Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Κεφάλαιο 8ο "Νοσταλγία"



Βορράς και Νότος – Κεφάλαιο 8ο


«Νοσταλγία»


Χρειάστηκε να μπει στα δωμάτια η νέα, όμορφη ταπετσαρία για να συμφιλιωθούν με την ζωή στο Μίλτον.  Χρειάζονταν ακόμα περισσότερα – κάτι που δεν μπορούσαν να έχουν. Η πυκνή κίτρινη ομίχλη  του Νοεμβρίου είχε κάνει την εμφάνισή της∙  και η θέα κάτω στο πλάτωμα της κοιλάδας όπως διαμορφωνόταν από την καμπή του ποταμού,  είχε εξαφανιστεί εντελώς  όταν  η κα Χέηλ έφτασε στο καινούριο της σπίτι.

Η Μάργκαρετ και η Ντίξον  για δυο μέρες  δούλευαν σκληρά  ξεπακετάροντας και τακτοποιώντας αλλά  όλα έμοιαζαν ακόμα  σε πλήρη αταξία∙ ενώ  έξω η πυκνή ομίχλη σκαρφάλωνε μέχρι και στα παράθυρα και έμπαινε στο σπίτι μέσα από κάθε ανοιχτή πόρτα στροβιλιζόμενη με λευκές  αποπνικτικές δίνες ανθυγιεινής καταχνιάς.

«Ω, Μάργκαρετ! Εδώ θα ζήσουμε;» ρώτησε η κα Χέηλ  με άφατη κατάπληξη.

Η Μάργκαρετ, ένοιωσε στην καρδιά της να αντηχεί ο ίδιος  φόβος που ελλόχευε στην ερώτηση. Μόλις  που μπόρεσε να πεί: «Ω, καμιά φορά στο Λονδίνο η ομίχλη  είναι πολύ  χειρότερη !»

«Ναι, αλλά ξέρεις ότι  το ίδιο το Λονδίνο και οι φίλοι σου βρίσκονται εκεί, πίσω από την ομίχλη. Εδώ…να! Είμαστε απομονωμένοι. Ω, Ντίξον, τι τόπος είναι αυτός!»

«Πράγματι, κυρά!  Αυτό το μέρος σίγουρα θα σε πεθάνει και τότε θα ξέρω ποιος είναι ο  - περιμένετε! Δεσποινίς Χέηλ,  μην το σηκώσετε αυτό είναι πολύ βαρύ!»

«Δεν είναι καθόλου βαρύ , Ντίξον, σ’ ευχαριστώ,» απάντησε ψυχρά η Μάργκαρετ. «Το καλύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε για τη μαμά τώρα είναι  να της ετοιμάσουμε το δωμάτιό της για να ξαπλώσει , και μετά θα της φέρω ένα φλυτζάνι καφέ.»

Ο κος Χέηλ ήταν εξίσου βαρύθυμος και στράφηκε κι αυτός στην Μάργκαρετ για κατανόηση.

«Μάργκαρετ, πιστεύω πραγματικά  ότι  αυτό το μέρος είναι πολύ ανθυγιεινό. Φαντάσου να αρρωστήσετε εσύ ή η μητέρα σου. Μακάρι να είχα πάει σε κάποια επαρχία στην Ουαλία. Αυτό το μέρος είναι απαίσιο,» είπε πλησιάζοντας το παράθυρο.

Δεν μπορούσε να δοθεί  καμιά παρηγορία.  Είχαν εγκατασταθεί στο Μίλτον και θα έπρεπε να  αντέξουν  τον καπνό και την ομίχλη προς το παρόν∙ πραγματικά,  έμοιαζε σαν οι περιστάσεις να τους είχαν αποκόψει από τον υπόλοιπο κόσμο σαν μια πυκνή ομίχλη.  Μόλις την προηγούμενη, ο κος Χέηλ είχε αναλογιστεί  με τρόμο πόσο τους είχε κοστίσει η μετακόμιση και η  δεκαπενθήμερη παραμονή στο Ήστον,  και  διαπίστωσε ότι είχε ξοδευτεί σχεδόν όλο το μικρό αποθεματικό τους.  Όχι!  Είχαν έρθει εδώ και εδώ έπρεπε να μείνουν.

 
Τη νύχτα, όταν η Μάργκαρετ το συνειδητοποίησε,  ένοιωσε να την κυριεύει απελπισία.  Ο βαρύς και γεμάτος καπνό αέρας,  έμοιαζε να κρέμεται πάνω από το υπνοδωμάτιό της που βρισκόταν στην χαμηλή  στενόμακρη  προέκταση  στο πίσω μέρος του σπιτιού.  Το παράθυρο, επάνω στο πλαϊνό  επιμήκες μέρος έβλεπε στον άδειο τοίχο μιας  παρόμοιας προέκτασης  όχι πάνω από δέκα  πόδια μακριά. Διαγραφόταν  αχνά στην ομίχλη  σαν ένα τεράστιο εμπόδιο  προς την ελπίδα. Μέσα στο δωμάτιο  τα πάντα  ήταν άνω-κάτω. Όλες οι προσπάθειές τους εστίαζαν στο να φτιάξουν ένα άνετο δωμάτιο για την μητέρα της. Η Μάργκαρετ κάθισε πάνω σε ένα κιβώτιο και θυμήθηκε ότι την διεύθυνση που φαινόταν επάνω την είχε γράψει στο Χέλστοουν – το όμορφο, αγαπημένο Χέλστόουν!  Ένοιωσε να παρασύρεται σε φρικτές σκέψεις ∙ αλλά αποφάσισε να αφήσει το μυαλό της να ταξιδέψει μακριά από το παρόν ∙ έτσι θυμήθηκε ξαφνικά ότι είχε λάβει ένα γράμμα από την Ήντιθ και μέσα στην φασαρία της μέρας το είχε μόλις μισοδιαβάσει.  Της έλεγε για την   άφιξή τους  στην  Κέρκυρα∙ το ταξίδι τους στη Μεσόγειο – τη μουσική και το χορό στο πλοίο, την νέα, πρόσχαρη ζωή που ανοιγόταν μπροστά της ∙ το σπίτι της και το μπαλκόνι με το καφασωτό με τη θέα σε κατάλευκα βράχια και βαθυγάλανη θάλασσα.

Η  Ήντιθ  έγραφε ωραία και με ευχέρεια, αν όχι παραστατικά. Δεν  εξιστορούσε μόνο τα σημαντικότερα και πιο χαρακτηριστικά κομμάτια μιας σκηνής αλλά και αρκετές  γενικές λεπτομέρειες έτσι  ώστε να μπορεί  να τη φανταστεί η Μάργκαρετ. Ο λοχαγός  Λέννοξ   και ένας άλλος νιόπαντρος αξιωματικός μοιράζονταν  μια βίλλα, ψηλά σε κάποιους όμορφους απόκρημνους βράχους  πάνω από τη θάλασσα.



Οι μέρες τους, αργά καθώς η χρονιά είχε προχωρήσει, έμοιαζαν να περνάνε με βαρκάδες και πικ νικ στην εξοχή ∙ έξω στην ύπαιθρο αναζητώντας ευχαρίστηση και χαρά, η ζωή της Ήντιθ έμοιαζε σαν το γαλάζιο θόλο του ουρανού  που απλωνόταν από πάνω τους – ήταν αψεγάδιαστη και ανέφελη.


Ο σύζυγός της έπρεπε να παίρνει μέρος σε στρατιωτικά γυμνάσια, έτσι εκείνη, η πιο καταρτισμένη μουσικά από τις γυναίκες των αξιωματικών, έπρεπε να αντιγράφει τα καινούρια και πιο δημοφιλή κομμάτια  της σύγχρονης Αγγλικής μουσικής γι χάρη του αρχιμαέστρου∙  αυτά φαίνονταν να είναι τα σημαντικότερα και πιο  κοπιαστικά καθήκοντά της.  Εξέφραζε με αγάπη την ελπίδα ότι η Μάργκαρετ θα μπορούσε να την επισκεφθεί και να μείνει μαζί της επί μακρόν,  αν το Σύνταγμα παρέμενε έναν ακόμα χρόνο στην Κέρκυρα.


Ρωτούσε την Μάργκαρετ  αν θυμόταν  εκείνη  την Δεκεμβριάτικη μέρα , για τη οποία της  έγραφε η Ήντιθ,  πώς έβρεχε όλη μέρα στη Χάρλευ Στρητ και πώς δεν ήθελε να φορέσει την καινούρια της τουαλέτα για να πάει σε ένα χαζό δείπνο με κίνδυνο να βραχεί και να λερωθεί καθ  οδόν  προς την άμαξα, και πώς σε εκείνο ακριβώς το δείπνο είχαν συναντήσει για πρώτη φορά τον Λοχαγό Λέννοξ.


