υποστηρίξω.»
Έκανε παύση σαν να περίμενε μια απάντηση αλλά ο συνοδοιπόρος του έμεινε σιωπηλός καθώς στο μυαλό του αντηχούσε η φράση « το μέρος στο  οποίο υπέφερε τόσο πολύ».  Αλίμονο!- έτσι θα θυμόταν  εκείνη αυτούς τους 18 μήνες στο Μίλτον – χρόνο που γι αυτόν  ήταν τόσο απερίγραπτα πολύτιμος  ακόμα κι ως τα κατάβαθα  της πίκρας  του, μια πίκρα που άξιζε  όλη την χαρά  της υπόλοιπης ζωής του. Ούτε η απώλεια του πατέρα του ή της μητέρας του, όσο κι αν την αγαπούσε δεν θα μπορούσε να του είχε δηλητηριάσει την ανάμνηση εκείνων των εβδομάδων, των ημερών, των ωρών όταν με ένα περίπατο δύο μιλίων, κάθε του βήμα τον έφερνε πλησιέστερα στην γλυκειά της παρουσία – κάθε βήμα ήταν χρυσάφι όπως και κάθε βήμα που τον έπαιρνε μακριά της τον έκανε να ανακαλεί μία ακόμη χάρη στη συμπεριφορά της  ή έναν ακόμα ευχάριστο εξαγνισμό (;) του χαρακτήρα της. Ναι ! Ο,τιδήποτε και να συνέβαινε στον ίδιο, έξω από την σχέση του μαζί της, δεν θα μπορούσε να είχε αναφερθεί σε αυτό το διάστημα ως καιρό οδύνης, όταν  μπορούσε να τη δει κάθε μέρα, όταν  βρισκόταν εκεί και  μπορούσε να την έχει κοντά του. Για εκείνον ήταν μια περίοδος εξαιρετικής απόλαυσης με όλα τα αγκάθια και τις ύβρεις, συγκρινόμενη με την πενία που υφέρπουσα παραμόνευε στην προσμονή ενός μέλλοντος που αναμφίβολα δεν θα έφερνε στη ζωή του ούτε φόβο ούτε ελπίδα.
Η κυρία Θόρντον και η Φάννυ ήταν στην τραπεζαρία – η τελευταία φτεροκοπούσε εδώ κι εκεί με αγαλλίαση, καθώς η υπηρέτρια κρατούσε το ένα στιλπνό  ύφασμα μετά το άλλο για να δουν πώς θα φαινόταν το νυφικό στο φως των κεριών. Η μητέρα της προσπαθούσε αληθινά να δείξει ενδιαφέρον αλλά αδυνατούσε. Ούτε η αισθητική ούτε τα ενδύματα ήταν μέσα στα ενδιαφέροντά της  και επιθυμούσε ολόψυχα να  είχε δεχθεί η Φάννυ την πρόταση του αδερφού της για να αναλάβει το νυφικό της μια πρώτης τάξεως μοδίστρα στο Λονδίνο, αντί  τις ατελείωτες, οχληρές συζητήσεις και τα ακατάστατα πέρα-δώθε που προέκυψαν από την επιμονή της Φάννυ να διαλέξει και να επιβλέψει η ίδια τα πάντα. Από την μεριά του ο κύριος Θόρντον ευχαρίστως και με ευγνωμοσύνη επιδοκίμαζε τον όποιο λογικό άνδρα που μπόρεσε να αιχμαλωτισθεί από τον δεύτερης κλάσης χαρακτήρα και τη συμπεριφορά της Φάννυ, έτσι ώστε να της παρέχει αφειδώς τα μέσα για να αγοράσει λούσα τα οποία στην καρδιά της συναγωνίζονταν αν δεν ξεπερνούσαν την αγάπη της προς τον μέλλοντα σύζυγό της. Όταν μπήκαν στο δωμάτιο ο αδελφός της και ο κύριος Μπελλ, η Φάννυ κοκκίνησε, χαζογέλασε και άρχισε να τριγυρνά αφοσιωμένη  τόσο επιδεικτικά με την ασχολία της που θα είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον οποιουδήποτε άνδρα πλην του κυρίου Μπέλλ. Αν έστρεψε διόλου την σκέψη του προς εκείνη, τα μετάξια της και τα σατέν της,  ήταν μονάχα για να αντιπαραβάλει την ίδια και αυτά με  τη χλωμή θλίψη που είχε αφήσει πίσω του , να κάθεται ακίνητη με το κεφάλι γυρτό  και διπλωμένα τα χέρια, σε ένα δωμάτιο όπου η ησυχία ήταν τόσο απόλυτη ώστε μπορούσε κανείς να φανταστεί πως η βοή στα αυτιά του που προσπαθούσαν να συλλάβουν κάποιον ήχο, ήταν τα φαντάσματα των πεθαμένων που ακόμα τριγύριζαν τους αγαπημένους τους. Επειδή μόλις ανέβηκε ο κύριος Μπέλλ επάνω, η κυρία Σω ήταν  αποκοιμισμένη στον καναπέ και κανείς ήχος δεν τάραζε τη σιωπή.
Η κυρία Θόρντον υποδέχτηκε τον κύριο Μπέλλ φιλόξενα και με κάθε επισημότητα. Ήταν στο απόγειο της ευγένειάς της όταν υποδεχόταν φίλους του γυιού της, στο σπίτι του γυιού της και όσο πιο απρόσμενοι ήταν οι καλεσμένοι τόσο μεγαλύτερη τιμή ένοιωθε για τις θαυμάσιες πραγματικά ετοιμασίες της για νοιώθουν άνετα στο νοικοκυριό της.
«Πώς είναι η δεσποινίς Χέηλ;» ρώτησε.
«Τόσο συντετριμμένη από αυτό το τελευταίο πλήγμα, όσο θα περίμενε κανείς να είναι.»
«Είμαι σίγουρη ότι  της κάνει καλό που έχει δίπλα της  έναν τέτοιον φίλο όπως εσείς.»
«Μακάρι να ήμουν ο μόνος της φίλος, κυρία μου. Τολμώ να πώ ότι ακούγεται βάρβαρο, όμως εκτοπίστηκα από την θέση μου ως παρηγορητής και σύμβουλος από μία αριστοκρατική θεία της, μία λαίδη. Και υπάρχουν εξαδέλφια στο Λονδίνο που την διεκδικούν επίσης ως να ήταν ένα σκυλάκι συντροφιάς που τους ανήκει. Κι εκείνη είναι πολύ αδύναμη και δυστυχής ώστε να έχει δική της γνώμη.»
«Πρέπει να είναι όντως αδύναμη,» είπε η κυρία Θόρντον με έναν υπαινιγμό τον οποίο ο γυιός της κατάλαβε καλά.  «Όμως,» συνέχισε η κυρία Θόρντον « πού βρίσκονταν όλοι αυτοί οι συγγενείς όταν η δεσποινίς  Χέηλ φαινόταν σχεδόν  χωρίς φίλους και είχε αναμφίβολα μεγάλα δεινά να υπομείνει ;»  Αλλά φαίνεται πώς δεν την ενδιέφερε να λάβει απάντηση στην ερώτησή της, γι αυτό και έφυγε από το δωμάτιο για να διευθετήσει κάποια οικιακά θέματα.
«Ζούσαν στο εξωτερικό. Έχουν κάποιες αξιώσεις επάνω της. Ως προς αυτό τους δικαιολογώ. Η θεία της την μεγάλωσε και με την εξαδέλφη της είναι σαν αδελφές. Αυτό που με στεναχωρεί, βλέπεις, είναι ότι ήθελα να την αναλάβω ως παιδί μου και ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους  που δεν φαίνεται να εκτιμούν το πλεονέκτημα  που τους δίνει αυτό τους  το δικαίωμα. Αν ο Φρέντερικ την διεκδικούσε, αυτό βέβαια, θα ήταν διαφορετικό.»
«Ο Φρέντερικ ;!» αναφώνησε ο κύριος Θόρντον. «Ποιος είναι αυτός ;  Με ποιο δικαίωμα…» έκοψε απότομα την οργισμένη του ερώτηση.
«Ο Φρέντερικ!» είπε με έκπληξη ο κύριος Μπέλλ. «Μα, δεν το γνωρίζεις;  Είναι ο αδελφός της.  Δεν έχεις ακούσει ποτέ γι αυτόν;»
«Δεν έχω ακούσει ποτέ ξανά αυτό το όνομα. Πού βρίσκεται ; Ποιος είναι ;»
«Είμαι σίγουρος ότι σου μίλησα γι αυτόν όταν είχε πρωτοέρθει η οικογένεια στο Μίλτον. Είναι ο γυιός που είχε αναμειχθεί σε εκείνη την ανταρσία.»
« Δεν άκουσα να γίνεται καμμία αναφορά στο όνομά του, μέχρι τώρα. Πού ζει;»
«Στην Ισπανία. Αν πατήσει το πόδι του σε Αγγλικό έδαφος, θα τον συλλάβουν. Το καημένο το παιδί ! Θα στεναχωρηθεί που δεν θα μπορέσει να ακολουθήσει την κηδεία του πατέρα του. Θα πρέπει να αρκεστούμε στον Λοχαγό Λέννοξ, γιατί δεν ξέρω άλλους συγγενείς για να καλέσω.»
«Ελπίζω ότι θα μου επιτραπεί να έρθω.»
«Βεβαιότατα. Ευχαρίστως. Είσαι καλός άνθρωπος, τελικά, Θόρντον.  Ο Χέηλ σε συμπαθούσε. Μόλις τις προάλλες μου μιλούσε για σένα στην Οξφόρδη. Στεναχωριόταν που σε έβλεπε ελάχιστα, τον τελευταίο καιρό. Σου είμαι υπόχρεος που θέλεις να του υποβάλεις τον προσήκοντα σεβασμό.»
«Σχετικά με τον  Φρέντερικ, όμως…. Δεν έρχεται ποτέ στην Αγγλία;»
«Ουδέποτε.»
«Δεν βρισκόταν εδώ την εποχή που πέθανε η κυρία Χέηλ;»
«Όχι. Βλέπεις, ήμουν εδώ τότε. Είχα καιρό να δω τον Χέηλ, και αν θυμάσαι είχα έρθει. Όχι. Ήταν λίγο καιρό μετά από αυτό.  Αλλά ο καημένος ο Φρέντερικ δεν ήταν εδώ εκείνον τον καιρό . Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι ήταν ;»
