Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Κεφάλαιο 17ο - "Τι σημαίνει απεργία ;"




Κεφάλαιο 17ο

«Τι σημαίνει απεργία;»
...................................................................................................

Ο Νίκολας Χίγκινς καθόταν δίπλα στο τζάκι και κάπνιζε, τη στιγμή που η Μάργκαρετ έμπαινε στο σπίτι. Η Μπέσσυ καθόταν από την άλλη μεριά στην κουνιστή πολυθρόνα. Ο Νίκολας έβγαλε την πίπα του, σηκώθηκε και έσπρωξε την καρέκλα προς την Μάργκαρετ· έπειτα ακούμπησε στο τζάκι και στάθηκε να παρακολουθεί, καθώς εκείνη ρωτούσε την Μπέσσυ για την υγεία της.
«Δεν είναι και στα μεγάλα της κέφια, μα σα να ’ναι καλύτερα στην υγειά της. Στη θυγατέρα μου δεν αρέσει τούτη δω η απεργία. Πιότερο της αρέσει να ’ν’ τα πράματα ήσυχα και καλά με κάθε τρόπο.»
«Αυτή ’ναι η τρίτη απεργία που βλέπω» είπε εκείνη αναστενάζοντας, σαν αυτό να ήταν επαρκής εξήγηση.
«Τρίτη και τυχερή, κατά πως λένε. Κοίτα και θα δεις πώς θα τους πάρει και θα τους σηκώσει τους αφεντάδες τούτη τη φορά. Να δεις πώς θα έρθουν παρακαλώντας μας να ξαναγυρίσουμε και με το μισθό που θέλουμε ’μεις. Πάει και τέλειωσε. Τις άλλες φορές την πατήσαμε, το παραδέχομαι, όμως τούτη δω τη φορά τα ’χουμε λογαριάσει όλα.»
«Για ποιο λόγο απεργείτε;» ρώτησε η Μάργκαρετ. «Απεργία σημαίνει να μην πηγαίνετε στην δουλειά έως ότου επιτύχετε τον μισθό που επιθυμείτε, έτσι δεν είναι; Μην απορείτε με την άγνοιά μου, στα μέρη μου δεν είχαμε απεργίες.»
«Μακάρι να ’μουν εκεί στα μέρη σας» είπε η Μπέσσυ δύσθυμα. «Μα δεν χρειάζεται να σκοτίζομαι για τις απεργίες. Αυτή είναι η τελευταία που θα δω. Πριν τελειώσει, θα ’χω πάει στην Ουράνια πόλη, τ’ Άγια Ιεροσόλυμα.»
«Η θυγατέρα μου όλο τον Παράδεισο έχει στο μυαλό της, δε σκοτίζεται για τούτη δω τη ζωή. Μα ’γω, κατά πως βλέπεις, πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ εδώ πέρα. Κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι. Για τούτο δε συμφωνάμε για την απεργία.»
«Όμως», έκανε η Μάργκαρετ, «αν στα μέρη μου οι άνθρωποι απεργούσαν -όπως το λέτε- καθώς οι περισσότεροι εργάζονται στα κτήματα, τότε δεν θα όργωναν, δεν θα μάζευαν το άχυρο και δεν θα θέριζαν το καλαμπόκι.»
«Και λοιπόν…» ρώτησε εκείνος. Είχε ξαναπάρει την πίπα του και έδωσε ερωτηματικό τόνο στα λόγια του.
«Μα, τι θα απογίνουν οι αγρότες;»
Ξεφύσηξε τον καπνό. «Μάλλον θα έπρεπε να παρατήσουν τα κτήματά τους ή να δώσουν δίκαιο μερτικό στους εργάτες.»
«Αν υποθέσουμε ότι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να το κάνουν. Δεν θα μπορούσαν να παρατήσουν τα κτήματά τους από τη μια στιγμή στην άλλη, όσο κι αν κάποιοι θα το ήθελαν. Δεν θα υπήρχε ούτε σανός ούτε καλαμπόκι για να πουλήσουν εκείνη τη χρονιά και πώς θα έβρισκαν τα χρήματα για να πληρώσουν τους εργάτες την άλλη χρονιά;»
Εκείνος συνέχιζε να καπνίζει. Στο τέλος είπε:
«Δεν κατέχω τις συνήθειές σας εκεί στο Νότο. Μου ’χουνε πει πως οι εργάτες εκεί είναι ένα μάτσο σκιαγμένα, σκλαβωμένα ανθρωπάκια, που ψοφάνε τόσο της πείνας που μήτε το παίρνουν είδηση πως τους εκμεταλλεύονται. Μα εδώ είναι αλλιώς. Το παίρνουμε χαμπάρι σαν μας εκμεταλλεύονται και έχουμε αρκετό τσαγανό για να μην το βαστάξουμε άλλο. Παρατάμε τα μηχανήματα και λέμε: Το λοιπόν, αφεντικά, μπορεί να ψωμολυσσάμε, αλλά δεν θα μας ξεφτιλίσετε. Και ανάθεμά σας, δεν θα το καταφέρετε αυτή τη φορά.»
«Ας ήταν μπορετό να ζούσα κάτω στα μέρη σας, στο Νότο» είπε η Μπέσσυ.
«Υπάρχουν κι εκεί δυσκολίες» είπε η Μάργκαρετ. «Παντού υπάρχει θλίψη, σε κάθε μέρος. Εκεί οι άνθρωποι δουλεύουν σκληρά και το φαγητό είναι λιγοστό, δεν φτάνει για να τους δώσει δύναμη.»
«Δουλεύουν όμως έξω, στα χωράφια» είπε η Μπέσσυ. «Μακριά από το ασταμάτητο βογγητό των μηχανών και τη ζέστη που σε λιώνει.»
«Κάποιες φορές δουλεύουν μες στη βροχή και το κρύο. Οι νέοι μπορούν να το αντέξουν, αλλά οι μεγαλύτεροι παθαίνουν ρευματισμούς, καμπουριάζουν και γερνάνε πριν την ώρα τους. Εντούτοις, θα πρέπει να συνεχίσουν να δουλεύουν όπως πριν, αλλιώς θα καταλήξουν στα πτωχοκομεία.»
«Θαρρούσα πως ήσουνα ευχαριστημένη με τις συνήθειές σας εκεί στο Νότο.»
«Πράγματι, είμαι» είπε η Μάργκαρετ με ελαφρύ χαμόγελο, καθώς ένοιωσε πως την έπιασαν απροετοίμαστη. «Αυτό που εννοώ Μπέσσυ, είναι ότι υπάρχει παντού στον κόσμο το καλό και το κακό. Και, καθώς έχεις νοιώσει το κακό εδώ, θα ήταν δίκαιο να σου πω και για τα άσχημα εκεί στα μέρη μας.»