Ναι! Η Ήντιθ το θυμόταν πολύ καλά. Η Ήντιθ και η κα  Σω είχαν πάει σε ένα δείπνο. Η Μάργκαρετ βρέθηκε  κι αυτή στο πάρτυ το βράδυ. Η ανάμνηση του πώς είχαν όλα ετοιμαστεί με μεγάλη πολυτέλεια, τα όμορφα, αρχοντικά έπιπλα,  το μεγάλο σπίτι,  την γαλήνια  και χωρίς έγνοιες άνεση των καλεσμένων – όλα έρχονταν στο νού της τόσο ζωντανά, σε μια παράξενη  αντίθεση με το παρόν. Η ακύμαντη θάλασσα της περασμένης εκείνης ζωής έκλεισε χωρίς να αφήσει ένα σημάδι που να μαρτυρά  όσα είχαν συμβεί.


Τα συνήθη δείπνα, οι επισκέψεις, τα ψώνια, οι χορευτικές βραδιές,  όλα συνεχίζονταν και θα συνεχίζονταν στο διηνεκές αν και η θεία Σω με την Ήντιθ δεν βρίσκονταν πια εκεί∙ και φυσικά η απουσία της ίδιας θα περνούσε εντελώς απαρατήρητη.


Αμφέβαλλε αν κάποιος από αυτούς τους  παλιούς γνωστούς την έφερνε καθόλου στη σκέψη του, εκτός ίσως από τον Χένρυ Λέννοξ. Το ήξερε όμως, ακόμα κι αυτός θα προσπαθούσε να  την ξεχάσει, εξαιτίας του πόνου που του είχε προκαλέσει. Συχνά  τον είχε ακούσει να επαίρεται για την ικανότητά του να  απωθεί εντελώς κάθε δυσάρεστη γι αυτόν σκέψη. Έπειτα, προσπάθησε να φανταστεί με το νου της, τι θα μπορούσε να είχε συμβεί.

 


Αν νοιαζόταν γι αυτόν σαν εραστή , αν είχε αποδεχτεί την πρότασή του και κατόπιν είχε συμβεί   αυτή η αλλαγή στις ιδέες του πατέρα της, δεν είχε καμμία αμφιβολία ότι ο κος Λέννοξ  θα είχε δείξει ελάχιστη υπομονή. Από μια άποψη, θα ήταν γι αυτήν  μια πικρή ταπείνωση∙ αλλά μπορούσε να το υπομείνει με καρτερία γιατί ήξερε ότι οι προθέσεις του πατέρα της ήταν αγνές και το γεγονός  αυτό  της έδινε δύναμη να αντέξει τα λάθη του, όσο μεγάλα και σοβαρά κι αν πίστευε ότι ήταν. Όμως το γεγονός ότι στα μάτια του κόσμου ο πατέρας της έμοιαζε να έχει ξεπέσει, με κριτήρια  σε γενικές γραμμές σκληρά και βάναυσα, θα είχε  βασανίσει και εξοργίσει τον κο Λέννοξ.


Καθώς συνειδητοποιούσε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί,  αισθάνθηκε ευγνώμων για το παρόν.  Είχαν βρεθεί στην  πιο χαμηλή βαθμίδα τώρα – δεν θα μπορούσε να υπάρξει χαμηλότερη.


Θα έπρεπε να αντιμετωπίσει με γενναιότητα την κατάπληξη της Ήντιθ και τον αποτροπιασμό της θείας Σω όταν θα έφταναν τα γράμματά τους.


Έτσι η  Μάργκαρετ σηκώθηκε και, καθώς ήταν περασμένη η ώρα,  άρχισε να ξεντύνεται αργά, απολαμβάνοντας την πολυτέλεια της χαλάρωσης,  έπειτα από τη βιασύνη  εκείνης της ημέρας.  Αποκοιμήθηκε,  ελπίζοντας σε κάτι καλύτερο να έρθει,  από έξω είτε από μέσα.


............................................................................................................


 Ο κος Χέηλ συνάντησε αρκετούς μαθητές από συστάσεις του κου Μπελ ή από την πιο άμεση επιρροή του κου Θόρντον. Οι περισσότεροι ήταν σε ηλικία που θα  έπρεπε  να φοιτούν ακόμη στο σχολείο∙ όμως σύμφωνα με την κρατούσα και προφανώς γερά εδραιωμένη αντίληψη στο Μίλτον, για να μπορέσει ένας νέος να διακριθεί στο εμπόριο θα έπρεπε  από νωρίς να εγκλιματιστεί στη ζωή του εργοστασίου, του γραφείου ή της αποθήκης. Αν τον έστελναν ακόμα και στα Πανεπιστήμια της Σκωτίας, τότε θα επέστρεφε ακατάρτιστος  όσον αφορά  τις εμπορικές δραστηριότητες,  πόσο μάλλον αν  πήγαινε στην Οξφόρδη ή στο Κέμπριτζ, όπου δεν θα μπορούσε να εισαχθεί πλην συμπληρώσει τα δεκαοκτώ. Έτσι, οι περισσότεροι εργοστασιάρχες,  έβαζαν τους γιούς τους σε τέτοιες απαιτητικές θέσεις στα δεκατέσσερα ή στα δεκαπέντε τους,  θερίζοντας αφειδώλευτα όλες τις παραφυάδες  προς την λογοτεχνία ή την υψηλή πνευματική καλλιέργεια, ελπίζοντας ότι έτσι θα έστρεφαν το σφρίγος και την  δύναμη του νεαρού βλαστού προς την κατεύθυνση του εμπορίου. Εντούτοις υπήρχαν και κάποιοι σοφότεροι γονείς: και μερικοί νεαροί που είχαν αρκετή λογική ώστε να αντιλαμβάνονται τις ελλείψεις τους και να προσπαθούν να τις επανορθώσουν. Επιπλέον,  υπήρχαν και ορισμένοι, ελάχιστοι, όχι πλέον νεαροί, αλλά άνδρες πάνω στην ακμή της ηλικίας  τους, που είχαν την αποφασιστικότητα και την σύνεση να αναγνωρίσουν  την άγνοιά  τους, και  μάθουν όψιμα   όσα θα έπρεπε να είχαν μάθει νωρίτερα. Ο κος Θόρντον, ήταν ίσως ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής του κου Χέηλ.  Οπωσδήποτε, ήταν ο πιο αγαπημένος του.  Ο κος Χέηλ, απέκτησε την συνήθεια να παραθέτει τις απόψεις  εκείνου  τόσο συχνά, και με τέτοια  εκτίμηση, ώστε κατέληξε ένα είδος «εσωτερικού αστεϊσμού»  να αναρωτιούνται  πόση ώρα, από τον χρόνο του μαθήματος,  θα αφιερωνόταν στην διδασκαλία – τόσο πολύ χρόνο ξόδευαν με τη συζήτηση.


Η Μάργκαρετ, μάλλον ενθάρρυνε αυτήν την ανάλαφρη, εύθυμη οπτική της γνωριμίας  του πατέρα της με τον κο Θόρντον, γιατί ένοιωθε ότι η μητέρα της  είχε την τάση περισσότερο να ζηλεύει την καινούρια αυτή φιλία του συζύγου  της. Όσο  εκείνος περνούσε το χρόνο του ασχολούμενος αποκλειστικά με τα βιβλία και τους ενορίτες του, όπως  γινόταν στο Χέλστοουν,  εκείνη, δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται αν τον πολύ-έβλεπε, αλλά τώρα που εκείνος  πραγματικά ανυπομονούσε  για κάθε νέα συνάντηση με τον Θόρντον,  έμοιαζε  ενοχλημένη και πληγωμένη, σαν να παραμελούσε για πρώτη φορά την συντροφιά της.


Οι υπερβολικοί  έπαινοι του κου Χέηλ, είχαν το σύνηθες αποτέλεσμα που έχουν  σε  ένα ακροατήριο  τέτοιου είδους  εγκώμια: είχε την τάση να εξανίσταται  με τον Αριστείδη, τον αποκαλούμενο από όλους Δίκαιο. Έπειτα  είκοσι και πλέον χρόνια  ήσυχου βίου σε μια επαρχιακή κοινότητα, η ενεργητικότητα που υπερπηδούσε με ευκολία τεράστιες δυσκολίες, είχε για τον κο Χέηλ κάτι το εκθαμβωτικό∙ η ισχύς της βιομηχανίας του Μίλτον, η  ενέργεια των ανθρώπων του Μίλτον, τον εντυπωσίαζαν με μια αίσθηση μεγαλείου στην οποία ενέδιδε χωρίς να αναρωτιέται για τις πρακτικές λεπτομέρειες  ως προς την εφαρμογή της.