«Είδα έναν νεαρό να περπατά με την δεσποινίδα Χέηλ κάποια μέρα,» απάντησε  ο κύριος Θόρντον «και νομίζω ότι ήταν περίπου εκείνον τον καιρό.»
«Ω, θα ήταν εκείνος ο νεαρός Λέννοξ, ο αδελφός του λοχαγού. Είναι δικηγόρος και βρισκόταν σε συχνή αλληλογραφία μαζί τους. Νομίζω ότι ο κύριος Χέηλ μου έλεγε πως πίστευε ότι θα τους επισκεπτόταν. Ξέρεις..» είπε ο κύριος Μπέλλ στρέφοντας απότομα και κλείνοντας το ένα του μάτι ενώ με το άλλο εξέταζε εμβριθώς το πρόσωπο του κυρίου Θόρντον «  πώς κάποτε πίστευα ότι  έτρεφες τρυφερά αισθήματα για την Μάργκαρετ ;»
Καμμία απάντηση. Καμμία αλλαγή στην έκφρασή του.
« Το ίδιο πίστευε και ο καημένος ο Χέηλ. Όχι απ’ την αρχή βέβαια, και όχι πριν του βάλω εγώ την ιδέα στο μυαλό.»
«Θαύμαζα την δεσποινίδα Χέηλ. Ο καθένας το ίδιο θα έκανε. Είναι όμορφο πλάσμα.» αναγκάστηκε να παραδεχθεί ο κύριος Θόρντον κάτω  από τις επίμονες ερωτήσεις του κυρίου Μπέλλ.
« Και αυτό είναι όλο! Μπορείς να μιλάς για εκείνη με αυτό το μετρημένο ύφος, απλώς ως ‘ένα όμορφο πλάσμα’  - σαν κάτι που απλά δίνει γοητεύει το μάτι. Ήλπιζα ότι έχεις αρκετή αρχοντιά μέσα σου για να της προσφέρεις την καρδιά σου. Αν και πιστεύω – ή μάλλον το γνωρίζω-  ότι εκείνη θα σε απέρριπτε, η αλήθεια είναι ότι ακόμα και το να την έχεις αγαπήσει χωρίς ανταπόκριση θα σε είχε ανεβάσει σε μεγαλύτερα ύψη από όλους εκείνους, όποιοι κι αν είναι, που έχει ακουστεί ότι την αγάπησαν. Ακούς εκεί ‘όμορφο πλάσμα’ ! Μιλάς γι αυτήν σαν να μίλαγες για ένα άλογο ή ένα σκύλο;»
Τα μάτια του κυρίου Θόρντον άστραψαν πυρακτωμένα κάρβουνα.
«Κύριε Μπέλλ», είπε «πριν μιλήσετε κατ’ αυτόν τον τρόπο θα έπρεπε να θυμάστε ότι δεν έχουν όλοι οι άνδρες τη δυνατότητα να εκφραστούν με τέτοια ελευθερία όπως εσείς. Ας μιλήσουμε για κάτι άλλο.» Γιατί μ’ όλο που η καρδιά του αναπηδούσε σαν σε κάλεσμα τρομπέτας με κάθε λέξη που έλεγε ο κύριος Μπέλλ,  και μ’ όλο που ήξερε πως από τούδε και στο εξής ο ηλικιωμένος Ακαδημαϊκός της Οξφόρδης θα κατείχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά του με αυτά που είχε πει, εντούτοις τίποτα δεν θα τον ανάγκαζε να εκφράσει  τα συναισθήματά του για την Μάργκαρετ. Επειδή κάποιος  άλλος εκθείαζε εκείνην  που ο ίδιος αγαπούσε κρυφά και παθιασμένα δεν θα έπεφτε στην παγίδα να προσπαθήσει να τον ξεπεράσει σε επαίνους. Έτσι, έστρεψε την συζήτηση σε κάποια ανούσια ζητήματα που απασχολούσαν εκείνον και τον κύριο Μπέλλ με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη και  του ενοικιαστή.
«Τι είναι εκείνος ο σωρός από τούβλα και λάσπη που είδα δίπλα στην αυλή; Χρειάζονται  να γίνουν κάποιες επισκευές ;»
«Όχι, καμμία απολύτως, ευχαριστώ.»
« Οικοδομείς κάτι με δικά σου έξοδα ; Σε αυτήν την περίπτωση, σου είμαι υπόχρεος.»
«Φτιάχνω μια τραπεζαρία – για τους άνδρες, δηλαδή. Τους εργάτες.»
«Θα σε θεωρούσα ιδιότροπο  αν δεν σου έφτανε για τραπεζαρία αυτό εδώ το δωμάτιο – και είσαι και εργένης.»
«Γνώρισα έναν περίεργο τύπο και έβαλα στο σχολείο ένα-δυό από τα παιδιά που έχει υπό την προστασία του. Έτσι λοιπόν, κάποια  μέρα που περνούσα από το σπίτι του για κάποια πληρωμή που έπρεπε να γίνει, είδα να ετοιμάζουν για δείπνο ένα άθλιο, λιπαρό  κομμάτι κρέας που τσιγαριζόταν σε μηλίτη και μπήκα σε σκέψεις. Αλλά ήταν η μεγάλη  άνοδος στις τιμές των τροφίμων  τον φετινό χειμώνα που με έκανε να αναλογιστώ  πώς αγοράζοντας τρόφιμα χονδρικής και μαγειρεύοντας σε μεγάλες ποσότητες  μπορούν να εξοικονομηθούν χρήματα και να γίνουν τα πράγματα πιο εύκολα.  Έτσι μίλησα στο φίλο μου – μπορείς να τον πεις και εχθρό μου, τον άνθρωπο που σας ανέφερα πριν, και εκείνος βρήκε ψεγάδια σε κάθε λεπτομέρεια της ιδέας μου. Συνεπώς, την  έβαλα στην άκρη τόσο επειδή δεν ήταν λειτουργική όσο και επειδή αν την  επέβαλλα δια της βίας θα παραβίαζα την ανεξαρτησία των εργατών μου. Και ξαφνικά, εκείνος ο Χίγκινς, ήρθε και ευγενικώς προσφερθείς, έδωσε την συγκατάθεσή του για ένα σχέδιο τόσο ίδιο με το δικό μου, που θα μπορούσα κάλλιστα να αξιώσω την πατρότητά του. Επιπλέον, το ενέκριναν πολλοί από τους συνάδελφούς του με τους οποίους είχε μιλήσει. Ομολογώ ότι ‘τσαντίστηκα’ λίγο με τον τρόπο του και  σκέφτηκα να τους αφήσω στην τύχη τους κι ας έκαναν ό,τι ήθελαν. Όμως  μου φάνηκε κάπως παιδιάστικο να παρατήσω ένα σχέδιο το οποίο κάποτε πίστευα ως σωστό και καλώς τεκμηριωμένο μόνο και μόνο επειδή εγώ δεν θα ελάμβανα τα εύσημα για την πατρότητά του. Έτσι, ψύχραιμα ανέλαβα τον ρόλο που μου ανατέθηκε και που ήταν περίπου αυτός του υπεύθυνου τροφοδοσίας  μιας λέσχης. Αγοράζω  τις προμήθειες  χονδρικής και φροντίζω να βρω μια κατάλληλη μαγείρισσα ή οικοδέσποινα.»
« Ελπίζω να τα καταφέρεις καλά στα νέα σου καθήκοντα. Ξέρεις  από πατάτες και κρεμμύδια ; Υποθέτω όμως ότι η κυρία Θόρντον θα σε βοηθά στις αγορές.»
«Καθόλου» απάντησε ο κύριος Θόρντον. «Διαφωνεί με το όλο σχέδιο, έτσι τώρα δεν το αναφέρουμε καθόλου μεταξύ μας. Αλλά τα καταφέρνω αρκετά καλά, αγοράζοντας μεγάλες ποσότητες από την αγορά στο Λίβερπουλ, ενώ ως προς το κρέας με εξυπηρετεί ο οικογενειακός μας χασάπης. Σας διαβεβαιώ ότι τα γεύματα που ετοιμάζει η μαγείρισσα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητα.»
«Δοκιμάζεις κάθε πιάτο όπως βγαίνει από το μαγειρείο, λόγω της καινούριας σου θέσης; Ελπίζω να διαθέτεις λευκή ράβδο.»
«Στην αρχή πρόσεχα πολύ στο να περιορίζομαι μόνον στα καθήκοντα του τροφοδότη και πάλι, περισσότερο υπάκουα στις παραγγελίες των εργατών , έτσι όπως μου τις  μετέφερε η μαγείρισσα, παρά ενεργούσα με τη δική μου κρίση. Κάποια στιγμή το βοδινό ήταν πολύ μεγάλο, άλλοτε το αρνί δεν ήταν αρκετά παχύ. Νομίζω ότι είδαν πόσο προσεκτικός ήμουν στο να τους αφήνω ελεύθερους και να μην παρεμβαίνω  με τις δικές μου ιδέες, έτσι κάποια μέρα, ήρθαν δύο –τρεις από τους εργάτες – μαζί τους και ο φίλος μου ο Χίγκινς- και μου ζήτησαν να περάσω και να πάρω ένα πιάτο φαγητό. Είχα πολύ δουλειά εκείνη την ημέρα, αλλά είδα ότι οι άνδρες θα προσβάλλονταν αν, αφού έκαναν την προσπάθεια από τη μεριά τους δεν έκανα κι εγώ ένα βήμα να συναντηθούμε στα μισά. Έτσι, πήγα, και ωραιότερο φαγητό δεν έχω ξαναφάει. Τους είπα (στους διπλανούς μου δηλαδή, γιατί δεν σηκώθηκα να βγάλω και λόγο) πόσο πολύ μου άρεσε, και για κάμποσο καιρό, όποτε είχαν αυτό το συγκεκριμένο πιάτο στο διαιτολόγιό τους, δεν υπήρχε περίπτωση να μην έρθουν να μου πουν ‘Αφεντικό, έχουμε βραστό σήμερα, θα κοπιάσεις;» Αν δεν με είχαν προσκαλέσει, δεν θα είχα παρεισδύσει στην συντροφιά τους, όπως δεν θα τολμούσα να πάω σε τραπεζαρία ενός στρατώνα χωρίς πρόσκληση.»
«Έχω την εντύπωση ότι παρακωλύεις τις συζητήσεις τους. Δεν θα μπορούν να κακολογήσουν τα αφεντικά εν τη παρουσία σου. Υποψιάζομαι ότι το κάνουν τις μέρες που δεν έχει βραστό στο μενού.»