«Το λοιπόν, λες πως δεν κάνουνε ποτέ απεργίες εκεί κάτω;» ρώτησε απότομα ο Νίκολας.
«Όχι!» είπε η Μάργκαρετ «Νομίζω πως είναι αρκετά μυαλωμένοι.»
«Κι εγώ θαρρώ» της απάντησε τινάζοντας τις στάχτες από το τσιμπούκι τόσο δυνατά που το έσπασε, «πως δεν είναι το μυαλό που τους περσσεύει, αλλά τα κότσια που τους λείπουν.»
«Αχ, πατέρα!» έκανε η Μπέσσυ. «Και σαν τι αποκάματε με τις απεργίες; Θυμάσαι στην πρώτη απεργία, τότε που πέθανε η μητέρα, δεν είχαμε σταλιά ψωμί να φάμε και ψοφάγαμε της πείνας – εσύ πιότερο απ’ όλους. Κι όμως, πολλοί ξαναγυρνούσανε στα εργοστάσια με τα ίδια λεφτά, κάθε βδομάδα και περσσότεροι, μέχρι που δεν είχε δουλειά για άλλους και κάποιοι γίνανε ζήτουλες από τότε και για όλη τους τη ζωή.»
«Έτσι» είπε εκείνος. «Σ’ εκείνη την απεργία δεν τα ’χαμε λογαριάσει σωστά. Είχανε βλέπεις το κουμάντο κάποιοι που ήταν στραβάδια ή ψοφίμια. Αυτή τη φορά θα είναι αλλιώτικα, στάσου και θα δεις.»
«Όμως, τόση ώρα δεν μου είπατε για ποιο λόγο απεργείτε» ξαναείπε η Μάργκαρετ.
«Το λοιπόν, είναι πέντε-έξι αφεντικά που τα συμφωνήσανε και δεν θα δίνουνε τα ίδια βδομαδιάτικα που δίνανε τα τελευταία χρόνια και βγάζανε το κέρδος τους και πλουτίζανε. Έρχονται, λοιπόν, και μας λένε ότι θα μας δίνουνε λιγότερα. Αλλά δεν θα τους περάσει. Θα τους αφήσουμε να πεινάσουν πρωτύτερα… και τότε θα δούμε ποιος θα πάει στη δούλεψή τους… Σφάξανε την κότα που ’βγαζε τα χρυσά αυγά… έτσι λέω εγώ…»
«Δηλαδή, σκοπεύετε να πεθάνετε για να τους εκδικηθείτε;»
«Όχι» είπε εκείνος «καθόλου. Μα προτιμάω να πεθάνω κρατώντας γερά το μετερίζι μου, παρά να υποχωρήσω. Αυτό ο λαός θαρρεί πως είν’ τιμή και περηφάνια για έναν στρατιώτη, γιατί όχι το λοιπόν και για ένα φτωχό υφαντή;»
«Μα» είπε η Μάργκαρετ «ο στρατιώτης πεθαίνει για την πατρίδα, για να υπερασπιστεί το λαό.»
Γέλασε βλοσυρά. «Κοπελιά μου» είπε «μικρή είσαι ακόμα κι άμαθη, μα πιστεύεις πως δεν μπορώ να ζήσω τρεις ανθρώπους -την Μπέσσυ, την Μαίρη κι ελόγου μου- με δεκάξι σελίνια τη βδομάδα; Θαρρείς πως κάνω αυτή την απεργία για την πάρτη μου; Για τους άλλους το κάνω, όπως και ο στρατιώτης που λες… μοναχά πως εκείνος πεθαίνει για κάποιονε που δεν έχει δει ούτε έχει ακούσει ποτέ στη ζωή του, ενώ εγώ παλεύω για τον Τζων Μπούτσερ, εδώ παραδίπλα, που ’χει τη γυναίκα του φθισικιά και οχτώ παιδιά να θρέψει – κανένα απ’ αυτά σε ηλικία να εργαστεί. Και δεν το κάνω μοναχά για ελόγου του, μόλο που είναι κομμάτι άχρηστος… Μοναχά δυο αργαλειούς μπορεί να σηκώσει στη βάρδιά του, αλλά το κάνω για το δίκιο. Γιατί πρέπει να μας δίνουν λιγότερα τώρα, απ’ ό,τι δυο χρόνια πρωτύτερα;»
«Μη ρωτάτε εμένα» είπε η Μάργκαρετ. «Έχω άγνοια. Ρωτήστε κάποιους από τα αφεντικά σας. Σίγουρα θα σας πουν τους λόγους. Δεν πρόκειται για κάποια αυθαίρετη απόφαση που πήραν άνευ λόγου.»
«Είσαι απλά μια ξένη και τίποτα παραπάνω» είπε εκείνος περιφρονητικά.
«Τόσα ξέρεις τόσα λες. Να ρωτήσουμε τα αφεντικά! Θα μας πουν να κοιτάξουμε τη δουλειά μας και να τους αφήσουμε να κουμαντάρουν τη δικιά τους. Η δουλειά μας, βλέπεις, είναι να παίρνουμε τα ψίχουλα που μας δίνουν και να λέμε κι ευχαριστώ, και η δικιά τους να μας αφανίζουν το βδομαδιάτικο μέχρι που να ψοφήσουμε απ’ την πείνα για να αβγατίζουν τα κέρδη τους.»
«Όμως», έκανε η Μάργκαρετ αποφασισμένη να μην κάνει πίσω, παρόλο που έβλεπε ότι τον εξόργιζε, «η κίνηση της αγοράς μπορεί να είναι τέτοια που να μην τους επιτρέπει να σας δώσουν τις ίδιες αμοιβές.»
«Η κίνηση της αγοράς! Άλλη μια απατεωνιά των αφεντάδων! Εγώ μιλάω για τα λεφτά που μας δίνουνε. Οι αφεντάδες ορίζουνε την κίνηση της αγοράς και την κουνάνε σα τον μπαμπούλα για να μας σκιάξουνε να είμαστε καλά παιδιά. Ε, το λοιπόν, σου λέω πως αυτοί κάνουν τη δουλειά τους με το να μας τυραννάνε για να αβγατίζουν το έχει τους, κι εμάς είναι δικό μας χρέος να σηκώσουμε το κεφάλι και να παλέψουμε – κι όχι μονάχα για την πάρτη μας, αλλά για όλο τον κόσμο εδώ, για το σωστό και το δίκιο. Χάρη σε μας φτιάνουν τις περιουσίες τους και για χάρη μας θα πρέπει να τις ξοδεύουν. Και τούτη τη φορά δεν είναι πως θέλουμε περσσότερο απ’ το κομπόδεμά τους. Είναι που δε μας δίνουν το δίκιο μερτικό μας και το ’χουμε πάρει απόφαση μαζί να μπούμε στη μάχη και να πέσουμε. Ούτε ένας μας δεν θα πάει για μεροκάματο με λιγότερα απ’ αυτά που λέει το Συνδικάτο. Το λοιπόν, εγώ λέω: “Εμπρός στην απεργία κι ας κάνουνε καλά κι ο Θόρντον κι ο Σλίκσον κι ο Χάμπερ και όλο το συνάφι τους!”»

