Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Βορράς και Νότος 5ο Κεφάλαιο "Αποφάσεις"

Στην εκπνοή του Οκτωβρίου, πρόλαβα να ολοκληρώσω και το πέμπτο κεφάλαιο. Ευελπιστώ μέσα στον Νοέμβριο να έχουμε το έκτο και το πολυαναμενόμενο έβδομο!!!
Χρωστάω ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ στη φίλη ΧΡΥΣΑ  που με ευαισθησία και ταλέντο έχει αναλάβει την εικονογράφηση του blog!




 Κεφάλαιο  5ο     " Αποφάσεις" 


“I ask Thee for a thoughtful love,
Through constant watching wise,
To meet the glad with joyful smiles,
And to wipe the weeping eyes;
And a heart at leisure from itself
To soothe and sympathise.”

Η Μάργκαρετ άκουγε με υπομονή όλα τα σχέδια της μητέρας της σχετικά με κάποια πρόσθετη βοήθεια που θα ανακούφιζε τους ασθενέστερους οικονομικά ενορίτες. Δεν μπορούσε να την αγνοήσει αλλά κάθε καινούρια ιδέα ήταν και μια μαχαιριά στην καρδιά της. Τον καιρό που θα έφτανε το πρώτο δριμύ ψύχος, θα βρίσκονταν ήδη μακριά από το Χέλστοουν. Μπορεί ο γέρο Σάιμον να υπέφερε από ρευματισμούς και η όρασή του να είχε επιδεινωθεί αλλά δεν θα υπήρχε κανείς να τον φροντίσει, να του διαβάσει  και να του πάει λίγη κρεατόσουπα ή ζεστά ρούχα από κόκκινη φανέλα. Κι αν βρισκόταν κανείς, θα ήταν κάποιος ξένος και το γεροντάκι μάταια θα την αναζητούσε. Το μικρό, ανάπηρο αγόρι της Μέρυ Ντόμβιλ, μάταια θα σερνόταν στην πόρτα και θα περίμενε να τη δεί να έρχεται απ’ το δάσος. Αυτοί οι καημένοι οι άνθρωποι, που ήταν φίλοι τους, δεν θα καταλάβαιναν ποτέ για ποια αιτία τους είχε εγκαταλείψει, κι αυτοί και άλλοι ακόμα.
« Ο πατέρας σου ξόδευε πάντα τον μισθό του για τις ανάγκες της ενορίας. Ίσως κάνω κατάχρηση των μελλοντικών οφειλών μας αλλά ο χειμώνας θα είναι βαρύς και οι φτωχοί της ενορίας θα χρειαστούν βοήθεια.»
«Αχ, μαμά, ας κάνουμε ό,τι περνάει απ΄το χέρι μας» είπε η Μάργκαρετ με ζήλο, παραβλέποντας το αν ήταν σώφρων η ιδέα, γαντζωμένη στην σκέψη ότι  ήταν η τελευταία φορά που θα τους προσέφεραν την φροντίδα τους . « Μπορεί να μην είμαστε για πολύ ακόμα εδώ.»
« Καλή μου, μήπως είσαι άρρωστη;» ρώτησε η κα Χέηλ ανήσυχη, παρερμηνεύοντας το σχόλιο της Μάργκαρετ σχετικά με το αβέβαιο μέλλον τους στο  Χέλστοουν. « Μοιάζεις χλωμή και κουρασμένη. Αυτός το υγρό, ανθυγιεινό κλίμα φταίει.»
«Όχι- όχι, μαμά. Δεν φταίει αυτό. Το κλίμα είναι θαυμάσιο.  Ο αέρας φέρνει  φρεσκάδα και καθαρά αρώματα και όχι την κάπνα    της  Χάρλευ Στρήτ. Αισθάνομαι  παρόλα αυτά , κουρασμένη. Πρέπει να είναι ήδη ώρα για ύπνο.»
«Δεν είναι και τόσο περασμένη η ώρα. Μόλις εννέα και μισή.  Καλύτερα να πάς αμέσως να πλαγιάσεις, παιδί μου. Ζήτα απ’την Ντίξον να σου ετοιμάσει ένα ζεστό. Θα έρθω να σε δώ μόλις ξαπλώσεις. Φοβάμαι ότι κάπου κρύωσες, ή ίσως οι αναθυμιάσεις από  τα νερά στο βούρκο…»
«Αχ, μαμά» είπε η Μάργκαρετ χαμογελώντας αχνά καθώς φιλούσε τη μητέρα της, «Είμαι πολύ καλά, μην ανησυχείς για μένα –είμαι απλώς κουρασμένη.»
Η Μάργκαρετ ανέβηκε πάνω. Για να καθησυχάσει τη μητέρα της συμβιβάστηκε με ένα μπωλ ζεστό χυλό. Ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι και σχεδόν την είχε πάρει ο ύπνος όταν  ήρθε η κα Χέηλ να την δεί και να την καληνυχτίσει πριν αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Αλλά μόλις άκουσε την πόρτα της μητέρας της να κλείνει, πετάχτηκε από το κρεβάτι, έριξε πάνω της μια ρόμπα και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο μέχρι που το τρίξιμο μιας σανίδας στο πάτωμα την έκανε να συνειδητοποιήσει πως δεν έπρεπε να ακουστεί θόρυβος.
.......................................................................................................................................................
Άθλια, ανήσυχη νύχτα! Άσχημη προετοιμασία για την επόμενη μέρα. Ξύπνησε ανήσυχη, χωρίς να έχει ξεκουραστεί, με την συναίσθηση ότι η πραγματικότητα ήταν ακόμα χειρότερη κι από τα ταραγμένα όνειρά της. Και τότε τα θυμήθηκε όλα. Όχι  απλά τη θλίψη, αλλά την οδυνηρή παραφωνία της θλίψης. Σε ποια μονοπάτια είχε περιπλανηθεί ο πατέρας της, παρασυρμένος από τις αμφιβολίες που δεν ήταν παρά πειρασμοί του Κακού; Λαχταρούσε να ρωτήσει αλλά και πάλι δεν ήθελε με τίποτα στον  κόσμο να ακούσει τις απαντήσεις.
Το ψυχρό, ηλιόλουστο πρωινό έκανε την μητέρα της να νοιώθει ιδιαίτερα χαρούμενη και ευτυχισμένη την ώρα του πρωινού. Συνέχιζε να μιλά για τα σχέδιά της που είχαν σκοπό να ανακουφίσουν κάποιους από τους ενορίτες χωρίς να αντιλαμβάνεται την σιωπή του συζύγου της και της μονοσύλλαβες απαντήσεις της Μάργκαρετ. Πριν ακόμα μαζευτεί  το τραπέζι, ο κος Χέηλ σηκώθηκε και ακουμπώντας το χέρι του στο τραπέζι  σαν για να στηριχτεί, είπε:
«Δεν θα γυρίσω σπίτι πριν από το βράδυ. Θα πάω στο συνοικισμό του Μπρέισυ και θα ζητήσω από τον Ντόμσον που καλλιεργεί να μου δώσει κάτι για το δείπνο. Θα επιστρέψω στις επτά για το τσάι.»
Δεν έστρεψε το βλέμμα σε καμιά τους, αλλά η Μάργκαρετ ήξερε τι εννοούσε. Μέχρι τις επτά η μητέρα της θα έπρεπε να έχει μάθει τα νέα. Ο κος Χέηλ θα το είχε αναβάλλει  μέχρι τις εξήμισι  αλλά η Μάργκαρετ ήταν άλλος τύπος. Δεν θα μπορύσε να αντέξει το ανυπόφορο βάρος στο μυαλό της όλη την ημέρα. Καλύτερα να ξεμπέρδευε μια και καλή. Ολόκληρη η μέρα δεν θα έφτανε για να παρηγορήσει την μητέρα της . Αλλά ενώ στεκόταν δίπλα στο παράθυρο, σκεπτόμενη πώς να αρχίσει και περιμένοντας να φύγει η υπηρέτρια από το δωμάτιο, η μητέρα της ανέβηκε να  ετοιμάσει τα πράγματά της για το σχολείο. Κατέβηκε πανέτοιμη και με μια διάθεση πιο ζωηρή απ΄ότι συνήθως.
«Μητέρα, έλα να κάνουμε μια βόλτα στον κήπο, σήμερα…μια μικρή βόλτα μόνο» είπε η Μάργκαρετ, αγκαλιάζοντας την μητέρα της από τη μέση.
Βγήκαν από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. Η κα Χέηλ μιλούσε – έλεγε κάτι – η Μάργκαρετ δεν πρόσεχε τι.  Την προσοχή της  είχε τραβήξει μια μέλισσα που είχε καθήσει σε έναν ανθό σε σχήμα καμπάνας. Όταν θα έφευγε κουβαλώντας τη λεία της τότε θα άρχιζε- αυτό θα ήταν το σύνθημα. Το έντομο  πέταξε.
«Μαμά! Ο μπαμπάς θα φύγει από το Χέλστοουν!» Το ξεστόμισε με μια ανάσα. «Θα αφήσει την Εκκλησία και θα εγκατασταθεί στο Μίλτον, στο Βορρά.» Ήταν οι τρείς πλέον δύσκολες να ειπωθούν αλήθειες.
«Γιατί το λες αυτό;» είπε η κα Χέηλ με έκπληξη και δυσπιστία. « Ποιος σου είπε αυτές τις ανοησίες;»
«Ο ίδιος ο μπαμπάς.» είπε η Μάργκαρετ λαχταρώντας να πεί κάτι γλυκό και καθησυχαστικό  αλλά χωρίς να βρίσκει τίποτα στην κυριολεξία. Πλησίαζαν σε ένα παγκάκι. Η κα Χέηλ κάθισε  και άρχισε να κλαίει.
«Δεν σε καταλαβαίνω» είπε. « Ή σφάλλεις εντελώς ή δεν μπορώ καθόλου να σε καταλάβω.»
«Όχι, μητέρα. Δεν σφάλλω. Ο μπαμπάς έγραψε στον Επίσκοπο λέγοντάς του ότι έχει αμφιβολίες και δεν μπορεί να παραμείνει στην Αγγλικανική εκκλησία με καθαρή συνείδηση, επομένως πρέπει  να παραιτηθεί από την θέση του  στο Χέλστοουν. Έχει επίσης συμβουλευθεί τον κο Μπέλλ – ξέρεις, τον ανάδοχο του Φρέντερικ, μαμά, και έχει κανονιστεί να εγκατασταθούμε στο Μίλτον του Βορρά.»
Η κα Χέηλ κυττούσε κατάματα την Μάργκαρετ όση ώρα μιλούσε. Το συννεφιασμένο της πρόσωπο μαρτυρούσε ότι επιτέλους  πίστευε πως όσα της έλεγε ήταν αλήθεια.
«Δεν πιστεύω ότι είναι αλήθεια.» είπε κα Χέηλ, στο τέλος. « Σίγουρα θα μου είχε μιλήσει πριν τα πράγματα καταλήξουν εκεί.»
Η Μάργκαρετ συνειδητοποίησε ότι η μητέρα της όφειλε να έχει ήδη ενημερωθεί. Παρά τις αδυναμίες της και την δυσαρέσκειά της ήταν λάθος εκ μέρους του πατέρα της  να την αφήσει να μάθει την αλλαγή στις προθέσεις του και την επερχόμενη μεταβολή στη ζωή τους από την καλύτερα πληροφορημένη κόρη της. Η Μάργκαρετ κάθισε δίπλα στην μητέρα της και την πήρε στην αγκαλιά της.
«Καημένη μου, καλή μου μαμά! Φοβόμαστε τόσο μήπως σε στενοχωρήσουμε. Ο μπαμπάς ανησυχούσε τόσο – ξέρεις, επειδή δεν είσαι τόσο δυνατή, και θα πρέπει νε είχε τόσες εκκρεμότητες να διευθετήσει.»
«Εσένα πότε σου μίλησε, Μάργκαρετ;»
«Χθές…μόλις χθές» αποκρίθηκε η Μάργκαρετ, αντιλαμβανόμενη την ζήλεια που έκρυβε η ερώτηση. « Ο καημένος ο μπαμπάς!» - προσπάθησε να κάνει την μητέρα της να δει με συμπάθεια όλα όσα είχε περάσει ο πατέρας της. Η κα Χεηλ σήκωσε το κεφάλι της.
«Τι εννοεί λέγοντας ότι έχει αμφιβολίες;» ρώτησε. « Σίγουρα δεν εννοεί ότι έχει αλλάξει τρόπο σκέψης ή ότι γνωρίζει περισσότερα από εκκλησία;»
Η Μάργκαρετ, κούνησε το κεφάλι της αρνητικά, καθώς τα μάτια της πλημμύριζαν με δάκρυα, μια και τα λόγια της μητέρας της χτύπησαν και σε εκείνη μια ευαίσθητη χορδή.
«Δεν μπορεί να τον συνετίσει ο Επίσκοπος;» ρώτησε η κα Χέηλ κάπως ανυπόμονα.
«Φοβάμαι πως όχι,» είπε η Μάργκαρετ. «Αλλά δεν τον ρώτησα. Δεν άντεχα να ακούσω την πιθανή απάντηση. Όπως και να έχει έχουν όλα δρομολογηθεί. Σε δύο εβδομάδες θα αφήσει την ενορία. Νομίζω πως είπε ότι έχει ήδη στείλει την Πράξη Παραιτήσεώς του.»
«Σε δύο εβδομάδες!» αναφώνησε η
κα Χέηλ. « Αυτό  είναι πολύ περίεργο – δεν είναι καθόλου σωστό. Το θεωρώ μεγάλη έλλειψη ευαισθησίας εκ μέρους του.» και ξέσπασε την αγωνία της  με κλάματα. «Λες ότι έχει αμφιβολίες και ότι παραιτείται από τη θέση του  και όλα αυτά χωρίς να με συμβουλευθεί.  Τολμώ να πω ότι αν μου είχε μιλήσει από την αρχή θα του είχα διαλύσει τις αμφιβολίες.»
Η Μάργκαρετ που αισθανόταν ότι ο πατέρας της δεν είχε συμπεριφερθεί όπως έπρεπε, δεν άντεχε να ακούει την μητέρα της να τον κακολογεί. Ήξερε ότι οι υπερβολικές επιφυλάξεις του πατέρα της πήγαζαν από τρυφερότητα προς την μητέρα της και όσο και αν υπέκρυπταν δειλία, σε καμιά περίπτωση δεν έδειχναν αναισθησία.
« Νόμιζα ότι μπορεί και να χαιρόσουν που θα φεύγαμε από το Χέλστοουν, μαμά.» είπε μετά από μια μικρή παύση. « Το κλίμα εδώ δεν σου έκανε ποτέ καλό, το ξέρεις.»
« Δεν μπορεί να πιστεύεις ότι  ο καπνός στον αέρα μιας βιομηχανικής πόλης  γεμάτη καμινάδες και ρύπους  όπως το Μίλτον  θα είναι καλύτερος από αυτόν εδώ που είναι καθαρός και γλυκός αν και ενίοτε έχει πολλή υγρασία. Φαντάσου την ζωή εν μέσω εργοστασίων και  εργατών! Αν και, όπως είναι φυσικό,  αν ο πατέρας σου εγκαταλείψει την Εκκλησία δεν θα είμαστε πλέον δεκτοί στην καλή κοινωνία, σε οποιοδήποτε μέρος. Θα είναι τέτοια ατίμωση για μας! Καημένε Λόρδε Τζων! Ευτυχώς που δεν ζεί να δεί την κατάληξη του πατέρα σου! Κάθε μέρα, μετά το δείπνο, όταν ήμουν μικρή και ζούσα με τη θεία σου Σω στην έπαυλη του Μπέρσφορντ, ο Λόρδος Τζων συνήθιζε να κάνει την πρώτη πρόποση ‘υπέρ της Εκκλησίας και του Βασιλέως’.»
Η Μάργκαρετ χάρηκε που οι σκέψεις της μητέρας της είχαν στραφεί μακριά από το γεγονός της αποσιώπησης εκ μέρους του συζύγου της ενός τόσο σημαντικού για εκείνον θέματος. Μετά από την σφοδρή ανησυχία της για την φύση των αμφιβολιών του πατέρα της, αυτό το γεγονός ήταν που της προξενούσε μεγαλύτερο πόνο.
«Ξέρεις, ότι δεν συναναστρεφόμαστε πολύ κόσμο από την καλή κοινωνία, μαμά. Οι Γκόρμανς, που είναι οι πλησιέστεροι γείτονές μας ( αν μπορούν να θεωρηθούν καλή κοινωνία- τους οποίους βλέπουμε σπάνια), είναι κι αυτοί έμποροι όπως και οι κάτοικοι του Μίλτον.»
«Σωστά» είπε η κα Χέηλ με κάποια αγανάκτηση,  « μα, όπως και να’χει, οι Γκόρμανς κατασκευάζουν άμαξες για το μισό αρχοντολόϊ της κομητείας και έχουν συναλλαγές μαζί τους. Όμως αυτοί οι άνθρωποι των εργοστασίων – ποιος στο καλό φορά  βαμβακερά  όταν μπορεί να φορέσει λινά;»