............................................................................................................................................................

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Κεφάλαιο 41ο "ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ".




Κεφάλαιο 41ο

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

Καθώς ο χειμώνας προχωρούσε, οι μέρες άρχισαν να μεγαλώνουν χωρίς να φέρνουν τίποτα από την λάμψη της ελπίδας που συνήθως συνοδεύει τις ηλιαχτίδες του Φεβρουαρίου. Η κυρία Θόρντον, όπως είναι φυσικό είχε ολωσδιόλου πάψει να έρχεται στο σπίτι. Ο κύριος Θόρντον ερχόταν περιστασιακά αλλά οι επισκέψεις του απευθύνονταν στον πατέρα της και περιορίζονταν στο σπουδαστήριο. Ο κύριος Χέηλ μιλούσε γι αυτόν όπως πάντα. Μάλιστα η σπανιότητα των συναντήσεών τους, τους προσέδιδε ακόμα μεγαλύτερη αξία. Και αυτό που καταλάβαινε η Μάργκαρετ από τα λεγόμενα του κυρίου Θόρντον, ήταν ότι η ελάττωση των επισκέψεών του δεν είχε προκύψει από κάποια ματαίωση ή κάτι άτοπο. Υπήρξε μια εμπλοκή στη δουλειές του κατά την διάρκεια της απεργίας και απαιτούσε μεγαλύτερη προσοχή από μέρους του απ’ όσο είχε δείξει τον προηγούμενο χειμώνα. Η Μάργκαρετ ανακάλυψε μάλιστα ότι από καιρού εις καιρόν αναφερόταν στο πρόσωπό της, και απ’ όσο  μπορούσε να ξέρει, στον ίδιο φιλικό και ήρεμο τόνο, δίχως να το επιζητά αλλά ούτε και να το αποφεύγει.
Εκείνη δεν είχε την κατάλληλη διάθεση για να ανυψώσει τον ψυχισμό  του πατέρα της. Η ήρεμη αταραξία είχε διαδεχθεί μια τόσο μακρά εποχή άγχους και έγνοιας – ανάμεικτη με ξαφνικές αναταράξεις- ώστε ο νους της είχε γίνει άκαμπτος.  Προσπάθησε να βρει μια απασχόληση με το να διδάσκει τα παιδιά των Μπάουσερ και εργάστηκε σκληρά με στόχο την αγαθοεργία. Αληθινά, δούλευε σκληρά όμως η καρδιά της ήταν απονεκρωμένη και δεν συμμετείχε σ’αυτό με την ψυχή της και μ’ όλο που κατέβαλλε κάθε προσπάθεια επίπονα και  με συνέπεια, δεν ένοιωθε την παραμικρή ευχαρίστηση –  η ζωή εξακολουθούσε να της φαίνεται ζοφερή και θλιβερή. Το μόνο πράγμα που έκανε καλά, ήταν αυτό που έκανε  από οίκτο, χωρίς να το συνειδητοποιεί – η σιωπηλή παρηγοριά και ανακούφιση που πρόσφερε στον πατέρα της. Μπορούσε να αντιληφθεί και να κατανοήσει κάθε του διάθεση, να πραγματοποιήσει κάθε του επιθυμία πριν εκείνος προλάβει να την εκφράσει. Επιθυμίες που σε κάθε περίπτωση  εκφράζονταν διακριτικά και πάντα με  δισταγμό και με ζητώντας συγνώμη. Πρόθυμα και με πραότητα έσπευδε να υπακούσει.
  Ο Μάρτιος έφερε τα νέα για τον γάμο του Φρέντερικ. Έλαβαν γράμμα από εκείνον και την Ντολόρες.  Εκείνη έγραφε σε Ισπανικά-Αγγλικά όπως ήταν φυσικό, ενώ εκείνος με κάποιους ιδιωματισμούς που φανέρωναν πόσο πολύ τον είχε επηρεάσει  η γλώσσα που μιλιόταν στη χώρα της συζύγου του. Λαμβάνοντας το γράμμα του Χένρυ Λέννοξ στο οποίο  ανάφερε πόσο μικρές  ήταν οι ελπίδες να αποκατασταθεί το όνομά του σε ενδεχόμενο ναυτοδικείο λόγω της έλλειψης μαρτύρων,  ο Φρέντερικ είχε γράψει ένα μάλλον οργισμένο γράμμα στο οποίο αποκήρυσσε την Αγγλία ως πατρίδα του και ευχόταν να μπορούσε να αποποιηθεί την ιθαγένειά του. Δήλωνε πως δεν θα δεχόταν την απόδοση χάριτος ακόμη και αν του προσφερόταν ούτε θα ζούσε στην χώρα ακόμα κι αν του επιτρεπόταν.  Όλα αυτά έκαναν την Μάργκαρετ να κλάψει με πόνο – τόσο αφύσικο της φάνηκε όταν το πρωτοδιάβασε. Όταν όμως το συλλογίστηκε καλά, κατάλαβε ότι ήταν περισσότερο ένας τρόπος να εκφράσει την πικρή του απογοήτευση για τις ελπίδες του που χάθηκαν, κι ένιωσε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την υπομονή. Στο επόμενο γράμμα, ο Φρέντερικ μιλούσε με τόση χαρά για το μέλλον ώστε δεν σκεφτόταν καθόλου το παρελθόν και η Μάργκαρετ συνειδητοποίησε αυτό που επιθυμούσε για τον αδελφό της – η υπομονή- ήταν αυτό που θα έπρεπε να επιδείξει και η ίδια.
..........................................................................................................................................................
Ο πατέρας της, εκείνη την Άνοιξη,  αντιμετώπιζε ενίοτε κάποια δυσκολία στην αναπνοή,  που τον στεναχωρούσε αρκετά. Η Μάργκαρετ δεν ανησυχούσε πολύ καθώς αυτή η δυσκολία εξαφανιζόταν εντελώς στα μεσοδιαστήματα, εντούτοις όμως, ήθελε πολύ να τον ταρακουνήσει από την παθητικότητά του και τον πίεζε να αποδεχτεί την πρόσκληση του κυρίου Μπέλλ να τον επισκεφθεί στην Οξφόρδη τον ερχόμενο Απρίλιο. Η πρόσκληση συμπεριλάμβανε και την ίδια . Για την ακρίβεια, είχε γράψει ένα γράμμα που απευθυνόταν ιδιαιτέρως στην ίδια και την διέταζε να έρθει, αλλά εκείνη αισθανόταν ότι θα ήταν μεγαλύτερη ανακούφιση για την ίδια να παραμείνει στην  γαλήνη  του σπιτιού της, απαλλαγμένη εντελώς από οιεσδήποτε ευθύνες  έτσι ώστε να μπορέσει να  ηρεμήσει την καρδιά και το μυαλό της με τρόπο που δεν μπόρεσε να κάνει  τα τελευταία δύο χρόνια.
Όταν ο πατέρας της έφυγε για το σιδηροδρομικό σταθμό, η Μάργκαρετ αισθάνθηκε πόσο μεγάλη πίεση είχε υποστεί – πίεση χρόνου και πίεση ψυχική. Ένοιωθε κατάπληκτη, σχεδόν αποσβολωμένη  μέσα σε τόση ελευθερία. Κανείς δεν περίμενε από εκείνη να τον εμψυχώσει ή να τον ψυχαγωγήσει. Δεν είχε να νοιαστεί και να φροντίσει  για κανέναν ασθενή. Μπορούσε να κάθεται άπραγη, αμίλητη, χωρίς έγνοια καμμιά και – αυτό που έμοιαζε πιο πολύτιμο απ’ όλα τα άλλα δικαιώματα – μπορούσε να είναι δυστυχής αν το ήθελε. Εδώ και μήνες,  έπρεπε να κλειδώνει  τις  δικές της ανάγκες και τα προβλήματα σε ένα σκοτεινό ντουλάπι. Τώρα όμως, είχε την άνεση να τις ανασύρει, να θρηνήσει επάνω τους, να ανακαλύψει την φύση τους και να ψάξει τον καλύτερο  τρόπο να τις αποσυνθέσει έτσι ώστε να  βρει γαλήνη. Όλες αυτές τις εβδομάδες είχε  θολή επίγνωση της ύπαρξής τους, μ’ όλο που ήταν κρυμμένες και αθέατες. Τώρα, για μια και μοναδική φορά, θα τις συλλογιζόταν και θα όριζε πώς η κάθε μια επηρέαζε τη ζωή της. Έτσι, έμεινε για ώρες στο καθιστικό σχεδόν χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της, αναπολώντας την πίκρα κάθε ανάμνησης με ατάραχη αποφασιστικότητα. Μια φορά μόνο έκλαψε γοερά, στην οδυνηρή ανάμνηση της ολιγοπιστίας της που την οδήγησε να πει εκείνο το ταπεινωτικό ψέμα.
Τώρα δεν μπορούσε ούτε καν να αναγνωρίσει την ισχύ της αιτίας που  την οδήγησε εκεί. Όλα τα σχέδιά της για τον Φρέντερικ είχαν αποτύχει και το αρχικό της κίνητρο κείτονταν εκεί, ένας νεκρός εμπαιγμός – ένας εμπαιγμός που ποτέ δεν υπήρξε στ’ αλήθεια. Το ψέμα ήταν τόσο ανόητα αξιοκαταθρήνητο ιδωμένο υπό το πρίσμα των γεγονότων που ακολούθησαν ενώ η πίστη στην ισχύ της αλήθειας εμπεριείχε τόσο περισσότερη σοφία.
Πάνω στην ταραχή της, άνοιξε ασυναίσθητα ένα βιβλίο του πατέρα της που βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. Τα λόγια στα οποία έπεσε η ματιά της, έμοιαζαν να ανταποκρίνονται ακριβώς στην παρούσα κατάστασή της-  του δριμύ αυτοοικτιρμού:

Ωστόσο,φτωχή μου καρδιά, ιδού, είμαστε πεσμενοι μεσα στο λακκο τον οποιο ημασταν τοσο αποφασισμενοι ν' αποφύγουμε.Ας ανασυνταχθουμε,και ας τον αφησουμε για παντα,ας ζητησουμε το ελεος του Θεου και ας ελπισουμε σε Αυτόν  πως θα μας βοηθησει εφεξης για να ειμαστε πιο σθεναροι, και ας ξαναμπουμε στην οδό  της ταπεινότητας. Κουράγιο,ας είμαστε σε επιφυλακή, ο Θεός θα μας βοηθήσει.

« Η οδός της ταπεινότητος. Α..»  σκέφτηκε η Μάργκαρετ «αυτό το ξέχασα! Κουράγιο όμως, καρδούλα μου. Θα γυρίσουμε πίσω και με τη βοήθεια του Θεού θα βρούμε το χαμένο δρόμο.»