«Ο Θόρντον!» είπε η Μάργκαρετ. «Ο κύριος Θόρντον της οδού Μάρλμποροου;»
«Αυτός. Ο Θόρντον της φάμπρικας του Μάρλμποροου όπως τονε λέμε.»
«Είναι ένας από τους εργοδότες με τους οποίους έχετε διαφορές, έτσι δεν είναι; Τι είδους εργοδότης είναι;»
«Έτυχε ποτέ σου να δεις ένα μπουλντόγκ; Ε, κάν’ το να σταθεί στα δυο του πόδια, βάλ’ του κουστουμιά και πανωφόρι, και έχεις μπροστά σου τον Τζων Θόρντον.»
«Όχι» έκανε η Μάργκαρετ γελώντας «αυτό δεν το δέχομαι. Ο κύριος Θόρντον δεν έχει καμιά εξαιρετική ομορφιά, αλλά δεν μοιάζει και με μπουλντόγκ με πλακουτσωτή μύτη και στόμα σουφρωμένο.»
«Α, όχι, όχι, στην κοψιά δε μοιάζει, αυτό το παραδέχομαι. Μα έτσι και του μπει κάτι στο κεφάλι, το κρατάει γερά σα μπουλντόγκ. Για να τ’ αφήσει θα πρέπει να τονε διώξεις με το δικράνι. Το λέει η καρδιά του, όμως, κι είν’ άξιος αντίπαλος. Όσο για τον Σλίκσον, κατά πως βλέπω, καμιά απ’ αυτές τις μέρες θα ξεγελάσει τους εργάτες του τάζοντάς τους δίκαιες πληρωμές και, μόλις τους βάλει στο χέρι, θα τους τη φέρει πισώπλατα. Θα τα καταφέρει να τους ξεγελάσει και αυτή τη φορά, το υπογράφω. Ξέρει και ξεγλιστράει σαν το χέλι. Είναι γαλίφης, πανούργος και ξεφυσά σα γάτος. Αυτός δεν σε πολεμάει στα ίσα, τίμια κι αντρίκεια σαν τον Θόρντον. Ο Θόρντον είναι σκληρός κι αλύγιστος σαν ταβανόπροκα. Πεισματάρικο σκυλί με τα όλα του – για δαύτο τονέ λέω μπουλντόγκ!»
«Καημένη μου, Μπέσσυ!» είπε η Μάργκαρετ στρέφοντας προς το μέρος της. «Σε στεναχωρούν όλα αυτά. Δεν σου αρέσουν οι διαμάχες και οι τσακωμοί όπως στον πατέρα σου, έτσι;»
«Όχι!» έκανε εκείνη δύσθυμα. «Τα έχω βαρεθεί όλα αυτά. Θα ’θελα τις τελευταίες μου μέρες ν’ ακούω άλλες κουβέντες γύρω μου, κι όχι φωνές και κρότους και κραυγές. Όλο για τη δουλειά και τις πληρωμές και τ’ αφεντικά και τους εργάτες!»
«Καψερό μου κορίτσι! Δε φτάσαν ακόμα τα τελευταία σου. Σα να ’σαι ήδη καλύτερα και θα σου κάμει καλό ν’ ανάψουν λιγουλάκι τα αίματα… Κι έπειτα, εγώ θα μένω πιότερο στο σπίτι και να δεις που θα καλυτερέψουν τα πράματα.»
«Ο καπνός από το τσιμπούκι σου δε μ’ αφήνει ν’ ανασάνω σταλιά!» είπε εκείνη με παράπονο.
«Ε, τότες δε θα ξανακαπνίσω μέσα στο σπίτι» της απάντησε τρυφερά. «Μα γιατί δε μου το ’χες πει πρωτύτερα, καψερό μου;»
Έμεινε σιωπηλή για λίγο κι ύστερα μίλησε τόσο σιγανά που μόνο η Μάργκαρετ την άκουσε:
«Λογαριάζω πως θα γυρέψει παρηγοριά στον καπνό ή στο πιοτό, προτού μπει στο σπίτι.»
Ο πατέρας της βγήκε έξω, προφανώς για να αποτελειώσει το κάπνισμα.
Η Μπέσσυ έκανε με έντονο ύφος: «Ε, το λοιπόν, χαζή δεν είμαι – έτσι δεσποινίς; Ορίστε, ξέρω ότι θα ’πρεπε να κρατήσω τον πατέρα στο σπίτι, μην πάει να μπλέξει με δαύτους που το ρίχνουνε στο πιοτό όταν γίνεται απεργία – και να, δε δάγκωνα τη γλώσσα μου που πήγα και είπα για τον καπνό του; Και τώρα ξέρω ότι θα βγαίνει, κάθε φορά που θέλει να καπνίσει, και κανένας δεν ξέρει αν θα ’χει καλά ξεμπερδέματα όλο αυτό. Κάλλιο ν’ άφηνα να με πνίξει ο καπνός.»
«Μα, πίνει ο πατέρας σου;» ρώτησε η Μάργκαρετ.
«Όχι, δε λέω πως μεθάει» απάντησε εκείνη στο ίδιο ανήσυχο και ταραγμένο ύφος. «Όμως, και τι μ’ αυτό; Θα ’χεις νοιώσει και του λόγου σου, όπως κι άλλοι άνθρωποι, να περνάνε οι ώρες ίδιες κι απαράλλαχτες και να λαχταράς ν’ αλλάξει κάτι… Κάτι να γίνει. Ξέρω πως υπήρχαν μέρες που πήγαινα ν’ αγοράσω ψωμί από το φούρνο της παραπάνω γειτονιάς, μόνο και μόνο γιατί σιχαινόμουνα τη σκέψη ότι θα έβλεπα τα ίδια πράγματα και θα είχα τους ίδιους ήχους στ’ αυτιά μου και την ίδια γεύση στο στόμα μου και την ίδια σκέψη -άμποτε και σκεφτόμουνα σταλιά- ίδια κι απαράλλαχτα μέρα μπαίνει, μέρα βγαίνει, για πάντα. Λαχτάραγα να ’μουν άντρας για να μπορώ να βγαίνω και να ξεσκάω, ακόμα κι ένας αλήτης του δρόμου, φτάνει να μπορούσα να φύγω και να πάω να βρω δουλειά σ’ ένα άλλο μέρος. Κι ο πατέρας -όπως κι όλοι οι άντρες- έχει από φυσικού του αυτό το μπούχτισμα από το να τυραννιέσαι και να κάνεις κάθε μέρα τα ίδια και τα ίδια, να δουλεύεις και να δουλεύεις, χωρίς να σταματάς διόλου. Και σάματις μπορούνε να κάνουν και τίποτ’ άλλο; Δεν θα τους κατηγορήσει κανείς αν πάνε στον καφενέ να πιούν και να τρέξει μια στάλα πιο γοργά το αίμα τους, να νοιώσουν πως είναι ζωντανοί, να δούνε πράματα που άλλοτε δεν μπορούνε να δουν – εικόνες μέσα απ’ το γυαλί και πανοράματα και τέτοια. Όμως ο πατέρας δεν ήτανε ποτέ του μπεκρής, αν και μια στο τόσο μπορεί και να μεθάει. Μονάχα να…» κι εδώ η φωνή της ράγισε κι έγινε παρακαλεστική «ξέρεις, σαν ξεκινήσουν οι απεργίες είναι πολύ εύκολο για έναν άντρα να λυγίσει, γιατί κινάνε όλοι τους με τόσες ελπίδες και μετά πούθε να βρούνε παρηγοριά; Θε να φουντώσει μέσα του ο θυμός, θα παλαβώσει απ’ το θυμό -όλοι τους έτσι κάνουνε- και μετά θε ν’ αποστάσουνε από το να θυμώνουν κι από το να ’χουνε κάνει πράματα πάνω στο θυμό τους που πιότερο θα ’θελαν να ξεχάσουν! Να ’σαι καλά για τη συμπόνια που θωρώ στο βλέμμα σου… μα δεν κατέχεις ακόμα το τι ’ν’ η απεργία.»
«Εντάξει, Μπέσσυ», είπε η Μάργκαρετ, «δεν θα πω ότι υπερβάλλεις γιατί δεν γνωρίζω αρκετά γι’ αυτό το θέμα· όμως, καθώς είσαι ασθενής, ίσως βλέπεις μόνο την μία πλευρά, ενώ υπάρχει και άλλη, πιο αισιόδοξη στην οποία μπορείς να προσβλέψεις.»
«Εύκολο είναι να το λες, μια και λόγου σου στα μέρη σου είδες μόνο χαρά και χλωρασιές, χωρίς να σε τυραγνάνε οι ανάγκες και οι έγνοιες. ούτε γνώρισες ανημποριά ποτέ σου.»
«Πρόσεχε πώς κρίνεις, Μπέσσυ» είπε η Μάργκαρετ αναψοκοκκινίζοντας και τα μάτια της σπίθισαν. «Θα επιστρέψω στο σπίτι, στην μητέρα μου που είναι άρρωστη, τόσο άρρωστη, Μπέσσυ, που μόνο ο θάνατος μπορεί να την λυτρώσει από το μαρτύριό της. Κι όμως, εγώ πρέπει να δείχνω χαρούμενη στον πατέρα μου που δεν γνωρίζει τίποτα για την κατάσταση της υγείας της και στον οποίο πρέπει αυτή η γνώση να έρθει σταδιακά. Το μοναδικό πρόσωπο -ο μόνος που μπορεί να με συμπονέσει και να με βοηθήσει, αυτός που η παρουσία του θα ανακούφιζε τη μητέρα μου περισσότερο από οτιδήποτε άλλο πάνω στη γη- βρίσκεται άδικα κατηγορούμενος και κινδυνεύει με την ποινή του θανάτου, αν έρθει να δει την ετοιμοθάνατη μητέρα του. Αυτό το λέω σε σένα – μόνο σε σένα, Μπέσσυ. Δεν πρέπει να το πεις πουθενά. Κανείς άλλος δεν το ξέρει στο Μίλτον… καλά-καλά ούτε και στην Αγγλία ολόκληρη. Είμαι ξέγνοιαστη εγώ; Μήπως επειδή ντύνομαι καλά και δεν μου λείπει το φαγητό, μου λείπουν και οι έγνοιες; Ω, Μπέσσυ, ο Θεός είναι δίκαιος και έχει ορίσει σωστά της μοίρας μας το μερτικό, και κανείς άλλος απ’ Αυτόν δεν γνωρίζει τις πίκρες της ψυχής μας.»
«Σου ζητάω να με συχωρέσεις» απάντησε ταπεινά η Μπέσσυ. «Καμιά φορά, σα συλλογιέμαι τη ζωή μου και πόσο λίγο χάρηκα, θαρρώ πως είμαι απ’ αυτούς που γραφτό τους είναι να πεθάνουν σαν πέσει απ’ τον ουρανό ένα αστέρι. «Καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀστέρος λέγεται ὁ Ἄψινθος. Καὶ ἐγένετο τὸ τρίτον τῶν ὑδάτων εἰς ἄψινθον, καὶ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἀπέθανον ἐκ τῶν ὑδάτων, ὅτι ἐπικράνθησαν.» Μπορεί κανείς ν’ αντέξει πιότερο τον πόνο και τη θλίψη, αν ξέρει πως έτσι είναι γραμμένο από παλιά: έτσι, θαρρώ πως χρειάζεται ο πόνος μου, για να βγουν αληθινές οι προφητείες – αλλιώς όλα θα έχουν γίνει στο βρόντο.»
«Όχι, Μπέσσυ – σκέψου!» είπε η Μάργκαρετ. «Ο Θεός δεν στέλνει σκόπιμα τις θλίψεις. Μην στέκεσαι στις προφητείες, αλλά διάβασε τα πιο ξεκάθαρα κομμάτια της Βίβλου.»
«Θαρρώ πως θα ’τανε πιο φρόνιμο, αλλά πού αλλού θε να ’βρισκα τόσο όμορφες υποσχέσεις, ν’ ακούω να λένε για έναν κόσμο τόσο αλλιώτικο από τούτον εδώ τον φριχτό, παρά στην Αποκάλυψη; Πολλές φορές κάθομαι και λέω μοναχή μου τα εδάφια απ’ το έβδομο κεφάλαιο, μόνο και μόνο για να τ’ ακούω. Είναι σαν μουσική απ’ το όργανο της εκκλησιάς και τόσο διαφορετικά από τη ζωή που κάνω κάθε μέρα. Όχι, δεν μπορώ να παρατήσω την Αποκάλυψη. Μου δίνει παρηγοριά όσο τίποτ’ άλλο στη Βίβλο.»
«Θέλεις να έρθω και να σου διαβάσω τα αγαπημένα μου κεφάλαια;»
«Αμέ!» έκανε εκείνη με λαχτάρα. «Να ’ρθείς. Μπορεί να σ’ ακούσει κι ο πατέρας. Τονε ζαλίζω λέει εγώ μ’ όλα αυτά και πως δεν έχουν να κάνουν με τα πράγματα τα τωρινά και πως ελόγου του θα πρέπει να νοιαστεί για το σήμερα.»