Σε όλη τη διάρκεια της μέρας η Μάργκαρετ δεν άφησε λεπτό την μητέρα της,  προσπαθώντας με όλη της την ψυχή να κατανοήσει την τροπή που έπαιρναν κάθε φορά τα συναισθήματά της, ειδικά καθώς πλησίαζε το απόγευμα και άρχιζε να αγωνιά όλο και περισσότερο για την επιστροφή του πατέρα της, σε ένα σπίτι που έπρεπε να τον περιμένει  φιλόξενο και καθησυχαστικό έπειτα από μια μέρα κούρασης και άγχους. Ανέφερε συνεχώς  το γεγονός ότι ο πατέρας της θα έπρεπε να είχε επι μακρόν υποφέρει το βάρος σιωπηλάˑ η μητέρα της αρκέστηκε να αποκριθεί ψυχρά ότι  όφειλε να της έχει μιλήσει, και ότι σε αυτήν την περίπτωση θα είχε κάποιον να του δώσει μια συμβουλή, και η Μάργκαρετ αισθάνθηκε την καρδιά της να βουλιάζει ακούγοντας τα βήματα   του πατέρα της στην είσοδο.  Δεν τολμούσε να πάει να τον βρεί και να του πει για το τι είχε  κάνει όλη την μέρα, από φόβο  μήπως προκαλέσει τη ζηλόφθονη ενόχληση της μητέρας της. Τον άκουσε να περιφέρεται σαν να περίμενε να πάει να τον βρει ή να του δώσει κάποιο σημάδι και δεν τολμούσε να κινηθεί. Είδε τα σφιγμένα χείλη της μητέρας της και  την αλλαγή στο χρώμα της και κατάλαβε ότι και εκείνη είχε αντιληφθεί την επιστροφή του συζύγου της. Ευθύς εκείνος άνοιξε την πόρτα και στάθηκε στο κατώφλι αβέβαιος για το αν θα έπρεπε να μπει.
Το πρόσωπό του ήταν γκρίζο και χλωμό και το βλέμμα του δειλό και φοβισμένο, κάτι  που ήταν σχεδόν  οικτρό  να το βλέπεις σε έναν άνδρα όμως αυτό ακριβώς το βλέμμα το γεμάτο  βαρύθυμη αβεβαιότητα,  γεμάτο πνευματική και σωματική  εξάντληση ήταν που συγκίνησε την καρδιά της συζύγου του. Προχώρησε προς το μέρος του και ρίχτηκε στην αγκαλιά του κλαίγοντας.
«Ω, Ρίτσαρντ, Ρίτσαρντ, έπρεπε να μου είχες μιλήσει νωρίτερα!»
Και τότε, δακρυσμένη, η Μάργκαρετ την άφησε, έτρεξε επάνω και ρίχτηκε στο κρεβάτι κρύβοντας το πρόσωπό της στο μαξιλάρι για να καταπνίξει τους υστερικούς λυγμούς που επιτέλους ξέσπασαν από μέσα της, έπειτα από την άκαμπτη αυτοσυγκράτηση μιας ολόκληρης μέρας.
Πόση ώρα έμεινε ξαπλωμένη δεν ήξερε. Δεν άκουσε θόρυβο αν και μπήκε η υπηρέτρια να τακτοποιήσει το δωμάτιο.  Το κορίτσι κατάτρομαγμένο βγήκε ξανά  από το δωμάτιο  ακροπατώντας και είπε στην κα Ντίξον και στην κα Χέηλ ότι δεσποινίς Χέηλ  σπάραζε στο κλάμα˙  σίγουρα θα αρρώσταινε σοβαρά  αν συνέχιζε έτσι.  Στη συνέχεια  η Μάργκαρετ ένοιωσε ότι κάποιος την άγγιζε και ανακάθισε ξαφνιασμένη˙ είδε την Ντίξον στη σκιά καθώς εκείνη κρατούσε το κερί κάπως πίσω της μην θέλοντας να πειράξει το φώς τα θολά, ξαφνιασμένα και πρησμένα μάτια της δεσποινίδος Χέηλ.
«Ω, Ντίξον! Δεν σε άκουσα που μπήκες!» είπε η Μάργκαρετ προσπαθώντας τρέμοντας ακόμη να βρεί την αυτοκυριαρχία της. «Είναι πολύ περασμένη η ώρα;» συνέχισε καθώς σηκωνόταν απρόθυμα από το κρεβάτι και άφηνε τα πόδια της να ακουμπήσουν το πάτωμα χαλαρά, παραμερίζοντας τα μουσκεμένα της μαλλιά από το πρόσωπο, προσπαθώντας να φανεί ότι δεν συνέβαινε τίποτα σαν να την είχε πάρει απλά ο ύπνος.
« Ιδέα δεν έχω τι ώρα είναι.» απάντησε η Ντίξον εκνευρισμένη. « Από τη στιγμή που μου είπε η μαμά σου αυτά τα φριχτά νέα, έχασα κάθε αίσθηση του χρόνου. Πραγματικά δεν ξέρω τι θα  απογίνουμε. Όταν η Σάρλοτ μου είπε πως κλαίγατε, δεσποινίς Χέηλ, σκέφτηκα : Φυσικό είναι, το καημένο το κορίτσι! Ακούς, εκεί ο κύριος να σκέφτεται να γίνει αιρετικός σε αυτήν την ηλικία, και ενώ ακόμα και αν δεν μπορεί να πει κανείς ότι τα κατάφερε σπουδαία ως κληρικός, τουλάχιστον δεν τα πήγε και χάλια. Ένας ξάδερφός μου, δεσποινίς, έγινε Μεθοδιστής στα πενήντα του, κι ήταν ράφτης όλη του τη ζωή, αλλά πάλι δεν ήταν και κανένας σπουδαίος ράφτης, δεν είχε κάνει ποτέ του ούτε ένα ζευγάρι παντελόνια της προκοπής όσο δούλευε, άρα δεν είναι ν απορεί κανείς, αλλά ο κύριος…! Έλεγα και στην κυρία: Τι θα έλεγε ο καημένος ο Λόρδος Τζων; Ποτέ δεν του άρεσε που παντρευτήκατε τον κο Χέηλ, αλλά αν ήξερε αυτήν την κατάντια, θα έβριζε χειρότερα απ  ότι είχε βρίσει ποτέ, αν ήταν ποτέ αυτό δυνατόν!»
Η Ντίξον είχε συνηθίσει τόσο να σχολιάζει τις ενέργειες του κου Χέηλ ενάντια στην κυρία της    ( η οποία, ανάλογα με την διάθεσή της άλλοτε την άκουγε και άλλοτε όχι) που δεν  πρόσεξε το θυμό  που άστραψε στο πρόσωπο της Μάργκαρετ. Να ανέχεται να μιλάει έτσι για τον πατέρα της μια υπηρέτρια και μάλιστα ενώπιόν της!
«Ντίξον!» είπε με φωνή χαμηλή, και έναν τόνο που συνήθιζε πάντα όταν ήταν πολύ αναστατωμένη, και ηχούσε σαν μακρινή ταραχή ή σαν να ετοιμαζόταν να ξεσπάσει μακρινή καταιγίδα. «Ντίξον! Ξεχνάς σε ποιόν μιλάς.»  Είχε σηκωθεί ολόρθη τώρα και πατούσε σταθερά στα πόδια της, κοιτάζοντας κατάματα την υπηρέτρια με βλέμμα ευθύ. «Είμαι η κόρη του κου Χέηλ. Πήγαινε! Έκανες ένα ασυνήθιστο λάθος, ένα λάθος για το οποίο  είμαι σίγουρη ότι τα καλά σου αισθήματα θα σε κάνουν να μετανοιώσεις αργότερα, όταν το σκεφτείς καλά.» Η Ντίξον έμεινε για λίγο ακόμα στο δωμάτιο, διστάζοντας. Η Μάργκαρετ ξαναείπε: «Μπορείς να φύγεις, Ντίξον. Δεν σε χρειάζομαι άλλο.» Η Ντίξον δεν ήξερε αν θα έπρεπε να νοιώσει θιγμένη από αυτά τα αποφασιστικά λόγια, ή να της βάλει τις φωνές. Και τα δύο θα  είχαν φέρει αποτέλεσμα με την κυρία  της. Όμως, όπως έλεγε και η ίδια στον εαυτό της «Η δεσποινίς Χέηλ, έχει απάνω της μιαν αρχοντιά παλαιϊκή,  το ίδιο και ο καημένος ο νεαρός κος Φρέντερικ. Αναρωτιέμαι από πού την πήραν;» και έτσι, μολονότι  θα την είχαν θίξει τέτοια λόγια αν προέρχονταν  από οποιονδήποτε λιγότερο υπεροπτικό και αποφασιστικό στους τρόπους ,  αρκέστηκε να πει με ένα ύφος μισο-κακόμοιρο και μισο-θιγμένο:
«Να μην ξεκουμπώσω το φόρεμά σας δεσποινίς, και να σας χτενίσω τα μαλλιά ;»
«Όχι! Όχι  απόψε, σ ευχαριστώ.» Και η Μάργκαρετ σοβαρή τη συνόδεψε με το κερί έξω από το δωμάτιό της και μαντάλωσε την πόρτα. Έκτοτε, η Ντίξον  υπάκουε και θαύμαζε την Μάργκαρετ. Επειδή της θύμιζε τόσο πολύ τον νεαρό κύριο Φρέντερικ, έλεγε, αλλά η αλήθεια ήταν ότι η Ντίξον όπως και πολλοί άλλοι αρέσκονται να αισθάνονται  ότι καθοδηγούνται  από χαρακτήρες δυνατούς και με θέληση. Η Μάργκαρετ χρειαζόταν  όλη την βοήθεια που μπορούσε να της δώσει η Ντίξον  με πράξεις και όχι με λόγια γιατί για αρκετό καιρό η εν λόγω, θεωρούσε καθήκον της να δείχνει στην μικρή κυρά της την ενόχλησή της, μιλώντας της όσο το δυνατόν λιγότερο ˙ έτσι η εκτόνωνε την ενέργειά της περισσότερο με τη δράση παρά με τα λόγια. Δύο εβδομάδες ήταν πολύ λίγος καιρός για να οργανωθεί μια τόσο μεγάλη μετακόμιση  ˙όπως έλεγε η Ντίξον «Καθόλου κύριος – οπωσδήποτε κάθε άλλος κύριος θα  …» αλλά βλέποντας το αυστηρό κι αλύγιστο ύφος της Μάργκαρετ, έκρυψε την υπόλοιπη φράση της  με ένα βηχαλάκι και πήρε πειθήνια  το σιρόπι  που της πρόσφερε η Μάργκαρετ  για να μαλακώσει «ένα μικρό γαργαλητό εδώ στο στήθος, δεσποινίς». Αλλά κάθε άλλος εξόν του κου Χέηλ θα είχε το πρακτικό μυαλό να καταλάβει ότι σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα θα ήταν αδύνατο να βρούν σπίτι στο Μίλτον ή οπουδήποτε αλλού στο οποίο να μπορεί να μεταφερθεί η αναγκαία οικοσκευή τους από το πρεσβυτέριο του Χέλστοουν.
................................................................................................................................

