Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2015

Κεφάλαιο 37ο "Κυττάζοντας προς το Νότο"



Στην εκπνοή του Φλεβάρη, έρχεται και το 37ο κεφάλαιο. Ενώ οι Χέηλ σιγά σιγά αναρρώνουν από το τραύμα της απώλειας και του πένθους, για τον Χίγκινς έρχονται ακόμα πιο δύσκολες ημέρες. Και σύντομα θα κληθεί να διαλέξει μεταξύ υπερηφάνειας, τιμής  και επιβίωσης.

Κυττάζοντας προς το Νότο

 Η πόρτα του Χίγκινς ήταν κλειστή την επόμενη ημέρα όταν πήγαν να επισκεφθούν την χήρα Μπάουσερ . Έμαθαν όμως από ένα γείτονα ότι αυτή τη φορά όντως έλειπε.
Εντούτοις, είχε πάει να δει την κυρία Μπάουσερ πριν καταπιαστεί με τις δουλειές που είχε εκείνη την ημέρα, όποιες κι αν ήταν αυτές. Η επίσκεψη στη κυρία Μπάουσερ δεν απέδωσε τα αναμενόμενα . Πίστευε ότι κακοπάθαινε σκληρά έτσι που την εγκατέλειψε μόνη ο αυτόχειρας άντρας της – καιπράγματι, σε μεγάλο βαθμό αυτό ήταν αληθές κι έτσι ήταν πολύ δύσκολο αντικρουστεί. Παρ’ όλ’ αυτά ήταν αποκαρδιωτικό να βλέπει κανείς ότι η σκέψη της ήταν εστιασμένη αποκλειστικά στον εαυτό της και στην κατάσταση στην οποία είχε περιπέσει. Και αυτός ο εγωκεντρισμός άγγιζε ακόμα και τη σχέση με τα παιδιά της, τα οποία θεωρούσε βάρος παρά την  βιολογική, από ένστικτο  αγάπη της προς αυτά. Η Μάργκαρετ προσπάθησε να πιάσει φιλία με ένα δύο από τα παιδιά, ενώ ο πατέρας της πάσχιζε να στρέψει τη σκέψη της χήρας σε κάτι ανώτερο από το να κάθεται ανήμπορη να μεμψιμοιρεί. Διαπίστωσε ότι τα παιδιά πενθούσαν με τρόπο πιο αληθινό και ουσιαστικό, σε σχέση με τη μητέρα τους.   Ο «μπαμπάκας» τους ήταν καλός, και αυτό μπορούσε το καθένα τους να διαβεβαιώσει πρόθυμα με τα σπασμένα του λογάκια, να δείξει κάποια τρυφερότητα, κάποια επιείκεια κληρονομημένη από τον χαμένο τους πατέρα.
«Τούτο που είναι  ‘κεί πάνω είναι στ’ αλήθεια εκείνος ; Δε του μοιάζει. Με κάνει να φοβάμαι αλλά  εμένα ο μπαμπάκας  δεν με φόβιζε ποτέ.»
............................................................................................................................................................
Η Μάργκαρετ είχε αποκαρδιωθεί με όλα αυτά και όταν έφυγαν της ήταν αδύνατο να εμψυχώσει τον πατέρα της.
« Είναι η ζωή της πόλης,» είπε. « Ερεθίζει το νευρικό σύστημα με όλη αυτή την βιασύνη και τη φασαρία και την ταχύτητα που έχουν όλα γύρω, για να μην αναφέρω τον εγκλεισμό σε αυτά τα στενάχωρα σπίτια, που από μόνος του είναι ικανός να οδηγήσει στην κατάθλιψη και στο άγχος. Αντίθετα, στην εξοχή, οι άνθρωποι περνούν πολύ περισσότερο χρόνο στο ύπαιθρο, ακόμα και τα παιδιά, ακόμα και το χειμώνα.»
«Μα οι άνθρωποι πρέπει να ζουν στις πόλεις. Ακόμα και στην εξοχή, η σκέψη σε μερικούς ανθρώπους αποτελματώνεται τόσο ώστε γίνονται σχεδόν μοιρολάτρες.»
«Ναι, αυτό το αναγνωρίζω. Υποθέτω πώς κάθε τρόπος ζωής έχει τις δικές του δοκιμασίες και τις δικές του αμαρτίες. Για τους κατοίκους των πόλεων θα πρέπει να είναι τόσο δύσκολη η ηρεμία και η υπομονή όσο είναι για τους ανθρώπους που μεγάλωσαν στην εξοχή το να είναι δραστήριοι και να μπορούν να αντιμετωπίσουν πρωτόγνωρες καταστάσεις. Και για τους δύο η πραγμάτωση  οποιουδήποτε  μέλλοντος θα πρέπει να φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Για τους μεν επειδή το παρόν είναι τόσο ασφυκτικό και πιεστικό, για τους δε επειδή η ζωή τους παρασύρει σε ένα ζωώδες γλεντοκόπημα και κατά συνέπεια τους κάνει να ξεχνούν και να αμελούν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από την ευχαρίστησή τους, και αυτό είναι το μόνο για το οποίο νοιάζονται, προνοούν και ανυπομονούν.»
«Επομένως, τόσο η ανάγκη για περισυλλογή όσο και η ανόητη ικανοποίηση με την καθεστηκυία τάξη έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Την καημένη την κυρία Μπάουσερ! Ελάχιστα πράγματα  μπορούμε να κάνουμε γι αυτήν!»
«Κι όμως, δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε τις προσπάθειες, όσο κι αν μοιάζουν ανώφελες. Ω, πατέρα ! Πόσο άσχημος είναι ο κόσμος που ζούμε!»
«Έτσι ακριβώς, παιδί μου. Το αισθανόμαστε τώρα, οπωσδήποτε.  Όμως ακόμα και εν τω μέσω της θλίψεώς μας, υπήρξαμε ευτυχισμένοι.  Τι χαρά που μας έδωσε η επίσκεψη του Φρέντερικ!»
«Πραγματικά !» είπε η Μάργκαρετ χαρούμενη. «Ήταν τόσο γλυκές εκείνες οι κλεφτές και εντελώς απαγορευμένες στιγμές!»
Όμως ξαφνικά σώπασε.  Η ανάμνηση της επίσκεψης  του Φρέντερικ, αμαυρώθηκε καθώς θυμήθηκε την δική της δειλία. Περισσότερο απ’ όλα τα ελαττώματα, αυτό που απεχθανόταν στους άλλους  ήταν η έλλειψη γενναιότητας, η μικροπρέπεια ψυχής που οδηγούσε στο ψέμα. Και να που και η ίδια βρέθηκε ένοχη σ’αυτό. Ακολούθως σκέφτηκε ότι ο κύριος Θόρντον  είχε επίγνωση της ψευδομαρτυρίας της. Αναρωτήθηκε αν θα την πείραζε έστω και κατά το ήμισυ, αν το είχε  ανακαλύψει κάποιος άλλος. Φαντάστηκε να το ανακάλυπτε η θεία Σώ και η Ήντιθ, ο πατέρας της, ο Λοχαγός Λέννοξ και ο αδελφός του, ο Φρέντερικ. Η σκέψη του να  μάθαινε ο Φρέντερικ τι είχε κάνει, έστω και για χάρη του, ήταν η πλέον οδυνηρή, επειδή τα δυο αδέλφια βρίσκονταν στο ξεκίνημα  αμοιβαίας αγάπης και σεβασμού. Αλλά ακόμα και το να πέσει χαμηλά στην εκτίμηση του Φρέντερικ, δεν ήταν τίποτα μπροστά στην αισχύνη, στην αποτρόπαια αισχύνη που αισθανόταν στη σκέψη του ότι θα έβλεπε ξανά τον κύριο Θόρντον. Κι όμως, λαχταρούσε να τον δει, να δώσει ένα τέλος σε όλα αυτά, να καταλάβει τι θέση είχε στην εκτίμησή του. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν καθώς θυμήθηκε  με πόση υπερηφάνεια είχε δηλώσει υπαινικτικά την εναντίωσή της ως προς το εμπόριο (στις πρώτες ημέρες της γνωριμίας τους)  επειδή οδηγούσε συχνότατα στην απάτη, πλασάροντας κατώτερη ποιότητα για ανώτερη αφ’ ενός  ή  κερδοσκοπώντας μέσω  αλλότριων αγαθών  και πόρων αφ’ ετέρου. Θυμήθηκε το βλέμμα του κυρίου Θόρντον, γεμάτη ήρεμη αποδοκιμασία, καθώς με δυο λόγια της έδινε να καταλάβει πως  μακροχρόνια, στο ευρύτερο πλαίσιο του εμπορίου,  οι ανέντιμες μέθοδοι δράσης αποδεικνύονταν σαφώς επιζήμιες, και πως  η εφαρμογή τέτοιων  πρακτικών  με  φτωχή προσδοκία  επιτυχίας, ήταν αφροσύνη και όχι σοφία – τόσο η απάτη στο εμπόριο όπως και σε άλλους κλάδους. Θυμάται να τον ρωτά  εκείνη – τόσο δυνατή μέσα στην απειρία της αλήθειας της – αν το να αγοράζεις φθηνά και να πουλάς ακριβότερα στην αγορά  δεν φανερώνει έλλειμμα δίκαιης διαφάνειας η οποία είναι τόσο στενά συνδεδεμένη με την έννοια της αλήθειας. Είχε χρησιμοποιήσει την λέξη «ιπποτική» και ο πατέρας της την είχε διορθώσει με μια υψηλότερη έννοια το «Χριστιανική»,  κι έτσι πήρε επάνω του την συζήτηση, ενώ εκείνη καθόταν σιωπηλή με ένα αμυδρό αίσθημα περιφρόνησης.
Καμμιά περιφρόνηση δεν αισθανόταν τώρα, καμμιά διάθεση να μιλήσει για ιπποτισμό . Από τούδε και στο εξής θα έπρεπε να αισθάνεται ταπεινωμένη και ντροπιασμένη ενώπιόν του. Αλλά πότε θα τον ξανάβλεπε ; Η καρδιά της αναπηδούσε από φόβο κάθε που χτυπούσε το κουδούνι της εξώπορτας κι όμως όταν καταλάγιαζε και ηρεμούσε, αισθανόταν μια περίεργη θλίψη και  απογοήτευση που της ράγιζε την καρδιά . Ήταν φανερό πως ο πατέρας της  τον περίμενε  και  του προξενούσε έκπληξη το γεγονός ότι δεν ερχόταν.  Κι αλήθεια, υπήρχαν θέματα στην συζήτησή τους τις προάλλες, στα οποία δεν είχαν το χρόνο να εμβαθύνουν. Είχαν όμως αφήσει να εννοηθεί ότι ει δυνατόν το επόμενο βράδυ – διαφορετικά, το πρώτο βράδυ που θα είχε την ευχέρεια ο κύριος Θόρντον- θα συναντιόνταν για να συνεχίσουν τη συζήτησή τους. Ο κύριος Χέηλ ανυπομονούσε για την συνάντηση αυτήν από τη στιγμή που αποχαιρετίστηκαν.  Δεν είχε ακόμα αναλάβει τα διδακτικά του καθήκοντα, τα οποία είχε εγκαταλείψει όταν η ασθένεια της συζύγου του επιδεινώθηκε, έτσι, οι δραστηριότητές του ήταν λιγότερες απ’ότι συνήθως, και το σοβαρό συμβάν της προηγούμενης μέρας ( η αυτοκτονία του Μπάουσερ) τον είχε προβληματίσει ακόμα περισσότερο. Όλο το απόγευμα ήταν ανήσυχος. Ολοένα έλεγε πως « Ήμουν σίγουρος πως θα ερχόταν ο κύριος Θόρντον. Νομίζω πως ο κομιστής του βιβλίου, χθες το βράδυ, πρέπει να έφερε μαζί του κάποιο σημείωμα και ξέχασε να το παραδώσει. Μήπως ήρθε σήμερα κάποιο μήνυμα ;»
«Θα πάω να κυττάξω, πατέρα» είπε η Μάργκαρετ αφού άκουσε τον πατέρα της να λέει άλλη μια φορά τα ίδια λόγια πάνω- κάτω.  «Σταθείτε, ακούω το κουδούνι !» Κάθισε αμέσως και έσκυψε  πάνω από το εργόχειρό της με προσήλωση. Άκουσε βήματα στη σκάλα, αλλά κατάλαβε ότι ήταν μόνο από έναν άνθρωπο – την Ντίξον. Σήκωσε το κεφάλι της μ’έναν αναστεναγμό, νοιώθοντας, καθώς πίστευε. Χαρούμενη.
«Κύριε, είναι εκείνος ο Χίγκινς.  Θέλει, λέει,  να δει εσάς, ή την δεσποινίδα Χέηλ. Ή  μπορεί να μου είπε πως θέλει πρώτα να δει την δεσποινίδα και μετά εσάς, κύριε – φέρεται κάπως παράξενα.»
«Καλύτερα να έρθει πάνω, Ντίξον, έτσι μπορεί να μας δει και τους δύο και να επιλέξει με ποιον θα συνομιλήσει.»
«Ω, όπως νομίζετε, κύριε. Εγώ μια φορά δεν έχω καμμιά όρεξη να ακούσω τι έχει να πει. Έτσι και βλέπατε τα παπούτσια του, είμαι σίγουρη πως θα λέγατε πως είναι καλύτερα να τον μπάσω στην κουζίνα.»
« Υποθέτω  πως μπορεί να τα σκουπίσει.» είπε ο κύριος Χέηλ.  Έτσι η Ντίξον έφυγε φουριόζα για να του πει να περάσει επάνω. Της πέρασε όμως κάπως ο θυμός, όταν εκείνος, αφού την είδε να κυττάζει τα παπούτσια του με κάποιο δισταγμό, κάθισε στα σκαλοπάτια, τα έβγαλε και χωρίς να πει λέξη ανέβηκε επάνω.
« Στις προσταγές σας, κύριε!», είπε στρώνοντας προς τα πίσω τα μαλλιά του καθώς έμπαινε στο δωμάτιο. « Συμπαθάτε με (ρίχνοντας ένα βλέμμα στη Μάργκαρετ)  που μπαίνω με τις κάλτσες – βολόδερνα στους δρόμους  ολημερίς – και δεν είναι και μες στην πάστρα όσο να πεις.»
Η Μάργκαρετ σκέφτηκε πως ίσως έφταιγε η κούραση για την αλλαγή στη συμπεριφορά του, επειδή φαινόταν ασυνήθιστα ήσυχος και υποτονικός. Φαινόταν ότι ήθελε να πει κάτι αλλά δίσταζε.
Ο κύριος Χέηλ, πάντα πρόθυμος να συνδράμει με συμπάθεια  στην συστολή και τον δισταγμό,  ή στην έλλειψη αυτοκυριαρχίας, έσπευσε να τον βοηθήσει.
« Μόλις ετοιμαζόμασταν να  πάρουμε το τσάι μας, κύριε Χίγκινς, θα πάρετε κι εσείς ένα φλυτζάνι μαζί μας. Σίγουρα θα είστε κουρασμένος αφού είχατε τόσες δουλειές μια τέτοια βροχερή  ημέρα. Μάργκαρετ, καλή μου, μπορείς να  επισπεύσεις το τσάι;»
Η Μάργκαρετ επίσπευσε το τσάι, αναλαμβάνοντας η ίδια την προετοιμασία του, πράγμα που πρόσβαλλε την Ντίξον, η οποία είχε γίνει εύθικτη και ευερέθιστη μέσα στο πένθος για την κυρία της. Όμως η Μάρθα, όπως και όλοι όσοι γνώριζαν την Μάργκαρετ – ακόμα και η ίδια η Ντίξον, εν καιρώ- ένοιωθε χαρά και τιμή να εκπληρώνει οποιαδήποτε επιθυμία της. Η προθυμία της αλλά και η γλυκειά ανεκτικότητα της Μάργκαρετ, σύντομα έκαναν την Ντίξον να αισθανθεί ντροπή.
«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί ο κύριος κι εσείς θέλετε  πάντα να δέχεστε επάνω ανθρώπους κατώτερης τάξης, από τότε που ήρθαμε στο Μίλτον. Στο Χέλστοουν, δεν προχωρούσαν πιο πέρα από την κουζίνα, και για μερικούς από αυτούς ακόμα κι αυτό τους πήγαινε πολύ, και φρόντιζα να τους το δείξω.»
Για το Χίγκινς ήταν πιο εύκολο να βρει ανακούφιση από το φορτίο του σε έναν παρά σε δύο. Μόλις η Μάργκαρετ έφυγε από το δωμάτιο, προχώρησε προς την πόρτα να βεβαιωθεί ότι  ήταν κλειστή. Έπειτα, πλησίασε τον κύριο Χέηλ.
«Κύριε» είπε, «δεν φαντάζεστε για ποιο λόγο πήρα τους δρόμους σήμερα. Περσότερο αν θυμάστε το πώς σας μίλησα χθες. Γύρευα δουλειά. Το έκαμα. Είπα μέσα μου πως θα κράταγα την γλώσσα μου, δε θα βγαζα μιλιά, ότι και να μου λέγαν εκείνοι. Θε να δάγκωνα τη γλώσσα μου καλύτερα, παρά να βιαστώ να μιλήσω. Για χάρη ‘κεινού – καταλαβαίνετε.» είπε δείχνοντας με τον αντίχειρα σε κάποια απροσδιόριστη κατεύθυνση.