...............................................................................................................................

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Κεφάλαιο 16- "Εν σκιά θανάτου"



ΚΕΦΑΛΑΙΟ  16ο.

«Εν σκιά θανάτου»

Το επόμενο απόγευμα ο γιατρός  Ντόναλντσον ήρθε για την πρώτη επίσκεψη στην κα Χέηλ.  Η μυστικότητα που η Μάργκαρετ είχε ελπίσει ότι διαλύθηκε μετά από την πρόσφατη στενή σχέση  με τη μητέρα της, αναζωπυρώθηκε. Την απέκλεισαν από το δωμάτιο ενώ επετράπη η είσοδος στη Ντίξον. Η Μάργκαρετ δεν  έδινε την αγάπη της εύκολα όμως όταν αγαπούσε, αγαπούσε με πάθος και με μεγάλο βαθμό ζηλοτυπίας.
..........................................................................................................
«Τι συμβαίνει με την μητέρα ; Θα με υποχρεώσετε αν μου πείτε την απλή αλήθεια.» Έπειτα, νοιώθοντας έναν αμυδρό δισταγμό εκ μέρους του γιατρού, πρόσθεσε:
«Είμαι το μοναδικό της παιδί- εννοώ  εδώ. Φοβάμαι πως ο πατέρας μου δεν  είναι αρκούντως προβληματισμένος  επί του θέματος για το λόγο αυτό αν υπάρχει κάτι σοβαρό θα πρέπει να του  το μεταφέρει κάποιος ήπια. Εγώ μπορώ να το κάνω αυτό. Μπορώ να φροντίσω την μητέρα μου. Σας παρακαλώ, πείτε μου,  γιατρέ. Βλέποντας την έκφρασή σας αλλά μη μπορώντας να την αποκρυπτογραφήσω  μου προξενεί χειρότερο φόβο από τα λόγια σας.»
«Αγαπητή μου δεσποινίς, η μητέρα σας φαίνεται να έχει μια εξαιρετικά ικανή και αποτελεσματική υπηρέτρια η οποία έχει σχεδόν το ρόλο φίλης» -
«Εγώ είμαι η κόρη της, γιατρέ»
«Αν σας πω όμως ότι εξέφρασε˙˙ την επιθυμία, ειδικά εσείς, να μην μάθετε…»
«Δεν διαθέτω την καλοσύνη ή την υπομονή να υπακούσω σε αυτήν την απαγόρευση. Εξάλλου, είμαι βέβαιη ότι είστε αρκετά σοφός και πάρα πολύ έμπειρος ώστε να συγκατατεθείτε στο να κρατήσετε ένα τέτοιο μυστικό.»