...........................................................................................

Το τμήμα της πόλης στο οποίο βρισκόταν  το Κράμπτον ήταν ένα πέρασμα για τους εργαζόμενους στα εργοστάσια. Στους γύρω δρόμους υπήρχαν πολλά εργοστάσια από τα οποία άνδρες και γυναίκες  ξεχύνονταν δύο ή τρείς φορές τη μέρα. Μέχρι να μάθει η Μάργκαρετ  τις  ώρες εισόδου και εξόδου τους, είχε την ατυχία να πέφτει συνεχώς πάνω τους. Ξεχύνονταν βιαστικοί, με τολμηρά, άφοβα πρόσωπα, με βροντερά γέλια και πειράγματα που στόχευαν ακριβώς αυτούς που φαίνονταν να είναι ανώτεροι σε  θέση ή κοινωνική τάξη. Τον πρώτο καιρό, ο  δυνατός, ασυγκράτητος τόνος της φωνής τους και η αδιαφορία τους για τους κανόνες συμπεριφοράς σε δημόσιο χώρο, τρόμαζαν λίγο την Μάργκαρετ  . Οι κοπέλες, με την τραχειά τους αλλά όχι εχθρική ελευθεριότητα, μπορεί να σχολίαζαν το ντύσιμό της, μπορεί ακόμα και να άγγιζαν το σάλι της ή το φόρεμά της για να εξακριβώσουν το  ύφασμα ∙ μάλιστα μια ή δυο φορές τη ρώτησαν  για κάποιο από τα αξεσουάρ της που τους είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Νοιώθοντας  μια έμφυτη γυναικεία συμπάθεια για την αγάπη τους στα φορέματα και μαζί ένα είδος συντροφικότητας, αποκρινόταν μετά χαράς στις ερωτήσεις τους, όταν καταλάβαινε τι τη ρωτούσαν ∙ και χαμογελούσε ελαφρά στα σχόλιά τους. Δεν την πείραζε όσες κοπέλες και αν τύχαινε να συναντήσει, όσο φωνακλούδες και φασαριόζες κι αν ήταν. Από την άλλη όμως,  φοβόταν και οργιζόταν ενάντια στους  άντρες εργάτες που σχολίαζαν με τον ίδιο ανοιχτό και τολμηρό τρόπο, όχι το φόρεμά της αλλά το παρουσιαστικό της. Αυτή, που μέχρι τώρα θεωρούσε απρέπεια ακόμα και το πιο διακριτικό σχόλιο ως προς την προσωπική της εμφάνιση, έπρεπε να υπομείνει τον απροκάλυπτο θαυμασμό από αυτούς τους άνδρες που δεν μάσαγαν τα λόγια τους.  Όμως αυτή ακριβώς η τόλμη τους μαρτυρούσε την αθωότητα των προθέσεών τους ως προς το να βλάψουν  την υπόληψή της, πράγμα που θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί αν δεν ήταν τόσο τρομοκρατημένη από το άτακτο πλήθος. Εξαιτίας του φόβου, το πρόσωπό της βαφόταν κόκκινο από αγανάκτιση,  και τα σκούρα μάτια της έμοιαζαν να πετούν φλόγες καθώς άκουγε κάποιες από τις κουβέντες τους. Κι όμως,  υπήρχαν κάποια σχόλια τα οποία,   όταν έφτανε στην ήρεμη ασφάλεια του σπιτιού της, εύρισκε διασκεδαστικά αν και εξακολουθούσαν να την εκνευρίζουν.


Για παράδειγμα, μια μέρα προσπερνώντας μια ομάδα ανδρών, αρκετοί από τους οποίους της υπέβαλλαν τα συνήθη κομπλιμέντα τους του πόσο επιθυμούσαν να είναι η καλή τους,  ένας απ’ αυτούς πρόσθεσε: « Το πρόσωπό σου, κοπελιά μου, φτιάνει τη μέρα ξάστερη.» Και μια άλλη μέρα, καθώς  χαμογελούσε μόνη της με κάτι που σκεφτόταν,  ένα φτωχοντυμένος, μεσήλικας της είπε: «Καλά κάνεις και χαμογελάς, κοπελιά…πολλές θα χαμογελούσαν αν είχαν το προσωπάκι σου». Ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε να’χει τόσα βάσανα, που η Μάργκαρετ δεν κρατήθηκε και  του αντιγύρισε ένα χαμόγελο, χαρούμενη επειδή το παρουσιαστικό της, έτσι όπως ήταν,  είχε τη δύναμη να τον κάνει να σκεφτεί κάτι ευχάριστο. Φάνηκε ότι κι εκείνος αντιλήφθηκε την κατανόηση το βλέμμα της και από τότε δημιουργήθηκε μεταξύ τους ένα είδος σιωπηλής αναγνώρισης  όποτε κατά τη διάρκεια της μέρας τύχαινε να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους. Δεν είχαν ποτέ ανταλλάξει ούτε λέξη ∙ τίποτα δεν  είχε ειπωθεί ανάμεσά τους εκτός από εκείνη την πρώτη φιλοφρόνηση ∙ κι όμως, για κάποιο λόγο, η Μάργκαρετ έβλεπε αυτόν τον άνθρωπο με περισσότερο ενδιαφέρον από οποιονδήποτε άλλον στο Μίλτον. Μια ή δυό φορές, τις Κυριακές, τον έβλεπε να περπατάει με μια κοπέλα, προφανώς την κόρη του, που φαινόταν  ακόμα λιγότερο υγιής από τον ίδιο – αν ήταν ποτέ αυτό δυνατόν.


Μια μέρα, η Μάργκαρετ και ο πατέρας της  είχαν βγει να περπατήσουν στους αγρούς γύρω από την πόλη ∙ ήταν ακόμα οι πρώτες μέρες της Άνοιξης και είχε μαζέψει κάποια χαμολούλουδα , αγριοβιολέτες,  μαργαρίτες και διάφορα άλλα, με ένα βουβό θρήνο στην καρδιά της για την  γλυκειά αφθονία  του Νότου. Ο πατέρας  της είχε φύγει για να πάει στο Μίλτον για δουλειές ∙ και στο δρόμο για το σπίτι συνάντησε τους ταπεινούς της φίλους. Το κορίτσι κύτταξε  σκεφτική τα λουλούδια και η Μάργκαρετ με μια αυθόρμητη κίνηση της τα πρόσφερε. Τα χλωμά μπλέ της μάτια έλαμψαν καθώς τα πήρε και μίλησε για λογαριασμό της ο πατέρας της.
« ‘Φχαριστούμε, δεσποινίς. Της Μπέσσυς μου της αρέσουν πολύ αυτά τα λουλούδια ∙ της αρέσουν ∙ και μένα μ’αρέσει η καλοσύνη που’χετε ελόγου σας. Δεν είστε από τα μέρη μας, έτσι;»  «Όχι!» είπε η Μάργκαρετ αναστενάζοντας σιγανά. « Είμαι από το Νότο – από το Χάμσαϊρ», συνέχισε, φοβούμενη λίγο μην και τον πληγώσει άθελά της, αν χρησιμοποιούσε ένα τοπωνύμιο που δεν θα καταλάβαινε.


«Είναι πέρα απ’ το Λονδίνο, δεν είναι; Και ‘γω είμαι από τα μέρη του Μπέρνλη – σαράντα μίλια κατά το Βορρά. Κι όμως,  να που Βορράς και Νοτιάς ανταμωθήκανε ‘δω πέρα και φιλιώσανε σε τούτη τη μεγάλη πόλη τη γιομάτη κάπνα.»


Η Μάργκαρετ είχε βραδύνει το βήμα της για να περπατάει μαζί με  τον άνδρα και την κόρη του, που η αστάθειά της κανόνιζε το δικό του βήμα. Τώρα απευθύνθηκε στο κορίτσι και υπήρχε τόση τρυφερή συμπόνια στη φωνή της που ο πατέρας την  ένοιωσε να  πηγαίνει ολόισια στην καρδιά του.