«Όχι, δεν καταλαβαίνω,» είπε ο κύριος Χέηλ, βλέποντας τον να περιμένει κάποιο είδος επιβεβαίωσης, και ολότελα σαστισμένος για το  ποιος  θα μπορούσε να  ήταν «εκείνος».
« ΄Κείνος που τον έχουνε ξαπλώσει εκειδά.» είπε κάνοντας ακόμα ένα νεύμα. «’κείνος που πήγε και πνίγηκε, ο δόλιος! Δεν το ‘χα ότι θα πήγαινε και θα ξάπλωνε χωρίς να σαλέψει  μέχρι να τονε σκεπάσει το νερό και να πνιγεί.  Ο Μπάουσερ.»
« Ναι, τώρα το καταλαβα.» είπε ο κύριος Χέηλ. « Μου έλεγες πριν ότι συγκρατιόσουν να μην μιλήσεις….»
«…για χάρη ‘κεινού. Αλλά όχι τόσο για κείνονε, γιατί όπου κι αν είναι, ότι και να’γινε, δεν θα πεινάσει, ούτε θα κρυώσει ξανά. Μα για χάρη της γυναίκας του και των παιδιών του.»
«Ο Θεός να σ’ έχει καλά!» είπε ο κύριος Χέηλ με έξαψη. Κατόπιν, αφού ηρέμησε, είπα ξέπνοα «Τι ακριβώς εννοείς ; Πες μου τι έγινε.»
« Μα έτσι κατά πώς σας τα’πα.» είπε ο Χίγκινς ελαφρώς έκπληκτος με την ταραχή του κυρίου Χέηλ.  «Δε θα πήγαινα να γυρέψω δουλειά για ελόγου μου, αλλά για ‘κείνα που νοιώθω ότι τα ‘χω βάρος πάνω μου. Λογάριαζα πως θα τον έβαζα σε καλό δρόμο τον Μπάουσερ, μα ‘γω τον έκαμα να ξεστρατίσει. Θα πρέπει το λοιπόν να ξεχρεώσω.»
Ο κύριος Χέηλ πήρε το χέρι του Χίγκινς και το έσφιξε αμίλητος. Ο Χίγκινς έμοιαζε να αισθάνεται αμηχανία και ντροπή.
«’νταξει, ‘ντάξει, αφεντικό! Καθένας από μας αν θέλει να λογιάζεται γι άντρας, θε να΄κανε τα ίδια, ίσως και περσότερα. Γιατί πίστεψέ με, ακόμα δεν είδα κανένα φως για δουλειά. Γιατί μ’όλο που του’λεγα του Χάμπερ πως εργάτη σαν κι ελόγου μου – αν θα μ’έπαιρνε – δεν πρόκειται να είχε άλλον τέτοιονα στη δούλεψή του, κι αυτός καταπώς έκαναν κι οι άλλοι δεν με πήρε. Την εντολή πού’χε δώσει βέβαια δεν θα την υπόγραφα – όχι, δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό για τίποτα.  Είμαι το μαύρο πρόβατο, φτωχός και άχρηστος – τι μπορώ να κάνω για τα παιδιά, αν δεν με βοηθήσετε εσείς, εφημέριε ;»
«Να βοηθήσω ! Πώς ; Θα έκανα τα πάντα – αλλά τι μπορώ να κάνω;»
«Η δεσποινίς από  ‘δώ» επειδή η Μάργκαρετ είχε επιστρέψει στο δωμάτιο και καθόταν ακούγοντας σιωπηλή «πάντα έλεγε σπουδαία πράματα για το Νότο και τη ζωή που κάνουν εκεί. Να, δηλαδής δεν ξέρω πόσο μακρυά είναι, έλεγα όμως, αν ήταν μπορετό να πήγαινα ’κει κάτω, εκείθε το φαγητό είναι φθηνό και τα εργατικά καλά, κι όλος ο κόσμος, εργάτες κι αφεντικά  φέρονται ανθρωπινά. Θα μπορούσατε, ίσως να με βοηθήσετε να εργαστώ. Δεν είμαι ούτε σαρανταπέντε χρονώ και είμαι άξιος και δυνατός, αφεντικό.»
« Όμως ποια δουλειά θα μπορούσες να κάνεις, άνθρωπέ μου;»
« Να, έλεγα πως θα μπορούσα κάπως να σκάβω…»
« Και γι αυτή τη δουλειά,» είπε η Μάργκαρετ παρεμβαίνοντας, « και για οποιαδήποτε άλλη, Χίγκινς,  θα πληρωνόσουν – στην καλύτερη περίπτωση-  με εννιά σελίνια την εβδομάδα – ή και δέκα, αν δούλευες στο ύπαιθρο. Το φαγητό κοστίζει όσο κι εδώ – μόνο που εκεί μπορείς να έχεις ένα μικρό περιβόλι.»
«Θα μπορούσαν να το δουλέψουν τα παιδιά» είπε. « Το’χω σιχαθεί το Μίλτον και μ’έχει σιχαθεί κι αυτό.»
«Δεν πρέπει να πάς στο Νότο, παρ’ όλ’ αυτά.» είπε η Μάργκαρετ. « Δεν θα μπορούσες ν’ αντέξεις εκεί. Θα έπρεπε να εργάζεσαι συνέχεια στην ύπαιθρο, βρέξει-χιονίσει. Θα σε πεθάνουν οι ρευματισμοί. Απλά και μόνο η σωματική εργασία στην ηλικία σου, θα σε εξόντωνε. Και η αμοιβή είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχεις συνηθίσει.»
« Δε  είμαι ιδιότροπος στο φαί μου.» είπε σα να είχε προσβληθεί.
«Όμως υπολογίζεις ότι  μια φορά την εβδομάδα θα μπορείς να αγοράσεις κρέας από το χασάπη, αν έχεις δουλειά. Να το πληρώνεις από αυτά τα δέκα σελίνια, και  να μπορείς να κρατήσεις μαζί σου τα παιδιά. Οφείλω να σου το  πώ – επειδή ήταν τα λόγια μου που σου έβαλαν την ιδέα, να σου δώσω την εικόνα ξεκάθαρα. Δεν θα αντέξεις την πλήξη της ζωής. Δεν έχεις ιδέα για τι πρόκειται – θα σε κατατρώει σαν την σκουριά. Εκείνοι που έζησαν όλη τους τη ζωή εκεί, έχουν συνηθίσει να βαλτώνουν μέσα στο τέλμα. Κοπιάζουν από μέρα σε μέρα, μέσα στα χωράφια, μόνοι, κάτω από τον ήλιο, αμίλητοι, σκυφτοί  χωρίς να σηκώνουν το κεφάλι. Η σκληρή δουλειά των σκαφτιάδων τους κλέβει τη σπιρτάδα του μυαλού.  Ο μόχθος, ίδιος κι απαράλλακτος αμβλύνει  την φαντασία τους. Δεν τους νοιάζει να μαζευτούν μετά τη δουλειά  και να συζητήσουν για ιδέες ή θεωρίες, ακόμα και για τα πιο ανούσια ή τρελά πράγματα. Πηγαίνουν στα σπίτια τους, κατάκοποι, σκοτωμένοι στη δουλειά, οι δυστυχισμένοι. Δεν τους νοιάζει παρά να φάνε και να ξεκουραστούν. Δεν μπορείς να τους ξεσηκώσεις σε οποιαδήποτε μορφή συντροφικότητας – κάτι που στην πόλη είναι τόσο κοινό όσο και ο αέρας που αναπνέεις. Τώρα, αν αυτό είναι καλό ή κακό, δεν το γνωρίζω. Όμως ξέρω σίγουρα ότι από  όλους τους ανθρώπους, εσύ δεν θα άντεχες να ζήσεις  έτσι ανάμεσα σε τέτοιους εργάτες. Αυτό που για εκείνους  θα ήταν ηρεμία, σ’εσένα θα έφερνε συνεχή εκνευρισμό. Μην το σκέφτεσαι άλλο, Νίκολας, σε παρακαλώ. Εκτός των άλλων, δεν θα μπορούσες να πληρώσεις για να μεταφερθούν όλοι τους – η μητέρα και τα παιδιά, εκεί. Κι αυτό είναι καλό.»
μάδα, θα ψωνίζεις κρέας από το χασάπη, εφόσον έχεις δουλειά, θα το πληρώνεις από τα δέκα σελίνια σου, και θα συντηρείς τα καημένα τα παιδιά, εφ’όσον μπορείς. Οφείλω να σου το
«Τα’χω λογαριάσει. Ένα σπίτι μας φτάνει, απ’το άλλο θα πουληθούν τα έπιπλα. Και οι άνθρωποι εκεί, θα’χουνε κι αυτοί φαμελιές –  μ’ έξι –εφτά παιδιά, μπορεί. Ο Θεός να τους φυλάει!»  είπε, με περισσότερη πεποίθηση στον τρόπο που έβλεπε εκείνος την κατάσταση, παρά σε όλα όσα είχε πει η Μάργκαρετ και ξαφνικά αποποιήθηκε την ιδέα, η οποία είχε μόλις προ ολίγου γεννηθεί στο μυαλό του που ήταν ήδη θολό από την κούραση και την έγνοια. «Ο Θεός να τους βοηθά! Το ίδιο βασανίζονται οι άνθρωποι και στο Βορρά και στο Νότο. Αν εκεί η δουλειά  είναι σίγουρη και σταθερή, το μεροκάματο είναι της πείνας ενώ εδώ μπορεί τη μια μέρα να έχεις μπόλικο παραδάκι και την άλλη μέρα ούτε δεκάρα. Στα σίγουρα, τούτο τον κόσμο δεν  μπορώ να τον καταλάβω ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος. Χρειάζεται ξάκρισμα και ποιος μπορεί να το κάνει, αν τα πράγματα έχουν έτσι καταπώς τα λέτε εσείς εκεί πέρα, και δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο παρά μονάχα αυτό που βλέπουμε ;»
Ο κύριος Χέηλ καταγινόταν με το να κόβει το ψωμί και το βούτυρο, πράγμα το οποίο ικανοποιούσε την Μάργκαρετ, γιατί καταλάβαινε πως ήταν καλύτερο να αφήσουν στην ησυχία του τον Χίγκινς.
Ακόμα κι αν ο πατέρας της άρχιζε να μιλάει ήπια όσον αφορά τις σκέψεις του Χίγκινς, εκείνος θα το θεωρούσε πρόκληση για να επιχειρηματολογήσει  μένοντας αμετακίνητος στις απόψεις του. Η Μάργκαρετ με τον πατέρα της έπιασαν να συζητούν «περί ανέμων και υδάτων» μέχρι που ο Χίγκινς χόρτασε, χωρίς καν να αντιλαμβάνεται ότι έτρωγε. Έπειτα, έσπρωξε την καρέκλα του προς τα πίσω και προσπάθησε να εστιάσει την προσοχή του στην συζήτηση, αλλά ήταν μάταιοˑ και ξαναγύρισε στην βλοσυρή ονειροπόλησή του. Ξαφνικά, η Μάργκαρετ είπε ( το στριφογύριζε για ώρα στο μυαλό της αλλά οι λέξεις είχαν κολλήσει στο λαιμό της):  «Χίγκινς, πήγες να ζητήσεις δουλειά στο εργοστάσιο Μάρλμπορόου ;»
«Στου Θόρντον ; Αμέ, πήγα κι εκεί.»
«Και τι είπε;»
«Κάποιον σαν ελόγου μου δεν τον αφήνουν να μιλήσει με το αφεντικό. Ο επιστάτης μου ’πε να τσακιστώ πάω στο διάολο.»
«Μακάρι να μιλούσες με τον κύριο Θόρντον.» είπε ο κύριος Χέηλ. «Ίσως να μην σου έδινε δουλειά, αλλά δεν θα χρησιμοποιούσε τέτοια γλώσσα.»
«Όσο γι αυτό, μαθημένος είμαι και δεν σκάω για κάτι τέτοια. Δε με πειράζει άμα με προσβάλλουν. Αλλά να, με πείραξε που δε με θέλουν ούτε ‘κει ούτε πουθενά αλλού.»
«Όμως θα ήθελα να συναντήσεις τον κύριο Θόρντον.» επανέλαβε η Μάργκαρετ . «Το ξέρω πως ζητάω πολλά αλλά θα ήθελες να ξαναπάς αύριο και να προσπαθήσεις πάλι ; Θα χαιρόμουν πολύ αν το έκανες.»
«Φοβάμαι πως θα είναι ανώφελο,» είπε ο κύριος Χέηλ χαμηλόφωνα. « Θα ήταν καλύτερο να του μιλήσω εγώ.» Η Μάργκαρετ κυττούσε ακόμα τον Χίγκινς, περιμένοντας την απάντησή του. Ήταν δύσκολο να αντισταθεί κανείς σε αυτό το απαλό, σοβαρό της βλέμμα. Ο Χίγκινς αναστέναξε.
« Θα μου τσαλαπατήσει την περηφάνια μου. Αν ήταν μοναχά για μένανε, θα προτιμούσα να ψοφήσω της πείνας. Κάλλιο να τον ξάπλωνα κάτω  παρά να πάω να του ζητήσω χάρη. Καλύτερα να με μαστιγώνανε. Μα, με το συμπάθειο, δεν είσαι σαν τις άλλες κοπελιές, κι ο τρόπος που’χεις δεν μοιάζει κανενός. Θα κάνω τα πικρά γλυκά και θα πάω αύριο. Μη θαρρείς πως θα με πάρει. Τούτος ο άντρας, είναι η φτιασιά του τέτοια – καλύτερα να τον κάψουν παρά να υποχωρήσει. Το κάνω για χατήρι σου, Μις Χέηλ, κι είν’ η πρώτη φορά που κάνω χατήρι σε γυναίκα. Δεν έκανα ούτε στη γυναίκα μου ούτε στη Μπέσσυ.»
«Ένας λόγος παραπάνω για να σε ευχαριστήσω,» είπε η Μάργκαρετ χαμογελώντας. «Αν και δεν σε πιστεύω: Νομίζω ότι και στη γυναίκα σου και στην κόρη σου έκανες το χατήρι, όπως οι περισσότεροι άνδρες.»
«Όσο για τον κύριο Θόρντον,» είπε ο κύριος Χέηλ, « θα σου δώσω να του πάς ένα σημείωμα, που θα τολμούσα να πω ότι θα σου εξασφαλίσει μια ακρόαση.»
« Σας ευχαριστώ, κύριε, αλλά θα προτιμούσα να τα καταφέρω μονάχος μου. Δεν θέλω να μου κάνει χάρη κάποιος που δεν κατέχει τα πώς και τα γιατί του καυγά.  Το να ανακατεύεται κανείς μεταξύ αφεντικού και εργάτη, είναι σαν να μπαίνει στη μέση ανάμεσα σ’ ένα ανδρόγυνο : Χρειάζεται πολύ μυαλό για να κάνεις μια στάλα καλό.  Θα πάω και θα στηθώ στην μπροστινή πύλη. Θα μείνω εκεί από τις έξι το πρωί μέχρι να καταφέρω να του μιλήσω.  Αλλά πιο καλά να γινόμουν σκουπιδιάρης – αν δεν κάνανε ήδη αυτή τη δουλειά οι άποροι.  Μην έχεις καθόλου ελπίδες, δεσποινίς. Περσότερες ελπίδες θα’χες αν άρμεγες μια πέτρα να βγάλει γάλα. Σας εύχομαι καληνύχτα   και σας ευχαριστώ πολύ.»
«Θα βρεις τα παπούτσια σου στην κουζίνα, δίπλα στη φωτιά. Τα έβαλα εκεί για να στεγνώσουν,» είπε η Μάργκαρετ.
Γύρισε και την κοίταξε για κάμποση ώρα, κι ύστερα σκούπισε τα μάτια με το ισχνό του χέρι κι έφυγε.
«Πόσο υπερήφανος άνθρωπος είναι!» είπε ο πατέρας της, κάπως ενοχλημένος με τον τρόπο που ο Χίγκινς αποποιήθηκε την προσφορά του να μεσολαβήσει στον κύριο Θόρντον.
«Είναι.» είπε η Μάργκαρετ. «Αλλά και πόσο σπουδαίες ανδρικές αρετές έχει, μαζί με την υπερηφάνεια.»
«Ήταν διασκεδαστικό να βλέπει κανείς πώς τελικά έδειξε να σέβεται εκείνη την πλευρά στον χαρακτήρα του κυρίου Θόρντον που μοιάζει πολύ με την δική του.»
« Όλοι αυτοί οι άνθρωποι εδώ στο Βορρά, μοιάζει να  έχουν κάτι  από γρανίτη, έτσι πατέρα;»
«Όχι όμως ο δύστυχος Μπάουσερ, ούτε η γυναίκα του.»
« Αν κρίνω από την προφορά τους, πρέπει να ήταν Ιρλανδικής καταγωγής. Αναρωτιέμαι αν θα τα καταφέρει αύριο ο Χίγκινς. Αν γινόταν  αυτός και ο κύριος Θόρντον να  συνομιλήσουν  ως άνδρας προς άνδρα, - αν ο Χίγκινς ξεχνούσε πως ο κύριος Θόρντον είναι αφεντικό, και του μιλούσε όπως μιλά σ’εμάς- και αν ο κύριος  Θόρντον έδειχνε αρκετή υπομονή ώστε να τον ακούσει με ανθρωπιά στην καρδιά του, και όχι ως αφεντικό…»
« Κοντεύεις να δικαιώσεις επιτέλους τον κύριο Θόρντον, Μάργκαρετ,» είπε ο πατέρας της  τσιμπώντας της ελαφρά το αυτί.
Η Μάργκαρετ ένοιωσε την καρδιά της να βουλιάζει και δεν μπόρεσε να απαντήσει.
........................................................................................................................................................