«Λοιπόν», είπε εκείνος χαμογελώντας αν και κάπως θλιμμένα  «εδώ έχετε δίκιο. Δεν έδωσα καμία υπόσχεση. Φοβάμαι αλήθεια ότι το μυστικό θα αποκαλυφθεί αρκετά σύντομα και χωρίς τη δική μου μεσολάβηση.»
Έκανε μια παύση. Η Μάργκαρετ έγινε κάτωχρη και  έσφιξε ακόμη περισσότερο τα χέρια της. Όμως σε γενικές γραμμές  το πρόσωπό της δεν άλλαξε έκφραση. Με  εκείνη την οξυδέρκεια στην αναγνώριση του ψυχισμού των άλλων, χωρίς την οποία κανένας  δεν θα μπορούσε να ανέλθει σε τέτοιο σημείο υπεροχής όπως αυτό του δόκτορα Ντόναλντσον,  είδε ότι η κοπέλα θα εκμαίευε όλη την αλήθεια ˙  ότι   θα καταλάβαινε αν της απέκρυπτε το παραμικρό ˙ ότι η απόκρυψη θα ήταν μεγαλύτερο μαρτύριο από  την αποκάλυψη.  Με χαμηλή φωνή της είπε δύο φράσεις  ενώ δεν σταματούσε να την παρατηρεί : γιατί τα οι κόρες των ματιών της διαστάλθηκαν στο μαύρο του τρόμου και  η λευκότητα της μορφής της  έγινε πελιδνή.  Σταμάτησε να μιλά. Περίμενε μέχρι να συνέλθει  η όψη της  και να ξαναπάρει ανάσα . Έπειτα είπε:
«Γιατρέ, ειλικρινά σας ευχαριστώ γι αυτήν την εκμυστήρευση.  Αυτός ο φόβος με στοίχειωνε για πολλές εβδομάδες. Ήταν ένα ζωντανό, καθημερινό μαρτύριο.  Καημένη, δυστυχισμένη μου μητέρα!» Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν και την άφησε να ξεσπάσει σε λυτρωτικά δάκρυα, σίγουρος ότι είχε τη δύναμη της αυτοκυριαρχίας.
Λίγα δάκρυα, τόσα μόνο άφησε να κυλήσουν πριν  ξαναπιάσει το νήμα των ερωτήσεων που λαχταρούσε να του κάνει.
«Θα υποφέρει πολύ ;»
Κούνησε το κεφάλι του. « Δεν μπορούμε να το πούμε με βεβαιότητα. Εξαρτάται από την κράση της , από χιλιάδες πράγματα. Όμως οι πρόσφατες ανακαλύψεις της Ιατρικής μας έδωσαν αρκετές δυνατότητες για ανακούφιση.»
«Ο πατέρας μου!» είπε η Μάργκαρετ τρέμοντας σύγκορμη.
«Δεν γνωρίζω τον κύριο Χέηλ. Εννοώ ότι είναι δύσκολο να προσφέρω κάποια συμβουλή. Θα συνιστούσα όμως να βαστάξετε το μυστικό που τόσο αιφνίδια με αναγκάσατε να σας αποκαλύψω, έως ότου εξοικειωθείτε με το γεγονός το οποίο δεν μπόρεσα να σας αποκρύψω,  έτσι ώστε να είστε σε θέση χωρίς  υπερβολικά μεγάλη προσπάθεια να  παρηγορήσετε όσο μπορείτε τον πατέρα σας. Μέχρι τότε, οι επισκέψεις μου – οι οποίες θα επαναλαμβάνονται  από καιρού εις καιρόν, αν και φοβούμαι ότι δεν δύναμαι να προσφέρω τίποτε άλλο παρά ανακούφιση – και ένα σωρό άλλα πράγματα που θα έχουν συμβεί, θα αφυπνίσουν και θα κάνουν πιο έντονη  την ανησυχία του πατέρα σας , έτσι ώστε να είναι περισσότερο προετοιμασμένος.  – Όχι, αγαπητή μου – όχι αγαπητό μου κορίτσι  - Μίλησα με τον κο Θόρντον και τιμώ τον πατέρα σας για την θυσία που έκανε, όσο κι αν την θεωρώ εσφαλμένη. Ας είναι, μόνο για αυτήν την φορά , αν σας ευχαριστεί αγαπητή μου.  Να θυμάστε όμως πως όταν θα επανέλθω θα είναι ως φίλος. Και ως φίλο θα πρέπει να με αντιμετωπίζετε καθώς η συνάντηση και η γνωριμία κάτω από τέτοιες συνθήκες αξίζει όσο  χίλιες  εθιμοτυπικές  επισκέψεις.»
Τα δάκρυα δεν άφησαν την Μάργκαρετ να μιλήσει όμως του έσφιξε δυνατά το χέρι καθώς έφευγε.
.................................................................................................................................................
Έτρεξε επάνω.  Η Ντίξον έλειπε. Η κα Χέηλ καθόταν στην πολυθρόνα της, τυλιγμένη σε μια μαλακή άσπρη εσάρπα, με μια ασορτί σκούφια στα μαλλιά καθώς είχε ετοιμαστεί για την επίσκεψη του γιατρού. Το πρόσωπό της  είχε ένα ελαφρύ χρώμα και η εξάντληση μετά από την ιατρική εξέταση τής έδινε μια ειρηνική όψη. Η Μάργκαρετ ξαφνιάστηκε που την είδε τόσο ήρεμη.
«Μάργκαρετ, παιδί μου τι παράξενη που είναι η όψη σου! Τι συμβαίνει ;» Ύστερα, καθώς  η σκέψη του τι πραγματικά είχε συμβεί, σχηματιζόταν στο μυαλό της, πρόσθεσε κάπως σαν ενοχλημένη: « Δεν φαντάζομαι να είδες τον δόκτορα Ντόναλντσον και να του έκανες διάφορες ερωτήσεις, έτσι παιδί μου ;»
Η Μάργκαρετ δεν αποκρίθηκε -  μονάχα την κυττούσε με λαχτάρα. Η κα Χέηλ φάνηκε ακόμα πιο δυσαρεστημένη. « Σίγουρα δεν αθέτησε το λόγο του σε μένα ώστε να….»
«Ω, ναι, μητέρα. Το έκανε. Εγώ τον ανάγκασα. Εγώ το έκανα….δικό μου το φταίξιμο.» Γονάτισε στο πλάι της μητέρας της και της έπιασε το χέρι –  και δεν το άφησε παρά το ότι η κα Χέηλ προσπάθησε να το αποτραβήξει. Συνέχισε να το φιλά και να το μουσκεύει με τα καυτά της δάκρυα.
«Μάργκαρετ έκανες μεγάλο σφάλμα. Γνωρίζεις πως δεν ήθελα να το μάθεις.» Αλλά σαν να κουράστηκε από την προσπάθεια άφησε ελεύθερο το χέρι της στο σφικτό κράτημα της Μάργκαρετ και σιγά- σιγά ανταπέδωσε με τη σειρά της το σφίξιμο . Αυτό έδωσε κουράγιο στη Μάργκαρετ να μιλήσει.
«Ω, μητέρα, άσε με να σε φροντίσω. Θα μάθω οτιδήποτε μπορεί η Ντίξον να μου δείξει. Ξέρεις ότι είμαι παιδί σου και νομίζω πως έχω το δικαίωμα να  κάνω τα πάντα για σένα.»
«Δεν έχεις ιδέα τι ζητάς.» είπε η κα Χέηλ αναρριγώντας.
«Κι όμως, ξέρω. Γνωρίζω πολλά περισσότερα απ’όσα νομίζεις. Άσε με να σε φροντίσω. Άσε με να προσπαθήσω με οποιοδήποτε κόστος. Κανένας ποτέ δεν  προσπάθησε ούτε θα προσπαθήσει τόσο σκληρά όσο εγώ. Θα είναι τέτοια παρηγοριά, μητέρα.»
«Φτωχό μου, παιδί. Μπορείς να προσπαθήσεις, λοιπόν. Ξέρεις, Μάργκαρετ, η Ντίξον κι εγώ νομίζαμε  ότι θα αποτραβιόσουν μακριά μου αν ήξερες….»
«Η Ντίξον νόμιζε!» έκανε η Μάργκαρετ με ένα μορφασμό. «Η Ντίξον δεν με θεωρεί άξια να αγαπήσω αληθινά, όχι τόσο  όσο αυτή! Υποθέτω ότι πίστευε πως  είμαι μια από εκείνες τις φιλάσθενες  γυναίκες που αρέσκονται  να ξαπλώνουν πάνω σε ροδοπέταλα κάνοντας όλη την ημέρα αέρα με τη βεντάλια τους. Σε παρακαλώ μητέρα, μην αφήνεις άλλο τις θεωρίες της Ντίξον να μπαίνουν ανάμεσα μας. Μη, σε παρακαλώ!» παρακάλεσε με θέρμη.
«Μη θυμώνεις με την Ντίξον», είπε η κα Χέηλ ανήσυχη. Η Μάργκαρετ ανάκτησε την ψυχραιμία της.
«Όχι! Δεν θα θυμώσω. Θα προσπαθήσω με ταπεινότητα να μάθω τις συνήθειες και τους τρόπους της αρκεί μόνο να με αφήσεις  να κάνω για σένα ό,τι μπορώ. Δώσε μου προτεραιότητα μητέρα, το θέλω τόσο πολύ ! Φανταζόμουν ότι θα με ξεχνούσες όσο καιρό ήμουν  στης θείας Σω και τις νύχτες έκλαιγα μέχρι που με έπαιρνε ο ύπνος με αυτήν την έννοια στο μυαλό  μου.»
«Κι εγώ, σκεφτόμουν, πώς θα αντέξει η Μάργκαρετ  το φτωχικό μας σπίτι έπειτα από όλη την πολυτέλεια και την άνεση της Χάρλευ Στρήτ και πολλές φορές ντρεπόμουν περισσότερο να μην ανακαλύψεις  τις αυτοσχέδιες  επινοήσεις της ανέχειάς μας στο Χέλστοουν εσύ,  παρά κάποιος ξένος.
«Ω, μαμά ! Αντιθέτως, μου άρεσαν τόσο πολύ! Ήταν πιο διασκεδαστικά από όλη την επιτήδευση που επικρατούσε στη Χάρλευ Στρήτ. Εκείνο το μεγάλο ράφι που είχε και λαβές για να χρησιμοποιείται σαν δίσκος σερβιρίσματος στις γιορτές ! Και τα  ξύλινα κουτιά παραγεμισμένα και ντυμένα για να μοιάζουν με σκαμπώ! Νομίζω πως αυτά που εσύ αποκαλείς  αυτοσχέδιες επινοήσεις της ανέχειας  στο αγαπημένο Χέλστοουν ήταν ένα γοητευτικό κομμάτι της ζωής μας εκεί.
«Δεν θα ξαναδώ ποτέ το Χέλστοουν, Μάργκαρετ» είπε η κα Χέηλ με τα δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια της. Η Μάργκαρετ δεν μπορούσε να απαντήσει. Η κα Χέηλ συνέχισε. «Όταν ήμουν εκεί ήθελα πάντα να φύγω. Οποιοδήποτε άλλο μέρος μου φαινόταν ομορφότερο. Και να, τώρα, που θα πεθάνω μακρυά από αυτό. Είναι η δίκαιη τιμωρία μου.»
«Δεν πρέπει να μιλάς έτσι» είπε η Μάργκαρετ ανυπόμονα. «Ο γιατρός είπε ότι μπορεί να ζήσεις για χρόνια. Ω μητέρα! Θα πάμε και στο Χέλστοουν.»
«Όχι, ποτέ ! Αυτή είναι η τιμωρία μου και θα τη δεχτώ. Όμως Μάργκαρετ, ο Φρέντερικ !»
Και ξαφνικά, με αυτή τη λέξη,  έβγαλε μια κραυγή  βαθιάς αγωνίας.