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο IV " Αμφιβολίες και δυσχέρειες"



Μόλις ολοκλήρωσα την μετάφραση του τέταρτου κεφαλαίου. Για τις ανυπόμονες εξ ημών, ο κος Θόρντον θα εμφανιστεί σε όλη την θαυμαστή του ωραιότητα στο έβδομο κεφάλαιο. Ναί, έχουμε λίγο χρόνο, ακόμα....Στο μεταξύ ο κος Χέηλ συνεχίζει να ταλαιπωρεί την θυγατέρα του με τις αιφνίδιες ανακοινώσεις του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV


Αμφιβολίες και δυσχέρειες

“Cast me upon some naked shore,
Where I may  tracke
Only the print of some sad wracke,
If thou be there though the seas roare,
I shall no gentler calm implore.”
                                    HABINGTON

Είχε φύγει.  Το σπίτι  σφαλίστηκε για το βράδυ. Δεν διακρίνονταν πια ο βαθυγάλανος ουρανός ή τα άλικα και κεχριμπαρένια χρώματα.  Η Μάργκαρετ ανέβηκε στο δωμάτιό της να ντυθεί και βρήκε την Ντίξον αρκετά  εκνευρισμένη για το πρόσθετο βάρος που προκάλεσε η αναπάντεχη επίσκεψη σε μια ούτως ή άλλως πολυάσχολη ημέρα. Έδειξε την ενόχλησή της βουρτσίζοντας απότομα τα μαλλιά της Μάργκαρετ προφασιζόμενη ότι βιαζόταν να πάει στην κα Χέηλ. Αλλά και πάλι, η Μάργκαρετ χρειάστηκε να περιμένει πολύ ώρα στο καθιστικό μέχρι να κατέβει η μητέρα της. Κάθισε μόνη της πλάι στη φωτιά με σβηστά τα κεριά στο τραπέζι δίπλα της, αναλογιζόμενη όσα είχαν γίνει εκείνη την ημέρα, την , ξένοιαστη βόλτα, τις χαρούμενες ώρες της ζωγραφικής, το εύθυμο και ευχάριστο δείπνο και τον αμήχανο και στενάχωρο περίπατο στον κήπο.