Έτσι σηκώθηκε, αποφασισμένη να απασχοληθεί με κάτι για να μην σκέφτεται. Για αρχή, κάλεσε τη Μάρθα, καθώς εκείνη περνούσε από τη πόρτα του καθιστικού για να πάει στα επάνω δωμάτια,  και προσπάθησε να μάθει τι βρισκόταν κάτω από τους σοβαρούς, ευπρεπείς και σαν που ταιριάζει σε υπηρέτρια τρόπους της που εμπεριέκλειαν την ιδιαίτερη προσωπικότητά της με μια υπακοή  σχεδόν μηχανιστική.
Δυσκολεύτηκε να την κάνει να μιλήσει για τα προσωπικά της ενδιαφέροντα αλλά φαίνεται πως χτύπησε τη σωστή χορδή όταν ανέφερε το όνομα της κυρίας Θόρντον. Το πρόσωπο της Μάρθας έλαμψε και με ελάχιστη ενθάρρυνση, ξετύλιξε μια μεγάλη ιστορία  για το πώς ο πατέρας της παλαιότερα  σχετιζόταν με τον σύζυγο της κυρίας Θόρντον – για την ακρίβεια ήταν σε θέση να τον βοηθήσει –πώς ακριβώς η Μάρθα δεν το γνώριζε επειδή ήταν πολύ μικρή τότε. Οι περιστάσεις χώρισαν τις δύο οικογένειες μέχρι που η Μάρθα ήταν σχεδόν μεγάλη κοπέλα. Τότε ο πατέρας της άρχισε να ξεπέφτει κοινωνικά από τη θέση που είχε σαν υπάλληλος σε εταιρεία, και με το θάνατο της μητέρας της, εκείνη και η αδελφή της θα ήταν «ολότελα χαμένες» όπως χαρακτηριστικά είπε η Μάρθα, αν δεν βρισκόταν η κυρία Θόρντον, η  οποία έψαξε να τις βρει, και νοιάστηκε γι αυτές, και τις φρόντισε.
«Ήμουν άρρωστη με πυρετό και πολύ αδύναμη. Η κυρία Θόρντον αλλά και ο κύριος Θόρντον δεν ησύχασαν μέχρις ότου με πήραν στο σπίτι τους να με φροντίσουν για να γίνω  καλά. Μέχρι και στη θάλασσα με έστειλαν. Ο γιατρός είπε πως ο πυρετός ήταν κολλητικός αλλά δεν τους ένοιαξε σταλιά. Μόνο η δεσποινίς Φάννυ έφυγε να επισκεφτεί εκείνη την οικογένεια στην οποία σύντομα θα γινόταν νύφη. Έτσι, μ’όλο που  φοβόταν τότε, όλα τέλειωσαν καλά.»
«Η δεσποινίς Φάννυ θα παντρευτεί!» αναφώνησε η Μάργκαρετ.
«Ναι, και μάλιστα μ’έναν πλούσιο κύριο, μόνο που είναι κάπως μεγαλύτερος απ’αυτήν. Τον λένε Γουάτσον και έχει εργοστάσια έξω από το Χέηλυ. Είναι καλό ταίριασμα μ’όλο που εκείνος έχει γκρίζα μαλλιά.»
Αυτή η πληροφορία έκανε την Μάργκαρετ να μείνει σιωπηλή για λίγο, ήταν όμως αρκετό το διάστημα ώστε η Μάρθα να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της και μαζί με αυτήν την λακωνικότητα στις απαντήσεις της. Αποτελείωσε το σκούπισμα του τζακιού, ρώτησε τι ώρα  έπρεπε να ετοιμάσει το τσάι και έφυγε από το δωμάτιο με το ίδιο ανέκφραστο πρόσωπο που είχε όταν μπήκε.  Η Μάργκαρετ χρειάστηκε να συγκρατήσει τον εαυτό της από το να επαναλάβει ένα άσχημο παιχνίδι που είχε υιοθετήσει προσφάτως : το να σκέφτεται  τι επιρροή είχε επάνω του κάθε συμβάν  που μάθαινε ότι σχετιζόταν με τον κύριο Θόρντον ˙  του άρεσε ή όχι ;
Την επόμενη μέρα υποδέχτηκε τα μικρά των Μπάουσερ για μάθημα και έπειτα βγήκε για μια μεγάλη βόλτα που κατέληξε σε επίσκεψη στην Μαίρη Χίγκινς.  Προς μεγάλη της έκπληξη βρήκε τον Νίκολας να έχει  ήδη επιστρέψει από την δουλειά στο σπίτι.
Η μεγαλύτερη διάρκεια της μέρας την ξεγέλασε ως προς το πόσο προχωρημένη ήταν ήδη η ώρα. Από τους τρόπους του, ήταν εμφανές ότι και εκείνος είχε αποκτήσει λίγη ταπεινότητα, ήταν πιο ήρεμος και με λιγότερο κομπασμό.
«Το λοιπόν, ο  αφέντης πάει ταξίδι, έτσι ; Έτσι μου ‘παν τα μικρά. Μα είναι διαόλια στην εξυπνάδα, έτσι δεν είναι ; Σάματις είναι πιο ξύπνια κι από τα δικά μου, αν και δε πρέπει να το λέω μιας κι έχω ένα παιδί στο μνήμα. Ο καιρός τώρα δα κάνει τους ανθρώπους να τριγυρνάνε ‘δω κι εκεί. Και το αφεντικό στο εργοστάσιο, σταματημό δεν έχει – όλο φεύγει και γυρνάει έξω.»
«Αυτός είναι ο λόγος που γύρισες νωρίτερα στο σπίτι;» ρώτησε με αφέλεια η Μάργκαρετ.
«Δεν ξέρεις τι σου γίνεται.» έκανε περιφρονητικά. « Δεν έχω δυο πρόσωπα ελόγου  μου – ένα για όταν με βλέπει ο αφέντης κι  άλλο για πίσω από την πλάτη του. Λόγιασα καλά την ώρα από  όλα τα ρολόγια που χτύπησαν στην πόλη πριν φύγω από τη δουλειά. Όχι – ο Θόρντον σου, είναι καλός αντίπαλος αλλά είναι πιότερο άξιος σαν πάει κανείς να τον ξεγελάσει. ‘συ μου βρήκες τη θέση και σ’ευχαριστώ. Τούτες τις μέρες δεν είναι καθόλου κακό να δουλεύεις στο εργοστάσιο του Θόρντον. Σήκω πάνω, λεβέντη μου και πες τον ύμνο που’μαθες στη δεσποινίδα Μάργκαρετ. Έτσι, πάτα γερά στα πόδια σου, τέντωσ’το χέρι σου σαν καλάμι. Με το ένα, με το δύο, με το τρία…!»
Ο μικρούλης επανέλαβε έναν ύμνο των Μεθοδιστών, με νοήματα πολύ προχωρημένα για την ηλικία του, που όμως είχε καταλάβει τον ρυθμό του και τον επαναλάμβανε με ύφος και πόζα μέλους του Κοινοβουλίου. Καθώς η Μάργκαρετ χειροκροτούσε αδιάφορα, ο Νίκολας του ζήτησε να πει κι άλλον ύμνο, κι ύστερα κι άλλον, ανακάλυψε προς μεγάλη της έκπληξη ότι ο Νίκολας έτσι παράδοξα και ασυνείδητα,  είχε αρχίσει να δείχνει ενδιαφέρον προς τα της εκκλησίας που πριν απαξιούσε.
Είχε περάσει η ώρα που συνήθως έπαιρνε το τσάι της όταν γύρισε στο σπίτι, αλλά ήταν μια ανακούφιση η αίσθηση ότι δεν είχε κάνει κανέναν να την περιμένει και το να μπορεί να παραδίδεται στις δικές της σκέψεις αντί να παρακολουθεί κάποιον άλλον  για να δει αν θα πρέπει να είναι χαρούμενη ή λυπημένη. Μετά το τσάι, αποφάσισε να μελετήσει ένα μεγάλο πακέτο με γράμματα και να ξεχωρίσει κάποια που έπρεπε να καταστραφούν.
..................................................................................................................................................................
Αναστέναξε καθώς σηκώθηκε να πάει για ύπνο.  Παρά το «Ένα βήμα τη φορά», παρά τη μία και μοναδική της υποχρέωση να είναι αφοσιωμένη στον πατέρα της, αισθανόταν στην καρδιά της αγωνία και λύπη.
Αλλά και ο κύριος Χέηλ είχε στη σκέψη του την Μάργκαρετ, εκείνη την Απριλιάτικη βραδιά, τόσο επίμονα και παράδοξα όσο και η κόρη του. Ήταν κουρασμένος έχοντας συναντήσει  παλιούς φίλους και περπατήσει σε γνώριμα μέρη. Είχε ίσως υπερβάλλει στη σκέψη για το  πώς οι παλιοί του φίλοι θα τον υποδέχονταν  δεδομένης  της αλλαγής στα πιστεύω του, όμως αν και κάποιοι ίσως να αισθάνθηκαν ταραχή και θλίψη ή αγανάκτηση για την πτώση του θεωρητικά, όμως μόλις  ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με τον άνθρωπο που κάποτε είχαν αγαπήσει, οι θεωρίες ξεχάστηκαν ή απλά πρόσθεσαν μια τρυφερή σοβαρότητα  στη συμπεριφορά τους. Ο κύριος Χέηλ δεν ήταν γνωστός σε πολλούς. Ανήκε σε μια από τις μικρότερες αδελφότητες και  πάντα ήταν συνεσταλμένος και ντροπαλός. Όμως εκείνοι που τον καιρό της νεότητος είχαν λάβει τον κόπο να διεισδύσουν την λεπτότητα της σκέψης και των συναισθημάτων που κρύβονταν κάτω από την σιωπή και την αναποφασιστικότητά του, τον είχαν κλείσει βαθιά μέσα στην καρδιά τους με εκείνη την προστατευτική ευγένεια  που θα έδειχναν σε μια γυναίκα. Και η ανανέωση αυτής της καλοσύνης, μετά από τη διακοπή τόσων χρόνων και εν μέσω τόσων αλλαγών τον είχε ταράξει περισσότερο από οποιαδήποτε αγένεια ή έκφραση δυσαρέσκειας.
«Φοβάμαι ότι το παρακάναμε,» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Τώρα σε βλέπω να υποφέρεις έχοντας ζήσει τόσο πολύ στην ατμόσφαιρα του Μίλτον.»
«Είμαι κουρασμένος,»  είπε ο κύριος Χέηλ. «Αλλά όχι από την ατμόσφαιρα του Μίλτον. Είμαι πενήντα πέντε χρόνων και αυτό από μόνο του αρκεί για να δικαιολογήσει  απώλεια δυνάμεων.»
«Ανοησίες! Είμαι πάνω από εξήντα και καθόλου δεν έχω απωλέσει τις δυνάμεις μου, φυσικές ή πνευματικές. Μη μου λές εμένα  τέτοια   πράγματα! Πενήντα πέντε! Μα, είσαι νέος ακόμα!»
Ο κύριος Χέηλ κούνησε το κεφάλι του. «Αυτά τα λίγα τελευταία χρόνια!»  Αφού  έκανε μια παύση, ανασηκώθηκε από την σχεδόν ύπτια θέση που είχε σε μια από τις  αναπαυτικές  σαιζ-λονγκ του κυρίου Μπέλλ και είπε  με παλλόμενη  φωνή σε πολύ σοβαρό τόνο:
«Μπελλ, μην σκεφτείς ότι αν  μπορούσα να προείδω όλα αυτά που θα επακολουθούσαν της ιδεολογικής μου μεταστροφής και της μετοίκησής μου -  Όχι! Ούτε ακόμα αν εγνώριζα πόσο εκείνη θα υπέφερε –  δεν θα  άλλαζα κάτι στην δημόσια παραδοχή μου  ότι δεν είχα πλέον την ίδια πίστη στην Εκκλησία την οποία υπηρετούσα ως ιερέας. Όπως το βλέπω τώρα, ακόμα κι αν μπορούσα να προβλέψω  το φρικτό μαρτύριο  που πέρασα μέσα από τα πάθη ενός αγαπημένου μου προσώπου, θα είχα πράξει το ίδιο, δηλαδή θα εγκατέλειπα ανοικτά και ξεκάθαρα την Εκκλησία. Ίσως να είχα πράξει διαφορετικά και με πιο σώφρονα τρόπο όσον αφορά τα σχετικά με την οικογένειά μου.  Όμως νομίζω πως ο Κύριος δεν με προίκισε με υπερβάλλουσα σωφροσύνη ή δύναμη.» συμπλήρωσε ξαναγυρνώντας στην προηγούμενή του θέση.
Ο κύριος Μπέλλ φύσηξε επιδεικτικά την μύτη του πριν απαντήσει, λέγοντας:
«Σου έδωσε δύναμη να κάνεις αυτό που θεωρούσε η συνείδησή του, σωστό. Και δεν θεωρώ ότι χρειάζεται περισσότερη ή ιερότερη δύναμη ή σοφία από αυτή.  Γνωρίζω πως εγώ δεν διαθέτω τόση. Κι όμως θεωρούμαι σοφός στα ανόητα βιβλία κάποιων ανθρώπων. Χαρακτήρ αδαμάντινος, ανεξάρτητος και τα τοιαύτα. Κι όμως  ο πλέον ηλίθιος που υπακούει στο δικό του απλοϊκό  σύστημα αξιών, ακόμα κι αν αυτό είναι το να σκουπίζει τα πόδια του στον τάπητα της  εξώπορτας, είναι σοφότερος και ισχυρότερος εμού. Πόσο εύκολα εξαπατούνται οι άνθρωποι!»
Ακολούθησε μια παύση. Ο κύριος Χέηλ μίλησε πρώτος, συνεχίζοντας την σκέψη του.
«Σχετικά με την Μάργκαρετ.»
« Σχετικά με την Μάργκαρετ, λοιπόν! Τι συμβαίνει ;»
«Αν πεθάνω….»
«Ανοησίες!»
«Τι θα απογίνει εκείνη – το σκέφτομαι συχνά.  Υποθέτω ότι οι Λέννοξ θα της ζητήσουν να μείνει μαζί τους. Προσπαθώ να φαντάζομαι ότι έτσι θα γίνει. Η θεία της η Σώ, την αγαπούσε με το δικό της  σιωπηλό τρόπο, όμως η αγάπη της ξεχνιέται εν τη απουσία.»
« Σφάλμα σύνηθες πολύ. Τι είδους άνθρωποι είναι οι Λέννοξ;»
«Εκείνος  είναι ευειδής, ομιλητικός και ευπροσήγορος. Η Ήντιθ μια γλυκιά, κάπως κακομαθημένη καλλονή. Η Μάργκαρετ την αγαπά με όλη της την καρδιά και η Ήντιθ το ίδιο – τουλάχιστον όσο της είναι δυνατόν να αγαπήσει.»
« Άκου, Χέηλ. Γνωρίζεις ότι αυτό το κορίτσι σου  μες στην καρδιά μου το’χω. Σου το έχω ξαναπεί. Φυσικά ως θυγατέρα σου και πνευματικό μου τέκνο ενδιαφερόμουν για εκείνη και πριν να την δω την προηγούμενη φορά.  Όμως με αυτήν μου την επίσκεψη στο Μίλτον έγινα σκλάβος της. Μ’ έσυρε  ολοπρόθυμον στο άρμα της, εμένα το γέρο ξεκούτη. Επειδή, αληθινά, έχει  όλο το μεγαλείο και την γαλήνη του ανθρώπου που έχει παλέψει και παλεύει ακόμα, κι όμως προσβλέπει στη νίκη που θα έρθει αναμφίβολα. Ναι, μ’ όλες τις παρούσες δυσκολίες της, έχει αυτό το βλέμμα στο πρόσωπό της. Έτσι, όλη μου η περιουσία, είναι στην υπηρεσία της αν τη χρειαστεί και θα γίνει δική της ούτως η άλλως όταν πεθάνω. Επιπλέον, θέτω τον εαυτό μου στην υπηρεσία της ως πιστός της ιππότης και ακόλουθος μ’ όλο που είμαι ένας εξηντάρης γεροπαράξενος. Ειλικρινά, παλιέ μου φίλε, η κόρη σου  θα είναι η πρωταρχική μου έγνοια στη ζωή και όποια αρωγή  μπορούν  να συνδράμουν το πνεύμα μου, η σοφία μου ή η πρόθυμη καρδιά μου, θα την έχει. Δεν την επέλεξα ως αντικείμενο διαπαιδαγώγησης και νουθεσίας . Κάτι που γνωρίζω από τα παλιά ότι είναι δική σου μέριμνα, διαφορετικά δεν θα ήσουν ευχαριστημένος.  Όμως σίγουρα εσύ θα ζήσεις πολύ περισσότερα χρόνια από εμένα. Βλέπεις ότι οι αδύνατοι πάντα καταφέρνουν να ξεγελάνε και να νικούν  το Χάρο. Είναι οι εύσωμοι και πληθωρικοί σαν κι εμένα που φεύγουν πρώτοι !»
Αν ο κύριος Μπέλλ είχε προφητικό χάρισμα, θα είχε δει τον πυρσό να τρεμοσβήνει και τον Άγγελο σοβαρό και πένθιμο  να γνέφει στο φίλο του από τα ύψη. Εκείνη την νύχτα ο κύριος Χέηλ έγειρε στο προσκέφαλό του και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Ο υπηρέτης που μπήκε στο δωμάτιο το άλλο πρωί δεν έλαβε  καμμία απάντηση όταν του μίλησε. Πλησίασε στην κλίνη και είδε το ήρεμο, όμορφο πρόσωπο να κείτεται ωχρό και παγωμένο κάτω από την αναπόδραστη σφραγίδα του θανάτου.  Η όψη του ήταν γαλήνια. Δεν υπήρχαν σημάδια αγωνίας ή πόνου. Η καρδιά του θα πρέπει να έπαψε να χτυπά ενώ κοιμόταν.
Ο κύριος Μπέλλ έμεινε αποσβολωμένος από το πλήγμα και συνήλθε μόνο και μόνο για να εξοργιστεί με αυτό που του πρότεινε ο υπηρέτης του.
« Εισαγγελική έρευνα; Ήμαρτον ! Μήπως θαρρείς πως τον δηλητηρίασα; Ο κύριος Φόρμπς λέει πως είναι η φυσιολογική κατάληξη μιας καρδιακής νόσου. Καημένε Χέηλ! Την έφθειρες πρόωρα την τρυφερή καρδιά σου. Καημένε μου παλιόφιλε!  Πώς μιλούσε για  - Γουώλις, σε πέντε λεπτά να μου έχεις έτοιμη μια μικρή βαλίτσα. Κάθομαι εδώ και μιλάω… Ετοίμασέ την, είπα!  Πρέπει να πάω στο Μίλτον με το επόμενο δρομολόγιο.»