«Φοβάμαι πως είσαι λίγο αδιάθετη.»
«Ναι.» απάντησε το κορίτσι « Και δε θα γιάνω ποτέ μου.»
« Η άνοιξη  όπου να’ναι έρχεται»  είπε η Μάργκαρετ  προσπαθώντας να δώσει έναν τόνο ανάλαφρο και γεμάτο ελπίδα.
«Ούτε η άνοιξη ούτε το θέρος θα με γιατρέψουν» είπε ήσυχα το κορίτσι.
Η Μάργκαρετ κύτταξε τον άνδρα σίγουρη σχεδόν ότι  θα έφερνε κάποια αντίρρηση ή τουλάχιστον ότι θα έκανε κάποιο σχόλιο που θα μετρίαζε την άκρα απελπισία της κόρης του. Όμως αντί γι αυτό εκείνος είπε -
« Έτσι δά, όπως τα λέει, είναι. Φοβάμαι πως δεν παίρνει πια γιατρειά …»
«Θα κινήσω για ‘κει που είναι Άνοιξη, και θα’χω λουλούδια και αμάραντους και τα ρόδα θα λάμπουν πλάι  μου.»


«Φτωχό μου παιδί, καημένο μου!» είπε ο πατέρας της με χαμηλή φωνή. «Ελόγου μου δεν τα πιστεύω αυτά, μα σαν σου δίνει παρηγοριά, καημένο μου… Ταχιά θ’απομείνω μαύρος ο φτωχός !»
Η Μάργκαρετ ταράχτηκε από αυτά τα λόγια – ταράχτηκε αλλά δεν απομακρύνθηκε ∙ μάλλον ένοιωσε την ανάγκη και το ενδιαφέρον να τους πλησιάσει περισσότερο.


«Πού μένετε; Νομίζω πως πρέπει να είμαστε γείτονες, τόσο συχνά που συναντιόμαστε σ’ αυτόν το δρόμο.»


«Είμαστε στο Εννιά,  στην οδό Φράνσις -  στα ζερβά σου ο δεύτερος δρόμος, μόλις περάσεις το Χρυσό Δράκο.»


«Και όνομά σας; Δεν πρέπει να ξεχάσω το όνομά σας.»


«Δε ντρέπομαι  σταλιά για τ’ όνομά μου. Νίκολας  Χίγκινς με λένε. Και τούτη δω είναι η Μπέσσυ Χίγκινς. Ελόγου σου, γιατί ρωτάς;»
Η Μάργκαρετ εξεπλάγη με τα λόγια του γιατί  στο Χέλστοουν θα είχαν καταλάβει από τις ερωτήσεις της ότι σκοπός της θα ήταν να επισκεφθεί κάποιον φτωχό γείτονα του οποίου ζητούσε την διεύθυνση και το όνομα.
 «Νόμιζα …δηλαδή…σκόπευα να σας επισκεφθώ.» Ξαφνικά ένοιωσε αμήχανα που προσφέρθηκε να τους επισκεφθεί χωρίς να έχει καμιά άλλη δικαιολογία εκτός από το ευγενικό της ενδιαφέρον για κάποια άγνωστη. Ξαφνικά  έμοιαζε σαν αδιακρισία από μέρους της ∙ αυτό διάβαζε στα μάτια του άνδρα.


« Δε γουστάρω και τόσο, να έρχονται ξένοι  άνθρωποι στο σπιτικό μου.»  Όμως, καθώς την έβλεπε να αναψοκοκκινίζει,  μετάνοιωσε και πρόσθεσε, « Είσαι ξένη στα μέρη μας, και δεν θα ξέρεις κανέναν εδώ γύρω, κι έδωσες και στη θυγατέρα μου τα λουλούδια που μάζεψες μονάχη σου – μπορείς να κοπιάσεις αν  αγαπάς.»

Η Μάργκαρετ ένοιωσε να διασκεδάζει και να εκνευρίζεται ταυτόχρονα με αυτήν την απάντηση. Δεν ήταν σίγουρη αν  θα πήγαινε κάπου όπου της έδιναν την άδεια σαν να της έκαναν χάρη.
Όμως όταν έφτασαν στην στροφή της Φράνσις Στρήτ, το κορίτσι σταμάτησε για λίγο και είπε –


«Μην τ’αστοχήσεις – να έρθεις να μας δεις.»
« ‘ντάξει…’ντάξει» έκανε ο πατέρας της ανυπόμονα. « Θα’ρθεί.  Πειράχτηκε κομμάτι από τον τρόπο μου και θαρρεί πως θα ‘πρεπε να ‘χα μιλήσει πιο κατά πως πρέπει, μα σα θα το συλλογιστεί, θα έρθει. Έχει περφάνια κι ομορφιά, μα μπορώ να διαβάσω το πρόσωπό της σαν ανοιχτό βιβλίο.  Πάμε Μπέσσυ –  η καμπάνα στη φάμπρικα σημαίνει.»

......................................................................................
                                                                                        

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 7ο " Νέα πρόσωπα και εικόνες"



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7ο

«Νέα πρόσωπα και εικόνες»

Την επόμενη μέρα το απόγευμα, περίπου είκοσι μίλια μακριά απ΄οτο Μίλτον –Νόρθερν,  μπήκαν σε ένα μικρό παράπλευρο  σιδηροδρομικό  δίκτυο  που  οδηγούσε στο Ήστον.
.......................................
Από μακριά, ο ήχος της θάλασσας καθώς πάφλαζε ρυθμικά στην αμμώδη ακτή, πιο κοντά οι φωνές από τους αγωγιάτες με τα γαϊδουράκια τους, πρωτόγνωρες σκηνές ξετυλίγονταν μπροστά στα μάτια της σαν πίνακες, χωρίς να νοιάζεται μέσα στην νωχελικότητά της να τις κατανοήσει  προτού σβήσουν∙ ο περίπατος κάτω στην παραλία για να αναπνεύσουν το θαλασσινό αεράκι, απαλό και ζεστό στην αμμώδη ακτή ακόμα και τώρα, τέλη Νοέμβρη∙  η  μεγάλη , θαμπή  θαλασσογραμμή που άγγιζε τον απαλόχρωμο ουρανό∙ το άσπρο πανάκι  μιας βάρκας μακριά που φάνταζε ασημένιο κάτω από τις  χλωμές ηλιαχτίδες : της φαινόταν ότι μπορούσε να ονειρευτεί τη ζωή της  έτσι, με αυτήν την πολυτέλεια της  ονειροπόλησης, με την σκέψη ολοκληρωτικά στο παρόν, μην τολμώντας να σκεφτεί το παρελθόν, μη  θέλοντας να  κυττάξει προς το μέλλον.
..................................................................................
Η Μάργκαρετ γνώριζε ότι έπρεπε να φύγουν αλλά αποστρεφόταν την ιδέα της βιομηχανικής πόλης και πίστευε  ότι έκανε καλό στην μητέρα της το κλίμα στο Ήστον, έτσι πρόθυμα θα ανέβαλλε το ταξίδι για το Μίλτον.
Για αρκετά μίλια πριν φτάσουν στο Μίλτον έβλεπαν ένα σκούρο μολυβένιο σύννεφο να κρέμεται στον ορίζοντα προς την κατεύθυνση που βρισκόταν η πόλη. Η αντίθεση με τον χλωμό, γκριζογάλανο, χειμωνιάτικο ουρανό,  το  έκανε να μοιάζει  ακόμα πιο σκοτεινό ∙  γιατί στο Ήστον  είχαν ήδη εμφανιστεί τα πρώτα σημάδια της παγωνιάς.  Καθώς πλησίαζαν στην πόλη, ο αέρας είχε μια αμυδρή αίσθηση και  μυρωδιά καπνού ∙ ίσως οφειλόταν  περισσότερο στην  έλλειψη της ευωδιάς χόρτου και βλάστησης παρά σε κάποια συγκεκριμένη μυρωδιά. Σύντομα, βρέθηκαν να στριφογυρνάνε σε δρόμους μακρείς και ίσιους με ολόγυρα χτισμένα μικρά, ομοιόμορφα, τούβλινα σπίτια  .Εδώ κι εκεί, σαν την κότα ανάμεσα στα κοτόπουλα, ξεπρόβαλε κάποιο μεγάλο, μακρόστενο εργοστάσιο,  με πολλά  παράθυρα, ξεφυσώντας μαύρο, πυκνό καπνό, συμβάλλοντας έτσι  ικανοποιητικά  στη δημιουργία του νέφους το οποίο η Μάργκαρετ είχε θεωρήσει σαν σύννεφο φορτωμένο βροχή. Καθώς προχωρούσαν με την άμαξα από το σταθμό στο ξενοδοχείο, ανάμεσα σε μεγαλύτερους και φαρδύτερους δρόμους, έπρεπε να σταματούν συνέχεια ∙ μεγάλα φορτωμένα κάρα εμπόδιζαν τις όχι και πολύ μεγάλες διόδους. Η Μάργκαρετ επισκεπτόταν πότε – πότε την πόλη στις εξόδους με την θεία της. Όμως εκεί υπήρχαν πολλά βαρυφορτωμένα και δυσκίνητα οχήματα προορισμένα  για διάφορες χρήσεις και λειτουργίες ∙  εδώ, κάθε καμιόνι,  κάθε  βαγόνι και καρότσι μετέφερε βαμβάκι, είτε χύμα σε τσουβάλια, είτε σε  μορφή υφάσματος συσκευασμένο σε δέματα  από κάμποτ. Οι άνθρωποι συνωστίζονταν στους δρόμους, οι περισσότεροι καλοντυμένοι όσον αφορά το ύφασμα, αλλά με μια ατημέλητη χαλαρότητα, την οποία η Μάργκαρετ βρήκε πολύ διαφορετική σε σχέση με την φθαρμένη, ξεφτισμένη κομψότητα της αντίστοιχης τάξης του Λονδίνου.
« Η Νιού Στρητ» είπε ο κος Χέηλ. «Αυτός, νομίζω, είναι ο κεντρικός δρόμος του Μίλτον . Ο Μπελ μου τον έχει αναφέρει συχνά.  Ήταν η διαπλάτυνση αυτού του δρόμου από απλό δρομάκι σε κεντρική λεωφόρο, πριν από τριάντα χρόνια, που έγινε η αφορμή να αποκτήσει  τόση αξία η περιουσία του. Το εργοστάσιο του κου Θόρντον θα πρέπει να είναι κάπου εδώ κοντά γιατί είναι νοικάρης  του κου Μπελ. Φαντάζομαι όμως  ότι θα διευθετεί τις υποθέσεις του από το γραφείο του στις αποθήκες.»
«Πού είναι το ξενοδοχείο μας, πατέρα;»
«Νομίζω, κοντά στο τέλος αυτού του δρόμου. Να δειπνήσουμε πριν ή αφού επισκεφθούμε τα σπίτια που είδαμε στην εφημερίδα  Τα Νέα του Μίλτον
«Ω, ας τελειώσουμε πρώτα τη δουλειά μας. »
«Πολύ καλά. Τότε θα δω αν υπάρχει κανένα γράμμα ή μήνυμα για μένα από τον κο Θόρντον, επειδή μου είπε ότι θα με ενημέρωνε αν μάθαινε κάτι για κάποιο σπίτι, κατόπιν μπορούμε να φύγουμε. Ας κρατήσουμε την άμαξα ∙ είναι προτιμότερο έτσι, παρά να περιπλανηθούμε και να κινδυνεύσουμε να χάσουμε το απογευματινό τραίνο.»