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2015

Κεφάλαιο 36ο: " Η Ισχύς Δεν Είναι Πάντα Εν Τη Ενώσει"

Ποδαρικό στη νέα χρονιά με το 36ο κεφάλαιο.
Όπου ο Χίγκινς μας παρουσιάζει πολύ ξεκάθαρα τα ισχύοντα, τότε,  για τα εργατικά συνδικάτα και την κοινωνική ανάγκη που τα δημιούργησε.
Καθώς προχωρά το κεφάλαιο, βλέπουμε την σύγκρουση δύο κόσμων: Της καλοπροαίρετης αλλά "λόγιας"  και γι αυτό άχρηστης θεολογίας του κυρίου Χέηλ και αυτήν της άμεσης ανάγκης για χειροπιαστή ανακούφιση από τη φτώχεια και την πείνα και την απώλεια της κυρίας Μπάουσερ.
Από την άλλη, μόνο προβληματισμό για την εποχή μας - και τον ανύπαρκτο κοινωνικό ιστό- μπορεί να προκαλέσει, η "χείρα βοηθείας" που πρώτοι σπεύδουν να προσφέρουν στη χήρα και στα ορφανά οι γείτονες.


Κεφάλαιο 36ο


« Η Ισχύς δεν είναι πάντα εν τη Ενώσει»*

.................................................................................................................................................................
Ο Νίκολας, καθόταν δίπλα στο τζάκι, στην συνηθισμένη του θέση, αλλά δεν κάπνιζε την πίπα του ως συνήθως. Είχε στηριγμένο το κεφάλι του στο ένα χέρι, ενώ το άλλο ξεκουραζόταν στο γόνατό του. Δεν σηκώθηκε όταν τους είδε, μ’ όλο που η Μάργκαρετ διέκρινε το καλωσόρισμα στο βλέμμα του.
«Κοπιάστε, καθήστε. Τούτη ‘δω η φωτιά κοντεύει να σβήσει.» είπε αρχίζοντας να τη σκαλίζει ζωηρά, σαν για να στρέψει την προσοχή κάπου αλλού και όχι στον ίδιο. Ήταν εντελώς ατημέλητος, τα μαύρα γένια του, αξύριστα εδώ και αρκετές ημέρες, έκαναν το ωχρό του πρόσωπο να φαίνεται ακόμα πιο χλωμό, και το σακάκι του προφανώς είχε ανάγκη επιδιόρθωσης.
«Σκεφτήκαμε πως θα σε βρίσκαμε  εδώ τώρα, την ώρα του φαγητού.» είπε η Μάργκαρετ.
« Από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, μας βρήκε κι εμάς μεγάλη θλίψη.» είπε ο κύριος Χέηλ.
« Ναι, κατά πως τα λές. Είμαστε πιότερο χορτάτοι από θλίψη παρά από φαγητό, τούτες τις μέρες. Αν και  ελόγου μου, μπορώ να τρώω όποια ώρα θέλω…όποτε και να ’ρχόσασταν θα με βρίσκατε.»
«Είσαι άνεργος;» ρώτησε η Μάργκαρετ.
«Ναι.» απάντησε κοφτά. Και αφού έμεινε σιωπηλός για λίγο,  πρόσθεσε σηκώνοντας για πρώτη φορά το βλέμμα του:  « Μη θαρρείς πως έχω ανάγκη από χρήματα. Η Μπές, η δόλια, είχε ένα μικρό κομπόδεμα κάτω από το μαξιλάρι της μέχρι τα τελευταία της, έτοιμη να μου το δώσει και η Μαίρη δουλεύει στην κοπή. Κι όμως ‘γω δεν βρίσκω δουλειά.»
«Οφείλουμε κάποια χρήματα στη Μαίρη», είπε ο κύριος Χέηλ, προτού προλάβει η Μάργκαρετ να τον σταματήσει με ένα απότομο σφίξιμο του χεριού.
«Έτσι και τα πάρει, θα την πετάξω έξω απ’το σπίτι. Θα ‘ρθει και θα βρει την πόρτα κλειστή- μη θαρρεί πως χωρατεύω!»
« Μα τής οφείλουμε απέραντες ευχαριστίες για την βοήθεια που μας πρόσφερε», είπε ξανά ο κύριος Χέηλ.
«Ποτές δεν είπα ‘φχαριστώ στη δική σου κόρη, εδώ, για ό,τι έκαμε από αγάπη για τη θυγατέρα μου. Δεν κάτεχα το πώς να  το πω. Σάματις θα το κάνω τώρα, έτσι κι αρχινήσει φασαρία για ‘κείνο το λίγο που βόηθησε η  Μαίρη.»
« Δεν βρίσκεις δουλειά εξαιτίας της απεργίας ;» Ρώτησε ήσυχα η Μάργκαρετ.
« Η απεργία τέλειωσε. Προσώρας. Δεν βρίσκω δουλειά επειδή δεν εζήτησα δουλειά. Και δεν την εζήτησα  γιατί έχω δεν έχω λόγους να το κάμω, ενώ έχω μπόλικους  να μην το κάμω .»
Έμοιαζε να  βρίσκει μια περίεργα πικρή χαρά δίνοντας απαντήσεις που έμοιαζαν με γρίφους. Η Μάργκαρετ όμως κατάλαβε ότι κατά βάθος θα ήθελε να τον ρωτήσουν για να δώσει την εξήγηση.
«Και ο λόγος που δεν το κάνεις είναι;….»
«Το ότι πρέπει να παρακαλέσω για δουλειά. Αυτό είναι ο καλύτερος λόγος που μπορεί βρει  κάποιος.  ‘Δως μου δουλειά’ σημαίνει   ‘και θα την δουλέψω τίμια’ . Αυτός είναι ένας  καλος λόγος για να το κάνω .»
«Και ο λόγος που δεν ζητάς δουλειά είναι επειδή σου αρνιούνται όταν το κάνεις ;»
« Αμέ!  Είναι αρκετός λόγος το να ακούς : ‘ ΄Ετσι, λεβέντη μου ! Εσύ κοίταξες τα νιτερέσα του σιναφιού σου, κι εγώ θα κοιτάξω τα δικά μου. Έκαμες για τους ανθρώπους σου ό,τι νόμιζες καλύτερο για να τους βοηθήσεις, κι  έδειξες την εμπιστοσύνη  σου σ ’αυτούς, έτσι κι εγώ θα δείξω εμπιστοσύνη στους δικούς μου ανθρώπους. Την πάτησες, κακομοίρη, που τους έδειξες εμπιστοσύνη. Τράβα στα τσακίδια, τώρα. Δεν υπάρχει δουλειά για ‘σένα εδώ.’ Αυτοί είναι λόγοι να μη ζητάω δουλειά. Δεν είμαι βλάκας, αλλά ακόμα κι αν ήμουν, θα έπρεπε να με είχαν κάνει να καταλάβω τους δικούς τους τρόπους. Θε να  μάθαινα αν μου δείχνανε.»
«Δεν θα άξιζε τον κόπο» είπε ο κύριος Χέηλ « αν ζητούσατε από τον προηγούμενο εργοδότη σας να θα σας έπαιρνε ξανά στη δουλειά; Ίσως δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες, όμως θα άξιζε τον κόπο.»
Σήκωσε ξανά το βλέμμα του και έριξε ένα διαπεραστικό βλέμμα στον ερωτώντα. Έπειτα σιγογέλασε πικρά.
« Αφέντη, με την άδειά σου, θα σε ρωτήσω κι εγώ με τη σειρά μου κανα δυο πραγματάκια.»
«Παρακαλώ» είπε ο κύριος Χέηλ.
«Καταπώς μου φαίνεται, έχεις τον τρόπο να βγάζεις το  ψωμί σου. Οι ανθρώποι δεν έρχονται να μείνουν εδώ στο Μίλτον, έτσι για το κέφι τους, αν τούς είναι μπορετό να πάνε να μείνουν αλλού.»
«Έχεις δίκιο. Έχω κάποια περιουσία αλλά εγκαταστάθηκα στο Μίλτον με σκοπό να παραδίδω ιδιαίτερα μαθήματα.»
«Να μάθεις στον κόσμο γράμματα. Το λοιπόν, σε πληρώνουνε για να τους μαθαίνεις, σωστά ;»
«Σωστά» έκανε ο κύριος Χέηλ χαμογελώντας. « Διδάσκω και πληρώνομαι.»
«Κι αυτοί που σε πληρώνουνε, σου λένε τι να κάνεις και τι όχι με τα χρήματα που σου δίνουνε ; Με αυτά που έβγαλες με τον κόπο και τον ιδρώτα σου, δίκαια ;»
« Όχι, φυσικά και όχι !»
« Δεν σου λένε ‘ Μπορεί και να’χεις έναν αδερφό ή έναν  φίλο καρδιακό, που’χει ανάγκη λίγα λεφτά  για κάτι που κι οι δυό σας θαρρείτε πως είναι σωστό και δίκιο, μα πρέπει να υποσχεθείς πως δε θα του τα δώσεις. Ίσως θαρρείς πως ξέρεις τι να κάνεις με τα χρήματά σου, και πως τα’χεις για καλό σκοπό, μα σα δε μας αρέσει εμάς ο σκοπός αυτός, και συ πας και τα ξοδεύεις εκεί, τότε δε θέλουμε να ’χουμε παρτίδες μαζί σου.’ Δε στο λένε αυτό, έτσι ;»
«Όχι, οπωσδήποτε όχι !»
« Κι άμα στο λέγανε, θα το δεχόσουνα ;»
«Θα ήταν ομολογουμένως κατόπιν φοβερής πιέσεως η υποταγή μου σε μια τέτοια διαταγή.»
« Σ’ολάκερη τη γη δεν θα βρεθεί κάποιος που να πιέσει ελόγου μου να δεχτώ κάτι τέτοιο.» είπε ο Νίκολας Χίγκινς. « Τώρα λοιπόν, το ξέρεις κι ελόγου σου. Το ‘δες και μονάχος.  Ο Χάμπερς – στη δικιά του δούλεψη ήμουνα πριν – βάνει τους άντρες του να υπογράψουνε πως δε θα δώσουνε φράγκο για το συνδικάτο ή για τους απολυμένους που πεινάνε. Δεν πα’ να τους βάζουνε να υπογράφουνε…!» είπε περιφρονητικά. « Το μόνο που πετυχαίνουνε είναι να τους βγάζουνε ψεύτες και υποκριτές. Κι αν θες τη γνώμη μου αυτό δεν είναι τόσο βαρύ κρίμα όσο το να κάνεις την καρδιά του άλλου πέτρα έτσι που να μη βοηθά όποιον έχει ανάγκη, ούτε να μπορεί να πει ποιο είναι το σωστό και ποιο το άδικο, μονάχα πάει όπου θέλει το αφεντικό. Όμως ελόγου μου, δεν πρόκειται να πατήσω τον όρκο μου ποτές, μακάρι κι ο ίδιος ο βασιλιάς να μ’ έπαιρνε στη δούλεψή του. Είμαι στο Συνδικάτο, και λέω πως είναι το μόνο πράγμα απ’το οποίο ο εργάτης είδε καλό. Και μένα μ’ έχουν απολύσει παλιά και ξέρω τι πα’ να πει να πεινάς, για τούτο,  έτσι και βγάλω ένα σελίνι, τις έξι πέννες θα τις δώσω στο Συνδικάτο, αν δεν μου τις αρπάξουν τ’ αφεντικά.  Κοντολογής, ανάθεμα κι αν ξέρω που θε να ’βρω εκείνο το ένα σελλίνι.»  
 « Είναι σε ισχύ  σε όλα τα εργοστάσια, αυτός ο κανόνας για την μη συνεισφορά στο Συνδικάτο ;» ρώτησε η Μάργκαρετ.
 « Δεν το ξέρω. Είναι καινούριος τούτος ο κανόνας και αν με ρωτάς, γρήγορα θα καταλάβουν πως δεν μπορούνε να τον επιβάλλουνε με το στανιό.  Αλλά προσώρας, έτσι έχουνε τα  πράγματα. Αγάλια αγάλια θα δούνε πως η τυραννία  κάνει τον  άνθρωπο ψεύτη.»
Για λίγο έμειναν αμίλητοι. Η Μάργκαρετ δίσταζε να πει αυτό που είχε κατά  νου. Δεν ήθελε να δώσει παραπάνω αφορμή σε κάποιον που η καρδιά  του ήταν ήδη αρκετά σκοτεινή και μελαγχολική. Στο τέλος το ξεστόμισε.  Όμως ο τρυφερός τόνος της φωνής της, που περιείχε και κάποιο δισταγμό, δείχνοντας ότι δεν ήθελε να δυσαρεστήσει με τα λόγια της, δεν φάνηκε να ενοχλεί τον Χίγκινς, παρά μονάχα να τον προβληματίζει.