Σε είκοσι λεπτά από τη λήψη αυτής της απόφασης, η βαλίτσα είχε ετοιμαστεί, η άμαξα είχε κληθεί, και ο κύριος Μπέλλ είχε ήδη φτάσει στο σιδηροδρομικό σταθμό.
Το τραίνο από το Λονδίνο έφτασε ασθμαίνον, οπισθοχώρησε μερικά μέτρα, και ο κύριος Μπέλλ επιβιβάσθηκε ωθούμενος κάπως βιαστικά από τον ανυπόμονο σιδηροδρομικό υπάλληλο. Έγειρε πίσω και έκλεισε τα μάτια του, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει  πώς μπορούσε κάποιος που ήταν εν ζωή χθες να κείτεται νεκρός σήμερα. Αμέσως  δάκρυα  άρχισαν να ξεγλιστρούν  ανάμεσα από τα γεροντικά του βλέφαρα. Καθώς το ένοιωσε, άνοιξε τα μάτια του αποφασισμένος  να δείχνει όσο το δυνατόν πιο εύθυμος. Δεν θα έβαζε τα κλάματα μπροστά σε  δυο ξένους. Όχι αυτός !
Δεν κάθονταν δύο ξένοι απέναντί του, αλλά μονάχα ένας και  αυτός στο ίδιο κάθισμα, αλλά μακριά , στην άλλη άκρη. Ο κύριος Μπέηλ άρχισε να τον παρατηρεί διακριτικά για να δει τι είδους άνθρωπος ήταν αυτός που μπορεί να είδε το συναισθηματικό του ξέσπασμα. Και πίσω από την ολάνοιχτη εφημερίδα των Times αναγνώρισε τον κύριο Θόρντον.
« Μα, τι στο καλό, εσύ είσαι Θόρντον;» είπε πλησιάζοντας πιο κοντά. Έσφιξε το χέρι του κυρίου Θόρντον σε μια δυνατή και θερμή χειραψία που όμως σταμάτησε απότομα γιατί έπρεπε να σκουπίσει τα δάκρυά του. Την τελευταία φορά που τον είχε δει ήταν με συντροφιά τον φίλο του τον Χέηλ.
«Πηγαίνω στο Μίλτον για ένα θλιβερό καθήκον. Πάω να αναγγείλω στην κόρη του Χέηλ τον αιφνίδιο θάνατό του.»
«Τον θάνατο του ;! Ο κύριος Χέηλ νεκρός;!»
«Ναι, το λέω συνεχώς στον εαυτό μου ‘Ο Χέηλ πέθανε’ αλλά δεν εννοώ να το πιστέψω πως είναι αλήθεια. Παρ’ όλ’αυτά, ο Χέηλ είναι νεκρός. Πήγε για ύπνο υγιής κατά τα φαινόμενα και ήταν εντελώς παγωμένος σήμερα το πρωί που πήγε ο υπηρέτης μου να τον φωνάξει.»
«Πού ; Δεν καταλαβαίνω!»
«Στην Οξφόρδη. Είχε έρθει να μείνει μαζί μου. Ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν την Οξφόρδη εδώ και δεκαεπτά χρόνια….και η τελευταία.»
Κανείς δεν είπε λέξη επί ένα τέταρτο της ώρας. Έπειτα μίλησε ο κύριος Θόρντον.
«Και εκείνη…!»  αμέσως όμως τα λόγια του  κόπηκαν.
«Εννοείς την Μάργκαρετ. Ναι, πηγαίνω να της το πώ. Ο καημένος! Πόσο την είχε στο μυαλό του το τελευταίο βράδυ! Θεέ και Κύριε – χθες βράδυ μόλις !  Και πόσο απροσμέτρητα μακρυά βρίσκεται σήμερα. Αλλά προς χάριν  του θα έχω την Μάργκαρετ σαν παιδί μου. Χθες βράδυ είπα πως θα την πάρω υπό την προστασία μου προς χάριν της. Ε, λοιπόν, θα το κάνω προς χάριν και των δύο.»
Ο κύριος Θόρντον προσπάθησε μια- δυο φορές να μιλήσει, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος, μπόρεσε να πει: «Τι θ’απογίνει εκείνη ;»

«Φαντάζομαι ότι δύο άνθρωποι θα την περιμένουν. Ένας εγώ. Θα έβαζα έναν δράκοντα αληθινό στο σπίτι μου, αν έχοντας τέτοιον συνοδό και φτιάχνοντας δικό μου νοικοκυριό, μπορούσα να δώσω στα γεράματά μου λίγη ευτυχία έχοντας την Μάργκαρετ για κόρη. Αλλά είναι κι αυτοί οι Λέννοξ!»
«Ποιοι είναι αυτοί ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον με φωνή που έτρεμε μόλις κρύβοντας το ενδιαφέρον του.
«Ω, αυτάρεσκοι Λονδρέζοι  που πολύ πιθανόν να θεωρούν ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα πάνω της.  Ο λοχαγός Λέννοξ παντρεύτηκε την εξαδέλφη της – το κορίτσι με το οποίο μεγάλωσε η Μάργκαρετ. Αρκετά καλοί άνθρωποι, θα έλεγα.
Και ύστερα, είναι και η θεία της, η κυρία Σω. Ίσως υπάρχει κάποιος τρόπος, αν ζητήσω σε γάμο αυτήν την πλούσια κυρία! Όμως αυτό θα ήταν υπερβολικό! Είναι και εκείνος ο αδελφός !»
«Ποιος αδελφός ; Ο αδελφός της θείας της ;»
«Όχι, όχι. Ο έξυπνος Λέννοξ (γιατί ο λοχαγός είναι ηλίθιος καθώς αντιλαμβάνεσαι), ένας νεαρός δικηγόρος που θα θέσει τον εαυτό  του στις υπηρεσίες της Μάργκαρετ. Γνωρίζω πως την είχε στο μυαλό του τα τελευταία πέντε χρόνια  ίσως και παραπάνω. Μου το είπε ένας από τους συνέταιρούς του. Το μόνο που τον σταματούσε είναι ότι η Μάργκαρετ δεν είχε περιουσία. Αλλά τώρα αυτό δεν είναι πλέον θέμα.»
«Μα, πώς ;» ρώτησε ο κύριος Θόρντον που η περιέργειά του ήταν πολύ ειλικρινής για να συνειδητοποιήσει το αδιάκριτο της ερώτησης.
«Θα με κληρονομήσει όταν πεθάνω. Και αν αυτός ο Χένρυ Λέννοξ της αξίζει έστω και κατά το ήμισυ και της αρέσει – ε, τότε ίσως βρω άλλον τρόπο να στήσω σπιτικό μέσω ενός γάμου. Τρέμω,  μήπως σε κάποια  ανύποπτη στιγμή ,  υποπέσω σε τέτοιο πειρασμό με τη θεία.»
Όμως κανείς από τους δύο δεν είχε διάθεση να γελάσει, έτσι η παραδοξότητα των λόγων του κυρίου Μπέλλ διέλαθε της προσοχής και των δύο. Ο κύριος Μπελλ έσμιξε τα χείλη του σε σφύριγμα αλλά κανένας ήχος δεν βγήκε παρά μια μακρόσυρτη συρριστική ανάσα. Άλλαξε θέση αλλά και πάλι δεν βρήκε ησυχία. Ο κύριος Θόρντον καθόταν εντελώς ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο σε ένα σημείο στην εφημερίδα, την οποία είχε πάρει στα χέρια του για να δώσει στον εαυτό του την άνεση να σκεφτεί.
...................................................................................................................................................................

Σάββατο 16 Μαΐου 2015

Κεφάλαιο 40ο: Παραφωνίες



Και προχωράμε σιγά- σιγά στο Μάιο και στο τεσσαρακοστό κεφάλαιο.....
Σιγά- σιγά. Δεν βιαζόμαστε !