.......................................................................................
Ο πατέρας της την συνόδευσε στο ξενοδοχείο, μπήκε μαζί της στην είσοδο και αφήνοντάς την στην άκρη της σκάλας, έφυγε για να βρεί  τον ιδιοκτήτη  του σπιτιού στο οποίο είχαν καταλήξει. Τη στιγμή που η Μάργκαρετ άπλωνε το χέρι της να ανοίξει την πόρτα για το δωμάτιό τους, άκουσε τα γρήγορα βήματα ενός γκρούμ ακριβώς  πίσω της –
«Με συγχωρείτε, κυρία. Ο κύριος έφυγε τόσο γρήγορα που δεν πρόλαβα να του το πω. Ο κος Θόρντον πέρασε αμέσως μόλις φύγατε ∙  και επειδή από ό,τι κατάλαβα ο κύριος είπε ότι θα επιστρέφατε σε μια ώρα, τον ενημέρωσα σχετικά και ήρθε ξανά πριν από πέντε λεπτά, λέγοντας ότι θα περιμένει τον κο Χέηλ. Είναι στο δωμάτιό σας τώρα, κυρία.»
«Ευχαριστώ. Ο πατέρας μου θα επιστρέψει σύντομα, και τότε μπορείς να τον ενημερώσεις.»

Η Μάργκαρετ άνοιξε την πόρτα και προχώρησε με το συνηθισμένο ευθύ, τολμηρό και αξιοπρεπές ύφος της. Δεν αισθανόταν καμιά αμηχανία γιατί ήξερε πολύ καλά πώς να κινείται ανάμεσα σε κόσμο. Την περίμενε κάποιος που είχε επαγγελματικές σχέσεις με το πατέρα της ∙  επιπλέον,  επειδή αισθάνονταν ήδη αρκετά υποχρεωμένοι σε αυτόν, ήταν πρόθυμη να του φερθεί με όλη την ευγένεια που απαιτούσε η περίσταση.
Ο κος Θόρντον σαφέστατα εξεπλάγην περισσότερο, και  βρέθηκε σε μεγαλύτερη αμηχανία από την ίδια. Αντί για τον  ήσυχο, μεσήλικα κληρικό, μπήκε με αυτοπεποίθηση στο δωμάτιο μια νεαρή κοπέλα γεμάτη αληθινή αξιοπρέπεια – μια κοπέλα πολύ  διαφορετική από αυτές που έβλεπε συνήθως. Το ντύσιμό της ήταν αρκετά απλό:  Ένα αυστηρό, ψάθινο μπονέ, εξαιρετικό στην ποιότητα και στο σχέδιο, στολισμένο με μια άσπρη κορδέλα ∙ ένα σκούρο μεταξωτό  φόρεμα, χωρίς γιρλάντες ή βολάν ∙ μια μεγάλη Ινδική εσάρπα, που έπεφτε γύρω της με μακριές και πλατιές πτυχώσεις  και την οποία φορούσε όπως μια αυτοκράτειρα την εσθήτα της. Δεν κατάλαβε ποια ήταν, καθώς συνάντησε το ευθύ, ανεπιτήδευτο και  ατάραχο βλέμμα της που φανέρωνε  ότι η παρουσία του εκεί δεν απασχολούσε την όμορφη όψη της, και δεν χρωμάτισε με έκπληξη  το λευκό σαν ελεφαντόδοντο, πρόσωπό της. Ήξερε ότι  ο κος Χέηλ είχε μια κόρη, αλλά φανταζόταν ότι ήταν μικρό κορίτσι.
« Ο κος Θόρντον, νομίζω!» είπε η Μάργκαρετ, έπειτα από μια μικρή παύση, η οποία  δεν ήταν αρκετή για να ξαναβρεί τα λόγια του. «Θα καθίσετε; Ο πατέρας μου με συνόδευσε ως  την είσοδο μόλις πριν από ένα λεπτό ∙ δυστυχώς όμως, δεν του είπαν ότι βρίσκεστε εδώ και έφυγε για κάποια δουλειά. Θα επιστρέψει όμως πολύ σύντομα. Λυπάμαι που μπήκατε στον κόπο να έρθετε δύο φορές.»
Ο κος Θόρντον  ήταν συνηθισμένος  να δίνει διαταγές, εντούτοις,  φάνηκε πως εκείνη απέκτησε αμέσως ένα είδος επιβολής πάνω του. Λίγο πριν την είσοδό της στο δωμάτιο, είχε αρχίσει να αδημονεί για το γεγονός ότι έχανε το χρόνο του, ιδιαίτερα μια  μέρα που ήταν εργάσιμη, κι όμως, τώρα αναζήτησε μια θέση  ευθύς αμέσως  μόλις του το ζήτησε.
«Γνωρίζετε μήπως πού  έχει πάει ο κος Χέηλ; Ίσως μπορέσω να  τον βρώ.»    