«Θυμάσαι τον καημένο τον Μπάουσερ που έλεγε ότι το Συνδικάτο ήταν μια τυραννία;  Νομίζω πως έλεγε πως ήταν η χειρότερη απ’ όλες τις τυραννίες.  Και θυμάμαι πως τότε είχα συμφωνήσει μαζί του.»
Ο Χίγκινς  έμεινε σιωπηλός αρκετή ώρα. Ακουμπούσε το κεφάλι του στα δυο του χέρια και κοιτούσε τη φωτιά, έτσι δεν μπορούσε να δει την έκφραση του προσώπου του.
« Δε λέω πως το Συνδικάτο  δε χρειάζεται να κάνει τον εργάτη να δει ποιο είναι το δικό του το καλό, ακόμα και με το ζόρι. Την αλήθεια τη λέω. Άμα κάποιος δεν ανήκει στο Συνδικάτο, η ζωή του είναι μαρτύριο. Όμως, άμα μπει στο Συνδικάτο, τότε τα νιτερέσα του θα τα διαφεντέψουν πολύ καλύτερα απ’ όσο θα μπόραγε ο ίδιος μόνος του, για να λέμε και το σωστό. Μονάχα έτσι μπορούν να βρουν οι εργάτες το δίκιο τους : άμα είναι όλοι μαζί. Κι όσο περσότεροι, τόσο το καλύτερο για το νιτερέσο του καθενός. Το κράτος   έχει τον τρόπο του  για  τους χαζούς και τους τρελούς. Κι αν  κανένας στοχάζεται να βλάψει τον εαυτό του ή κάποιον άλλο, τότε βάζει το κεφάλι του στο ντορβά, είτε το θέλει είτε όχι. Αυτή είναι η δουλειά του Συνδικάτου. Δεν μπορούμε να μπουζουριάσουμε κανέναν στη φυλακή, αλλά μπορούμε να τους κάνουμε τη ζωή μαρτύριο έτσι που  όποιος έρχεται μαζί μας  να φέρεται κατά πως πρέπει και να βοηθά τον διπλανό του, είτε τ’αρέσει, είτε όχι. Ο Μπάουσερ ήταν πάντα του άμυαλος αλλά τώρα τελευταία, έχασε και το λίγο μυαλό που’χε.»
«Σας  έβλαψε ;» ρώτησε η Μάργκαρετ.
« Αμ, τι δα έκανε; Ο κόσμος ήταν με το μέρος μας μέχρι που ‘κείνος και άλλοι σαν και λόγου του άρχισαν να κάνουν φασαρία και να παραβαίνουν τον νόμο. Τότε ήταν  που  όλα τέλειωσαν με την απεργία.»
«Τότε λοιπόν, δεν θα ήταν καλύτερο να τον είχατε αφήσει ήσυχο και να μην τον πιέσετε να μπει στο Συνδικάτο; Και για εσάς ήταν άχρηστος αλλά και αυτός έχασε το μυαλό του.»
«Μάργκαρετ» την προειδοποίησε ο πατέρας της χαμηλόφωνα, γιατί είχε δει το πρόσωπο του Χίγκινς να συννεφιάζει.
«Την παραδέχομαι !» είπε ο Χίγκινς ξαφνικά. « Λέει τη γνώμη της καθαρά και ξάστερα. Μ’όλο που δεν κατέχει τι πράγμα είν’το Συνδικάτο. Το Συνδικάτο είναι δύναμη – αυτή έχουμε μοναχά και καμμιά άλλη. Είχα διαβάσει ένα ποίημα παλιά για έν’ αλέτρι που πέρασε πάνω από ένα χαμολούλουδο και μ’εκανε να βουρκώσω –τότες βλέπεις,  δεν είχα άλλα βάσανα για να δακρύζω. Μα ο ζευγολάτης, μ’ όλο που πονούσε  για το χαμολούλουδο, δε σταμάτησε λεπτό  να σπρώχνει τ’αλέτρι, στο δίνω γραφτό ! Του ’κοβε το μυαλό του να μην το κάνει. Το  Συνδικάτο είναι το αλέτρι που ετοιμάζει τη γη για τη σοδειά.  Έτσι κι ο Μπάουσερ – αν και δε θα τον έλεγα  λουλούδι -  μάλλον μ’ αγριοχόρτο μοιάζει  που  ‘χει ξεβλαστήσει και πρέπει να το βγάλουν απ’ τη μέση. Έχω τα διαόλια μου μαζί του, τώρα δα. Γι αυτό μπορεί και να τον αδικώ. Θα πέρναγα εγώ ο ίδιος το αλέτρι από πάνω του, και θα χαιρόμουνα κιόλας!»
«Γιατί ; Τι έγινε ; Έκανε κάτι άλλο, πρόσφατα ;»
«Α, μα το ναι, έκανε ! Όλο σε μπελάδες πάει και μπλέκει ελόγου του! Πρώτα  πήγε σαν το  βουρλισμένο και με τα καμώματά του έδωσε μια κλωτσιά και πάει η απεργία. Μετά πήγε και κρύφτηκε και περίμενα ότι ο Θόρντον θα τον ξετρύπωνε. Μα ο Θόρντον αφού πέτυχε το σκοπό του, δε σκοτίστηκε να κυνηγήσει δικαστικά τους ταραξίες. Έτσι, ο Μπάουσερ έσυρε ξανά στο κονάκι του.  Για κανα δυο μέρες λούφαξε μέσα. Αυτό τουλάχιστον του’κοψε να το κάνει.  Κι έπειτα, που θαρρείτε πως πήγε ;  Ε, λοιπόν, στου Χάμπερ ! Πανάθεμά τον ! Πήγε με ‘κείνη την ασπρουλιάρικη φάτσα του -  που αρρωσταίνω να τη βλέπω- παρακαλώντας για δουλειά, μ’όλο που’ξερε για τον νέο κανονισμό που τους απαγόρευε να δώσουν  έστω κι ένα φράγκο στο συνδικάτο. Ούτε φράγκο για τους απολυμένους που ψοφάνε της πείνας!  Μα και δαύτος θε να  ψόφαγε της πείνας αν το Συνδικάτο δεν τον βοηθούσε στην ανάγκη του. Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε εκεί,  έτοιμος να κάνει και να δεχτεί τα πάντα,  μ’ όλο που ’ξερε τις αποφάσεις μας, ο άχρηστος ο Γιούδας Ισκαριώτης ! Μα, τούτο θα πώ για τον Χάμπερ, και θα τον ευχαριστάω  μέχρι  να πεθάνω, τον έδιωξε τον Μπάουσερ και δεν ήθελε να τον ακούσει – δεν τον άφησε να σταυρώσει λέξη – μ’ όλο που  - κατά πώς μου’πανε άνθρωποι που ήταν μπροστά, εκείνος ο προδότης είχε βάλει τα κλάματα σα μωρό παιδί!»
« Ω! Τι τρομερό ! Κρίμα!» αναφώνησε η Μάργκαρετ. «Χίγκινς, δεν σε αναγνωρίζω σήμερα. Δεν βλέπεις πως  εσύ  έκανες τον Μπάουσερ αυτό που είναι, βάζοντάς τον με το ζόρι στο Συνδικάτο, ενώ ο ίδιος δεν το πίστευε αυτό καθόλου.  Εσύ τον έκανες αυτό είναι τώρα.»
«Τον έκανα αυτό που είναι τώρα. Και σάμπως τι ήτανε προτύτερα;»