Ήταν σαν η σκέψη του να διέλυσε την ηρεμία της, να σύντριψε την  αυτοκυριαρχία της και να υπερνίκησε την εξουθένωσή της. Άγριες, παθιασμένες κραυγές διαδέχονταν η μια την άλλη : «Φρέντερικ! Φρέντερικ! Γύρνα κοντά μου ! Πεθαίνω. Μικρό μου, πρωτότοκο αγόρι, γύρισε ξανά κοντά μου !»
Την είχε πιάσει δυνατή   υστερία. Η  Μάργκαρετ έντρομη φώναξε την Ντίξον. Εκείνη ήρθε ξεφυσώντας και επέπληξε την Μάργκαρετ επειδή είχε αναστατώσει υπερβολικά την μητέρα της. Η Μάργκαρετ τα άντεξε όλα μειλίχια ελπίζοντας μόνο να μην γυρίσει ο πατέρας της στο σπίτι νωρίς. Παρά τον πανικό της, που ήταν μεγαλύτερος απ’ ότι ταίριαζε στην περίπτωση, υπάκουσε σε όλες τις οδηγίες της Ντίξον γρήγορα και πρόθυμα χωρίς να πει ούτε μια λέξη για να δικαιολογηθεί, κατευνάζοντας έτσι το θυμό της  υπηρέτριας. Έβαλαν την  μητέρα της να πλαγιάσει και η Μάργκαρετ έμεινε στο πλάι της  μέχρι που εκείνη αποκοιμήθηκε αλλά και αργότερα μέχρι που η Ντίξον της έκανε νόημα να βγεί έξω  από το δωμάτιο  και με μια στρυφνή έκφραση σαν να έκανε κάτι με το ζόρι της έδωσε να πιει μια κούπα καφέ που της είχε ετοιμάσει στο καθιστικό κι έπειτα  στάθηκε να την κυττάζει βλοσυρά καθώς το έπινε. «Δεν έπρεπε να έχετε τέτοια περιέργεια, μικρή κυρά, και δεν ήταν ανάγκη να μπείτε σ’έγνοιες πριν την ώρα τους. Το πράγμα θα φανερωνόταν και μάλιστα ταχιά. Και τώρα, θα τρέξετε να τα προφτάσετε στον αφέντη και να δω τότε τι θα κάνω εγώ με όλους σας !»
«Όχι, Ντίξον!» έκανε η Μάργκαρετ θλιμμένα «δεν θα πω τίποτα στον πατέρα. Εκείνος δεν μπορεί να το υπομείνει όπως εγώ.» Και σαν να ήθελε να δείξει πόσο καλά μπορούσε να αντέξει, ξέσπασε σε κλάματα.

«Αμέ! Νάτα μας τώρα. Θα τηνε ξυπνήσετε τη μάνα σας και μόλις που ησύχασε η δόλια.
Καλή  μου Μις Μάργκαρετ, έπρεπε να το κρατάω κρυφό πολλές βδομάδες τώρα. Και μόλο που δεν λέω ότι την αγαπάω όσο την αγαπάτε εσείς, την αγαπάω ωστόσο πιότερο από κάθε άλλο άντρα, γυναίκα ή παιδί στη ζωή μου – κανείς, μοναχά ο κύριος Φρέντερικ την έχει πλησιάσει στην καρδιά μου. Απ’όταν η καμαριέρα της Λαδης Μπέρεσφορντ  με έμπασε για πρώτη φορά στο δωμάτιο και την είδα  έτοιμη να βγεί με ‘κείνο το  φόρεμα από άσπρο κρεπ με κίτρινα καλαμπόκια και κόκκινες παπαρούνες κι έτυχε να  μου σπάσει μια βελόνα μέσα στο δάχτυλο και μόλις με κόψανε, εκείνη έσκισε το μαντήλι της να μου το δέσει και ξανάρθε  να στάξει βάλσαμο στους επιδέσμους όταν γύρισε από το χορό  - θα ήταν σίγουρα η πιο όμορφη απ’όλες τους εκεί πέρα – από τότε, δεν αγάπησα κανέναν όσο αυτήν.  Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως θα ζούσα να τη δώ να πέφτει τόσο χαμηλά . Όχι πως κατακρίνω κανένανε. Πολλοί  θαρρούν πως είσαι όμορφη και καλή και δεν έχουν άδικο. Ακόμα και σε τούτο το μέρος το γεμάτο καπνιά που τον στραβώνει τον άνθρωπο, και μια κουκουβάγια μπορεί να το δεί. Όμως ποτέ – ακόμα κι αν ζήσεις ως τα εκατό- δε θα φτάσεις την ομορφιά που είχε η μητέρα σου.»

«Η μητέρα είναι ακόμα πολύ όμορφη. Καημένη μου μαμά!»
«Α, μην αρχίσεις πάλι, γιατί αυτή τη φορά θα θυμώσω!» της γκρίνιαξε. « Έτσι που το πάς δεν θα βαστάξεις σαν γυρίσει ο αφέντης στο σπίτι κι αρχινήσει να σε ρωτάει. Βγες  μια βόλτα και κάνε πως μόλις γύρισες. Πόσες φορές ήθελα κι εγώ να βγω να περπατήσω να διώξω μια στάλα από  το νου μου την έγνοια πού’χω  για την κυρά μου και τι θ’απογίνει.»
«Αχ, Ντίξον!» είπε η Μάργκαρετ. « Πόσο συχνά δυστροπούσα μαζί σου χωρίς να γνωρίζω τι τρομερό μυστικό έπρεπε να κρύψεις!»
«Να’σαι καλά, παιδί μου! Μου αρέσει να σε βλέπω να’χεις τσαγανό. Το ‘χεις πάρει από το σόι των Μπάρεσφορντ. Έτσι δά κι ο Σερ Τζών έριξε δυο φορές με τ’ όπλο στον επιστάτη του μόνο και μόνο επειδή του ‘πε πως ρουφούσε το αίμα των κολίγων του και η αλήθεια είναι πως έβγαζε κι απ’τη μύγα ξύγκι.»
«Ε, λοιπόν, Ντίξον, δεν πρόκειται να σου ρίξω με τ’όπλο και θα προσπαθήσω να μην σου ξανακακιώσω.»