Κεφάλαιο 40ο

ΠΑΡΑΦΩΝΙΕΣ

Η Μάργκαρετ δεν προσδοκούσε να χαρεί ιδιαίτερα με την επίσκεψη του κυρίου Μπέλλ – ανυπομονούσε γι αυτήν για  λογαριασμό και μόνο του πατέρα της. Μόλις όμως έφτασε ο νονός της ένοιωσε αμέσως πολύ φιλικά απέναντί του.  Εκείνος είπε ότι ήταν απαράδεκτο  το ότι κατάκτησε τόσο εύκολα την καρδιά του, ήταν μια αρετή κληρονομική να μπορεί τόσο εύκολα να κερδίσει την εκτίμησή του και εκείνη με τη σειρά της παραδέχτηκε ότι ο νονός της κάτω από την ακαδημαϊκή του τήβεννο έκρυβε ένα αρκετά νεανικό παρουσιαστικό.
«Νεανικό όσον αφορά την καλοσύνη και την ευγένεια, εννοώ. Γιατί φοβάμαι πως πρέπει να παραδεχτώ ότι οι ιδέες σας είναι οι πλέον σκουριασμένες και παλαιομοδίτικες που έχω ακούσει  εδώ και καιρό.»
« Μα, ακούς τι λέει αυτή η θυγατέρα σου, Χεηλ ; Η παραμονή της στο Μίλτον την έχει εντελώς διαφθείρει !  Έγινε μια δημοκράτισσα, μια κόκκινη ρεπουμπλικανή, μια πασιφίστρια, μια σοσιαλίστρια ….!»
« Και όλα αυτά, πατέρα, απλά και μόνον επειδή υπερασπίζομαι την πρόοδο του εμπορίου. Αν ήταν στο χέρι του κυρίου Μπελλ, ακόμα θα ανταλλάσαμε  δερμάτα ζώων με βελανίδια.»
«Όχι, όχι. Θα έσκαβα και θα φύτευα πατάτες. Και θα κούρευα  άγρια ζωά  για να φτιάξω χιτώνες  με το μαλλί  τους. Μην υπερβάλλεις, δεσποινάριο. Όμως αυτή η παραζάλη με έχει κουράσει. Οι πάντες τρέχουν πάνω κάτω προσπαθώντας να κερδίσουν χρήματα.»
« Δεν μπορούν όλοι να κάθονται αναπαυτικά στις αίθουσες των κολλεγίων τους και να βλέπουν τα πλούτη  τους να αυξάνονται χωρίς οι ίδιοι να καταβάλλουν κανέναν κόπο. Αναμφίβολα πολλοί από τους ανθρώπους εδώ θα ήταν ευγνώμονες αν έβλεπαν την περιουσία τους να μεγαλώνει  όπως η δική σας χωρίς οι ίδιοι να έχουν κανέναν μπελά στο κεφάλι τους.» είπε ο κύριος Χέηλ.
«Δεν το πιστεύω. Τους αρέσει όλο αυτό το τρέξιμο  και η φασαρία.  Όσο για το να ηρεμήσουν και να μάθουν από το παρελθόν αναλογιζόμενοι ή να σχεδιάσουν το μέλλον δουλεύοντας με πίστη και με αίσθηση εμπιστοσύνης σ’αυτό που έρχεται…Σιγά ! Δεν νομίζω ότι υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που να είναι σε θέση να μείνει ήρεμος. Και είναι μια μεγάλη τέχνη αυτό.»
«Υποψιάζομαι ότι οι  Μιλτονέζοι  πιστεύουν ότι οι της Οξφόρδης  δεν ξέρουν πώς να κινηθούν. Θα ήταν καλό αν μπορούσαν να ανακατευτούν συγχρωτιστούν  λιγάκι μεταξύ τους.»
«Θα έκανε καλό στους Μιλτονέζους. Πολλά από τα δυσάρεστα για άλλους ανθρώπους πράγματα, σε αυτούς ίσως να  έκαναν  καλό.»
«Μα κι εσείς, Μιλτονέζος δεν είστε;» ρώτησε η Μάργκαρετ. «Νόμιζα πως θα ήσασταν υπερήφανος για την πόλη σας.»
«Ομολογώ πως δεν βλέπω τίποτα για το οποίο θα έπρεπε να είμαι υπερήφανος. Αν έρθεις καμμιά φορά στην Οξφόρδη, Μάργκαρετ, θα σου δείξω ένα πραγματικό ‘πεδίον δόξης λαμπρόν’ . »
«Λοιπόν,» είπε ο κύριος Χέηλ, « ο κύριος Θόρντον θα έρθει απόψε για τσάι,  και είναι τόσο υπερήφανος για το Μίλτον, όσο είστε εσείς για την Οξφόρδη. Εσείς οι δυο θα πρέπει να προσπαθήσετε και να γίνεται αμφότεροι πιο ανοιχτόμυαλοι.»
«Ευχαριστώ πολύ, δεν επιθυμώ  να διευρύνω περισσότερο  το μυαλό μου,» είπε ο κύριος Μπέλλ.

« Αλήθεια, θα έρθει ο κύριος Θόρντον για τσάι, πατέρα ;» ρώτησε χαμηλόφωνα η Μάργκαρετ.
«Ή την ώρα του τσαγιού, ή αμέσως μετά. Δεν ήταν σίγουρος. Μας είπε να μην τον περιμένουμε.»
Ο κύριος Θόρντον ήταν αποφασισμένος να μην ερευνήσει καθόλου  μέχρι σε ποιο βαθμό προχώρησε η μητέρα του στο σχέδιό της να μιλήσει στην Μάργκαρετ για την απρεπή συμπεριφορά της.

 Ήταν σίγουρος ότι αν όντως εκείνη η συνομιλία έλαβε χώρα, η αναφορά της μητέρας του για τα όσα συνέβησαν θα είχε σαν αποτέλεσμα να αισθανθεί ενόχληση και πικρία ενώ όλη την ώρα θα σκεφτόταν τι θα έπρεπε να περνούσε από το μυαλό της μητέρας του εκείνες τις στιγμές.  Απέφευγε την οποιαδήποτε αναφορά στο όνομα της Μάργκαρετ. Ο ίδιος, ενώ την κατηγορούσε,  την ζήλευε και την αποκήρυσσε, την αγαπούσε  οδυνηρά, σχεδόν παρά την θέλησή του. Την έβλεπε στα όνειρά του ˙ έβλεπε ότι ερχόταν προς το μέρος του χορεύοντας, με μια αγκαλιά ολάνοιχτη,  ανάλαφρη και χαρούμενη  έτσι που μ’ όλο που τον γοήτευε, ένοιωθε να την  απεχθάνεται.  Όμως αυτή η αποτύπωση της μορφής της Μάργκαρετ  - που δεν είχε τίποτα από την προσωπικότητα  της Μάργκαρετ, σαν να είχε κάνει κατάληψη στο σώμα της κάποιο σατανικό πνεύμα -  ήταν τόσο βαθιά χαραγμένη στη φαντασία του, ώστε όταν ξυπνούσε δυσκολευόταν να ξεχωρίσει την Εύα από την Λίλιθ*. Και η αντιπάθεια που έτρεφε για την δεύτερη, έμοιαζε να περικλείνει  και να παραμορφώνει και την πρώτη. Όμως ήταν πολύ περήφανος ώστε να παραδεχθεί την αδυναμία του με το να αποφεύγει να την βλέπει. Ούτε αναζητούσε ευκαιρία να βρεθεί κοντά της αλλά ούτε  και την απέφευγε. Για να πείσει τον εαυτό του  ότι διέθετε αυτοέλεγχο, χρονοτριβούσε πάνω σε όλες τις λεπτομέρειες της εργασίας που  είχε να κάνει εκείνο το απόγευμα. Σκόπιμα, τραβούσε επί μακρόν και αργοπορούσε σε κάθε του ενέργεια, επομένως, ήταν περασμένες οκτώ όταν πια έφτασε στο σπίτι του κυρίου Χέηλ. Ύστερα, είχαν να μιλήσουν για επαγγελματικά θέματα στο γραφείο  με τον κύριο Μπέλλ, με τον τελευταίο να παρατείνει   την συνομιλία τους δίπλα στη φωτιά, με διάφορα ανιαρά θέματα, πολύ μετά την λήξη των επαγγελματικών τους , ενώ θα μπορούσαν να έχουν ανεβεί με τους άλλους  στο σαλόνι. Αλλά ο κύριος Θόρντον δεν επρόκειτο να πει λέξη σχετικά με την αλλαγή του χώρου συζήτησης. Άναβε και κόρωνε, θεωρώντας τον κύριο Μπελ ως τον πλέον πληκτικό συνδαιτυμόνα ενώ ο κύριος Μπελ με την σειρά του, ανταπέδιδε κρυφά  την φιλοφρόνηση, σκεπτόμενος ότι ο κύριος Θόρντον ήταν εξαιρετικά απότομος  και αγενής, με έλλειψη  ευφυίας και καλής συμπεριφοράς.  Επιτέλους, κάποιος αμυδρός θόρυβος από το επάνω πάτωμα τους υπενθύμισε ότι θα ήταν καλό να ανεβούν στο σαλόνι. Βρήκαν την Μάργκαρετ με ένα γράμμα ανοιγμένο ενώπιόν της, να συζητά με θέρμη το περιεχόμενό του με τον πατέρα της. Το δίπλωσε και το έβαλε στην άκρη αμέσως μόλις μπήκαν οι κύριοι, αλλά η οξυμένη αίσθηση του κυρίου Θόρντον, άκουσ τα εξής λόγια του κυρίου Χέηλ προς τον κύριο Μπέλλ:
«Γράμμα από τον Χένρυ Λέννοξ. Έδωσε πολλές ελπίδες στην Μάργκαρετ.»


Ο κύριος Μπελλ ένευσε καταφατικά. Όταν ο κύριος Θόρντον γύρισε το βλέμμα του στην Μάργκαρετ, εκείνη ήταν κατακόκκινη σαν τριαντάφυλλο.  Ήθελε όσο τίποτα άλλο στον κόσμο να σηκωθεί και να φύγει εκείνη την στιγμή και να μην ξαναπατήσει το πόδι του σ’εκείνο το σπίτι.
«Φανταστήκαμε» είπε ο κυριος Χέηλ «ότι εσείς και ο κύριος Θόρντον ακολουθήσατε την συμβουλή της Μάργκαρετ και προσπαθούσατε να προσηλυτίσετε ο ένας τον άλλον, τόση ώρα που αργοπορούσατε στο γραφείο.»
«Και φανταστήκατε ότι δεν θα είχε απομείνει τίποτα από εμάς παρά μια γνώμη, όπως η ουρά στον γάτο του Κίλκενυ**. Πείτε μου, παρακαλώ, τίνος η γνώμη νομίζετε ότι θα επέμενε πεισματικά να επιβιώνει;»
Ο κύριος Θόρντον δεν είχε ιδέα για τη πράγμα μιλούσαν και απαξιούσε να ρωτήσει. Ο κύριος Χέηλ, ευγενικά, προσφέρθηκε να τον διαφωτίσει.
«Κύριε Θόρντον, σήμερα το πρωί κατηγορούσαμε τον κύριο Μπέλλ για την μεσαιωνικά αδιάλλακτη Οξφορδιανή του στάση ενάντια στην γενέτειρά του και προτείναμε – η Μάργκαρετ θαρρώ – πως θα του έκανε καλό να συναναστραφεί λιγάκι με τους εργοστασιάρχες του Μίλτον.»
«Να με συγχωρεί η χάρη σας. Νομίζω πως η Μάργκαρετ είπε πως θα έκανε καλό στους εργοστασιάρχες του Μίλτον να συναναστραφούν λίγο περισσότερο με άνδρες της Οξφόρδης. Έτσι δεν είναι Μάργκαρετ;»
«Νομίζω πως είπα πως θα έκανε καλό και στα δύο μέρη να συναναστραφούν μεταξύ τους – και είναι  κάτι που και εγώ και ο πατέρας πιστεύουμε.»
«Βλέπετε λοιπόν κύριε Θόρντον, πως  ενόσω βρισκόμασταν στο γραφείο, οφείλαμε να βελτιωνόμαστε αμφότεροι αντί να συζητούμε για τις εκλιπούσες οικογένειες των Σμιθ και των Χάρρισον. Εντούτοις, είμαι πρόθυμος να αναλάβω αυτήν την ευθύνη τώρα. Αναρωτιέμαι πότε έχετε σκοπό να ζήσετε τη ζωή σας εσείς οι Μιλτονέζοι.  Φαίνεται ότι όλη η ζωή σας αναλώνεται στην απόκτηση υλικών αγαθών.»
«Λέγοντας να ζήσουμε τη ζωή μας, υποθέτω ότι αναφέρεστε στην αναψυχή.»
«Ακριβώς, την αναψυχή . Δεν θα προσδιορίσω  επακριβώς  το είδος, γιατί είμαι σίγουρος ότι και οι δυο θεωρούμε την απλή τέρψη ως ένα είδος πολύ φτωχής αναψυχής.»
«Θα προτιμούσα να μου δώσετε τον ορισμό του είδους της αναψυχής στην οποία αναφέρεστε.»
« Ε, λοιπόν, την ευχαρίστηση που δίνει ο ελεύθερος χρόνος. Να  μπορεί να χαρεί κάποιος την ισχύ και την άνεση που δίνει το χρήμα. Αγωνίζεστε όλοι σας  να κερδίσετε χρήματα. Προς τι ;»
Ο κύριος Θόρντον σιωπούσε. « Πραγματικά, δεν έχω ιδέα. Προσωπικά δεν αγωνίζομαι για να κερδίσω χρήματα.»
«Αλλά τότε, για ποιο πράγμα αγωνίζεστε;»
« Είναι μια  πολύ προσωπική ερώτηση. Θα πρέπει να ανοίξω την καρδιά μου σαν σε εξομολόγηση, και δεν είμαι σίγουρος ότι έχω προετοιμαστεί για κάτι τέτοιο.»