Σιγά σιγά είχε αρχίσει  να ακούγεται ένας υπόκωφος, ρυθμικός θόρυβος και  τώρα τους ανάγκασε να στρέψουν την προσοχή τους σ’αυτόν. Aκούγονταν  πολλές φωνές μαζί, πνιγμένες και σιγανές. Βήματα που δεν φαίνονταν να προχωρούν προς μια κατεύθυνση αλλά μάλλον να κινούνται κυκλικά προς ένα σημείο. Ναι, ακουγόταν ένας  ξεκάθαρος, σιγανός  ήχος από βήματα, που σαν  ν’ άνοιγε δρόμο μέσα απ’τον αέρα, έφτασε επιτέλους στα αυτιά τους : Το ρυθμικό, κοπιαστικό βάδισμα ανθρώπων που κουβαλούν ένα βαρύ φορτίο. Από ένα  ακατανίκητο ένστικτο, προχώρησαν όλοι προς την πόρτα, παρακινημένοι όχι από μια απλή περιέργεια αλλά σαν από κάτι μεγαλύτερο και πιο σοβαρό.
Στο δρόμο προχωρούσαν έξι άνθρωποι, τρεις εκ των οποίων ήταν αστυνομικοί. Κουβαλούσαν στους ώμους τους μια πόρτα, που την είχαν βγάλει από τους μεντεσέδες της, και πάνω εκεί κείτονταν ένα νεκρό, ανθρώπινο σώμα. Η πόρτα έσταζε από παντού. Όλοι στο δρόμο βγήκαν να δουν και  ακολουθώντας την πομπή, ρωτούσαν τους νεκροφόρους, που μετά βίας και απρόθυμα απαντούσαν γιατί είχαν αναγκαστεί να πουν την ίδια ιστορία ξανά και ξανά.
«Τον βρήκαμε στο λιβάδι εδώ πιο κάτω, μέσα στο ρυάκι.»
«Στο ρυάκι ! Μα δεν έχει τόσο νερό ώστε να πνιγεί κανείς!»
«Ήθελε και το’κανε. Τον βρήκαμε ξαπλωμένο μπρούμυτα. Την είχε βαρεθεί τη ζωή του, τρέχα γύρευε γιατί.»
Ο Χίγκινς, γλίστρησε δίπλα στην Μάργκαρετ και είπε με αδύναμη, σιγανή φωνή : «Δεν είναι ο Τζων Μπάουσερ, έτσι ; Δεν είχε τα κότσια. Όπως σ’το λέω. Δεν είναι ο Τζών Μπάουσερ! Μα, τι στο διάτανο….κυττάνε κατά ‘δω! Άκου τους ! Το κεφάλι μου βουίζει  και δεν μπορώ ν’ ακούσω λέξη .»
Άφησαν κάτω την πόρτα προσεκτικά, ακουμπώντας την πάνω στις πέτρες, έτσι που μπορούσαν όλοι να δουν τον φουκαρά τον πνιγμένο – τα μάτια του γυάλινα, ένα μισόκλειστο και το άλλο στραμμένο καταπάνω στον ουρανό.
Λόγω της θέσης που τον είχαν βρει, το πρόσωπό του ήταν πρησμένο και ξεθωριασμένο. Επιπλέον, το δέρμα του ήταν λεκιασμένο από το νερό του ρυακιού το οποίο χρησιμοποιούσαν για να βαφές. Το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του ήταν φαλακρό, αλλά πίσω τα μαλλιά του ήταν μακριά και λεπτά και από κάθε μπούκλα έσταζε νερό. Μ’όλη αυτήν την παραμόρφωση, η Μάργκαρετ αναγνώρισε τον Τζων Μπάουσερ.  Της φάνηκε ότι ήταν ιεροσυλία να κυττάζει ο κόσμος εκείνο το άμοιρο, παραμορφωμένο από την αγωνία πρόσωπο, και κινούμενη ενστικτωδώς, προχώρησε και  σκέπασε τα χαρακτηριστικά του νεκρού  με το μαντήλι της. Τα μάτια που την είδαν να το κάνει αυτό, την παρακολούθησαν καθώς επέστρεψε από το ιερό της καθήκον πίσω στο μέρος που στεκόταν ο Νίκολας Χίγκινς σαν πετρωμένος. Οι άνδρες κάτι είπαν μεταξύ τους και ένας από αυτούς πλησίασε τον Χίγκινς  που φαινόταν να θέλει ευχαρίστως να  ξεγλιστρήσει μέσα στο σπίτι του.
«Ρε Χίγκινς, εσύ τον ήξερες! Εσύ πρέπει να το πεις στη γυναίκα του. Πες το με τρόπο ρε φίλε, αλλά κάνε γρήγορα γιατί δεν μπορούμε να τον αφήσουμε εδώ για πολύ.»
« Δεν το βαστώ να πάω.» είπε ο Χίγκινς. « Μη μου το ζητάς. Δε βαστώ να την αντικρύσω.»
«Συ την ξέρεις καλύτερα.» είπε ο άνδρας. «Εμείς κάναμε το πρεπούμενο, φέρνοντάς  τον εδώ.  Σειρά σου τώρα.»
« Δεν μπορώ.» είπε ο Χίγκινς. « Μου κοπήκανε τα γόνατα μόνο που τον είδα. Δεν ήμασταν φίλοι και τώρα είναι πεθανένος.»
«Ε, άμα δε θες, μη θες. Αλλά κάποιος πρέπει να πάει. Είναι σκληρό αυτό,  αλλά όσο περνάει η ώρα μπορεί να το μάθει απ’αλλού και να της έρθει απότομα αν δεν πάει κάποιος να της το φέρει με τρόπο.»
«Πατέρα, πήγαινε εσύ.» είπε η Μάργκαρετ χαμηλόφωνα.
«Αν μπορούσα – αν είχα χρόνο να προετοιμαστώ τι θα ήταν καλύτερο να πω…όμως έτσι ξαφνικά…» η Μάργκαρετ είδε ότι πραγματικά ο πατέρας της δεν ήταν σε θέση να το κάνει. Έτρεμε ολόκληρος.
«Θα πάω εγώ,» είπε.
«Να’σαι καλά, δεσποινίς. Κάνεις ψυχικό. Γιατί είναι καιρό άρρωστη η δόλια, καθώς λέν εδώ στη γειτονιά.»
Η Μάργκαρετ χτύπησε την πόρτα. Αλλά ακουγόταν τόσος θόρυβος από μέσα από  παιδιά που έκαναν αταξίες ώστε αμφέβαλλε αν την άκουσαν. Καθώς κάθε λεπτό που περνούσε την έκανε να δειλιάζει ολοένα και περισσότερο, άνοιξε  και μπήκε μέσα κλείνοντας την πόρτα πίσω της και χωρίς να την δει η γυναίκα, την κλείδωσε.
Η κυρία Μπάουσερ καθόταν σε μια κουνιστή πολυθρόνα δίπλα σε ένα μισοσβησμένο τζάκι. Το σπίτι έμοιαζε να είναι  αρκετό καιρό ανέγγιχτο από κάθε προσπάθεια καθαριότητας.
Η Μάργκαρετ είπε κάτι, ούτε η ίδια δεν κατάλαβε τι, τόσο στεγνός ήταν ο λαιμός και το στόμα της, και ο θόρυβος που έκαναν τα παιδιά σκέπασε τα λόγια της ολότελα. Έκανε άλλη μια προσπάθεια.
«Πώς είστε κυρία Μπάουσερ ; Φοβάμαι ότι δεν είστε πάρα πολύ καλά.»
«Και μήτε θα γιάνω ποτέ μου.» μουρμούρισε εκείνη με ύφος μεμψίμοιρο.
«Έχω μείνει μονάχη μου να τα φέρω βόλτα με τα παιδιά, και δεν έχω τίποτα να τους δώσω για να ησυχάσουν. Ο Τζων δεν έπρεπε να με αφήσει μονάχη μου, και άρρωστη κιόλας.»
«Πόσες μέρες λείπει ;»
« Να ’ναι τέσσερεις…; Δεν του ‘δινε κανείς εδώ δουλειά κι έτσι τράβηξε κατά το Γκρήνφηλντ. Μα θα ’πρεπε  μέχρι τώρα να ‘χει γυρίσει είτε να μου στείλει μια λέξη αν βρήκε δουλειά. Έπρεπε - »
«Ω, μην τον κατηγορείτε.» είπε η Μάργκαρετ. « Είμαι σίγουρη ότι το ήθελε…»
«Γουίλλυ, σκάσε πια, δεν ακούω τι λέει η κυρία…» είπε απότομα σε ένα μικρό διαβολάκο περίπου ενός έτους κι έπειτα συνέχισε απολογητικά προς την Μάργκαρετ:
« Ολοένα  με σκοτίζει και μου ζητάει «μπαμπάκα» και «τσομί», μα δεν έχω μια μπουκιά  «τσομί» να του δώκω, κι ο «μπαμπάκας» έφυγε και μας ξέχασε θαρρώ. Είναι ο κανακάρης του μπαμπάκα του αυτός...» και με μια ξαφνική μεταστροφή διάθεσης τον τράβηξε στα γόνατά της κι άρχισε να τον φιλά με αγάπη.
Η Μάργκαρετ ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της γυναίκας για να της τραβήξει την προσοχή. Η μια συνάντησε το βλέμμα της άλλης.
«Το καημενούλι.» είπε αργά η Μάργκαρετ. « Ήταν ο κανακάρης του πατέρα του…»
« Είναι ο κανακάρης του μπαμπά του..» είπε η γυναίκα καθώς σηκώθηκε βιαστικά και στάθηκε να κυττάξει την Μάργκαρετ καταπρόσωπο. Για μερικά λεπτά καμμιά από τις δυο δεν μίλησε . Έπειτα η κυρία Μπάουσερ άρχισε ένα υπόκωφο μουρμουρητό που γινόταν όλο και πιο ξέφρενο καθώς προχωρούσε : «Κι εγώ σου λέω ότι είναι ο κανακάρης του πατέρα του. Κι οι φτωχοί αγαπάνε τα παιδιά τους καταπώς  το κάνουν κι οι πλούσιοι. Για δε μιλάς ; Γιατί  με κυττάς με τούτα τα μεγάλα μάτια σου τα λυπημένα ; Πού είναι ο Τζών;»  Με όλη την αδυναμία της, ταρακούνησε την Μάργκαρετ για να την αναγκάσει να μιλήσει. «Ω, Θεέ μου!» είπε συνειδητοποιώντας  τι σήμαινε εκείνο το δακρυσμένο βλέμμα. Βυθίστηκε ξανά στην πολυθρόνα. Η Μάργκαρετ πήρε το παιδί και το έβαλε πάλι στην αγκαλιά της μητέρας του.
«Τον αγαπούσε», είπε.
«Αμέ!» είπε η γυναίκα « Όλους μας αγάπαγε. Είχαμε κι εμείς κάποιονε να μας αγαπάει, παλιά. Πάει καιρός, μα όταν ήτανε μαζί μας και είχε ζωντάνια μέσα του, μας αγάπαγε. Αγάπαγε τούτο το βυζασταρούδι πιότερο απ’όλους μας . Μα αγάπαγε κι εμένα και ‘γω τον αγάπαγα μ’όλο που τον έβριζα λίγο προτύτερα. Το λες με τα σωστά σου πως πέθανε; » είπε προσπαθώντας να σηκωθεί. «Αν μονάχα είναι άρρωστος και ψυχομαχά, πες τους να τον φέρουν εδώ. Κι εγώ άρρωστη είμαι εδώ και πολύ καιρό.»
«Μα, είναι νεκρός. Πνίγηκε.»
« Είναι άνθρωποι που ξαναζωντανέψανε  αφού τους μάζεψαν πνιγμένους. Μα που’ν’το μυαλό μου ; Τι κάθομαι έτσι άπραγη;  Έλα, ‘σύχασε μικρό μου, ‘σύχασε.  Πάρε  τούτο ΄δω , πάρε κάτι να παίξεις μην μου κλαίς τώρα που σπαράζει η καρδιά μου. Ωχ, πού’ναι το κουράγιο μου ; Ω, Τζων, άντρα μου !»
Η Μάργκαρετ πρόλαβε και την άρπαξε πριν πέσει κάτω λιπόθυμη.  Κάθισε στην κουνιστή πολυθρόνα κρατώντας την γυναίκα με το κεφάλι γερτό στον ώμο της.  Τα άλλα παιδιά είχαν μαζευτεί ένα κουβάρι όλα μαζί φοβισμένα, μόλις αρχίζοντας να ξεδιαλύνουν το μυστήριο που έκρυβε εκείνη η σκηνή αλλά ακόμα δεν το είχαν καλοκαταλάβει  γιατί τα μυαλουδάκια τους ήταν οκνά και με βραδύτητα αντίληψης.
Ξέσπασαν σε τέτοιο κλάμα μόλις μάντεψαν τι είχε συμβεί ώστε η Μάργκαρετ δεν ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει.  Ο μικρός Τζώννυ, έκλαιγε πιο γοερά απ’ όλους τους άλλους,  αν και, το καημενούλι, δεν ήξερε το λόγο.

..............................................................................................................................................

*

Λογοπαίγνιο στον τίτλο με τη ρήση: Strength in Union ( Η ισχύς εν τη ενώσει) . Η λέξη Union στα Αγγλικά έχει και την έννοια του Σωματείου Εργατών, του Συνδικάτου.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 35ο "Εξιλέωση"



Το 2014 κλείνει με μια ακόμα ανάρτηση.
Το κεφάλαιο αυτό είναι αρκετά μεγάλο και η δράση προχωρά αρκετά. Γι αυτό θα ανεβάζω τα μεταφρασμένα κομμάτια καθώς θα τα τελειώνω - ελπίζω έτσι να είναι και πιο εύκολα στην ανάγνωση.
Σας ευχαριστώ για τα σχόλια και τη στήριξή σας ! Με τον καινούριο χρόνο, που εύχομαι να είναι γεμάτος υγεία, ελπίδα και πίστη στο καλύτερο για όλους μας, ελπίζω να προχωρήσουμε λιγάκι ακόμα στις ζωές και στα πάθη των ηρώων μας του Μίλτον.
Ευτυχισμένο και χαρούμενο το 2015!





Κεφάλαιο 35 «Εξιλέωση»

Ο κύριος Θόρντον παράτεινε την επίσκεψή του επί μακρόν. Ένοιωθε ότι η παρουσία του πρόσφερε ευχαρίστηση στον κύριο Χέηλ και είχε συγκινηθεί από τον τρόπο που του ζητούσε χαμηλόφωνα να μείνει λίγο περισσότερο – εκείνο το παρακλητικό «μη φύγετε ακόμα», το οποίο ο καημένος ο φίλος του επαναλάμβανε κάπου-κάπου. Απορούσε που η Μάργκαρετ δεν επέστρεψε. 
......................................................................................................................................
Και όλα αυτά, ενώ η Μάργκαρετ κειτόταν ωχρή και ακίνητη σαν πεθαμένη στο πάτωμα του γραφείου! Το φορτίο της την είχε συντρίψει. Ήταν πολύ βαρύ και το κουβαλούσε εδώ και πολύ καιρό με πραότητα και υπομονή, μέχρι που άξαφνα, σε μια στιγμή, η πίστη της κατέρρευσε και μάταια αναζητούσε να πιαστεί από κάποια ελπίδα! Μια ρυτίδα, που φανέρωνε το πόσο υπέφερε, σκοτείνιαζε το όμορφο μεσόφρυδο, μ’ όλο που κανένα άλλο σημάδι που να δήλωνε ότι είχε τις αισθήσεις της δεν υπήρχε στο πρόσωπό της. Το στόμα, μόλις πριν λίγο σφιγμένο σε άμυνα, ήταν τώρα χαλαρό και ωχρό.


" E par che de la sua labbra si mova
uno spirito soave e pien d'amore,
chi va dicendo a l'anima: sospira!"

«Και μοιάζει ως απ’τα χείλη της να βγαίνει
κάποια γλυκιά πνοή γιομάτη αγάπη
που πηαίνει στην ψυχή και λέει : ανάσα!"