«Δεν  μου κάκιωσες ποτέ. Αν το’πα καμμιά φορά ήταν μοναχά στον εαυτό μου, και σε κανέναν άλλον, έτσι για να έχω να λέω κάτι έστω και μοναχή μου. Κι όταν θυμώνεις είσαι φτυστή ο κύριος Φρέντερικ. Μπορώ να σε τσιγκλάω κάθε μέρα  έτσι για να βλέπω αυτή την αγριάδα να σκοτεινιάζει σαν σύννεφο το πρόσωπό σου. Άντε, τώρα, να βγείτε μια βόλτα δεσποινίς. Θα προσέξω εγώ την κυρά – όσο για τον αφέντη, έχει  τα βιβλία του να του κρατήσουν συντροφιά όταν γυρίσει.»
«Φεύγω.» είπε η Μάργκαρετ. Τριγύρισε για λίγο κοντά στην Ντίξον κάπως σαν διστακτική και αναποφάσιστη. Και ξαφνικά γύρισε, τη φίλησε και έτρεξε έξω από το δωμάτιο.

«Ο Θεός να την έχει καλά!» είπε η Ντίξον.  «Είναι γλυκό το τρελοκόριτσο! Τρεις ανθρώπους έχω στην καρδιά μου: Την κυρά, τον αφέντη Φρέντερικ κι αυτήνα. Μοναχά αυτούς τους τρεις . Κι άλλονε κανένα. Δεκάρα δε δίνω για τους άλλους, να πάνε να πνιγούνε . Τι δουλειά έχουνε σε τούτονε τον κόσμο, κι εγώ δεν ξέρω.  Ο αφέντης, θαρρώ ήτανε γραφτό του να παντρευτεί την κυρά. Αν το πίστευα πως  την αγαπούσε με την καρδιά του, τότε ίσως και να μάθαινα να τον αγαπάω με τον καιρό. Αλλά θά ’πρεπε να  είχε ασχοληθεί πιότερο μαζί της και όχι ολοένα  να διαβάζει και να διαβάζει και να σκέφτεται, να σκέφτεται. Ορίστε τώρα οι προκοπές του. Πολλοί που δεν έχουνε ποτέ τους διαβάσει σταλιά και που δεν κόβει το μυαλό τους έχουνε γίνει Εφημέριοι και Δεσποτάδες, αμέ ! Κι ίσως κι ο αφέντης να το’χε καταφέρει αν  μοναχά νοιαζόταν για την κυρά και άφηνε κατά μέρος τα διαβάσματα και τις σκοτούρες. Να τη, έφυγε !» έκανε κυττάζοντας έξω από το παράθυρο καθώς άκουσε την εξώπορτα να κλείνει. «Καημένη, μικρή  κυρά ! Τα ρούχα της δείχνουν πιο ξέθωρα απ’ότι όταν ήρθε στο Χέλστοουν πριν ένα χρόνο. Τότε δεν είχε ούτε μια μανταρισμένη κάλτσα και όλα της τα γάντια ήταν ολοκαίνουρια. Και τώρα….!»

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Κεφάλαιο 15- "Αφεντικά και εργάτες" Μέρος Β'





Ο κος Θόρντον εμφανίστηκε το ίδιο βράδυ στο σπιτικό των Χέηλ. Πέρασε στο σαλόνι όπου ο κος Χέηλ  διάβαζε δυνατά στην γυναίκα και την κόρη του.
« Έχω έρθει εν μέρει να σας φέρω ένα σημείωμα από τη μητέρα μου και εν μέρει για να ζητήσω συγνώμη για το ότι δεν υπήρξα συνεπής χθες. Το σημείωμα περιέχει τη σύσταση που ζητήσατε: Δόκτωρ Ντόναλντσον.»
« Σας ευχαριστώ!» είπε βιαστικά η Μάργκαρετ, τείνοντας το χέρι της για να πάρει το σημείωμα, μη θέλοντας να ακούσει η μητέρα της ότι αναζητούσαν γιατρό. Χάρηκε που ο κος Θόρντον φάνηκε να καταλαβαίνει αμέσως τη σκέψη της : Της έδωσε το σημείωμα χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.
Ο κος Χέηλ άρχισε να μιλάει για την απεργία.  Το πρόσωπο του κου Θόρντον  αμέσως πήρε μια έκφραση τόσο όμοια με  την χειρότερη όψη της κας Θόρντον, που ήταν αποκρουστικό για την Μάργκαρετ.

«Ναι. Αυτοί οι ηλίθιοι θα απεργήσουν. Ας το κάνουν. Εμάς μας συμφέρει. Όμως τους δώσαμε μια ευκαιρία. Νομίζουν ότι το εμπόριο ανθεί όπως την περσινή χρονιά. Είδαμε την θύελλα να έρχεται και κανονίσαμε ανάλογα την πορεία μας. Όμως πιστεύουν ότι φερόμαστε παράλογα επειδή δεν  εξηγούμε τους λόγους. Πρέπει να  τους δίνουμε αναφορά για το πώς ξοδεύουμε ή αποταμιεύουμε τα χρήματά μας. Ο Χέντερσον στο Άσλευ, προσπάθησε να ξεγλιστρήσει από τους εργάτες του αλλά απέτυχε. Μάλλον επιζητούσε την απεργία. Θα τον εξυπηρετούσε σε αυτό που είχε κατά νου.
Έτσι,  όταν οι εργάτες του ήρθαν να ζητήσουν το πέντε τοις εκατό που διεκδικούσαν, εκείνος τους είπε πως θα το σκεφτεί και θα τους δώσει την απάντησή του τη μέρα της πληρωμής – γνωρίζοντας βέβαια από πριν ποια θα ήταν η απάντησή του, όμως θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να τους ξεσηκώσει τα μυαλά. Όμως φάνηκαν πιο έξυπνοι από αυτόν και πληροφορήθηκαν για τις άσχημες προοπτικές της αγοράς. Έτσι, όταν ήρθε η Παρασκευή, απέσυραν τις αξιώσεις τους, και τώρα είναι υποχρεωμένος να συνεχίσει να δουλεύει. Δεν πρόκειται να παραχωρήσουμε ούτε μια πέννα. Τους λέμε  ότι ίσως αναγκαστούμε να μειώσουμε τους μισθούς  ˙ όμως σίγουρα δεν έχουμε την πολυτέλεια να τους αυξήσουμε. Έτσι λοιπόν, παραμένουμε στις θέσεις μας περιμένοντας την επόμενη επίθεσή τους.»

«Και ποια θα είναι αυτή;» ρώτησε ο κος Χέηλ.

«Μια συγχρονισμένη απεργία, όπως εικάζω. Φαντάζομαι, σε λίγες ημέρες,  θα μπορέσετε να δείτε το Μίλτον χωρίς καπνούς, Μις Χέηλ.»

«Μα για ποιο λόγο» ρώτησε εκείνη « δεν μπορείτε να τους εξηγήσετε τους λόγους για τους οποίους περιμένετε μείωση στο εμπόριο; Δεν είμαι σίγουρη αν χρησιμοποιώ τις κατάλληλες λέξεις, αλλά καταλαβαίνετε τι εννοώ.»
«Δίνετε εσείς στο υπηρετικό προσωπικό εξηγήσεις για τις δαπάνες σας ή για τον τρόπο που εξοικονομείτε χρήματα ; Εμείς, οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, έχουμε  το δικαίωμα να επιλέξουμε πώς θα το διαχειριστούμε.»

« Το δικαίωμα που σας δίνει ο ανθρώπινος νόμος,» είπε η Μάργκαρετ χαμηλόφωνα.

«Συγνώμη, δεν σας άκουσα τι είπατε.»

« Δεν θα ήθελα να το επαναλάβω.» είπε εκείνη « έχει σχέση με κάτι που εσείς δεν μπορείτε να το αισθανθείτε.»