« Πήγε σε κάποιον κο Ντόνκιν στην Κάνουτ Στρητ. Είναι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που επιθυμεί να ενοικιάσει ο πατέρας μου στο Κράμπτον.»
Ο κος Θόρντον γνώριζε το σπίτι.  Είχε δει την αγγελία, και είχε αναζητήσει να δει και το σπίτι, κατόπιν παράκλησης του κου Μπελ να βοηθήσει τον φίλο του  όσο καλύτερα μπορούσε, υποκινούμενος και από  το δικό του  προσωπικό ενδιαφέρον, για τον κληρικό που είχε εγκαταλείψει τα προς το ζην κάτω από τέτοιες συνθήκες όπως ο κος Χέηλ.  Ο κος Θόρντον πίστευε πως το σπίτι στο Κράμπτον ήταν πραγματικά ό,τι έπρεπε ∙ τώρα όμως που έβλεπε την Μάργκαρετ, τόσο έξοχη στον τρόπο που κινείτο και στην εμφάνιση,  άρχισε να αισθάνεται ντροπή για το γεγονός ότι είχε θεωρήσει το σπίτι κατάλληλο για τους Χέηλ, παρά την δεδομένη κακογουστιά που είχε διακρίνει σε αυτό όταν το επιθεωρούσε.
Η Μάργκαρετ δεν μπορούσε να αλλάξει το παρουσιαστικό της ∙ κι όμως,  το μικρό σουφρωμένο άνω χείλος, το στρογγυλό, ανασηκωμένο πηγούνι της, ο τρόπος που κρατούσε ψηλά το κεφάλι της,  οι κινήσεις της γεμάτες μια γλυκειά, γυναικεία αψηφισιά, έδιναν πάντα σε όσους δεν την γνώριζαν, μια αίσθηση υπεροψίας. Αυτή τη στιγμή ήταν κουρασμένη και θα προτιμούσε να ξεκουραστεί όπως της είχε προτείνει ο πατέρας της, αλλά βέβαια το όφειλε στον εαυτό της να φερθεί όπως άρμοζε σε μια κυρία,  και να μιλά ευγενικά κάθε τόσο σε αυτόν τον άγνωστο ∙ ο οποίος, ομολογουμένως,  δεν ήταν ούτε υπερβολικά ραφιναρισμένος ούτε ιδιαίτερα αψεγάδιαστος μετά από μια σκληρή μέρα  μέσα στους δρόμους και στο πλήθος του Μίλτον. Ευχόταν να έφευγε όπως είχε και ο ίδιος πει ότι θα έκανε αντί να κάθεται εκεί, απαντώντας ευγενικά στα σχόλια που έκανε εκείνη. Είχε βγάλει την εσάρπα της και την είχε κρεμάσει στην πλάτη της καρέκλας της. Καθόταν απέναντί του και το φως έπεφτε πάνω της ∙ τα μάτια του απολάμβαναν την ομορφιά της σε όλη της την έκταση ∙ η στρογγυλάδα του λευκού λαιμού της έτσι όπως έγερνε ελαφρά στο πλάι, προβάλλοντας  από την λυγερή αλλά με καμπύλες κορμοστασιά της, τα χείλη της  που κινούνταν τόσο ανάλαφρα καθώς μιλούσε, χωρίς να διαταράσσουν την δροσερή, ήρεμη όψη της που παρέμενε αναλλοίωτη με μια όμορφη υπεροψία ∙ τα μάτια της που έλαμπαν γλυκά, συναντώντας τα δικά του με την σοβαρή ελευθερία μιας δεσποσύνης. Πριν ακόμα τελειώσει η συζήτησή τους, σχεδόν είπε μέσα του ότι δεν του άρεσε ∙ προσπαθώντας να αποζημιωθεί για  την ταπεινωτική αίσθηση  ότι ενώ αυτός την κυττούσε με  απροκάλυπτο θαυμασμό, εκείνη τον ατένιζε με μια υπερήφανη αδιαφορία, θεωρώντας τον – όπως εκείνος εκνευρισμένος έβλεπε τον εαυτό του– ως  έναν μεγαλόσωμο, άξεστο τύπο  χωρίς τίποτα το εκλεπτυσμένο ή το ευγενικό πάνω του.  Ερμήνευσε την σοβαρή, ψύχραιμη συμπεριφορά της ως περιφρόνηση και ένιωσε να θίγεται βαθιά μέσα του, τόσο πολύ ώστε  σχεδόν ήθελε να σηκωθεί και να φύγει, και να μην συναντήσει ποτέ ξανά αυτή την οικογένεια Χέηλ με  την υπεροψία της. -
Τη στιγμή που η Μάργκαρετ είχε εξαντλήσει όλα τα θέματα που είχε προς συζήτηση- και δύσκολα μάλλον θα την ονόμαζε κανείς συζήτηση με τόσο λίγες και σύντομες φράσεις – μπήκε ο πατέρας της και ζητώντας συγνώμη ,με τον   ευγενικό και εύχαρη τρόπο ενός τζέντλεμαν, για την απουσία του, αποκατέστησε την καλή γνώμη του κου Θόρντον για τον ίδιο και την οικογένειά  του.
Ο κος Χέηλ και ο επισκέπτης του είχαν πολλά να πούν για τον κοινό τους φίλο, κο Μπελ ∙ η Μάργκαρετ ωστόσο,  χαρούμενη που ο ρόλος της στην περιποίηση του  επισκέπτη τους είχε ολοκληρωθεί,  πλησίασε στο παράθυρο και προσπάθησε να εξοικειωθεί με  την περίεργη όψη  του δρόμου. Ήταν τόσο απορροφημένη παρατηρώντας αυτά που γίνονταν έξω, ώστε σχεδόν δεν  άκουσε τον πατέρα της όταν της μίλησε, και χρειάστηκε να το ξανακάνει :
«Μάργκαρετ! Ο ιδιοκτήτης  επιμένει να βρίσκει της αρεσκείας του αυτή τη φριχτή ταπετσαρία, και φοβάμαι ότι θα πρέπει να την αφήσουμε ως έχει.»
«Ω, αλήθεια ;! Τι κρίμα! »  απάντησε και άρχισε να σκέφτεται την πιθανότητα να καλύψει τουλάχιστον ένα μέρος της με κάποια από τα δικά της σχέδια, αλλά  γρήγορα εγκατέλειψε την ιδέα, μια και ήταν πιθανόν να κάνουν το ήδη κακό, χειρότερο. Εν τω μεταξύ, ο πατέρας  της, με την ευγενική, φιλόξενη διάθεση των επαρχιωτών, πίεζε ήδη τον κο Θόρντον να γευματίσει μαζί τους. Θα τον έβγαζε εκτός προγράμματος αν παρέμενε, κι όμως αισθανόταν ότι αν η Μάργκαρετ με ένα βλέμμα ή μια λέξη είχε συνηγορήσει στην πρόσκληση του πατέρα της, θα  την είχε αποδεχτεί ∙ χαιρόταν που εκείνη δεν το είχε κάνει, και όμως είχε θυμώσει μαζί της επειδή δεν το έκανε. Τον αποχαιρέτησε με μια χαμηλή , επίσημη υπόκλιση όταν έφυγε, και αισθάνθηκε τόσο αδέξιος σε κάθε μέρος του σώματός του όσο δεν είχε νοιώσει ποτέ στη ζωή του.
«Λοιπόν, Μάργκαρετ, ας δειπνήσουμε τώρα όσο πιο σύντομα μπορούμε. Έδωσες παραγγελία;»
«Όχι, πατέρα. Εκείνος ο άνδρας ήταν εδώ όταν έφτασα, και δεν βρήκα την ευκαιρία.»
«Τότε, θα πρέπει να αρκεστούμε σε ό,τι βρούμε. Φοβάμαι, ότι χρειάστηκε να περιμένει πολύ.»
« Υπερβολικά πολύ, έχω την εντύπωση. Ήμουν ήδη εξουθενωμένη όταν έφτασες. Δεν ήταν σε θέση να συζητήσει για κανένα θέμα επί μακρόν, μόνο  έδινε σύντομες, κοφτές απαντήσεις.»
«Αλλά πολύ εύστοχες, θέλω να πιστεύω. Είναι ένας άνθρωπος με ξεκάθαρη σκέψη. Είπε – τον άκουσες;- ότι το Κράμπτον έχει γερό υπέδαφος και είναι αναμφισβήτητα  το πιο υγιεινό προάστιο στα περίχωρα του Μίλτον.»
Όταν επέστρεψαν στο Ήστον, έδωσαν λογαριασμό για όλα τα πεπραγμένα της ημέρας στην κα Χέηλ, που τους βομβάρδιζε με ερωτήσεις την ώρα που έπαιρναν το τσάι τους.
« Και πώς ήταν ο κος Θόρντον, με τον οποίο αλληλογραφούσατε;»
«Να ρωτήσεις την Μάργκαρετ», είπε ο σύζυγός της. «Με τον κύριο Θόρντον  προσπάθησαν επί μακρόν να συζητήσουν ενώ εγώ έλειπα για να δω τον σπιτονοικοκύρη μας.»
«Ω, δεν νομίζω ότι έχω μια εικόνα του πώς είναι», είπε η Μάργκαρετ νωθρά ∙ ήταν πολύ κουρασμένη για να ασκήσει τις δεξιότητές της στην περιγραφή. Έπειτα, ορθώνοντας το κορμί της, είπε: « Είναι ένας ψηλός άνδρας, με φαρδιές πλάτες, περίπου – πόσο χρονών είναι πατέρα;»
«Γύρω στα τριάντα, θα έλεγα.»
«Περίπου τριάντα χρόνων, με ένα πρόσωπο που δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει κανείς ούτε ακριβώς άσχημο, ούτε και όμορφο, τίποτα το ξεχωριστό – δεν είναι ο τύπος του τζέντλεμαν, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο.»
«Όχι όμως και χοντροκομμένος ή απλοϊκός» πρόσθεσε ο πατέρας της, με μια δόση ζήλειας για την δυσφήμιση του μοναδικού φίλου που είχε στο Μίλτον.
«Α, όχι!» είπε η Μάργκαρετ. « Με μια τέτοια έκφραση αποφασιστικότητας και εξουσίας, κανένα πρόσωπο, όσο κοινό και να είναι στα χαρακτηριστικά του, δεν μπορεί να είναι ούτε χοντροκομμένο ούτε απλοϊκό. Δεν θα ήθελα να πρέπει να διαπραγματευτώ μαζί του ∙ φαίνεται αρκετά άκαμπτος. Σε γενικές γραμμές ένας άνδρας που μοιάζει φτιαγμένος για αυτό που κάνει, μητέρα ∙ οξυδερκής και ισχυρός, όπως πρέπει να είναι ένας επιτυχημένος έμπορος.»
«Μην αποκαλείς έμπορους,  τους εργοστασιάρχες του Μίλτον, Μάργκαρετ. Είναι πολύ διαφορετικοί.» είπε ο κος Χέηλ.
« Αλήθεια;  Χρησιμοποιώ τον όρο για όλους όσους έχουν εμπορεύονται κάτι χειροπιαστό ∙ αν νομίζεις όμως ότι δεν είναι σωστός ο όρος πατέρα, δεν θα τον χρησιμοποιώ. Αλλά, ω, μαμά, μια και λέμε για χοντροκοπιά και  απλοϊκότητα, πρέπει να προετοιμαστείς για την ταπετσαρία στο σαλόνι μας. Ροζ και γαλάζια  τριαντάφυλλα με κίτρινα φύλλα! Και τόσο βαριά γύψινα γύρω στο δωμάτιο!»
Όταν όμως μετακόμισαν στο καινούριο τους σπίτι στο Μίλτον, η αποκρουστική ταπετσαρία είχε φύγει. Ο σπιτονοικοκύρης δέχτηκε ατάραχος τις ευχαριστίες τους ∙ και τους άφησε να πιστεύουν αφού το ήθελαν, ότι είχε αναθεωρήσει την απόφασή του ως προς την αλλαγή της ταπετσαρίας. Δεν ήταν ανάγκη να τους πει ότι αυτό που δεν σκοτιζόταν να κάνει για έναν κάποιον άσημο στους κύκλους του Μίλτον, αιδεσιμότατο κο  Χέηλ,   ήταν χαρά του να το κάνει  μετά από μια και μόνη αυστηρή και κοφτή απαίτηση του  κυρίου  Θόρντον, του πλούσιου εργοστασιάρχη .