Η μητέρα της μπήκε στο δωμάτιο προτού καταλαγιάσει ο ανεμοστρόβιλος στο μυαλό της . Η Μάργκαρετ έπρεπε να παραμερίσει τις σκέψεις της για όλα όσα είχαν ειπωθεί και συμβεί εκείνη την ημέρα, για να ακούσει υπομονετικά το πώς η Ντίξον ήταν όλο παράπονα για το σιδερόπανο που κάηκε πάλι, και το πώς είδανε την Σούζαν Λάιτφουτ να φορά μπονέ με τεχνητά  άνθη και ως εκ τούτου να δίνει δείγματα ενός ματαιόδοξου και επιπόλαιου  χαρακτήρα. Ο κος Χέηλ έπινε το τσάι του σιωπηλός και αφηρημένος  ενώ η Μάργκαρετ κρατούσε όλες τις απαντήσεις για τον εαυτό  της. Απορούσε πώς οι γονείς της  μπορούσαν να είναι τόσο επιλήσμονες, τόσο αδιάφοροι για τον επισκέπτη που είχαν δεχτεί, έτσι ώστε να μην αναφέρουν καθόλου το όνομά του. Ξεχνούσε πως δεν είχε κάνει  σε αυτούς πρόταση γάμου.
Μετά το τσάι ο κος Χέηλ σηκώθηκε και στάθηκε ακουμπώντας το χέρι του στο περβάζι του τζακιού, με το κεφάλι του σκυφτό, βαθειά απορροφημένος στις σκέψεις του, αναστενάζοντας βαθειά κάθε τόσο. Η κα Χέηλ βγήκε να μιλήσει με την Ντίξον για κάποια χειμωνιάτικα ρούχα που θα έδιναν στους φτωχούς.
Η Μάργκαρετ ετοίμαζε για τη μητέρα της το μαλλί για πλέξιμο, αποφεύγοντας να σκεφτεί τις ώρες μιας ατελείωτης βραδυάς που βρίσκονταν μπροστά της  και ευχόταν να έρθει γρήγορα η ώρα που θα μπορούσε να πάει για ύπνο, ώστε να σκεφτεί για άλλη μια φορά τα γεγονότα της ημέρας.
«Μάργκαρετ!» Ο κος Χέηλ μίλησε επιτέλους,  με ένα τόσο απότομο  και απελπισμένο ύφος που την ξάφνιασε. « Είναι επείγον αυτό το πλέξιμο; Θέλω να πώ, μπορείς να το αφήσεις και να έρθεις στο γραφείο μου ; Θέλω να σου μιλήσω για κάτι σοβαρό που αφορά όλους μας.»
«Κάτι σοβαρό που  αφορά όλους μας.»  Ο κος Λέννοξ δεν είχε την ευκαιρία να μιλήσει κατ’ ιδίαν με τον πατέρα της  μετά την άρνησή της, διαφορετικά αυτό θα ήταν όντως κάτι πολύ σοβαρό. Αρχικά η Μάργκαρετ αισθάνθηκε κάποια ενοχή και ντράπηκε που είχε κιόλας μεγαλώσει τόσο ώστε να θεωρείται ήδη  γυναίκα σε ηλικία γάμου, και εν συνεχεία  δεν ήξερε αν δεν δυσαρεστούσε τον πατέρα της το γεγονός ότι ανέλαβε η ίδια να απορρίψει την πρόταση του κου Λέννοξ. Ύστερα όμως κατάλαβε ότι μάλλον θα επρόκειτο για κάτι μεταγενέστερο που συνέβη ξαφνικά, κάτι που προβλημάτισε τον πατέρα της και θέλησε να της μιλήσει.
Την έβαλε να καθήσει δίπλα του, σκάλισε λίγο τη φωτιά, έκοψε την κάφτρα από τα κεριά, αναστέναξε μια- δυο φορές ακόμα πριν αποφασίσει να της μιλήσει  στρεφόμενος απότομα προς το μέρος της  «Μάργκαρετ! Πρόκειται να  φύγω από το Χέλστοουν»
«Μπαμπά, θα φύγεις από το Χέλστοουν! Μα γιατί ;»
Για ένα δύο λεπτά ο κος Χέηλ δεν αποκρίθηκε.  Έπαιξε  με κάποια χαρτιά πάνω στο γραφείο νευρικά και αμήχανα, άνοιξε μερικές φορές το στόμα του να μιλήσει αλλά το ξανάκλεισε χωρίς να βρεί το κουράγιο να πεί  λέξη. Η Μάργκαρετ δεν άντεχε τη θέα αυτής της αγωνίας  που ήταν περισσότερο  οδυνηρή για τον πατέρα της  παρά για την ίδια .
«Μα γιατί, καλέ μου μπαμπά ; Πες μου!»
Σήκωσε το κεφάλι του ξαφνικά και την κύτταξε κι ύστερα είπε αργά με μια βεβιασμένη ηρεμία – «Επειδή δεν πρέπει πλέον να είμαι λειτουργός ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας."
«Αχ, μα τι συμβαίνει; Μίλησε, μπαμπά! Πες τα μου όλα! Γιατί δεν μπορείς πλέον να είσαι κληρικός; Είμαι σίγουρη ότι αν ο Επίσκοπος γνώριζε όλα όσα ξέρουμε για τον Φρέντερικ και για τον σκληρό, άδικο…»
«Δεν έχει σχέση με τον Φρέντερικ. Ούτε αφορά τον επίσκοπο. Αφορά εμένα. Μάργκαρετ, θα σου μιλήσω. Θα απαντήσω όλες τις ερωτήσεις σου αυτή τη φορά αλλά έπειτα, δεν θα ξαναμιλήσουμε για το θέμα αυτό. Είμαι σε θέση να αντιμετωπίσω τις συνέπειες που προκαλούν οι άθλιες, οδυνηρές αμφιβολίες μου αλλά το να μιλήσω για ότι που προξένησε τέτοια ταλαιπωρία είναι κάτι που με ξεπερνά.»
«Αμφιβολίες, μπαμπά! Αμφιβολίες σχετικά με την Πίστη ;»ρώτησε η Μάργκαρετ σοκαρισμένη όσο ποτέ.
«Όχι ! Δεν αμφιβάλλω για την Πίστη – ούτε κατά διάνοια.»
Έκανε μια παύση.  Η Μάργκαρετ αναστέναξε φοβούμενη το τι θα ακολουθούσε. Ο κος Χέηλ ξεκίνησε πάλι,  μιλώντας γρήγορα αυτή τη φορά σαν για να απαλλαγεί από ένα βάρος .
«Δεν θα μπορούσες να το αντιληφθείς σε όλη του την έκταση, αν σου το έλεγα- την ανησυχία μου για χρόνια τώρα  να ξέρω αν έχω το δικαίωμα να στηρίξω τη  ζωή μου – τις προσπάθειές μου να καταπνίξω τις αμφιβολίες  που ένιωθα να με καίνε,  με το κύρος της Εκκλησίας. Ω, Μάργκαρετ, πόσο αγαπώ την Αγία Εκκλησία από την οποία πρόκειται να απομακρυνθώ!»  Για μερικά λεπτά δεν μπορούσε να συνεχίσει.  Η Μάργκαρετ δεν ήξερε τι να πει- της φαινόταν τόσο εξωφρενικά ακατανόητο σαν να επρόκειτο ο πατέρας της να ασπαστεί τον Μωαμεθανισμό.
« Διάβαζα σήμερα για τους δύο χιλιάδες που αφορίστηκαν από την Εκκλησία », συνέχισε ο κος Χέηλ  χαμογελώντας αδύναμα, « προσπαθώντας να υποκλέψω λίγη από την ανδρεία τους-μάταια όμως…μάταια…το συναίσθημα είναι τόσο σφοδρό.»
«Αλλά, μπαμπά, το συλλογίστηκες καλά;  Ω, φαίνεται  τόσο τρομερό, τόσο απαίσιο,» είπε η Μάργκαρετ ξεσπώντας ξαφνικά σε κλάματα. Ο θεμέλιος λίθος του σπιτιού της, όλα όσα πίστευε για τον  αγαπημένο της πατέρα έμοιαζαν έτοιμα να καταρρεύσουν. Τι μπορούσε να πει: Τι έπρεπε να κάνει; Η απόγνωσή της έκανε τον κο  Χέηλ να οπλιστεί με δύναμη και  να προσπαθήσει να την παρηγορήσει. Κατάπιε τους λυγμούς που συγκλόνιζαν το στήθος του έως τώρα και πλησιάζοντας την βιβλιοθήκη πήρε ένα βιβλίο που διάβαζε συχνά τις τελευταίες μέρες και από το οποίο πίστευε πως είχε αντλήσει την δύναμη να ξεκινήσει την πορεία που είχε κατά νου.
«Άκουσε, Μάργκαρετ, καλή μου», είπε αγκαλιάζοντάς την. Εκείνη κράτησε το χέρι του και το έσφιξε δυνατά αλλά δεν μπορούσε να σηκώσει το βλέμμα της, ούτε να συγκεντρωθεί σε ό,τι της διάβαζε, τόσο μεγάλη ήταν η εσωτερική της ταραχή.
« Είναι ένας μονόλογος από κάποιον που ήταν κάποτε ιερέας σε μια επαρχιακή ενορία, όπως εγώ. Γράφτηκε από τον κο Όλντφηλντ, ιερέα στο Κάρσινγκτον του Ντέρμπυσαϊρ, πριν από εκατόν εξήντα χρόνια ή και παραπάνω. Οι δοκιμασίες του έλαβαν τέλος. Αγωνίστηκε τον αγώνα τον καλό.»  Τις δυο τελευταίες φράσεις της είπε χαμηλόφωνα σαν να μιλούσε στον εαυτό του. Έπειτα συνέχισε να διαβάζει δυνατά από το βιβλίο-
.......................................................................................................................
Καθώς διάβαζε  το απόσπασμα αυτό, αλλά και άλλα τα οποία δεν διάβαζε δυνατά, ισχυροποιούσε την απόφασή του και αισθανόταν  ότι και εκείνος θα  μπορούσε να φανεί  δυνατός και σταθερός στα πιστεύω του, μόλις όμως σταμάτησε και  άκουσε τους  σιγανούς λυγμούς που συγκλόνιζαν την Μάργκαρετ, ένιωσε το κουράγιο του να βυθίζεται σε πελάγη απελπισίας.
«Μάργκαρετ, καλή μου!» είπε τραβώντας την κοντά του, « σκέψου τους πρώτους Μάρτυρες του Χριστιανισμού, σκέψου τους χιλιάδες που βασανίστηκαν.»
«Όμως πατέρα,» είπε εκείνη σηκώνοντας για πρώτη φορά το μουσκεμένο από τα δάκρυα πρόσωπό της « οι πρώτοι Χριστιανοί βασανίστηκαν για την αλήθεια, ενώ εσύ – αχ, καλέ μου μπαμπά!»
.......................................................................................................................................
Σηκώθηκε και  άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω στο δωμάτιο,  μουρμουρίζοντας  φράσεις  γεμάτες  αυτο-μομφή και ταπείνωση ,  από τις οποίες η Μάργκαρετ   ευτυχώς άκουγε ελάχιστες. Στο τέλος, κατέληξε λέγοντας –
«Μάργκαρετ, για να επιστρέψουμε στο γνωστή, θλιβερή πραγματικότητα:  Πρέπει να φύγουμε από το Χέλστοουν.»
«Μάλιστα. Το καταλαβαίνω. Αλλά πότε;»
«Έγραψα στον  Επίσκοπο – νόμιζα ότι στο είχα ήδη πεί, αλλά τελευταία ξεχνώ» είπε ο κος Χέηλ  πέφτοντας πάλι στο γνωστό καταθλιπτικό του ύφος αμέσως μόλις ήρθε αντιμέτωπος με την αναπόφευκτη πραγματικότητα «και τον πληροφόρησα για την απόφασή μου να παραιτηθώ από τα καθήκοντά μου. Υπήρξε πολύ ευγενικός.  Δεν φείσθηκε επιχειρημάτων και αιτιολογήσεων αλλά μάταια… μάταια.  Τα ίδια που και εγώ είχα χρησιμοποιήσει στον εαυτό μου, χωρίς αποτέλεσμα.  Θα πρέπει να κάνω την πράξη παραίτησής μου και να παρουσιαστώ  στον Επίσκοπο ο ίδιος  για να τον αποχαιρετίσω.  Αυτό θα είναι μια σκληρή δοκιμασία.  Αλλά χειρότερο, χείριστο όλων θα είναι ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μου ενορίτες.  Θα αναλάβει ένας  δόκιμος εφημέριος  τις Προσευχές – κάποιος κος Μπράουν. Θα έρθει να μείνει μαζί μας αύριο. Την επόμενη Κυριακή θα κάνω το αποχαιρετιστήριο κήρυγμά μου.»
Ήταν ανάγκη  να γίνουν όλα τόσο ξαφνικά; σκέφτηκε η Μάργκαρετ – όμως ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Η χρονοτριβή απλά θα έκανε τα πράγματα πιο επώδυνα. Ήταν καλύτερα να νιώθει ένα μούδιασμα κατάπληξης ακούγοντας για όλες αυτές τις ετοιμασίες που έμοιαζαν να έχουν ήδη ολοκληρωθεί πριν καν η ίδια μάθει το παραμικρό. «Η μαμά τι λέει γι αυτό;» ρώτησε αναστενάζοντας βαθειά.
Προς μεγάλη της έκπληξη ο πατέρας της άρχισε πάλι να βηματίζει στο δωμάτιο προτού της απαντήσει. Μετά από ώρα, σταμάτησε και είπε:
«Μάργκαρετ, είμαι δειλός τελικά.  Δεν αντέχω να προξενώ πόνο. Γνωρίζω κάλλιστα πως ο γάμος μου με την μητέρα σου δεν ήταν αυτό που εκείνη ήλπιζε – αυτό  που δικαιωματικά προσδοκούσε-  και το τωρινό, θα ήταν ένα τόσο μεγάλο πλήγμα γι αυτήν που δεν αντέχει η καρδιά μου,  δεν έχω τη δύναμη να της το πω. Όμως τώρα, πρέπει να το μάθει.» είπε κυττάζοντας με παράπονο την κόρη του.  Η Μάργκαρετ  αισθάνθηκε να την συντρίβει η ιδέα πως η μητέρα της δεν ήξερε τίποτα για όλα αυτά που είχαν ήδη συντελεστεί και προχωρήσει σε τέτοιο βαθμό.
«Ναι, πρέπει, πράγματι… Ίσως τελικά να μην – Ω, ναι ! Σίγουρα αυτό θα την κλονίσει.» είπε η Μάργκαρετ καθώς ένιωθε η ίδια το πλήγμα να την σαρώνει, προσπαθώντας να καταλάβει πώς θα λάβαινε την είδηση κάποιος άλλος. « Πού πρόκειται να εγκατασταθούμε;» είπε στο τέλος, με ανανεωμένη απορία για το τι τους επιφύλασσε το μέλλον, αν ο πατέρας της είχε όντως κάνει σχέδια για το μέλλον.
« Στο Μίλτον …στο Βορρά.» απάντησε  εκείνος βαριεστημένα και αδιάφορα, συναισθανόμενος ότι παρά την αγάπη που  του είχε η θυγατέρα του και που την έκανε προς στιγμήν να προσπαθήσει να τον παρηγορήσει,  ο πόνος της παρέμενε οξύτερος από ποτέ.
«Στο Μίλτον του Βορρά!  Στην βιομηχανική πόλη του Ντάρκσαϊρ;»