(Σ.τ. Μ.  Dante Alighieri από τη συλλογή ποιημάτων Nova Vita )

..........................................................................
Η είσοδος της Ντίξον στο δωμάτιο την έκανε να συνέλθει – μόλις είχε ξεπροβοδίσει τον κύριο Θόρντον.
Εκείνος δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από το σπίτι, όταν σταμάτησε μπροστά του ένα ιππήλατο λεωφορείο και ένας άντρας κατέβηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος του, αγγίζοντας το καπέλο του σε χαιρετισμό. Ήταν ο αστυνομικός επιθεωρητής.
Ο κύριος Θόρντον ήταν αυτός που του είχε εξασφαλίσει αρχικάμια θέση στο Σώμα, και από καιρού εις καιρόν μάθαινε για την πρόοδο του προστατευόμενού του, αλλά δε συναντιόνταν συχνά, κι έτσι στην αρχή δεν τον γνώρισε.
«Ονομάζομαι Ουάτσον, κύριε – Τζώρτζ Ουάτσον, αυτός που…»
«Α, μάλιστα! Θυμάμαι! Λοιπόν, ακούω πως έχεις λαμπρή πρόοδο…»
«Μάλιστα, κύριε. Και οφείλω να σας ευχαριστήσω. Όμως έλαβα το θάρρος να σας μιλήσω για κάτι υπηρεσιακό αυτή τη φορά. Υποθέτω πως είστε ο Ειρηνοδίκης που κλήθηκε για να πάρει κατάθεση από τον άτυχο άνδρα, ο οποίος τελικά απεβίωσε χθες τη νύχτα στο νοσοκομείο;»
«Ναι» απάντησε ο κύριος Θόρντον. «Ήμουν εκεί και άκουσα κάποια ασυνάρτητη κατάθεση, η οποία σύμφωνα με τον υπάλληλο δεν είχε και μεγάλη αξία. Φοβάμαι ότι επρόκειτο για περίπτωση αλκοολικού, αν και αναμφίβολα ο θάνατός του προκλήθηκε από βίαιη ενέργεια. Είχε αρραβωνιαστεί με κάποια από τις υπηρέτριες της μητέρας μου, νομίζω, και σήμερα είναι πραγματικά απελπισμένη. Τι συμβαίνει με αυτόν;»
«Ξέρετε, κύριε, ο θάνατός του κατά περίεργο τρόπο σχετίζεται με κάποιο πρόσωπο της οικίας από την οποία σας είδα να βγαίνετε. Θαρρώ ανήκει σε κάποιον κύριο Χέηλ;»
«Μάλιστα!» είπε ο κύριος Θόρντον, γυρίζοντας απότομα να κοιτάξει τον επιθεωρητή με ξαφνικό ενδιαφέρον. «Τι ακριβώς συμβαίνει;»
«Λοιπόν, κύριε, φαίνεται πως έχω ξεκάθαρες αποδείξεις που εμπλέκουν κάποιον τζέντλεμαν, ο οποίος περπατούσε με την δεσποινίδα Χέηλ εκείνη τη νύχτα στον σταθμό του Άουτγουντ, ως τον άνθρωπο που έσπρωξε τον Λέοναρντς από την αποβάθρα και προκάλεσε με αυτόν τον τρόπο τον θάνατό του. Όμως, η νεαρή κυρία αρνείται ότι βρισκόταν εκεί κατά την ώρα που έλαβε χώρα το συμβάν.»
«Η δεσποινίς Χέηλ αρνείται ότι βρισκόταν εκεί!» επανέλαβε ο κύριος Θόρντον με φωνή αλλοιωμένη. «Πες μου, ποιο βράδυ συνέβη αυτό; Τι ώρα;»
«Γύρω στις έξι, το βράδυ της Πέμπτης, της εικοστής έκτης.»
Περπάτησαν πλάι-πλάι για λίγο σιωπηλοί. Ο επιθεωρητής ήταν ο πρώτος που μίλησε.
«Ξέρετε, κύριε, είναι πολύ πιθανό να γίνει εισαγγελική έρευνα, και έχω την κατάθεση ενός νεαρού ο οποίος είναι απόλυτα βέβαιος -τουλάχιστον ήταν βέβαιος αρχικά- γιατί από τη στιγμή που άκουσε πως η νεαρή κυρία το αρνείται, λέει πώς δεν μπορεί να πάρει όρκο, εντούτοις είναι σχεδόν σίγουρος ότι είδε την δεσποινίδα Χέηλ στον σταθμό να περπατάει μαζί με κάποιον τζέντλεμαν, μερικά λεπτά πριν την ώρα κατά την οποία ένας από τους αχθοφόρους είδε μια συμπλοκή, η οποία θεώρησε ότι ξεκίνησε από κάποια αναιδή συμπεριφορά του Λέοναρντς, αλλά που τελικά προκάλεσε τον θάνατό του. Και βλέποντάς σας να εξέρχεστε από αυτό ακριβώς το σπίτι, κύριε, πήρα το θάρρος να ρωτήσω μήπως… Ξέρετε, είναι πάντα εξαιρετικά δύσκολο, όταν πρόκειται για περιπτώσεις διαφιλονικούμενης ταυτότητας, και δεν είναι καθόλου ευχάριστο να αμφισβητεί κανείς τον λόγο μιας ευϋπόληπτης νεαρής κυρίας, εκτός αν έχει ισχυρές ενδείξεις περί του αντιθέτου.»
«Ώστε, λοιπόν, το αρνείται πως βρισκόταν στον σταθμό εκείνο το βράδυ!» επανέλαβε ο κύριος Θόρντον σιγανά, με ύφος σκυθρωπό.
«Μάλιστα, κύριε, και μάλιστα δύο φορές, με ύφος κατηγορηματικό. Της είπα ότι θα την επισκεπτόμουν ξανά, αλλά βλέποντας εσάς καθώς γυρνούσα από την εξέταση του νεαρού, ο οποίος είπε στη μαρτυρία του πως ήταν εκείνη, σκέφτηκα να ζητήσω τη συμβουλή σας, τόσο με την ιδιότητά σας ως Ειρηνοδίκη που είδε τον Λέοναρντ ετοιμοθάνατο, όσο και ως του ανθρώπου που με διόρισε στο Σώμα.»
«Έπραξες πολύ σωστά» είπε ο κύριος Θόρντον. «Μην προβείς σε περαιτέρω ενέργειες μέχρι να συναντηθούμε ξανά.»
«Μα, η νεαρή κυρία θα περιμένει να την επισκεφτώ και πάλι, όπως της είχα πει.»
«Σου ζητώ να το αναβάλεις για μία ώρα μόνο. Είναι τώρα τρεις, έλα στο γραφείο μου στις τέσσερις.»
«Πολύ καλά, κύριε!»
Έτσι χώρισαν οι δρόμοι τους. Ο κύριος Θόρντον κατευθύνθηκε βιαστικά προς το γραφείο του και, αφού έδωσε αυστηρή εντολή στους υπαλλήλους του να μην τον ενοχλήσει κανείς, κλείστηκε στο ιδιαίτερο γραφείο του και κλείδωσε την πόρτα.



Έπειτα, παραδόθηκε στο μαρτύριο του να σκέφτεται ξανά τα γεγονότα όλα από την αρχή και να τα συλλογίζεται με κάθε λεπτομέρεια. Πώς αφέθηκε να παρασυρθεί από τη φαινομενικά αθώα ηρεμία της δακρύβρεχτης εικόνας της μόλις δυο ώρες πριν, έτσι ώστε να δείξει αδυναμία και να νοιώσει γι' αυτήν οίκτο και λαχτάρα, λησμονώντας την άγρια, γεμάτη υποψίες ζήλεια που είχε ξεσηκώσει μέσα του η θέα εκείνης και του άγνωστου άνδρα, και μάλιστα τόσο αργά και σε ένα τέτοιο μέρος! Πώς μπορούσε κάποια τόσο αθώα να ξεπέσει από την ευπρέπεια και την ευγένεια της ανατροφής της; Όμως ήταν πράγματι ευπρεπής; Ήταν; Μισούσε τον εαυτό του για τη σκέψη που είχε περάσει από το μυαλό του μόλις για μια στιγμή, όχι παραπάνω, κι όμως για εκείνη μονάχα τη στιγμή σκίρτησε μέσα του η προηγούμενη λαχτάρα του για εκείνη. Κι έπειτα, αυτό το ψέμα -πόσο φοβερό θα ήταν να αποκαλυφθεί τέτοιο όνειδος- γιατί στο κάτω-κάτω ένας άνδρας σαν τον Λέοναρντς, πιωμένος καθώς ήταν, θα είχε κατά πάσα πιθανότητα συμπεριφορά τόσο προκλητική ώστε να δικαιολογήσει και με το παραπάνω οποιονδήποτε αναλάμβανε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές. Ποιος ύπουλος και θανάσιμος φόβος έσπρωξε την φιλαλήθη Μάργκαρετ στο ψέμα; Σχεδόν την λυπόταν. Πώς θα τέλειωνε όλο αυτό; Εκείνη δε θα μπορούσε να διανοηθεί σε τι περιπέτειες θα έμπλεκε, αν γινόταν έρευνα και προσήγαγαν τον νεαρό ως μάρτυρα. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθιος. Δεν επρόκειτο να γίνει καμία έρευνα. Θα έσωζε την Μάργκαρετ. Θα έπαιρνε αυτός την ευθύνη να σταματήσει την έρευνα, η έκβαση της οποίας, δεδομένης της ασάφειας του ιατρικού πορίσματος (το οποίο είχε αμυδρά ακούσει από τον εφημερεύοντα ιατρό την προηγούμενη νύχτα) θα μπορούσε να είναι αμφίβολη. Οι γιατροί είχαν ανακαλύψει κάποια ασθένεια σε αρκετά προχωρημένο στάδιο, που σίγουρα θα απέβαινε μοιραία. Ο θάνατος, σύμφωνα με αυτά που είπαν, είχε επισπευσθεί από την πτώση, είτε από τη μετέπειτα μέθη και την έκθεση στο κρύο. Αν μονάχα ήξερε εξ αρχής την εμπλοκή της Μάργκαρετ στην υπόθεση – αν είχε προβλέψει ότι η άσπιλη φήμη της θα κηλιδωνόταν από μια ψευδή κατάθεση, θα μπορούσε με μια λέξη του να τη γλιτώσει. Γιατί το αν θα γινόταν ή όχι έρευνα είχε για λίγο σταθεί μετέωρο μόλις την προηγούμενη νύχτα. Ίσως η δεσποινίς Χέηλ αγαπούσε κάποιον άλλον -αυτό ήταν κάτι που έβλεπε με αδιαφορία και περιφρόνηση- όμως μπορούσε ακόμα να της προσφέρει τις πιστές του υπηρεσίες – κάτι που εκείνη δε θα μάθαινε ποτέ. Μπορεί να την περιφρονούσε, όμως δε θα άφηνε στην καταισχύνη την γυναίκα που κάποτε είχε αγαπήσει. Και θα ήταν πράγματι όνειδος για εκείνη να δώσει δημόσια ψευδή κατάθεση μπροστά στο δικαστήριο, διαφορετικά να πρέπει να καταμαρτυρήσει τον λόγο για τον οποίο επιθυμούσε να συσκοτίσει παρά να διαφωτίσει την αλήθεια.
Οι υπάλληλοί του απόρησαν, καθώς είδαν τον κύριο Θόρντον να βγαίνει έξω κάτωχρος και βλοσυρός. Έλειψε για περίπου μισή ώρα, αλλά η όψη του είχε ελάχιστα αλλάξει, αν και η αποστολή του είχε στεφθεί με επιτυχία.
Έγραψε δυο γραμμές σε μια κόλλα χαρτί, την έβαλε σε ένα φάκελο και τον σφράγισε. Τον έδωσε σε κάποιον υπάλληλό του λέγοντας: «Είπα στον Ουάτσον -αυτόν που δούλευε εδώ στη συσκευασία και μετά πήγε στην αστυνομία- να έρθει να με συναντήσει στις τέσσερις. Μόλις συνάντησα έναν κύριο από το Λίβερπουλ που επιθυμεί να με δει πριν αναχωρήσει από την πόλη. Το νου σου να δώσεις αυτό στον Ουάτσον όταν έρθει.»
Το σημείωμα έγραφε τα παρακάτω:
«Δε θα διεξαχθεί έρευνα. Δεν υπάρχουν επαρκή ιατρικά στοιχεία για την αιτιολόγησή της. Μην προβείτε σε περαιτέρω ενέργειες. Δε συναντήθηκα με τον εισαγγελέα, αλλά αναλαμβάνω ο ίδιος την ευθύνη.»
............................................................................................................................................

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 34ο "Αλήθεια και ψεύδος"



«Αλήθεια και ψεύδος»