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Κεφάλαιο 6ο " Αποχαιρετισμός"



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Αποχαιρετισμός

“Unwatch’d the garden bough shall sway,
The tender blossom flutter down,
Unloved that beech will gather brown,
The maple burn itself away;
Unloved the sun-flower, shinning fair,
Ray round with flames her disk of seed,
And many a rose carnation feed                                                                                                                          
With summer spice the humming air;
Till from the garden and the wild
A fresh association blow
And year by year the landscape grow
Familiar to the stranger’s child;
As year by year the labourer tills
His wonted glebe, or lops the glades;
From all the circle of the hills.” 
                                         TENNYSON

Έφτασε και η τελευταία μέρα* το σπίτι ήταν γεμάτο μπαούλα και  αποσκευές που κουβαλήθηκαν όλα στην εξώπορτα κι από εκεί στον κοντινό σιδηροδρομικό σταθμό. Ακόμα και η πρασιά με το όμορφο γρασίδι δίπλα στο σπίτι είχε βρωμίσει και χαλάσει  από τα άχυρα που έφερνε ο αέρας μέσα από τα ανοιχτά παράθυρα και τις πόρτες.
............................................................................................................
Η Μάργκαρετ κατευθύνθηκε στο μονοπάτι προς το τοιχάκι με την αχλαδιά. Δεν είχε ξαναπεράσει από τότε που το είχε περπατήσει στο πλευρό του Χένρυ Λέννοξ. Εδώ, σε αυτό το παρτέρι με το θυμάρι, είχε αρχίσει να της λέει εκείνο που δεν έπρεπε να σκέφτεται τώρα. Τα μάτια της είχαν σταθεί σε αυτή την όψιμη τριανταφυλλιά καθώς προσπαθούσε να απαντήσει* και στα μισά της τελευταίας του φράσης,  εκείνη είχε ξαφνικά συνειδητοποιήσει πόσο όμορφα φαίνονταν τα πουπουλένια φύλλα της καροτιάς. 
Μόλις πριν από δύο εβδομάδες! Και πόσο  είχαν αλλάξει τα πάντα! Που να βρισκόταν άραγε τώρα; Στο Λονδίνο – στην συνηθισμένη του ρουτίνα* δείπνα με τους παλαιούς γνώριμους της Χάρλευ Στρήτ ή με δικούς του πιο εύθυμους φίλους. Ακόμα και τώρα, καθώς εκείνη βάδιζε περίλυπη σε αυτόν τον μουντό και σκοτεινό κήπο, όπου όλα γύρω της έπεφταν, ξεθώριαζαν και παραδίδονταν στη σήψη, μπορεί εκείνος να παραμέριζε ευχαρίστως τις νομικές δέλτους έπειτα από μια κοπιαστική μέρα και να ξέδινε, όπως συχνά της έλεγε ότι έκανε, καλπάζοντας με το άλογο  στους Κήπους του Τέμπλ,  έχοντας στ αυτιά του την μεγαλειώδη, ακαθόριστη βοή των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων μιας  πολυάσχολης  πολιτείας τόσο κοντινής αλλά κρυμμένης και  ρίχνοντας κάθε τόσο ματιές,  καθώς έπαιρνε τις στροφές στα φώτα της πόλης που ξεπροβαλλαν πέρα από το ποτάμι, στο βάθος.
..............................................................................................................
 Άκουσε την Σάρλοτ να σφαλίζει και να αμπαρώνει τις πόρτες και τα παράθυρα για τη νύχτα, χωρίς να έχει αντιληφθεί πως κάποιος είχε βγει έξω στον κήπο. Από τη μεριά του δάσους, πολύ κοντά στο  σπίτι ακούστηκε  ένα δυνατό τρίξιμο από κλαδί που σπάει είτε επειδή σάπισε είτε επειδή κάποιος πάτησε πάνω του* η Μάργκαρετ έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και  άρχισε να το χτυπά βιαστικά και τρέμοντας τόσο που η Σάρλοτ, από μέσα, ξαφνιάστηκε.
«Άνοιξέ μου! Άνοιξέ μου! Σάρλοτ, εγώ είμαι!»
Η καρδιά της δεν σταμάτησε να χτυπάει άτακτα μέχρι που βρέθηκε ασφαλής μέσα στο καθιστικό, με τα παράθυρα κλειστά και μανταλωμένα και τους γνώριμους τοίχους να την κλείνουν προστατευτικά μέσα τους. Είχε καθίσει πάνω σε ένα μπαούλο, άκεφη, το δωμάτιο ήταν σκοτεινό και διαλυμένο – χωρίς φωτιά ή άλλο φώς εκτός από την φλόγα που έβγαζε η μεγάλη άκοπη κάφτρα από το κερί. Η Σάρλοτ την κύτταζε έκπληκτη και η Μάργκαρετ αισθανόμενη περισσότερο παρά βλέποντας το έκπληκτο βλέμμα της, σηκώθηκε.
«Φοβήθηκα  ότι θα με έκλεινες έξω, Σάρλοτ» της είπε  χαμογελώντας βεβιασμένα.
« Και μετά μέσα στην κουζίνα ούτε που θα με άκουγες, και οι πόρτες από το δρομάκι και την αυλή της εκκλησίας ήταν κλεισμένες προ πολλού.»
«Ω, δεσποινίς, θα σας αναζητούσα σύντομα… Οι εργάτες ήθελαν να τους πείτε τι άλλο να κάνουν. Και έχω σερβίρει το τσάι στο γραφείο του κυρίου, μια και είναι το πιο άνετο δωμάτιο, που λέει ο λόγος.»
«Σ’ ευχαριστώ Σάρλοτ. Είσαι καλό κορίτσι.  Θα λυπηθώ που θα σε αφήσω. Προσπάθησε να μου γράψεις αν ποτέ χρειαστείς τη βοήθειά μου ή κάποια συμβουλή. Ξέρεις, θα μου δίνει μεγάλη χαρά να λαβαίνω γράμμα από το Χέλστοουν. Θα σου στείλω οπωσδήποτε την διεύθυνσή μου μόλις την μάθω.»
.............................................................................................................
« Περπάτησες πολύ, σήμερα;» τον ρώτησε βλέποντας ότι δεν είχε αγγίξει καθόλου το φαγητό.