 «Ναι», απάντησε με το ίδιο μελαγχολικά αδιάφορο ύφος.
«Γιατί εκεί, πατέρα;» τον ρώτησε.
«Γιατί εκεί μπορώ να θρέψω την οικογένειά μου.  Εξάλλου δεν γνωρίζω κανέναν εκεί, και κανένας  δεν ξέρει το Χέλστοουν, επομένως κανείς δεν θα μου μιλάει γι αυτό.»
«Να θρέψεις την οικογένεια..! Μα νόμιζα πως εσύ και η μαμά είχατε…» αλλά σταμάτησε την φυσιολογική της περιέργεια για το τι τους επιφύλασσε το μέλλον βλέποντας τον πατέρα της ολοένα και πιο σκυθρωπό. Όμως  εκείνος διαισθάνθηκε γρήγορα την μελαγχολική της διάθεση, βλέποντας το πρόσωπό της την αντανάκλαση των δικών του συναισθημάτων και προσπάθησε να απαλύνει την ατμόσφαιρα.
«Θα τα μάθεις όλα, Μάργκαρετ. Μόνο, βοήθησέ με να το πω στην μητέρα σου. Νομίζω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα εκτός από αυτό: Τρέμω την ιδέα να της δώσω  τέτοια μεγάλη θλίψη. Αν σου τα πω  όλα, τότε ίσως θα μπορούσες να της μιλήσεις αύριο. Θα λείψω όλη την ημέρα για να αποχαιρετήσω τον  Ντόμπσον  τον αγρότη και τους φτωχούς ενορίτες που ζουν στο Μπρέησυ Κόμμον. Θα σου ήταν δύσκολο να της μιλήσεις αύριο, Μάργκαρετ;»
Η Μάργκαρετ θα δυσκολευόταν τρομερά και θα ήθελε όσο τίποτα άλλο στη ζωή της  να μπορούσε να το αποφύγει. Δεν μίλησε αμέσως. Ο πατέρας της είπε: « Σε δυσκολεύει πάρα πολύ, δεν είναι έτσι, Μάργκαρετ;» Εκείνη αμέσως ανέκτησε την ψυχραιμία της και με μια λάμψη στο πρόσωπο, είπε σταθερά:
«Είναι κάτι οδυνηρό, αλλά πρέπει να γίνει και γι αυτό θα προσπαθήσω όσο μπορώ. Πρέπει να έχεις κι εσύ αρκετά δυσάρεστα πράγματα να κάνεις.»
Ο κος Χέηλ κούνησε το κεφάλι του μελαγχολικά και της έσφιξε το χέρι με ευγνωμοσύνη. Η Μάργκαρετ ήταν πάλι έτοιμη να ξεσπάσει σε κλάματα. Για να αποσπάσει τις σκέψεις της είπε: « Τώρα, μπαμπά, πες μου ποια είναι τα σχέδιά μας. Εσύ και η μαμά, έχετε ένα εισόδημα ανεξάρτητο από το μισθό σου, έτσι δεν είναι; Ξέρω ότι η θεία Σω, έχει.»
«Έτσι είναι.  Υποθέτω ότι έχουμε ένα εισόδημα εκατόν εβδομήντα λιρών το χρόνο. Εβδομήντα λίρες πηγαίνουν στον Φρέντερικ από τότε που είναι στο εξωτερικό. Δεν ξέρω αν του χρειάζεται ολόκληρο το ποσό», συνέχισε διστακτικά « Πρέπει να έχει κάποιο εισόδημα μια και υπηρετεί στον Ισπανικό στρατό.»
«Ο Φρέντερικ» είπε εκείνη αποφασιστικά, «δεν πρέπει να υποφέρει σε μια ξένη χώρα, μια και η πατρίδα του, του συμπεριφέρθηκε τόσο άδικα. Μένουν εκατό λίρες. Δεν θα μπορούσαμε εσύ εγώ και η μαμά να ζήσουμε σε ένα πολύ φθηνό, ήσυχο μέρος στην Αγγλία με εκατό λίρες το χρόνο; Ω, νομίζω πως θα μπορούσαμε.»
«Όχι!» είπε ο κος Χέηλ. « Αυτό δεν γίνεται. Πρέπει να κάνω κάτι. Πρέπει να ασχοληθώ με κάτι  για να αποδιώχνω τις νοσηρές σκέψεις. Εξάλλου, μια επαρχιακή ενορία θα ήταν μια διαρκής οδυνηρή υπενθύμιση του Χέλστοουν και της εδώ ζωής  μου ως εφημέριος. Δεν μπορώ να το βαστάξω, Μάργκαρετ. Επιπλέον, εκατό λίρες δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών ενός νοικοκυριού με τις ανέσεις που η μητέρα σου έχει συνηθίσει και που δικαιωματικά θα πρέπει να έχει. Όχι- πρέπει να πάμε στο Μίλτον. Αυτό είναι δεδομένο.  Πάντα αποφασίζω καλύτερα μόνος μου, ανεπηρέαστος από  τα πρόσωπα που αγαπώ,» είπε σαν να απολογείτο κατά κάποιον τρόπο επειδή είχε ήδη λάβει τόσες αποφάσεις πριν καν ενημερώσει οποιοδήποτε από τα μέλη της οικογένειάς του. « Δεν υποφέρω τις αντιρρήσεις. Μου προκαλούν αναποφασιστικότητα.»
Η Μάργκαρετ αποφάσισε να σιωπήσει. Στο κάτω κάτω, τι σημασία είχε ο προορισμός εν συγκρίσει με την μία και μοναδική δεινή αλλαγή;
Ο κος Χέηλ συνέχισε: « Πριν λίγους μήνες, όταν δεν μπορούσα άλλο να αντέξω την δυστυχία που μου προκαλούσαν οι αμφιβολίες μου, και έπρεπε σε κάποιον να μιλήσω, έγραψα στον κο Μπέλλ – τον θυμάσαι τον κο Μπέλλ, Μάργκαρετ;»
«Όχι. Δεν νομίζω να τον έχω δει ποτέ. Αλλά ξέρω ότι είναι ο νονός του Φρέντερικ – ο παλιός καθηγητής σου στην Οξφόρδη, έτσι δεν είναι;»
«Ακριβώς. Είναι μέλος του Πλύμουθ Κόλετζ, εκεί. Νομίζω πως κατάγεται από το Μίλτον.  Όπως και να’χει είναι κύριος ακίνητης περιουσίας εκεί, η οποία απέκτησε μεγάλη αξία από τότε που το Μίλτον  έγινε μεγάλη βιομηχανική περιοχή. Είχα λόγους να υποπτεύομαι – να φαντάζομαι- ότι δεν θα έπρεπε να αναφέρω τίποτα. Αλλά ήμουν σίγουρος ότι ο κος Μπέλλ θα έδειχνε κατανόηση. Δεν ξέρω πως κατάφερε να με ενθαρρύνει τόσο.  Έζησε μια άνετη ζωή στο κολλέγιο, όλα του τα χρόνια. Εντούτοις μου έδειξε μεγάλη καλοσύνη. Σε αυτόν οφείλουμε το ότι πηγαίνουμε στο Μίλτον.»
«Με ποιόν τρόπο;» είπεη Μάργκαρετ.
«Μα, έχει μισθωτές και ακίνητα, και εργοστάσια στο Μίλτον. Έτσι, αν και δεν του αρέσει το μέρος – υπερβολικά θορυβώδες για τον τρόπο ζωής του- είναι υποχρεωμένος να διατηρεί μια επικοινωνία και εξ όσων μου λέει, πρόκειται για έναν επαρκή χώρο εργασίας για έναν οικοδιδάσκαλο.»
«Οικοδιδάσκαλος!» είπε η Μάργκαρετ απαξιωτικά « Τι στο καλό χρειάζεται ένας βιοτέχνης τους κλασσικούς ή τη λογοτεχνία ή γενικότερα την μορφωση που λαμβάνει ένας τζέντλεμαν;»
«Ω, μα ορισμένοι από αυτούς ,» είπε ο πατέρας της «φαίνονται να είναι πραγματικά αξιόλογοι άνθρωποι, με πλήρη συνείδηση των εκπαιδευτικών τους ελλείψεων, πράγμα που δεν μπορώ να πω για αρκετούς από τους Οξφορδιανούς. Κάποιοι είναι αποφασισμένοι να μορφωθούν καίτοι έχουν προ πολλού ενηλικιωθεί. Άλλοι, επιθυμούν  να έχουν τα παιδιά τους την παιδεία  που δεν είχαν οι ίδιοι. Όπως και να’χει, υπάρχει ένας καλός χώρος εργασίας για έναν οικοδιδάσκαλο. Ο κος Μπέλλ με συνέστησε σε έναν μισθωτή του,  κάποιον κο Θόρντον - ιδιαιτέρως ευφυή άνδρα καθόσον μπορώ να κρίνω από τα γράμματά του. Και, Μάργκαρετ, στο Μίλτον θα  έχω μια ζωή πολυάσχολη, αν  όχι ευτυχισμένη, εν τούτοις οι άνθρωποι και οι παραστάσεις θα είναι τόσο διαφορετικές που δεν θα μου θυμίζουν το Χέλστοουν.»
Η Μάργκαρετ διαισθάνθηκε ότι υπήρχε και κάποιο κρυφό κίνητρο. Όλα θα ήταν διαφορετικά. Χαώδες καθώς ήταν – και η αλήθεια είναι ότι τής είχε δημιουργηθεί μια αντιπάθεια από αυτά που είχε ακούσει για τη Βόρεια Αγγλία, τους βιοτέχνες, τους ανθρώπους, το άγριο και ζοφερό τοπίο- τουλάχιστον είχε ένα καλό: ήταν τελείως διαφορετικό από το Χέλστοουν και δεν θα τους θύμιζε καθόλου τον αγαπημένο τους τόπο.
«Πότε φεύγουμε;» ρώτησε η Μάργκαρετ μετά από μια σύντομη σιωπή.
«Δεν ξέρω  ακριβώς. Ήθελα να το συζητήσω μαζί σου. Βλέπεις, η μητέρα σου ακόμα δεν ξέρει τίποτα  - αλλά νομίζω σε δυο εβδομάδες. Αφού υπογραφή η Πράξις Παραιτήσεώς μου δεν έχω δικαίωμα να παραμείνω.»
Η Μάργκαρετ έμεινε άναυδη.
«Σε δυο εβδομάδες!»
« Όχι και  με την ακρίβεια ημέρας! Τίποτα δεν είναι ακόμα οριστικό...» είπε ο πατέρας της ανήσυχα και με κάποιο δισταγμό, βλέποντας  την  θλίψη που σκέπαζε το βλέμμα της και  την  ταραχή που φανέρωνε το πρόσωπό  της. Αλλά εκείνη πίεσε  αμέσως τον εαυτό της να συνέλθει.
« Καημένη Μαρία!» είπε ο κος Χέηλ τρυφερά «Καημένη μου, Μαρία! Ω, αν δεν είμαστε παντρεμένοι – αν ήμουν  μόνος στον κόσμο, πόσο πιο εύκολο θα ήταν! Όμως, έτσι  όπως έχει η η κατάσταση – Μάργκαρετ, δεν τολμώ  να της μιλήσω!»
«Όχι,» είπε η Μάργκαρετ λυπημένα, « θα της μιλήσω εγώ. Δώσε μου χρόνο μέχρι αύριο το βράδυ να βρώ την κατάλληλη ευκαρία. Αχ, πατέρα,» ξέσπασε ξαφνικά εκλιπαρώντας με πάθος « σε παρακαλώ, πες μου ότι  είναι ένας εφιάλτης, ένα τρομακτικό όνειρο , ότι δεν το ζω αυτό πραγματικά!  Δεν μπορεί στ αλήθεια να θέλεις να φύγεις από την Εκκλησία – να εγκαταλείψεις το Χέλστοουν- να χωριστείς για πάντα από εμένα, την μητέρα, ακολουθώντας μια πλάνη, έναν πειρασμό! Δεν μπορεί να το εννοείς στ’ αλήθεια!»
Ο κος Χέηλ στεκόταν παγερά ακίνητος καθώς του μιλούσε.
Έπειτα, την κύτταξε στα μάτια και είπε με σιγανή, βραχνή και μετρημένη φωνή.
« Μάργκαρετ, το εννοώ. Μην ξεγελάς τον εαυτό σου αμφιβάλλοντας για την αλήθεια των λόγων μου, των προθέσεών μου και των ειλημμένων αποφάσεών μου .» Έμεινε να την κυττάει με το ίδιο σταθερό, πετρωμένο βλέμμα για αρκετή ώρα. Το ίδιο και εκείνη, ανταπέδιδε το βλέμμα του με μάτια γεμάτα παράκληση, πριν πάρει απόφαση ότι όλα ήταν αμετάκλητα. Έπειτα, σηκώθηκε, και χωρίς να πει άλλη λέξη κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Καθώς άπλωνε το χέρι της στο πόμολο, άκουσε τον πατέρα της να την φωνάζει. Στεκόταν δίπλα στο τζάκι σκυφτός και μαζεμένος. Καθώς όμως τον πλησίασε, όρθωσε το ανάστημά του και θέτοντας τα χέρια του στο κεφάλι της, της είπε με σοβαρότητα:
« Η ευλογία του Κυρίου μαζί σου, παιδί μου!»
««Μάλιστα,» απάντησε  εκείνη και επέστρεψε στο καθιστικό ζαλισμένη και σε σύγχυση.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