Το γεγονός ότι  « άντεχε καλύτερα απ’όσο θα περίμενε κανείς» ήταν μια επίπονη προσπάθεια για την Μάργκαρετ. Κάποιες φορές σκεφτόταν ότι έπρεπε να τα παρατήσει και να  αφεθεί να κλάψει από πόνο, καθώς αίφνης την συντάραζε η σκέψη, ακόμα και στη μέση μιας φαινομενικά πρόσχαρης συζήτησης με τον πατέρα της, πως πλέον δεν είχε τη μητέρα της. Όσον αφορούσε τον Φρέντερικ, υπήρχε και εκεί μεγάλη αβεβαιότητα.  Η Κυριακή ήρθε και έφυγε χωρίς καμμιά λέξη από το Λονδίνο ˙ και την Τρίτη η Μάργκαρετ έκπληκτη και αποκαρδιωμένη είδε ότι ακόμα δεν είχε φτάσει  κάποιο γράμμα. Βρισκόταν στο απόλυτο σκοτάδι ως προς το τι σχεδίαζε να κάνει ο Φρέντερικ και ο πατέρας της ήταν θλιμμένος  με όλη αυτή την αβεβαιότητα. Κάτι που τον έκανε να παραβιάσει την συνήθεια που είχε προσφάτως αποκτήσει : να κάθεται σε μια σεζ-λονγκ τις μισές ώρες της ημέρας. Αντίθετα, εξακολουθούσε να κόβει βόλτες πάνω κάτω στο δωμάτιο και ύστερα συνέχιζε και έξω από αυτό. Τον άκουγε να πηγαινοέρχεται στον πάνω όροφο και να ανοιγοκλείνει τις πόρτες των δωματίων χωρίς προφανή λόγο. Προσπάθησε να τον ηρεμήσει  διαβάζοντάς  δυνατά – ήταν όμως φανερό ότι δεν μπορούσε να τον κάνει να συγκεντρωθεί για πολύ. Πόσο χαιρόταν που είχε κρατήσει μόνο για τον εαυτό της μια επιπλέον πηγή ανησυχίας που προκάλεσε η συνάντησή τους με τον Λέοναρντς. Χάρηκε επίσης όταν αναγγέλθηκε η άφιξη  του κυρίου Θόρντον. Η επίσκεψή του θα ανάγκαζε τη σκέψη του πατέρα της να στραφεί σε άλλα θέματα.
Εκείνος, προχώρησε κατευθείαν προς το μέρος του πατέρα της, έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε δυνατά, κρατώντας τα ανάμεσα στα δικά του για πολλή ώρα, ενώ τα μάτια και το βλέμμα  του  έδειχναν περισσότερη συμπόνια απ’ όση θα μπορούσαν να εκφράσουν οι λέξεις.  Έπειτα στράφηκε στη Μάργκαρετ. Δεν φαινόταν «καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς.» Η αρχοντική της ομορφιά είχε ξεθωριάσει από τις ατελείωτες μέρες φροντίδας και  τα πολλά δάκρυα. Το πρόσωπό της είχε μια έκφραση πραότητας, θλίψης και απαντοχής – ή μάλλον έδειχνε ότι σίγουρα υπέφερε ακόμα. Δεν είχε κατά νου να την χαιρετήσει με τρόπο άλλο από αυτόν της μελετημένης ψυχρότητας που είχε υιοθετήσει πρόσφατα. Όμως, δεν μπόρεσε να μην πάει κοντά της, έτσι όπως εκείνη καθόταν παράμερα με συστολή, εξαιτίας της αβέβαιης, ψυχρής συμπεριφοράς του τον τελευταίο καιρό, και να της πει  δυο τυπικά λόγια παρηγοριάς αλλά με τόσο τρυφερή φωνή που τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και έστρεψε στο πλάι το πρόσωπό της για να κρύψει τη συγκίνησή της. Πήρε το εργόχειρό της και κάθισε πολύ ήσυχη και σιωπηλή. Η καρδιά του κυρίου Θόρντον χτυπούσε γρήγορα και δυνατά και προς στιγμήν  ξέχασε εντελώς το σταθμό του Άουτγουντ.  Προσπάθησε να κουβεντιάσει με τον πατέρα της και -  καθώς η παρουσία του, δυνατή και αποφασιστική όπως  και οι απόψεις του που έμοιαζαν με σίγουρο λιμάνι ευχαριστούσαν πάντα τον κύριο Χέηλ – η Μάργκαρετ είδε πως ο πατέρας της ήταν ασυνήθιστα χαρούμενος.
Εκείνη τη στιγμή, η Ντίξον ήρθε στην πόρτα και είπε : «Δεσποινίς Χέηλ, σας ζητούν.»
Η Ντίξον φαινόταν τόσο ταραγμένη που η Μάργκαρετ ένοιωσε την καρδιά της να βουλιάζει. Κάτι είχε συμβεί στον Φρέντ. Δεν είχε καμμιά αμφιβολία γι αυτό. Ευτυχώς που ο πατέρας της και ο κύριος Θόρντον  ήταν βαθιά απορροφημένοι από τη συζήτησή τους.
«Τι συμβαίνει, Ντίξον ;» ρώτησε η Μάργκαρετ, τη στιγμή που έκλεινε πίσω της την πόρτα του σαλονιού.
«Ελάτε από εδώ, δεσποινίς,» είπε η Ντίξον, ανοίγοντας την πόρτα που άλλοτε οδηγούσε στη κρεββατοκάμαρα της κυρίας Χέηλ όμως τώρα  ανήκε στην Μάργκαρετ, αφού ο πατέρας της αρνιόταν να κοιμηθεί εκεί μετά το θάνατο της γυναίκας του.  «Δεν είναι τίποτα, δεσποινίς» είπε κάπως πνιχτά η Ντίξον. «Μονάχα ένας ανακριτής από την αστυνομία. Θέλει να δει εσάς, δεσποινίς. Αλλά, κατά πως μου φαίνεται, δεν είναι για κάτι σοβαρό.»
«Μήπως ανάφερε…» ρώτησε η Μάργκαρετ με φωνή που σχεδόν δεν ακουγόταν.
«Όχι, δεσποινίς, δεν ανάφερε τίποτα. Ρώτησε μονάχα αν μένετε εδώ, και αν μπορούσε να σας μιλήσει. Η Μάρθα άνοιξε την πόρτα και τον υποδέχτηκε, τον  πέρασε στο γραφείο του κυρίου. Πήγα εγώ να δω τι ήθελε, μήπως μπορούσα να φανώ χρήσιμη, αλλά όχι – ήθελε να δει εσάς.»
Η Μάργκαρετ έμεινε σιωπηλή μέχρι που το χέρι της άγγιξε το πόμολο της πόρτας. Έπειτα  στράφηκε και είπε: « Το νου σου μην κατέβει κάτω ο πατέρας. Είναι μαζί του ο κύριος Θόρντον, τώρα.»
Ο αστυνόμος  κόντεψε να τα χάσει μόλις είδε την Μάργκαρετ να μπαίνει αγέρωχη.  Το  ύφος της πρόδιδε κάποια αγανάκτηση, την οποία όμως συγκρατούσε  τόσο καλά υπό έλεγχο, ώστε έμοιαζε να έχει έναν αέρα απαξιωτικό. Δεν έδειχνε καμμία έκπληξη, ούτε περιέργεια. Στεκόταν και περίμενε από εκείνον να εκθέσει τους λόγους της παρουσίας του. Εκείνη δεν έκανε καμμία  ερώτηση.
«Σας ζητώ συγνώμη, κυρία, αλλά το καθήκον μου με υποχρεώνει να σας θέσω μερικές απλές ερωτήσεις. Ένας άνδρας απεβίωσε  στο Νοσοκομείο, συνεπεία της πτώσης του που συνέβη στο σταθμό Άουτγουντ, μεταξύ των ωρών πέντε και έξι, την Πέμπτη το απόγευμα, εικοσιέξι τρέχοντος. Αρχικά  η πτώση θεωρήθηκε ανευ σημασίας, όμως αποδείχτηκε μοιραία καθώς λένε οι γιατροί, εξαιτίας κάποιου εσωτερικού τραυματισμού και της συνήθειας του ιδίου να πίνει.»
Τα μεγάλα σκούρα μάτια που τον κύτταζαν καταπρόσωπο φάνηκαν να διαστέλλονται λίγο. Αυτή ήταν και η μοναδική αλλαγή που αντιλήφθηκε χάρις  στην παρατηρητικότητα και την εμπειρία του. Τα χείλη της φάνηκαν να στρογγυλεύουν  κάνοντας την κάτω καμπύλη να διαγράφεται ακόμα πιο έντονα, ίσως εξαιτίας της μυικής έντασης αλλά εκείνος δεν γνώριζε πώς ήταν υπό φυσιολογικές συνθήκες το παρουσιαστικό της, ώστε να αναγνωρίσει τις ασυνήθιστα βλοσυρές γραμμές Δεν φάνηκε να σαλεύει στο ελάχιστο. Τον κύτταζε κατάματα. Τώρα, καθώς εκείνος έκανε μια παύση προτού συνεχίσει, είπε – σαν να τον  ενθάρρυνε να αφηγηθεί όλη  την ιστορία του : «Λοιπόν, συνεχίστε !’

« Θα πρέπει να διεξαχθεί  έρευνα. Υπάρχει κάποια αμυδρή ένδειξη ότι το χτύπημα, ή η ώθηση ή η συμπλοκή η οποία προκάλεσε την πτώση,  συνέβησαν επειδή αυτός ο δύστυχος υπό την επήρεια μέθης  φέρθηκε με απρέπεια  σε κάποια νεαρή κυρία που οποία  συνοδευόταν από τον νεαρό άνδρα ο οποίος έσπρωξε τον αποθανόντα κάτω από την αποβάθρα. Αυτό τουλάχιστο κατέθεσε ένας μάρτυρας που ήταν στην αποβάθρα, ο οποίος εντούτοις δεν έδωσε συνέχεια στο γεγονός καθώς προς στιγμήν  το χτύπημα φάνηκε ότι είχε ελάχιστες συνέπειες. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η συγκεκριμένη νεαρή κυρία, ήσασταν εσείς, οπότε  σε αυτήν την περίπτωση…»
«Δεν βρισκόμουν εκεί» είπε  η Μάργκαρετ εξακολουθώντας να τον κυττά ανέκφραστα με το απλανές βλέμμα που έχουν οι υπνοβάτες.
Ο επιθεωρητής υποκλίθηκε αμίλητος. Η κυρία που στεκόταν απέναντί του, δεν έδειχνε κανένα συναίσθημα, κανένα ίχνος φόβου ή ανησυχίας και δεν αδημονούσε να τελειώσει η ανάκριση.
......................................................................
Δεν ήταν εξακριβωμένο πως η νεαρή κυρία και ο τζέντλεμαν  ήταν εκείνο το ζευγάρι , όμως ήταν κάποια σοβαρή πιθανότητα. 
......................................................................
«Επομένως, κυρία μου, έχω την αρνητική σας δήλωση ως προς το ότι ήσασταν εσείς η κυρία που συνοδευόταν από τον τζέντλεμαν ο οποίος κατέφερε το χτύπημα ή την ώθηση που προκάλεσε τον θάνατο εκείνου του άτυχου άνδρα;»
Μια αστραπή πόνου διαπέρασε το μυαλό της Μάργκαρετ: «Ω, Θεέ μου, μακάρι να ήξερα ότι ο Φρέντερικ είναι σώος και ασφαλής!» Ένας ενδελεχής παρατηρητής της ανθρώπινης φύσης ίσως να έβλεπε την στιγμιαία αγωνία που άστραψε στα μεγάλα, θολά της μάτια, όπως το μαρτύριο ενός μεγάλου θαλάσσιου κήτους που εγκλωβίζεται στην ακτή. Όμως ο επιθεωρητής, καίτοι οξύνους, δεν  ήταν  ιδιαίτερα παρατηρητικός.
Εντούτοις του έκανε κάποια  εντύπωση  το ύφος με το οποίο του αποκρίθηκε, και που  έμοιαζε να είναι μια μηχανική επανάληψη της πρώτης της απάντησης – δεν είχε αλλάξει καθόλου ούτε είχε τροποποιηθεί στο ελάχιστο έτσι ώστε να ταιριάζει στην τελευταία του ερώτηση.
«Δεν βρισκόμουν εκεί,» είπε αργά και με προσπάθεια. Και όλη αυτήν την ώρα δεν ανοιγόκλεισε τα μάτια της ούτε άλλαξε το γυάλινο, ονειροπαρμένο της βλέμμα. Αυτή η απάντηση που απηχούσε ίδια και απαράλλαχτα την πρώτη της απάντηση, του κίνησε υποψίες. Ήταν σαν να είχε αναγκαστεί να επιμείνει σε κάτι αναληθές τόσο, ώστε είχε αποστραγγίσει κάθε της προσπάθεια να το διαφοροποιήσει.
Έβγαλε το σημειωματάριό του και αυτή του η κίνηση ήταν εσκεμμένη. Έπειτα σήκωσε το βλέμμα του . Εκείνη δεν είχε κινηθεί περισσότερο απ’ ότι θα είχε μετακινηθεί ένα γιγάντιο Αιγυπτιακό άγαλμα.
«Ελπίζω να μην θεωρήσετε απρέπεια το γεγονός ότι θα πρέπει να σας επισκεφθώ και πάλι. Ίσως χρειαστεί να σας καλέσω για ανάκριση για να παρουσιάσετε άλλοθι αν οι μάρτυρές μου» (δεν ήταν παρά ένας και μοναδικός αυτός που την αναγνώρισε) «επιμείνουν στην κατάθεσή τους ότι ήσασταν παρούσα κατά τη διάρκεια του ατυχούς συμβάντος.» Την κύτταξε έντονα. Στεκόταν ακόμα εντελώς ακίνητη – καμμιά αλλαγή χροιάς ή   ένδειξη ενοχής  δεν σκίαζε το υπερήφανο πρόσωπό της. Περίμενε να τη δει να ταράζεται – δεν γνώριζε την Μάργκαρετ Χεηλ.  Φάνηκε να τα χάνει λίγο με την βασιλική της αυτοκυριαρχία. Ίσως είχε γίνει κάποιο λάθος στην αναγνώριση.  Συνέχισε λέγοντας :
«Πολύ πιθανόν να μην χρειαστεί να κάνω κάτι τέτοιο, κυρία.  Ελπίζω να με συγχωρήσετε – κάνω απλώς το καθήκον μου,  όσο κι αν αυτό  μπορεί  φαίνεται αγενές.»
Η Μάργκαρετ έσκυψε το κεφάλι της καθώς εκείνος κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Τα χείλη της  είχαν στεγνώσει. Δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε έναν στοιχειώδη αποχαιρετισμό.  Όμως ξαφνικά, προχώρησε εμπρός, άνοιξε την πόρτα του γραφείου και τον συνόδευσε  μέχρι την πόρτα του σπιτιού ανοίγοντάς την διάπλατα για να βγει.  Συνέχισε να τον κυττά  με το ίδιο θολό, απλανές βλέμμα μέχρι που εκείνος απομακρύνθηκε. Έκλεισε την πόρτα και προχώρησε ως τα μισά του  γραφείου, έπειτα στράφηκε προς τα πίσω σαν από κάποια ενστικτώδη παρόρμηση και κλείδωσε την πόρτα.
Κατόπιν, πήγε στο γραφείο, κοντοστάθηκε, έκανε μερικά  ασταθή βήματα προς τα εμπρός, κοντοστάθηκε ξανά, ταλαντεύθηκε για λίγο εκεί που βρισκόταν και ύστερα έπεσε αναίσθητη στο πάτωμα.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Κεφάλαιο 33ο "Γαλήνη"


« Γαλήνη»