«Μέχρι το Φόρνταμ Μπίς. Πήγα να δω την χήρα του Μάλτμπυ.   Λυπήθηκε πολύ που  δεν σε αποχαιρέτησε. Έλεγε ότι η μικρούλα η Σούζαν κυττούσε για μέρες κάτω στο μονοπάτι, περιμένοντας….. Α, Μάργκαρετ, τι συμβαίνει , καλή μου ;»
Η σκέψη ότι το κοριτσάκι  την περίμενε μάταια  και ότι το απογοήτευε συνέχεια  όχι επειδή το είχε ξεχάσει αλλά επειδή  της ήταν αδύνατον να λείψει από το σπίτι,  ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για την καημένη την Μάργκαρετ και άρχισε να κλαίει  με λυγμούς  σαν να της ξέσχιζαν την καρδιά. Ο κος Χέηλ είχε σαστίσει περίλυπος. Σηκώθηκε και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο. Η Μάργκαρετ προσπάθησε να δείξει αυτοκυριαρχία αλλά θα μιλούσε μόνο όταν θα μπορούσε να το κάνει με φωνή σταθερή. Τον άκουσε να μιλάει σαν να απευθυνόταν στον εαυτό του.
« Δεν το αντέχω. Δεν μπορώ να αντέξω να βασανίζονται άλλοι. Νόμιζα ότι μπορούσα να τραβήξω το δρόμο μου με υπομονή. Ω, δεν υπάρχει επιστροφή;»
«Όχι, πατέρα.» Είπε η Μάργκαρετ με σταθερή και χαμηλή φωνή κυττάζοντάς τον στα μάτια. «Ήδη είναι αρκετά άσχημο να νομίζουν ότι έχεις πέσει σε σφάλμα. Θα ήταν απείρως χειρότερο να σε θεωρούν υποκριτή.» Η φωνή της χαμήλωσε στην τελευταία φράση σαν να σκεφτόταν για λίγο την ιδέα της υποκρισίας σε σχέση με την αντίληψη που είχε ο πατέρας της για την ασέβεια.
«Εξάλλου», συνέχισε «απλώς είμαι κουρασμένη απόψε. Μην νομίζεις ότι υποφέρω από αυτό που έκανες, καλέ μου πατέρα. Νομίζω, κανείς από τους δυο μας δεν είναι σε θέση να μιλήσει γι αυτό απόψε,» είπε νοιώθοντας τους λυγμούς και τα δάκρυα να ετοιμάζονται να την κατακλύσουν παρά τις προσπάθειές της. «Καλύτερα να πάω ένα φλυτζάνι τσάι στη μαμά. Πήρε το δικό της πολύ νωρίς, όταν ήμουν πολύ απασχολημένη για να πάω κοντά της και είμαι βέβαιη ότι ευχαρίστως θα έπινε άλλο ένα τώρα.»
Το προγραμματισμένο δρομολόγιο του τραίνου τους έσυρε αμείλικτα μακριά από το όμορφο, αγαπημένο Χέλστοουν, το επόμενο πρωί. Έφυγαν* είχαν ρίξει μια τελευταία ματιά  στο σπίτι τους, το χαμηλό στενόμακρο πρεσβυτέριο  που έμοιαζε  τώρα περισσότερο φιλόξενο από ποτέ, έτσι στεφανωμένο με μικρές τριανταφυλιές και πυράκανθους και τον πρωινό ήλιο να λάμπει στα παράθυρα , που καθένα τους  έκρυβε και μια πολυφίλητη κάμαρα. Ήδη πριν ακόμα  ανέβουν  στην άμαξα που είχε έρθει  από το Σάουθάμπτον για να τους πάει στο σταθμό, είχαν πάρει το δρόμο χωρίς επιστροφή.  Η Μάργκαρετ ένοιωσε ένα τσίμπημα στην καρδιά της και γύρισε να κυττάξει για τελευταία φορά  την αναλαμπή του ήλιου στο καμπαριό της εκκλησίας  καθώς έπαιρναν την  στροφή απ΄ όπου ήξερε ότι μπορούσε να το δεί  πάνω από μια συστάδα δέντρων * όμως κι ο πατέρας της το θυμόταν και  έτσι αναγνώρισε σιωπηλά ότι του ανήκε δικαιωματικά η θέση στο  μοναδικό παράθυρο από όπου μπορούσε να το δεί. Έγειρε πίσω,  έκλεισε τα μάτια της και αγνόησε τα δάκρυα  που ξεχείλισαν και στάθηκαν για λίγο στις χαμηλωμένες βλεφαρίδες  πριν  κυλήσουν στα μάγουλα και στάξουν στο φόρεμά της.

Θα διανυκτέρευαν στο Λονδίνο σε ένα ήσυχο ξενοδοχείο. Η καημένη η κα Χέηλ έκλαιγε σχεδόν σε όλη την διαδρομή και η Ντίξον έδειχνε τη θλίψη της με ένα υπερβολικά εξοργισμένο ύφος  και μια συνεχή οργίλη προσπάθεια  να μην αφήσει ούτε το φουστάνι της να αγγίξει τον  αναίσθητο κο Χέηλ τον οποίο θεωρούσε υπαίτιο όλης αυτής της συμφοράς.
Περνούσαν από  γνώριμους δρόμους, σπίτια τα οποία είχε συχνά επισκεφθεί στο παρελθόν, μαγαζιά στα οποία κάποτε τριγυρνούσε  ανυπόμονα , συνοδεύοντας τη θεία της, ενώ η συγκεκριμένη κυρία  προσπαθούσε επί μακρόν να πάρει μια βαρυσήμαντη απόφαση* ήταν το δίχως άλλο παλιά γνώριμα στέκια, και αν για εκείνους η μέρα είχε τραβήξει υπερβολικά σε μάκρος και ένοιωθαν ότι έπρεπε τα πάντα να ήταν κλειστά  για τη νύχτα, στην πραγματικότητα ήταν ώρα αιχμής  όταν  έφτασαν  στο Λονδίνο,  εκείνο το απόγευμα του Νοεμβρίου.
Η κα Χέηλ είχε πολύ καιρό να επισκεφτεί το Λονδίνο και ανασηκώθηκε, σχεδόν σαν παιδί, να κυττάξει   γύρω της  τους διάφορους δρόμους,   και να αναφωνήσει με ενθουσιασμό βλέποντας καταστήματα και άμαξες-
«Ω, να το Χάρισον, ...απ όπου αγόρασα πολλά για το γάμο μου. Για δές πόσο άλλαξε! Έβαλαν τεράστιες βιτρίνες, μεγαλύτερες από του Κρόουφορντς στο Σάουθαμπτον.  Ω, και εκεί, είμαι βέβαιη πως- μάλλον δεν- μα, ναι σωστά- Μάργκαρετ, μόλις προσπεράσαμε τον κο Χένρυ Λέννοξ. Που να πηγαίνει μέσα σε όλα αυτά τα καταστήματα;»
Η Μάργκαρετ έσκυψε μπροστά και αμέσως έγειρε πίσω, χαμογελώντας μόνη της με την ξαφνική της  κίνηση.  Ήταν  ήδη εκατοντάδες γιάρδες μακριά αλλά έμοιαζε σαν  ένα αναμνηστικό από το Χέλστοουν- τον είχε συνδέσει με ένα λαμπρό, ηλιόλουστο πρωινό μιας περιπετειώδους ημέρας και θα ήθελε να τον έβλεπε, χωρίς εκείνος να μπορεί να την δει, χωρίς να υπάρχει πιθανότητα να μιλήσουν.
......................................................................................................................