Κεφάλαιο III " Σπεύδε βραδέως"



ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙΙ
ΣΠΕΥΔΕ ΒΡΑΔΕΩΣ
“ Learn to win a lady’s faith
Nobly, as the thing is high;
Bravely as for life and death-
With a royal gravity.
Lead her from the festive boards,
Point her to the starry skies,
Guard her, by your trustful words,
Pure from courtship’s flatteries.”
MRS BROWNING
“ Ο κος Χένρυ Λέννοξ”. Μόλις προ ολίγου, η Μάργκαρετ, τον είχε φέρει στη σκέψη της. Είχε θυμηθεί τις εξεταστικές του ερωτήσεις σχετικά με το ποιες ήταν οι ασχολίες της στο πατρικό της. Ήταν όπως λένε οι Γάλλοι “ Να μιλάς για τον ήλιο και ευθύς να ξεπροβάλλουν οι ακτίνες του”. Πραγματικά, σαν να έλαμψε ο ήλιος στο πρόσωπο της Μάργκαρετ καθώς άφησε κάτω τον καμβά της και πήγε να τον καλωσορίσει δια χειραψίας. “ Σάρα – ειδοποίησε τη μαμά”, είπε.
“ Η μαμά κι εγώ θέλουμε να σας ρωτήσουμε τόσα πράγματα σχετικά με την Ήντιθ. Σας είμαι βαθιά υποχρεωμένη που μας επισκεφτήκατε”.
“ Μα, δεν σας το είχα πεί ότι θα ερχόμουν;» της είπε χαμηλώνοντας την φωνή του.