«Όχι!» είπε ο κύριος Χέηλ. « ας μην δώσουμε προσωπική χροιά στην εξομολόγησή σας. Κανείς σας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αντιπροσωπευτικός τύπος της πόλης σας. Έχετε και οι δύο την δική σας ανεξάρτητη προσωπικότητα.»
«Δεν είμαι βέβαιος αν αυτό αποτελεί φιλοφρόνηση ή όχι. Θα μου άρεσε να είμαι αντιπρόσωπος της Οξφόρδης, με το κάλλος, την γνώση και την υπερήφανη, μακρόχρονη ιστορία της. Τι λές, Μάργκαρετ ; Θα πρέπει να νοιώθω κολακευμένος;»
«Δεν γνωρίζω την Οξφόρδη. Αλλά υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο να είναι κάποιος αντιπρόσωπος μιας πόλης και αντιπροσωπευτικός τύπος των κατοίκων της   πόλης.»
«Πολύ σωστά, δεσποινίς Μάργκαρετ. Τώρα θυμάμαι ότι  σήμερα το πρωί, ήσασταν εναντίον μου και οι προτιμήσεις σας έκλιναν υπέρ του Μίλτον και των εργοστασιαρχών του.»
Ο Μάργκαρετ είδε να περνά αστραπιαία από το πρόσωπο του κυρίου Θόρντον  μια έκφραση έκπληξης και ενοχλήθηκε με την ερμηνεία που ίσως έδινε στα λόγια του λόγια του κυρίου Μπελλ.  Εκείνος συνέχισε.
« Α, μακάρι να μπορούσα να σας δείξω την Χάι Στρητ μας ή την πλατεία  μας του Ρέηντκλιφ. Δεν θα αναφέρω τα κολλέγια μας, έτσι θα επιτρέψω στον κύριο Θόρντον με τη σειρά του να παραλείψει να συμπεριλάβει  τα εργοστάσια στις χάρες του Μίλτον. Έχω το δικαίωμα να κακομεταχειριστώ την γενέτειρά μου. Είμαι Μιλτονέζος, μην το ξεχνάτε.»
Ο κυριος Θόρντον είχε ενοχληθεί πέραν του δέοντος από τα λόγια του κυρίου Μπέλλ. Δεν είχε καμμιά διάθεση για αστεϊσμούς. Σε κάποια άλλη στιγμή, θα διασκέδαζε με την  σε σχεδόν εξοργισμένο τόνο μομφή  του κυρίου Μπέλλ ενάντια σε μια πόλη στην οποία η ζωή είχε τόσες διακυμάνσεις όσα και τα διαφορετικά είδη ενδυμασίας. Τώρα όμως ήταν αρκετά χολωμένος για να δοκιμάσει να αντικρούσει μια ούτως ή άλλως  προσχηματική επίθεση.
« Δεν θεωρώ το Μίλτον ως πρότυπο πόλεως.»
«Ούτε καν ως προς την αρχιτεκτονική του;» ρώτησε ο κύριος Μπελ με πονηριά.

«Όχι! Έχουμε πολλές ασχολίες για να εστιάσουμε  απλά στην εξωτερική εμφάνιση των κτισμάτων.»
« Μη λέτε απλά εξωτερική εμφάνιση των κτισμάτων » είπε ο κύριος Χέηλ σε ήπιο τόνο. « Δεν παύουν να μας γοητεύουν παιδιόθεν και έως σήμερα –κάθε ημέρα της ζωής μας.»
« Περιμένετε μια στιγμή,» είπε ο κύριος Θόρντον . «Θυμηθείτε ότι είμαστε διαφορετική φυλή από τους  Έλληνες, για τους οποίους η ομορφιά ήταν το πάν και για τους οποίους ο κύριος Μπελλ θα μπορούσε να αναφερθεί ότι διήγαν βίο αναψυχής και ήρεμης τρυφηλότητας βασισμένο κατά κύριο λόγο στις απολαύσεις των αισθήσεων. Δεν σπεύδω ούτε να τους κατηγορήσω ούτε να τους μιμηθώ. Όμως το αίμα μου είναι Τευτονικό – ίσως περισσότερο  νοθευμένο σε αυτό το μέρος της Αγγλίας απ’ ότι σε άλλες περιοχές. Διατηρούμε αρκετά από τα γλωσσικά τους στοιχεία αλλά διατηρούμε πολύ περισσότερο το πνεύμα τους. Η ζωή για εμάς δεν είναι μια περίοδος αναψυχής αλλά δράσης και άσκησης.  Θεωρούμε ότι η δόξα και η ομορφιά εγείρονται από την  εσωτερική μας δύναμη που μας βοηθά να θριαμβεύσουμε ενάντια στα υλικά εμπόδια αλλά και σε ακόμα μεγαλύτερες δυσκολίες.  Εδώ στο Νταρκσάιρ είμαστε Τεύτονες και σε ένα άλλο επίπεδο. Δεν μας αρέσει να υπακούμε σε νόμους που φτιάχθηκαν για εμάς εκ του μακρόθεν.  Μακάρι να μας επέτρεπαν να βρούμε την δική μας δικαιοσύνη αντί να επεμβαίνουν διαρκώς  με ανεπαρκείς νομοθετήσεις. Υπερασπιζόμαστε με σθένος την αυτοδιοίκηση και εναντιωνόμαστε στον συγκεντρωτισμό.»
« Εν ολίγοις, θα προτιμούσατε να καθιερωθεί εκ νέου η Επταρχία*.  Όπως και να’χει, ανακαλώ τα όσα είπα το πρωί – ότι εσείς οι Μιλτονέζοι δεν σέβεστε το παρελθόν.  Είστε ευλαβείς προσκυνητές του Θώρ**.»
«Αν δεν ευλαβούμαστε το παρελθόν στον βαθμό που το κάνετε εσείς στην Οξφόρδη, είναι επειδή θέλουμε κάτι το οποίο να έχει άμεση σχέση με το σήμερα. Ουδεμία αντίρρηση όταν η μελέτη του παρελθόντος οδηγεί σε κάποια πρόβλεψη για το μέλλον. Όμως για όσους προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους σε καινούριες καταστάσεις θα ήταν καλύτερο αν  καθοδηγούμασταν από λόγια εμπειρίας στο πώς να δράσουμε  σε ό,τι μας απασχολεί  άμεσα και επιτακτικά ˙ στις δυσκολίες που θα συναντήσουμε και πώς θα τις υπερνικήσουμε –όχι απλά να τις παραμερίσουμε προσωρινά. Από αυτό εξαρτάται το μέλλον μας. Με τη σοφία του παρελθόντος, βοηθήστε μας να αντιμετωπίσουμε το παρόν. Όμως όχι ! Οι άνθρωποι μιλούν με μεγαλύτερη ευκολία για την Ουτοπία παρά για το τι πρέπει να γίνει αύριο. Κι όμως όταν αυτό που πρέπει να γίνει, το κάνουν άλλοι, είναι οι πρώτοι που θα φωνάξουν “Αίσχος!” 