Το σπίτι έμοιαζε αφύσικα ήσυχο μετά από όλο εκείνον τον φόβο και την ταραχή.  Ο πατέρας της φρόντισε να γίνουν όλες οι ετοιμασίες για να ξεκουραστεί και να τονωθεί κατά την επιστροφή της κι έπειτα ξαναπήρε τη συνηθισμένη του θέση  και βυθίστηκε σε ένα από τα θλιβερά  όνειρα που έβλεπε με τα μάτια ανοιχτά. Η Ντίξον είχε βρει την Μαίρη Χίγκινς για να την κατσαδιάζει και να της δίνει διαταγές στην κουζίνα ˙ και οι εξάψαλμοί της δεν ήταν λιγότερο έντονοι επειδή γίνονταν ψιθυριστά. Το να μιλήσει σε τόνο παραπάνω από ψίθυρο της φαινόταν άπρεπο μια και είχαν πεθαμένο άνθρωπο στο σπίτι. Η Μάργκαρετ είχε αποφασίσει να μην πει τίποτα για το ξαφνικό τρόμο που έζησαν λίγο πριν την αναχώρηση. Δεν είχε νόημα να μιλήσει γι αυτό. Όλα είχαν τελειώσει ομαλά. Το μόνο που φοβόταν ήταν μήπως ο Λέοναρντς  κατάφερνε με κάποιο τρόπο να δανειστεί χρήματα και να πραγματοποιήσει το σχέδιό του για να ακολουθήσει τον Φρέντερικ στο Λονδίνο και να τον κυνηγήσει εκεί.  Όμως υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες για την επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και η Μάργκαρετ ήταν αποφασισμένη να μην βασανίζει τον εαυτό της με το να σκέπτεται καταστάσεις τις οποίες η ίδια δεν ήταν σε θέση να επηρεάσει.  Ο Φρέντερικ θα φρόντιζε να περιφρουρήσει  τον εαυτό του τόσο καλά όσο κι αν τον προστάτευε η ίδια και σε μια –δυο μέρες θα είχε απομακρυνθεί με ασφάλεια από την Αγγλία.
«Φαντάζομαι ότι  αύριο θα λάβουμε νέα από τον κύριο Μπελ,» είπε η Μάργκαρετ.
«Ναι,» απάντησε ο πατέρας της. « Έτσι υποθέτω.»
«Αν μπορεί να έρθει, τότε μέχρι αύριο βράδυ θα είναι εδώ, πιστεύω.»
«Αν δεν μπορέσει να έρθει, θα παρακαλέσω  τον κύριο Θόρντον να έρθει μαζί μου στην κηδεία. Δεν μπορώ να πάω μόνος μου. Θα καταρρεύσω εντελώς.»
«Μην παρακαλέσεις τον κύριο Θόρντον, πατέρα. Άσε με να έρθω μαζί σου.» είπε η Μάργκαρετ  με ορμή.
«Εσύ ! Καλό μου παιδί, δεν συνηθίζεται να λαμβάνουν μέρος οι γυναίκες.»
............................................................................
Η Μάργκαρετ δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να πείσει τον πατέρα της να μην καλέσει τον κύριο Θόρντον. Είχε μια απερίγραπτη απροθυμία να γίνει αυτή η ενέργεια. Το βράδυ πριν την κηδεία ήρθε ένα επίσημο σημείωμα από την κυρία Θόρντον στην δεσποινίδα Χέηλ, που έλεγε ότι κατόπιν επιθυμίας του γιού της  η άμαξά τους θα ακολουθούσε την πομπή της κηδείας, αν αυτό δεν δυσαρεστούσε την οικογένεια. Η  Μάργκαρετ έριξε το γράμμα στον πατέρα της.
«Ω, ας μην κρατήσουμε τέτοια τυπικά,» είπε. «Ας πάμε μόνοι μας – εγώ κι εσύ, πατέρα. Δεν νοιάζονται για εμάς διαφορετικά, θα προσφερόταν  να έρθει ο ίδιος και δεν θα πρότεινε να στείλει  μια άδεια άμαξα.»
«Νόμιζα πως ήσουν εντελώς αντίθετη στο να έρθει, Μάργκαρετ» είπε ο κύριος Χέηλ με κάποια έκπληξη.
«Πραγματικά. Δεν τον θέλω να έρθει καθόλου ˙ και κυρίως απεχθάνομαι την ιδέα του να τον καλέσουμε εμείς. Όμως αυτό μοιάζει τόσο πολύ με παρωδία πένθους που δεν το περίμενα από αυτόν.»  Αναλύθηκε σε δάκρυα ξαφνιάζοντας τον πατέρα της.

Είχε καταπιέσει τόσο τη θλίψη της, σκεπτόμενη διαρκώς τους άλλους, τόσο ευγενική και υπομονετική  στα πάντα, ώστε ο πατέρας της αδυνατούσε να καταλάβει την αποψινή της  αναστάτωση. Έμοιαζε ταραγμένη και ανήσυχη, και παρά την τρυφερότητα που  της επιδαψίλευε με τη σειρά του ο πατέρας της, εκείνη έκλαιγε ολοένα και περισσότερο.
.......................................................................
Δεν ήταν μόνο το γεγονός  της παραμονής του Φρέντερικ στο Λονδίνο που την αναστάτωνε, αλλά και  κάποιες νύξεις για την  αναγνώριση που είχε λάβει χώρα την  τελευταία στιγμή στο Μίλτον, και η πιθανότητα μιας καταδίωξης – όλα αυτά  που της πάγωναν το αίμα , τι επίδραση θα είχαν στον πατέρα της;  Πολλές φορές η Μάργκαρετ μετάνιωσε για τη πρότασή της και μάλιστα για την σπουδή που έδειξε να συμβουλευτούν τον κύριο Λέννοξ. Προς το παρόν, έμοιαζε σαν να ήταν μικρή η καθυστέρηση – απλά θα αύξαινε  ανεπαίσθητα τις μικρές πιθανότητες εντοπισμού ˙ κι όμως, όσα είχαν συμβεί μέχρι εκείνη τη στιγμή, έτειναν να κάνουν την συνάντηση με τον κύριο Λέννοξ τόσο ανεπιθύμητη. Η Μάργκαρετ, πολέμησε σκληρά αυτή της την μεταμέλεια μ’όλο που τώρα πια ήταν ανώφελο.  Το να μέμφεται τον εαυτό της  επειδή είπε κάτι που τη δεδομένη στιγμή φαινόταν σωστό όμως  τα κατοπινά γεγονότα  το έκαναν να φαίνεται τόσο ανόητο. Όμως ο πατέρας της είχε πέσει σε πολύ βαθιά κατάθλιψη σωματικά και νοητικά  ώστε να μπορέσει να το κατανοήσει με βάση τη λογική – θα παραδινόταν αμαχητί σε όλες τις αφορμές που θα είχε για να μετανοιώσει οικτρά, για κάτι το οποίο δεν μπορούσε να αποφευχθεί.  Η Μάργκαρετ ανασύνταξε όσες δυνάμεις είχε προς αρωγή και βοήθεια της .  Ο πατέρας της έμοιαζε να έχει ξεχάσει ότι είχανε κάποιο λόγο να περιμένουν γράμμα από τον Φρέντερικ εκείνο το πρωί. Ήταν απορροφημένος σε μια και μόνη ιδέα – ότι  θα του στερούσαν το μοναδικό ορατό τεκμήριο της παρουσίας της γυναίκας του και δεν θα την ξανάβλεπε πια. Έτρεμε φριχτά καθώς ο βοηθός του νεκροθάφτη τακτοποιούσε τα πένθιμα κρέπια μπροστά του. Κύτταξε τη Μάργκαρετ με βαθιά μελαγχολία, και όταν του επετράπη πήγε κοντά της με ασταθές βήμα ψιθυρίζοντας : « Προσευχήσου για χάρη μου, Μάργκαρετ. Δεν μου έχει μείνει καθόλου δύναμη.  Δεν μπορώ να προσευχηθώ. Άφησα να μου την πάρουν γιατί  έπρεπε.  Προσπαθώ να το αντέξω- πραγματικά προσπαθώ. Ξέρω ότι  είναι το θέλημα του Θεού. Όμως δεν μπορώ να καταλάβω γιατί πέθανε. Προσευχήσου για μένα Μάργκαρετ, να βρω τη δύναμη να προσευχηθώ. Είναι μεγάλη στενωπός, παιδί μου.»
Η Μάργκαρετ κάθισε δίπλα του στην άμαξα, σχεδόν υποβαστάζοντάς τον στα χέρια της. Επανέλαβε όλες τις ευλαβικές φράσεις της θείας παρηγοριάς ή των κειμένων που μιλούσαν για εγκαρτέρηση, τα οποία μπορούσε να θυμηθεί.  Η φωνή της δεν έτρεμε στο ελάχιστο  και αυτό έδωσε και στην ίδια κουράγιο. Τα χείλη του πατέρα της κινούνταν ακολουθώντας την, επαναλαμβάνοντας μαζί της τα τόσο γνώριμα κείμενα. Ήταν τρομερό να βλέπει κανείς την αγωνιώδη προσπάθεια που έκανε με υπομονή για να κερδίσει την εγκαρτέρηση  την οποία δεν είχε ο ίδιος τη δύναμη να βρει στην καρδιά του, ως ένα κομμάτι του εαυτού του.
Η Μάργκαρετ ένοιωσε το σθένος της σχεδόν να καταρρέει καθώς η Ντίξον  με μια ελαφριά κίνηση του χεριού, τής έστρεψε την προσοχή στον Νίκολας Χίγκινς και την κόρη του που στέκονταν κάπως παράμερα αλλά παρακολουθούσαν την τελετή με  βαθιά αφοσοίωση. Ο Νίκολας φορούσε τα συνηθισμένα του ρούχα της δουλειάς αλλά στο καπέλο του είχε ραμμένο ένα μαύρο κρέπι  - ένα σημάδι πένθους που δεν είχε δείξει στην μνήμη της κόρης του της Μπέσυ. Μα ο κύριος Χέηλ δεν είδε τίποτα. Συνέχισε να μιλά μόνος του, επαναλαμβάνοντας μηχανικά τα λόγια της εξοδίου  ακολουθίας  καθώς τα διάβαζε ο ιερέας. Αναστέναξε δύο –τρεις φορές όταν όλα τελείωσαν, και  ύστερα εναποθέτοντας το χέρι του στο μπράτσο της Μάργκαρετ αφέθηκε σιωπηλά να τον οδηγήσει ως να ήταν τυφλός κι εκείνη η πιστή του οδηγός.
Η Ντίξον έκλαιγε με δυνατούς λυγμούς, είχε καλύψει με το μαντήλι της το πρόσωπό της , τόσο απορροφημένη στην θλίψη της που δεν αντιλήφθηκε ότι το πλήθος που συνήθως συγκεντρώνεται σε τέτοιες περιπτώσεις είχε αρχίσει να διαλύεται, μέχρι που άκουσε κάποιον δίπλα της να της μιλά. Ήταν ο κύριος Θόρντον. Βρισκόταν εκεί καθ’όλη τη διάρκεια της τελετής, με το κεφάλι σκυφτό πίσω από μια ομάδα ανθρώπων έτσι που στην ουσία κανείς δεν τον αναγνώρισε.
« Σας ζητώ συγνώμη, αλλά μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε πώς είναι ο κύριος Χέηλ; Και η δεσποινίδα Χέηλ ; Θα ήθελα να μάθω πώς είναι και οι δύο.»
«Φυσικά, κύριε. Πώς να είναι; Ο κύριος φοβερά συντετριμμένος.  Η δεσποινίδα Χέηλ αντέχει καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς.»
Ο κύριος Θόρντον θα προτιμούσε να είχε μάθει ότι την βασάνιζε η φυσιολογική θλίψη. Εν πρώτοις ήταν αρκετά εγωιστής ώστε να τον ευχαριστεί η ιδέα πως θα μπορούσε να την παρηγορήσει και να την ανακουφίσει με την απέραντη αγάπη του -  κάτι που έμοιαζε πολύ με την περίεργη, παθιασμένη ευχαρίστηση που ενέχεται στην καρδιά μιας  μητέρας που το άρρωστο παιδί της κουρνιάζει κοντά της και εξαρτάται από την ίδια για το παραμικρό. Όμως αυτό το υπέροχο όραμα του τι θα μπορούσε να συμβεί – και στο οποίο, παρά την αποστροφή της Μάργκαρετ θα είχε παραδοθεί μόλις λίγες μέρες πριν-  έγινε   άθλια συντρίμμια  καθώς θυμήθηκε τι είχε δει  κοντά στο σταθμό του  Άουτγουντ . « Άθλια συντρίμμια!» οι λέξεις δεν ήταν αρκετά δυνατές για να το περιγράψουν. Τον στοίχειωνε η ανάμνηση του όμορφου νεαρού άνδρα με τον οποίο την είχε δει σε στάση τέτοιας οικειότητας και εμπιστοσύνης, κι αυτή η ανάμνηση τον διαπερνούσε οδυνηρά μέχρι που τον έκανε να σφίγγει τις γροθιές του για να καταλαγιάσει τον πόνο.  Τόσο αργά, τόσο μακριά από το σπίτι της!  Χρειάστηκε τεράστια ηθική προσπάθεια για να χαλυβδώσει την εμπιστοσύνη του – τόσο απόλυτα δοσμένη μέχρι πρότινος- προς την αγνή και αιθέρια σεμνότητα της Μάργκαρετ. Όταν σταματούσε την προσπάθεια,  η εμπιστοσύνη του τρεμόσβηνε  αδύναμη και νεκρωνόταν και ξέφρενες σκέψεις οργίαζαν σαν εφιάλτες στο μυαλό του. Και να που αυτό που τον κατέτρωγε επιβεβαιωνόταν ως ένα βαθμό. « Αντέχει καλύτερα απ’ όσο θα περίμενε κανείς». Εκείνη προσέβλεπε με ελπίδα σε κάτι, σε κάτι τόσο λαμπερό που  -θα μπορούσε να φωτίσει ακόμα και τις σκοτεινές ώρες   μιας φιλόστοργης θυγατέρας που ορφάνεψε μόλις πρόσφατα. Ναι ! Ήξερε τον τρόπο με τον οποίο εκείνη θα αγαπούσε. Με τον να την αγαπήσει, είχε αποκτήσει από ένστικτο την  γνώση των δικών της ικανοτήτων. Η ψυχή της θα περπατούσε θριαμβευτικά λουσμένη στο φως αν  κάποιος άνδρας ήταν άξιος με τη δύναμη της αγάπης του να κερδίσει την δική της αγάπη.  Ακόμα και στην ώρα του πένθους θα αναπαυόταν με ειρηνική εμπιστοσύνη  στην αγάπη εκείνου. Στην αγάπη εκείνου. Ποιός ήταν; Εκείνος ο άλλος άνδρας.  Και το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος άλλος ήταν αρκετό για να κάνει το ωχρό, αδύνατο πρόσωπο του κυρίου Θόρντον να χλωμιάσει ακόμα περισσότερο και να γίνει πιο βλοσυρό ακούγοντας την απάντηση της Ντίξον.
«Υποθέτω ότι ίσως περάσω για μια επίσκεψη.» είπε ψυχρά. « Για να δω τον κύριο Χέηλ, δηλαδή. Ίσως μπορέσει να με δεχθεί από μεθαύριο.»
..............................................................................
Για κάποιο λόγο έτυχε η Ντίξον να μην αναφέρει στην Μάργκαρετ τη συνομιλία που είχε με τον κύριο Θόρντον. Μπορεί να ήταν απλά σύμπτωση αλλά η Μάργκαρετ δεν έμαθε ποτέ ότι εκείνος ήταν παρών στην κηδεία της μητέρας της.»