“ Είχα ακούσει πως βρισκόσασταν στα Χάϊλαντς, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ερχόσασταν στο Χέλστοουν”.
“ Α” είπε πιο ανάλαφρα, “ το νιόπαντρο ζευγάρι μας έκανε τέτοια παιδιαρίσματα, τέτοιες τρέλες- ανέβαιναν β
ουνά, σαλπάρανε σε λίμνες- που σκέφτηκα ότι είχανε ανάγκη από έναν σώφρονα επιτηρητή να τους προσέχει. Και όντως, είχαν ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο του θείου μου και φρόντιζαν να τον κρατάνε σε κατάσταση πανικού τον καημένο τον γέρο άνθρωπο, επί δεκαέξι ώρες την ημέρα”. Τωόντι, μόλις είδα πόσο λίγο μπορούσε κανείς να τους έχει εμπιστοσύνη, θεώρησα καθήκον μου να μην τους χάσω από τα μάτια μου μέχρι και την ώρα που απέπλευσαν από το Πλύμουθ.
“ Πήγατε στο Πλύμουθ; Ω, η Ήντιθ δεν μου το ανέφερε. Τα τελευταία της γράμματα ήταν τόσο βιαστικά. Φύγανε όντως την Τρίτη;»
“ Απέπλευσαν και με απάλλαξαν από μεγάλες έννοιες. Η Ήντιθ μου έδωσε ένα σωρό παραγγελίες για εσάς. Νομίζω πως κάπου εδώ έχω ένα τόσο δα μικροσκοπικό σημείωμα….Ναι….Ιδού!”
“ Ω, σας ευχαριστώ” αναφώνησε η Μάργκαρετ και θέλοντας να το διαβάσει κατ’ ιδίαν, ζήτησε την άδεια να πάει να ειδοποιήσει την μητέρα της (Σίγουρα, κάποιο λάθος θα είχε κάνει η Σάρα) ότι ο κος Λέννοξ βρισκόταν στο σπίτι.
Μόλις έφυγε, αυτός άρχισε να κυττάζει γύρω του εξεταστικά. Το μικρό σαλονάκι αναδεικνυόταν με τον καλύτερο τρόπο στο πρωϊνό φως του ήλιου. Ρόδα και αγιόκλημα σκαρφάλωναν από το ανοιχτό παράθυρο. Το μικρό παρτέρι ήταν υπέροχο με τα ζωηρόχρωμα γεράνια και τις λουίζες. Τα λαμπερά χρώματα της φύσης όμως, έκαναν το εσωτερικό να μοιάζει φτωχό και ξεθωριασμένο. Το χαλί πολύ απείχε από το να θεωρείται καινούριο, τα κρετόν ήταν ξεβαμμένα, όλο το ενδιαίτημα ήταν μικρότερο και φτωχότερο από αυτό που ο ίδιος θεωρούσε εφάμιλλο της αρχοντιάς της Μάργκαρετ. Πήρε ένα από τα βιβλία που βρίσκονταν στο τραπεζάκι.
Ήταν “ O Παράδεισος” του Δάντη, με αυθεντικό παλαιό δέσιμο, χρυσό και λευκό. Δίπλα βρισκόταν ένα λεξικό και κάποιες λέξεις αντιγραμμένες με τον γραφικό χαρακτήρα της Μάργκαρετ. Ήταν μια απλή σειρά από λέξεις αλλά για κάποιο λόγο του άρεσε να τις κυττάει. Τις ακούμπησε κάτω αναστενάζοντας. “ Προφανώς το εισόδημά τους είναι ελάχιστο, όπως ακριβώς μου ανέφερε. Περίεργο, μια και οι Μπέρεσφορντ ανήκουν στις καλές οικογένειες”.
Η Μάργκαρετ στο μεταξύ είχε βρει την μητέρα της. Για την κα Χέηλ, ήταν μια από εκείνες τις ημέρες που τα πάντα την δυσκόλευαν και την κούραζαν υπερβολικά και η ξαφνική άφιξη του κου Λέννοξ δεν βελτίωσε την διάθεσή της αν και ενδόμυχα θεωρούσε κολακευτικό το ότι τους είχε κρίνει άξιους να τους επισκεφθεί.
“Τι ατυχία! Σήμερα δειπνούμε νωρίς μόνο με κρύο κρέας, έτσι ώστε οι υπηρέτες να έχουν το χρόνο να ασχοληθούν με το σιδέρωμα. Εν τούτοις επιβάλλεται να τον κρατήσουμε για δείπνο μια και είναι ο κουνιάδος της Ήντιθ. Κι ο πατέρας σου για κάποιο λόγο τον οποίο αγνοώ, δεν έχει πολύ καλή διάθεση σήμερα. Μόλις τώρα πήγα στο γραφείο του και τον βρήκα να κάθεται κρύβοντας το πρόσωπό του στα χέρια του. Του είπα πως κατά τη γνώμη μου το κλίμα του Χέλστοουν δεν κάνει καλό ούτε στον ίδιο και αίφνης, εκείνος σήκωσε το κεφάλι του εκλιπαρώντας με να μην ξαναμιλήσω για το Χελστοουν – του ήταν αφόρητο και πως αν υπήρχε ένα μέρος που αγαπούσε αυτό ήταν το Χέλστοουν. Όμως είμαι βέβαιη, φταίει το υγρό κλίμα.”
Η Μάργκαρετ αισθάνθηκε σαν να μπήκε ένα λεπτό παγωμένο σύννεφο ανάμεσα σ’αυτήν και στον ήλιο. Είχε ακούσει υπομονετικά την μητέρα της ελπίζοντας ότι το ξέσπασμά της θα της πρόσφερε κάποια ανακούφιση αλλά τώρα ήταν ώρα να φέρει πάλι το θέμα στον κο Λέννοξ.
“ Ο μπαμπάς συμπαθεί τον κο Λέννοξ. Τα πήγαν θαυμάσια οι δυό τους στην γαμήλια δεξίωση. Τολμώ να πω ότι θα του κάνει καλό η άφιξή του. Και μην ανησυχείς για το δείπνο, καλή μου μητέρα. Το κρύο κρέας είναι πολύ ταιριαστό για μεσημεριανό, κάτι το οποίο είναι σίγουρο ότι θα θεωρήσει ο κος Λέννοξ ένα δείπνο που σερβίρεται στις δύο μετά μεσημβρίας.”
“ Μα πώς θα τον απασχολήσουμε μέχρι τότε; Είναι ακόμα δέκα και μισή”.
“ Θα του ζητήσω να έρθει μαζί μου να ζωγραφίσουμε. Ξέρω πως ζωγραφίζει και έτσι δεν θα τον έχεις στα πόδια σου, μαμά. Όμως, σε παρακαλώ , πάμε – θα το θεωρήσει περίεργο αν δεν έρθεις.”
........................................................................................................................................
Ενθουσιάστηκε με την ιδέα της Μάργκαρετ να ζωγραφίσουν στην ύπαιθρο και όχι, για τίποτα στον κόσμο δεν θα ενοχλούσε τον κο Χέηλ, αφού μάλιστα θα τον συναντούσε τόσο σύντομα στο δείπνο. Η Μάργκαρετ του έφερε τα σύνεργά της της ζωγραφικής για να διαλέξει και αφού επέλεξαν με την δέουσα προσοχή χαρτιά και πινέλα, οι δυο τους ανεχώρησαν με την πιο εύθυμη των διαθέσεων.
“ Σταματήστε σας παρακαλώ ένα- δυο λεπτά, εδώ” είπε η Μάργκαρετ. “ Αυτές είναι οι αγροικίες που σε όλη την διάρκεια των βροχών μετάνοιωνα που δεν τις είχα απαθανατίσει”.
“ Πριν καταρρεύσουν και εξαφανιστούν. Αλήθεια, αν πρέπει να απαθανατιστούν – και είναι πράγματι πολύ γραφικές- καλύτερα να μην το αναβάλλουμε για τον επόμενο χρόνο. Αλλά πού μπορούμε να καθήσουμε;”
“ A, καλύτερα να είχατε έρθει κατευθείαν εδώ μετά την τέλεση του γάμου αντί να πάτε στα Χάιλαντς। Κυττάξτε αυτόν τον κομμένο κορμό δέντρου που οι ξυλοκόποι φαίνεται να τον έχουν αφήσει σε θέση με ιδανικό φωτισμό ! Θα ρίξω επάνω την εσάρπα μου και θα τον μετατρέψω σε αυθεντικό θρόνο του δάσους”!
“ Και με τα πόδια σας σ’ αυτά τα λασπόνερα ως βασιλικό υποπόδιο! Περιμένετε, θα μετακινηθώ και μπορείτε να έρθετε πιο κοντά προς το μέρος μου। Ποιοί μένουν σ’ αυτές τις αγροικίες; ”
“ Τις έχτισαν κάποιοι καταπατητές πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια. Η μία είναι ακατοίκητη. Οι δασοφύλακες θα την κατεδαφίσουν όταν πεθάνει ο καημένος ο γέροντας που μένει στην διπλανή. Κυττάξτε- να τος!- πρέπει να πάω να του μιλήσω. Είναι τόσο βαρήκοος που θα ακούσετε όλα τα μυστικά μας”.
Ο γέροντας, μπροστά στο καλυβι του, στεκόταν ξεσκούφωτος στον ήλιο ακουμπώντας στο μπαστούνι του। Τα αδρά του χαρακτηριστικά φάνηκαν να μαλακώνουν μόλις η Μάργκαρετ πλησίασε και του μίλησε। Ο κος Λέννοξ βιάστηκε να σκιτσάρει τις δύο φιγούρες στο σχέδιότου και τις πλαισίωσε ζωγραφίζοντας τα χαρακτηριστικά του τοπίου. Η Μάργκαρετ το αντιλήφθηκε αυτό αργότερα, όταν είχαν τελειώσει τα σχέδιά τους και αφού μάζεψαν ακουαρέλλες και χαρτιά, έδειξαν ο ένας στον άλλο τα έργα τους. Γέλασε και κοκκίνησε. Ο κος Λέννοξ την παρακολουθούσε προσεχτικά.
“Ε, λοιπόν, εγώ αυτό το λέω πανουργία” του είπε. “ Δεν κατάλαβα ότι είχατε σκοπό να κάνετε εμένα και τον γερο- Ισαάκ μοντέλα, όταν μου ζητήσατε να τον ρωτήσω την ιστορία των καλυβιών.”
“ Ήταν αδύνατον να συγκρατηθώ. Δεν μπορείτε να διαννοηθείτε τι είδους πειρασμός ήταν. Τολμώ να πω πως το σχέδιο αυτό θα είναι από τα αγαπημένα μου”.
Δεν ήταν σίγουρος αν εκείνη άκουσε την τελευταία του πρόταση καθώς απομακρυνόταν για να πλύνει την παλέτα της στο ρυάκι. Ήρθε πίσω αναψοκοκκινισμένη αλλά με μια έκφραση αθωότητας και άγνοιας. Χάρηκε γιατί τα λόγια εκείνα είχαν ξεγλιστρήσει άθελά του- πράγμα σπάνιο για έναν άνδρα όπως ο Χένρυ Λέννοξ, που σκεφτόταν και μετρούσε την κάθε του πράξη.
Η όψη του σπιτού ήταν καθώς πρέπει και φωτεινή όταν έφτασαν. Το συννεφιασμένο βλέμμα της μητέρας της είχε ξαστερώσει υπό την ευμενή επίδραση μιας πιατέλας με κυπρίνους που πάνω στην ώρα είχε φέρει ένας γείτονας. Ο κος Χέηλ είχε επιστρέψει από τον πρωινό του γύρο στους ενορίτες του και ανέμενε τον επισκέπτη του έξω ακριβώς από το πορτόνι που οδηγούσε στον κήπο. Έδειχνε ένας τέλειος τζεντλεμαν παρά το φτωχικό του πανωφόρι και το μάλλον φθαρμένο καπέλο του. Η Μάργκαρετ καμάρωνε για τον πατέρα της. Κάθε φορά ένοιωθε μια καινούρια τρυφερή περηφάνια με το πόσο εντυπωσίαζε και κέρδιζε τους ξένους. Παρ’ όλ’ αυτά η κοφτερή ματιά της εντόπισε στο πρόσωπό του ίχνη από κάποια ασυνήθιστη ταραχή, η οποία παρ’ότι είχε μπεί στο περιθώριο, εντούτοις δεν είχε ολοκληρωτικά εκλείψει.
Ο κος Χέηλ ζήτησε να δεί τα σχέδιά τους.
“ Νομίζω πως έκανες τα χρώματα στην αχυροσκεπή πολύ σκοτεινά, δεν νομίζεις;” Είπε καθώς επέστρεφε στην Μάργκαρετ το σχέδιό της και έτεινε το χέρι να πάρει αυτό του κου Λέννοξ το οποίο δεν κράτησε παραπάνω από ένα λεπτό.
“ Όχι, μπαμπά! Δεν νομίζω. Τα άχυρα και οι πέτρες σκουρύναν με την βροχή. Μοιάζει, δεν μοιάζει μπαμπά;” ρώτησε κυττάζοντας πάνω από τον ώμο του τις δύο φιγούρες στο σχέδιο του κου Λέννοξ.
“ Ναι, μοιάζει πολύ। Η δική σου φιγούρα και στάση έχουν αποδοθεί εξαιρετικά। Και ο καημένος ο γέρο- Ισαάκ έτσι ακριβώς δύσκαμπτος σκύβει εξαιτίας των ρευματισμών στην πλάτη του। Τι είναι αυτό που κρέμεται από το κλαδί του δέντρου। Όχι βέβαια φωλιά πουλιού।”
“ Α, όχι। Είναι το μπονέ μου। Δεν μπορώ να ζωγραφίσω φορώντας το. Το κεφάλι μου ζεσταίνεται πολύ. Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ζωγραφίσω φιγούρες. Υπάρχουν τόσοι πολύ άνθρωποι εδώ γύρω τους οποίους θα ήθελα να ζωγραφίσω.”
«Θα έλεγα πως όταν κανείς επιθυμεί πολύ να απεικονίσει κάτι με πιστότητα τότε πάντα το καταφέρνει.» είπε ο κος Λέννοξ. Πιστεύω στην δύναμη της θέλησης. Νομίζω ότι προσωπικά τα κατάφερα πολύ καλά στη δική σας απεικόνιση.»
Ο κος Χέηλ προηγήθηκε στο σπίτι ενώ η Μάργκαρετ τριγύρισε για λίγο να μαζέψει λίγα τριαντάφυλλα για να κοσμήσει το καλό της φόρεμα που θα φορούσε στο δείπνο.
«Ένα συνηθισμένο κορίτσι του Λονδίνου θα αντιλαμβανόταν αμέσως το υπονοούμενο πίσω από το σχόλιό μου,» σκέφτηκε ο κος Λέννοξ. «Θα παρατηρούσε ενδελεχώς κάθε λέξη που θα της απεύθυνε ένας νεαρός με την κρυφή ελπίδα κάποιου κοπλιμέντου. Όμως η Μάργκαρετ δεν πιστεύω – Περίμενε!» της φώναξε. «Άσε με να σε βοηθήσω.» και της μάζεψε μερικά βελούδινα κρέμ τριαντάφυλλα τα οποία εκείνη δεν μπορούσε να φτάσει και έπειτα ξεχωρίζοντας τους μίσχους έβαλε δύο στην μπουτονιέρα του και έστειλε την Μάργκαρετ χαρούμενη και χαμογελαστή στο σπίτι να τα τακτοποιήσει.
Η συζήτηση κύλησε ομαλά και ευχάριστα κατά τη διάρκεια του δείπνου. Υπήρξαν πολλές ερωτήσεις και από τα δύο μέρη,για τα τελευταία νέα που μπορούσε να τους μεταφέρει σχετικά με την διαμονή της κας Σω στην Ιταλία, και υπό το ενδιαφέρον της συζήτησης, η απροσποίητη συμπεριφορά της οικογένειας στο πρεσβυτέριο αλλά κυρίως η συντροφιά της Μάργκαρετ, έκανε τον κο Λέννοξ να ξεχάσει την απογοήτευση που είχε αρχικά αισθανθεί όταν είχε δει να επαληθεύονται τα λόγια της Μάργκαρετ σχετικά με την περιορισμένη οικονομική δυνατότητα του πατέρα της.
« Μάργκαρετ, παιδί μου, θα μπορούσες να είχες μαζέψει μερικά αχλάδια για το επιδόρπιό μας» είπε ο κος Χέηλ, καθώς προσέφερε φιλόξενα την πολυτέλεια μιας φρεσκοανοιγμένης φιάλης κρασιού.

Η κα Χέηλ έσπευσε αμέσως। Φαινόταν σαν το επιδόρπιο να ήταν κάτι το ασυνήθιστο στο πρεσβυτέριο, αλλά αν ο κος Χέηλ είχε κάνει τον κόπο να κυττάξει καλύτερα, θα έβλεπε πως πίσω του υπήρχαν μπισκότα και μαρμελάδα όλα τοποθετημένα ευπρεπώς πάνω στο μπουφέ। Αλλά καθώς φαίνεται, τα αχλάδια και μόνον αυτά είχαν καρφωθεί για τα καλά στο μυαλό του κου Χέηλ। « Υπάρχουν λίγα κρυστάλια στον τοίχο κατά τον νοτιά που ξεπερνούν σε νοστιμιά κάθε εξωτικό φρούτο και λιχουδιά। Τρέξε να φέρεις μερικά।»


Η Μάργκαρετ και ο κος Λέννοξ σεργιάνισαν στο μικρό ταρατσάκι δίπλα στο τοίχο κατά το νοτιά, εκεί όπου βούιζαν ακόμα οι μέλισσες και πηγαινοέρχονταν ακάματες στις κυψέλες τους.
« Τι πλήρης που είναι η ζωή σου εδώ! Πάντα ένοιωθα ένα είδος συγκατάβασης για τους ποιητές που εύχονταν 
«Ένα μικρό σπιτάκι πλάι στο λόφο να ‘χα» και τα παρόμοια αλλά φοβάμαι πως η πικρή αλήθεια είναι πως δεν ήμουν τίποτα άλλο παρά ένας αστός. Τώρα δα, νομίζω πως είκοσι χρόνια νομικών σπουδών ωχριούν μπροστά στην γαλήνη που μπορεί να δώσει ένας χρόνος ήρεμης ζωής σαν κι αυτής δώ… τούτος ο ουρανός!» έκανε αναθωρρώντας- « τέτοιες κεχριμπαρένιες και άλικες φυλλωσιές, τέτοια απόλυτη ακινησία σαν κι αυτή!» κι έδειξε προς την μεριά κάποιων μεγάλων δέντρων του δάσους που είχαν τρυπώσει στον κήπο σαν σε φωλιά.
« Παρακαλώ, πρέπει να λάβετε υπόψιν σας ότι ο ουρανός εδώ δεν έχει πάντα αυτό το βαθύ γαλάζιο χρώμα. Βρέχει συχνά και τα φύλλα πέφτουν και σαπίζουν – παρόλο που κατά τη γνώμη μου το Χέλστοουν δεν είναι κατώτερο από άλλα μέρη του κόσμου. Θυμηθείτε ότι με περιγελάσατε για την περιγραφή που σας έδωσα εκείνο το βράδυ στην Χάρλευ Στρήτ:
‘ένα γραφικό χωριουδάκι’ .”
“ Σας περιγέλασα, Μάργκαρετ;! Αυτό είναι μια μάλλον σκληρή έκφραση.»