 « Και όλη αυτήν την ώρα δεν καταλαβαίνω τι θέλετε να πείτε.  Θα καταδεχτείτε εσείς, οι Μιλτονέζοι να παρωδήσετε τις τωρινές δυσκολίες σας με την Οξφόρδη;  Δεν μας γνωρίζετε καλά.»
Ο κύριος Θόρντον γέλασε ευθύς με αυτό το σχόλιο. «Νομίζω πως αναφερόμουν σε κάτι που μας προβληματίζει αρκετά, τώρα τελευταία: Είχα στο νου μου τις απεργίες, οι οποίες  έφεραν προβλήματα και ήταν αρκετά επιζήμιες όπως αντιλήφθηκα με προσωπικό κόστος.  Κι όμως αυτή η πρόσφατη απεργία  η οποία μου στοίχισε, ήταν αρκούντως έντιμη.»
«Μία έντιμη απεργία!» είπε ο κύριος Μπέλλ. «Αυτό δείχνει ότι το παρακάνατε με την λατρεία του Θώρ.»
Η Μάργκαρετ  διαισθάνθηκε περισσότερο παρά είδε ότι ο κύριος Θόρντον ήταν πικραμένος με την συνεχόμενη τροπή σε αστεϊσμούς μιας συζήτησης που  ο ίδιος θεωρούσε  σοβαρή. Έκανε μια προσπάθεια να αλλάξει το θέμα της συζήτησης για το  οποίο ο ένας κύριος ήταν σχετικά αδιάφορος ενώ τον άλλον τον αφορούσε προσωπικά και σε βάθος. Πίεσε τον εαυτό της να πει κάτι.
« Η Ήντιθ λέει ότι βρίσκει στην Κέρκυρα καλύτερες και φθηνότερες μουσικές παρτιτούρες.»
« Αλήθεια;» είπε ο πατέρας της. «Νομίζω ότι πρόκειται για τις συνηθισμένες υπερβολές της Ήντιθ. Είσαι σίγουρη, Μάργκαρετ;»
«Σίγουρα, αυτό μου γράφει, πατέρα.»
« Τότε, σίγουρα έτσι έχουν τα πράγματα.» είπε ο κύριος Μπελλ. «Μάργκαρετ, είμαι τόσο πεπεισμένος για την φιλαλήθειά σου, ώστε είμαι σίγουρος ότι αρκεί να καλύψει και την εξαδέλφη σου. Δεν πιστεύω ότι μια δική σου εξαδέλφη θα μπορούσε να υπερβάλλει.»
« Είναι τόσο γνωστή η δεσποινίς Χέηλ για το φιλαλήθες του χαρακτήρα της;» είπε ο κύριος Θόρντον με πικρία. Την στιγμή που το ξεστόμισε, θα μπορούσε να είχε δαγκώσει την γλώσσα του- να την κόψει. Ποιος ήταν εκείνος ; Και γιατί θα έπρεπε να της πετάξει κατάμουτρα την αισχύνη της ; Πόσο κακός ήταν απόψε, πόσο κακοδιάθετος εξαιτίας της απομάκρυνσής του από εκείνην για τόσο καιρό. Η αναφορά ενός συγκεκριμένου ονόματος τον εξόργιζε επειδή πίστευε ότι ανήκε σε κάποιον πιο επιτυχημένο εραστή. Και τώρα ήταν θυμωμένος γιατί αδυνατούσε να αντιμετωπίσει «ελαφρά τη καρδία» κάποιον που προσπαθούσε με πειράγματα και αστεϊσμούς να κάνει την βραδυά να περάσει ευχάριστα – τον ευγενικό προς όλους παλιό φίλο, του οποίου τους τρόπους γνώριζε καλά ο κύριος Θόρντον, μια και τον ήξερε πολλά χρόνια.
Και να μιλήσει έτσι στην Μάργκαρετ ! Δεν σηκώθηκε να φύγει από το δωμάτιο όπως θα έκανε παλαιότερα όταν οι απότομοι τρόποι του ή ο χαρακτήρας του την ενοχλούσαν. Έμεινε εντελώς ακίνητη, μετά από ένα βλέμμα έκπληξης και θλίψης που έκανε τα μάτια της να μοιάζουν με ενός παιδιού που αντιμετωπίζει την απόρριψη. Τα είδε να διαστέλλονται αργά γεμάτα λύπη και όνειδος και  έπειτα να χαμηλώνουν. Έσκυψε στο εργόχειρό της και δεν ξαναμίλησε. Όμως δεν  μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω της και είδε το κορμί της να ριγεί από έναν στεναγμό, σαν να την έκανε να τρέμει μια περίεργη παγωνιά. Ένιωσε ότι είχε χάσει  την εμπιστοσύνη της. Έδινε κοφτές και απότομες απαντήσεις, ήταν αμήχανος και σκυθρωπός, ανίκανος να κάνει την διάκριση μεταξύ αστεϊσμού και σοβαρότητας, αγωνιώντας μόνο για ένα της βλέμμα μια λέξη, ώστε να θέσει τον εαυτό του μπροστά στα πόδια της με ταπεινότητα και μετάνοια. Όμως εκείνη ούτε ξαναμίλησε, ούτε τον κύτταξε. Τα δάχτυλά της πετούσαν πάνω-κάτω στο κέντημα, σταθερά και επιδέξια σαν να ήταν η μοναδική ασχολία στη ζωή της.  Δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν αλλιώς το πάθος και η θέρμη που είχε η λαχτάρα του, θα την είχαν κάνει  να σηκώσει εκείνα τα μάτια, έστω και για μια στιγμή, για να διαβάσει την μετάνοια που έδειχναν τα δικά του. Θα μπορούσε να την αρπάξει και να την ταρακουνήσει πριν φύγει,  έτσι ώστε με μια φανερά βίαιη πράξη να κερδίσει το προνόμιο να της μιλήσει για τις τύψεις που του κατέτρωγαν την καρδιά.
Ευτυχώς που  η βραδυά του έκλεισε με έναν μεγάλο περίπατο έξω στο δρόμο. Τον συνέφερε και τον έκανε να καταλήξει στην σοβαρή απόφαση να την συναντά στο εξής όσο δυνατόν λιγότερο καθώς η θέα και μόνο εκείνου του προσώπου και εκείνου του κορμιού, το άκουσμα και μόνο εκείνης της φωνής ( σαν απαλή μελωδική πνοή) είχε τέτοια εξουσία επάνω του ώστε να τον κάνει να χάνει την λογική του. Ας είναι ! Είχε γνωρίσει  τι ήταν η αγάπη – μια κοφτερή μαχαιριά, ένα ξέφρενο πάθος στις φλόγες του οποίου  πάλευε.  Όμως μέσα από αυτό το καμίνι θα πάλευε να βρει το δρόμο του προς την ηλικία της ωριμότητας, περισσότερο πλούσιος και ανθρώπινος τώρα που είχε γνωρίσει αυτό το μεγάλο πάθος. 


Μόλις εκείνος έφυγε, κάπως απότομα, από το δωμάτιο, η Μάργκαρετ σηκώθηκε και άρχισε να μαζεύει σιωπηλά το εργόχειρό της. Τα μακριά νήματα φαίνονταν να είναι ασυνήθιστα βαριά για τα κουρασμένα χέρια της. Οι στρογγυλάδες στο πρόσωπό της τραβήχτηκαν προς τα κάτω και η όλη της εμφάνιση έδειχνε άνθρωπο που είχε περάσει μια εξαντλητική ημέρα. Καθώς οι τρεις τους ετοιμάζονταν να αποσυρθούν για ύπνο, ο κύριος Μπέλλ μουρμούρισε κάτι επιτιμητικό για τον κύριο Θόρντον.
«Δεν έχω ξαναδεί άνθρωπο τόσο κακομαθημένο από την επιτυχία. Δεν σηκώνει λέξη – ούτε ένα αστείο. Τα πάντα φαίνεται να ενοχλούν  την αξιοπρέπεια της Υψηλότητάς του. Παλιά ήταν τόσο απλός και ευγενικός σαν την ηλιόλουστη μέρα. Δεν υπήρχε περίπτωση να προσβληθεί γιατί δεν είχε ίχνος ματαιοδοξίας μέσα του.»
«Ούτε τώρα είναι ματαιόδοξος.» είπε η Μάργκαρετ  ήσυχα και διακριτικά, στρέφοντας από το τραπέζι όπου βρισκόταν. «Απόψε δεν ήταν ο εαυτός του. Κάτι πρέπει να τον είχε εκνευρίσει πριν έρθει εδώ.»
Ο κύριος Μπέλλ της έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα πάνω από τα γυαλιά του. Φαινόταν αρκετά ήρεμη, αλλά μόλις έφυγε από το δωμάτιο , ρώτησε ξαφνικά:
«Χέηλ! Σου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι ο Θόρντον και η κόρη σου έχουν αυτό που αποκαλούν οι Γάλλοι ‘τρυφερά αισθήματα’ ο ένας για τον άλλον;»
«Ποτέ !» είπε ο κύριος Χέηλ, στην αρχή ξαφνιασμένος και μετά αναστατωμένος από την ιδέα. «Όχι, είμαι σίγουρος ότι κάνεις λάθος. Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι σφάλλεις.  Αν υπάρχει κάτι, είναι από την πλευρά του κυρίου Θόρντον. Ο καημένος! Ελπίζω ειλικρινά να μην τρέφει αισθήματα γι αυτήν γιατί είμαι σίγουρος ότι εκείνη θα τον απορρίψει.»
«Τι να πώ!  Είμαι γεροντοπαλίκαρο και όλη μου τη ζωή απέφευγα τους έρωτες, έτσι μπορεί η κρίση μου να σφάλλει. Διαφορετικά, θα έλεγα ότι και εκείνη εμφάνιζε παρόμοια συμπτώματα απόψε.»


«Τότε, νομίζω πως κάνεις λάθος. Νοιάζεται γι αυτήν μ’ όλο που πραγματικά κατά καιρούς  εκείνη υπήρξε αγενής μαζί του. Όμως από την μεριά της – Μα, η Μάργκαρετ δεν έχει κάνει σκέψεις γι αυτόν, είμαι σίγουρος. Δεν έχει βάλει κάτι τέτοιο στο μυαλό της.»
«Φτάνει να το έχει βάλει στην καρδιά της. Όμως απλά  κάνω υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να συμβαίνει. Τολμώ να πω ότι έκανα λάθος. Και είτε έσφαλλα είτε όχι, νυστάζω πολύ. Έτσι λοιπόν, αφού όπως βλέπω σε αναστάτωσα και σε ξαγρύπνησα με της άκαιρες φαντασιοκοπίες μου, θα κατευθυνθώ ξένοιαστος προς την κλίνη μου.»
Όμως ο κύριος Χέηλ ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει να τον διαταράξουν τέτοιες ανυπόστατες ιδέες. Έτσι ξάπλωσε και έμεινε ξάγρυπνος σταθερά προσηλωμένος στο να μην το σκέφτεται.
Ο κύριος Μπέλλ αναχώρησε την επόμενη ημέρα, ξορκίζοντας την Μάργκαρετ να προσβλέπει σε αυτόν σαν σε κάποιον που δικαιωματικά θα της πρόσφερε βοήθεια και προστασία σε κάθε δύσκολη περίσταση, όποιας φύσεως και αν ήταν αυτή. Στον κύριο Χέηλ είπε:
«Αυτήν την κόρη σου την Μάργκαρετ μες στην καρδιά μου την έβαλα.  Να την προσέχεις γιατί είναι ένα σπάνιο πλάσμα – παραείναι καλή για το Μίλτον-  μόνο στην Οξφόρδη θα ταίριαζε. Εννοώ την πόλη όχι τους άνδρες. Δεν μπορώ να της βρω ακόμα ταίρι. Αλλά όταν τα καταφέρω, θα φέρω τον νεαρό μου να σταθεί πλάι πλάι στην νεαρή σου όπως το τζίνι έφερε να ταιριάξει  τον Πρίγκιπα Καραλμαζάν στην Πριγκίπισσα Μπαντούρ της νεράιδας.»
«Σε εκλιπαρώ, μην κάνεις κάτι τέτοιο. Θυμήσου τις  δυστυχίες που ακολούθησαν. Εξάλλου, δεν μπορώ να στερηθώ τη Μάργκαρετ.»
«Όχι- τώρα που το καλοσκέφτομαι, θα την κρατήσουμε για να μας γηροκομήσει σε δέκα χρόνια από τώρα, όταν θα έχουμε γίνει δυο γερο ραμολιμέντα. Σοβαρά, Χέηλ, μακάρι να έφευγες από το Μίλτον. Δεν σου ταιριάζει καθόλου  παρ’ όλο που εγώ σου συνέστησα να έρθεις. Αν το έκανες, θα καταδεχόμουν να πάω να μείνω στο Πανεπιστήμιο και  με την Μάργκαρετ θα μπορούσατε να μείνετε στο πρεσβυτέριο. Εσύ να γίνεις αναπληρωτής εφημέριος και να με απαλλάξεις από τη «βρώμικη» δουλειά  κι εκείνη να είναι η οικοδέσποινά μας – η Λαίδη Μπάουντιφουλ του χωριού- την ημέρα και την νύχτα να μας διαβάζει μέχρι να μας πάρει ο ύπνος.  Θα ήμουν ευτυχής με μια τέτοια ζωή. Τι λες κι εσύ;»
«Ουδέποτε» είπε ο κύριος Χέηλ αποφασιστικά. « Η μεγάλη αλλαγή στη ζωή μου συνετελέσθη και έχω πληρώσει   το τίμημα οδύνης  που μου αναλογούσε. Εδώ θα τελειώσω τη ζωή μου και εδώ θα με θάψουν και θα χαθώ μες στο πλήθος.»
«Δεν σκοπεύω να παραιτηθώ ακόμα από τα σχέδιά μου. Αλλά προς το παρόν δεν θα σε ζαλίσω με αυτά. Πού είναι Το Μαργαριτάρι;  Έλα Μάργκαρετ, δώσε μου ένα αποχαιρετιστήριο φιλί, και να θυμάσαι πού μπορείς να βρεις έναν αληθινό φίλο που θα σου προσφέρει όση βοήθεια στο μέτρο των δυνατοτήτων του. Είσαι παιδί μου, Μάργκαρετ. Να το θυμάσαι και ο Θεός να σε ευλογεί!»

........................................................................................................................................................