«Ίσως….αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι ήθελα να σας μιλήσω για κάτι το οποίο είχα στην καρδιά μ ου εκείνη την στιγμή και εσείς – πώς μπορώ να το θέσω διαφορετικά- μιλήσατε υποτιμητικά για το Χέλστοουν θεωρώντας το απλώς σαν ένα γραφικό χωριουδάκι.
«Δεν πρόκειται να το επαναλάβω» της είπε με θέρμη. Έστριψαν στην αλέα.
«Μάργκαρετ, σχεδόν θα ήθελα…» - σταμάτησε διστακτικός. Ήταν τόσο παράξενο να διστάζει αυτός, ο συνήθως εύγλωττος δικηγόρος που η Μάργκαρετ σήκωσε το βλέμμα της και τον κύτταξε ερωτηματικά αλλά αμέσως κάτι πάνω του- δεν ήξερε να πεί τι ακριβώς- την έκανε να θέλει να βρίσκεται με την μητέρα της, τον πατέρα της , γενικά οπουδήποτε αλλού παρά μαζί του, γιατί ήταν σίγουρη ότι ετοιμαζόταν να της πεί κάτι στο οποίο εκείνη δεν ήξερε τι να απαντήσει. Στο επόμενο λεπτό το ισχυρό της αίσθημα υπερηφάνειας υπερνίκησε την στιγμιαία αμηχανία, την οποία ήλπιζε να μην είχε αντιληφθεί εκείνος. Φυσικά και μπορούσε να του απαντήσει και να του απαντήσει καταλλήλως μάλιστα- και ήταν τόσο λίγο και κατακριτέο εκ μέρους της να φοβάται το άκουσμα οποιωνδήποτε λόγων λες και δεν είχε την δύναμη να δώσει ένα τέλος σε αυτό σαν αξιοπρεπής κοπέλα.
«Μάργκαρετ» της είπε αιφνιδιάζοντάς την και πιάνοντάς την ξαφνικά από το χέρι, έτσι που αναγκάστηκε να μείνει ακίνητη και να ακούσει μισώντας τον εαυτό της για το φτερούγισμα που έκανε εκείνη την στιγμή η καρδιά της। «Μάργκαρετ, μακάρι να μην αγαπούσες τόσο πολύ το Χέλστοουν – να μην ήσουν τόσο απόλυτα ήρεμη και ευτυχισμένη εδώ। Ήλπιζα ότι αυτούς τους τρείς μήνες θα σου έλειπαν λιγάκι το Λονδίνο , και οι φίλοι σου από το Λονδίνο,ότι θα σου έλειπαν αρκετά έτσι ώστε να ακούσεις με μεγαλύτερη ευμένεια» (γιατί εκείνη προσπαθούσε ήσυχα αλλά σταθερά να αποτραβήξει το χέρι της) «κάποιον που δεν έχει πολλά να σου προσφέρει, είναι αλήθεια- τίποτα εκτός από ένα μέλλον με προοπτικές – αλλά που παρόλα αυτά σε αγαπάει, Μάργκαρετ, σχεδόν παρά την θέλησή του.»
« Μάργκαρετ, μήπως σε ξάφνιασα υπερβολικά; Μίλησέ μου!» της είπε γιατί είδε πως τα χείλη της έτρεμαν σαν να ήταν έτοιμη να κλάψει. Εκείνη έβαλε τα δυνατά της να δείξει αυτοκυριαρχία και να μιλήσει με φωνή σταθερή . Του είπε « Όντως ξαφνιάστηκα. Δεν είχα ιδέα ότι τρέφατε τέτοιου είδους αισθήματα απέναντί μου. Πάντα σας έβλεπα ως φίλο, και παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας θεωρώ έτσι ακόμα. Δεν μου αρέσει να μου μιλούν έτσι όπως μου μιλήσατε μόλις . Δεν μπορώ να σας δώσω την απάντηση που επιθυμείτε εντούτοις θα λυπηθώ πολύ αν σας έκανα να θυμώσετε.»
«Μάργκαρετ», της είπε κυττάζοντάς τη στα μάτια που του ανταπέδωσαν ένα βλέμμα ευθύ ειλικρινές γεμάτο απεριόριστη εμπιστοσύνη και απρόθυμο στο να προκαλέσει πόνο. «Μήπως» -ήταν έτοιμος να πεί- «αγαπάς κάποιον άλλον;» Αλλά αυτή η ερώτηση θα ηχούσε ως προσβολή στην απόλυτη γαλήνη εκείνου του βλέμματος. « Συγχώρεσέ με. Βιάστηκα πολύ- και τιμωρούμαι. Μόνο, άφησέ με να ελπίζω. Μόνο να ελπίζω. Δώσ’μου μια ελάχιστη παρηγοριά λέγοντάς μου ότι δεν συνάντησες ποτέ κάποιον τον οποίον μπορούσες να..» Παύση ξανά. Δεν μπορούσε να ολοκληρώσει την φράση του. Η Μάργκαρετ αισθανόταν υπόλογη για την ολοφάνερη αγωνία του.
«Αχ, μακάρι να μην είχατε ποτέ βάλει αυτή την ιδέα στο μυαλό σας. Ήταν τόσο όμορφο να σας σκέφτομαι σαν φίλο.»
«Όμως μπορώ να ελπίζω – έτσι δεν είναι, Μάργκαρετ;- ότι κάποια μέρα θα μπορέσετε να με δείτε ως εραστή; Βεβαίως, όχι ακόμα, το καταλαβαίνω, δεν υπάρχει βιασύνη, αλλά ίσως κάποια στιγμή…»
Εκείνη έμεινε σιωπηλή για λίγο, προσπαθώντας να ανακαλύψει τι πραγματικά αισθανόταν μέσα της πριν αποκριθεί, κι έπειτα είπε: «Δεν σας είδα ποτέ παρά μόνο σαν φίλο. Μου άρεσε να σας θεωρώ φίλο μου αλλά είμαι σίγουρη πως δεν θα σας δώ ποτέ διαφορετικά. Σας παρακαλώ, ας ξεχάσουμε όλη αυτή την («δυσάρεστη» - ήταν έτοιμη να πεί, αλλά σταμάτησε απότομα) συζήτηση.»
Εκείνος, σώπασε για λίγο. Έπειτα, με το συνηθισμένο ψύχραιμο ύφος του, αποκρίθηκε:
«Βεβαίως, μια και τα συναισθήματά σας είναι δεδομένα και εφόσον αυτή η συζήτηση σας είναι φανερό ότι σας δυσαρεστεί, καλύτερα να την ξεχάσουμε. Θεωρητικώς είναι καλύτερα να ξεχνά κανείς ό,τι του προκαλεί πόνο, μολονότι , εγώ τουλάχιστον θα δυσκολευτώ να το πράξω.»
«Είναι φανερό πως σας πίκρανα.» είπε θλιμμένα. « Μπορώ να κάνω κάτι ;»
Ήταν πράγματι τόσο λυπημένη καθώς το έλεγε, που εκείνος αφού για λίγο πάλεψε με την μεγάλη απογοήτευσή του, απάντησε περισσότερο εύθυμα αλλά έχοντας ακόμα μια μικρή δόση αιχμηρότητας στο ύφος του:
«Μάργκαρετ, θα χρειαστεί να επανορθώσεις όχι μόνο επειδή προσέβαλλες έναν θαυμαστή αλλά και έναν άνδρα που γενικά δεν είναι επιρρεπής στα ειδύλλια – συνετό, ακόμα και κοσμικό όπως με αποκαλούν ορισμένοι- που όμως αφέθηκε να παρασυρθεί έξω από τις συνήθειές του από την δύναμη του πάθους – δεν θα μιλήσουμε στο εξής γι αυτό αλλά την μοναδική φορά που έδωσε διέξοδο στα βαθύτερα και αγνότερα αισθήματά του συνάντησε την απόρριψη και την απώθηση. Θα πρέπει να παρηγορηθώ περιφρονώντας τον εαυτό μου γι αυτήν την τρέλα. Ένα ορκισμένο γεροντοπαλίκαρο να σκέφτεται τον γάμο!»
.........................................................................
Εκείνος ανυπομονούσε να αναχωρήσει όσο κι εκείνη να τον δεί να φεύγει, αλλά μια ολιγόλεπτη χαλαρή συζήτηση όσο κι αν του κόστιζε ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει για να ανακουφίσει την πληγωμένη του ματαιοδοξία και τον αυτοσεβασμό. Κάθε τόσο έριχνε κλεφτές ματιές στο λυπημένο και σκεφτικό της πρόσωπο. «Δεν της είμαι τόσο αδιάφορος όσο νομίζει» είπε μέσα του «δεν θα σταματήσω να ελπίζω.»
Πριν περάσει ένα τέταρτο της ώρας, ο τόνος του έγινε ελαφρά σαρκαστικός - μιλούσε για την ζωή στο Λονδίνο και την ζωή στην εξοχή σαν να κορόιδευε ο ίδιος τον εαυτό του και να φοβόταν το σκωπτικό του ύφος. Ο κος Χέηλ τα είχε χάσει. Ο επισκέπτης του έμοιαζε τόσο διαφορετικός και από τότε που τον είχε δεί την ημέρα του γάμου αλλά και από το δείπνο εκείνης της ίδιας μόλις μέρας. Έμοιαζε πιο επιπόλαιος, επιτήδειος και κοσμικός επομένως ο κος Χέηλ τον εύρισκε λιγότερο του γούστου του. Ήταν μια ανακούφιση και για τους τρείς όταν ο κος Λέννοξ είπε πως θα έπρεπε να αναχωρήσει πάραυτα αν ήθελε να προλάβει το τραίνο των πέντε. Προχώρησαν προς το σπίτι για να αποχαιρετήσει την κα Χέηλ.
Την τελευταία στιγμή τα αληθινά συναισθήματα του κου Λέννοξ ξαναβγήκαν στην επιφάνεια. «Μάργκαρετ, μην με περιφρονείς. Παρά το ότι τα λόγια μου δεν ωφέλησαν σε τίποτα, τα συναισθήματά μου είναι αληθινά. Και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μετά από την απαξίωση με την οποία με άκουσες την τελευταία μισή ώρα νομίζω ότι όχι μόνο δεν σε μισώ αλλά σε αγαπώ περισσότερο. Αντίο, Μάργκαρετ ….Μάργκαρετ!»