« Δεν θα μου δώσετε μια ευκαιρία;» την παρακάλεσε, εστιάζοντας ξαφνικά την προσοχή του στο να μάθει τι είχε πεί. Εκείνη δυσαρεστήθηκε  με την επιμονή του, αλλά προτίμησε να μην δώσει υπερβολική σπουδαιότητα στα λόγια της.
«Είπα ότι έχετε το ανθρώπινο δικαίωμα. Εννοώ ότι αν εξαιρέσει κανείς τους θρησκευτικούς λόγους, δεν υπάρχουν άλλες αιτίες για να μην διαχειριστείτε όπως νομίζετε αυτά που σας ανήκουν.»
«Γνωρίζω ότι οι θρησκευτικές μας πεποιθήσεις διαφέρουν. Δεν θα μου αναγνωρίσετε όμως ότι έχω κι εγώ κάποιες, μολονότι διαφορετικές ίσως  από τις δικές σας ;»

Είχε χαμηλώσει τη φωνή του, σαν να απευθυνόταν μόνο σ’ εκείνη. Δεν της άρεσε αυτή η αποκλειστικότητα κι έτσι του απάντησε σε κανονικό τόνο φωνής:

«Δεν νομίζω  ότι χρειάζεται να γνωρίζω τις ιδιαίτερες θρησκευτικές σας αντιλήψεις επί του θέματος.  Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει κανένας ανθρώπινος νόμος ο οποίος να απαγορεύει τους εργοδότες από το να  κάνουν ότι θέλουν – ακόμα και να χαλάσουν όλη την περιουσία τους  αν το επιθυμούν. Όμως υπάρχουν αποσπάσματα στην Βίβλο από τα οποία μπορεί κανείς να συμπεραίνει ότι με αυτόν τον τρόπο παραμελούν το καθήκον τους ως κύριοι και οικονόμοι. Ωστόσο, γνωρίζω τόσα λίγα σε σχέση με  απεργίες, μισθοδοσίες, εργασία και κεφάλαιο, που θα ήταν καλύτερα να μην απευθύνομαι σε κάποιον γνώστη της πολιτικής οικονομίας όπως εσείς.»

«Όχι, κάθε άλλο,» είπε εκείνος με θέρμη. «Θα ήμουν ιδιαίτερα ευτυχής να σας εξηγήσω όλα εκείνα που ίσως φαίνονται αφύσικα ή μυστηριώδη σε κάποιον που δεν είναι από τα μέρη μας. Ειδικά σε καιρούς όπως αυτόν, που οι πράξεις μας  σίγουρα θα παρεξηγηθούν από  κάθε κακοπροαίρετο που  είναι σε θέση να συντάξει ένα κείμενο.»
«Σας ευχαριστώ,» απάντησε εκείνη ψυχρά. « Βεβαίως, θα απευθυνθώ στον πατέρα μου σε πρώτη ευκαιρία, για να μου παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία αν τυχόν μου δημιουργηθούν απορίες  από την ζωή εδώ σε μια κοινωνία η οποία μου είναι άγνωστη.»
«Τη θεωρείτε άγνωστη. Γιατί;»
« Δεν ξέρω – ίσως επειδή βλέπω ξεκάθαρα σε αυτήν δύο τάξεις που εξαρτώνται η μία από την άλλη με κάθε δυνατό τρόπο, κι όμως η κάθε μια θεωρεί τα ότι τα συμφέροντα της άλλης αντιμάχονται τα δικά της. Δεν έχω ξαναβρεθεί σε ένα μέρος όπου υπάρχουν δύο ομάδες ανθρώπων που  διαρκώς διασύρουν η μια την άλλη.»
«Ποιόν ακούσατε να διασύρει τους εργοδότες ;  Δεν ρωτάω για ποιους ακούσατε ότι κακομεταχειρίζονται τους εργάτες, γιατί βλέπω ότι επιμένετε να παρανοείτε αυτά που είπα τις προάλλες. Ποιόν όμως ακούσατε να διασύρει τους εργοδότες ;»
Η Μάργκαρετ κοκκίνησε ˙ έπειτα όμως χαμογέλασε λέγοντας:
« Δεν μου αρέσει να δέχομαι κηρύγματα. Αρνούμαι να απαντήσω στην ερώτησή σας. Επιπλέον, δεν έχει σχέση με το θέμα. Μπορείτε να βασιστείτε στο λόγο μου, ότι άκουσα  κάποιους ή μάλλον κάποιον από τους εργάτες να λέει ότι είναι προς το συμφέρον των εργοδοτών να αποτρέπουν τους εργάτες από το να αποκτούν χρήματα. Γιατί θα γίνονταν υπερβολικά ανεξάρτητοι αν είχαν κάποια χρήματα στην άκρη, σ’έναν τραπεζικό λογαριασμό.»

«Τολμώ να πω ότι ήταν  εκείνος  ο άνθρωπος, ο Χίγκινς που σου τα είπε όλα αυτά» είπε  η κα Χέηλ. Ο κος Θόρντον δεν φάνηκε να άκουσε αυτό που η Μάργκαρετ  ήθελε να κρατήσει κρυφό. Εντούτοις το είχε αντιληφθεί.

«Επιπλέον, άκουσα ότι είναι πλεονέκτημα για τους εργοδότες να έχουν αγράμματους  εργάτες – όχι απλά «στραβάδια » όπως συνήθιζε να λέει ο λοχαγός Λέννοξ τους άνδρες στο στράτευμα που συνέχεια έκαναν ερωτήσεις και ήθελαν να μάθουν την αιτία για κάθε διαταγή.» Τα τελευταία της λόγια απευθύνονταν στον πατέρα της περισσότερο παρά στον κο Θόρντον.  Ποιος είναι ο λοχαγός Λέννοξ ; αναρωτήθηκε σιωπηλά ο κος Θόρντον νοιώθοντας μια περίεργη δυσαρέσκεια που τον απέτρεψε προς στιγμήν να της απαντήσει.
Ο πατέρας της  ανέλαβε να συνεχίσει την συζήτηση.
«Μάργκαρετ, δεν σου άρεσαν ποτέ τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διαφορετικά θα είχες ήδη καταλάβει πόσα πράγματα  έχουν γίνει εδώ στο Μίλτον προς όφελος της εκπαίδευσης.»
«Όχι!» αποκρίθηκε με ξαφνική πραότητα. « Ξέρω πως δεν με ενδιαφέρουν τα  εκπαιδευτικά ιδρύματα. Όμως η γνώση και η άγνοια στις οποίες αναφέρθηκα δεν έχουν σχέση με την ανάγνωση και τη γραφή- την διδασκαλία και την πληροφορία που μπορεί να παρέχει κάποιος σε ένα παιδί. Σας διαβεβαιώνω ότι αυτό που εννοούσα ήταν  η στέρηση  της φρόνησης η οποία μπορεί να καθοδηγήσει άνδρες και γυναίκες. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι. Όμως αυτός που μου έδωσε τις πληροφορίες, εννοούσε ότι οι εργοδότες θέλουν οι εργάτες τους να είναι απλά μεγαλόσωμα και γεροδεμένα παιδιά – που να ζουν στο παρόν- πειθαρχώντας τυφλά και αλόγιστα.»

«Εν ολίγοις, Μις Χέηλ, είναι φανερό ότι ο πληροφοριοδότης σας, βρήκε ευήκοα ώτα για όλες τις συκοφαντίες που επέλεξε να ξεστομίσει ενάντια στους εργοδότες,» είπε ο κος Θόρντον προσβεβλημένος.
Η Μάργκαρετ δεν απάντησε. Είχε δυσαρεστηθεί από το προσωπικό τόνο που επέλεξε να δώσει ο κος Θόρντον στη συζήτηση.
Εν συνεχεία  μίλησε ο κος Χέηλ:
« Οφείλω να πω ότι αν και δεν έχω γνωρίσει προσωπικά κάποιους εργάτες, όπως  η Μάργκαρετ, έχω μείνει κατάπληκτος από τον ανταγωνισμό μεταξύ εργοδοτών και εργατών, απ ότι τουλάχιστον δείχνουν τα πράγματα. Έχω αποκομίσει αυτήν την εντύπωση ακόμα και από όσα εσείς έχετε πεί κατά καιρούς .»

Ο κος Θόρντον έκανε μια παύση προτού μιλήσει. Η Μάργκαρετ  είχε μόλις φύγει από το δωμάτιο και ήταν οργισμένος από την ένταση μεταξύ τους. Εντούτοις, αυτή η ενόχληση,  καθιστώντας τον  ψυχραιμότερο και περισσότερο προσεκτικό, έδωσε μεγαλύτερη αξιοπρέπεια στα όσα είπε:
« Σύμφωνα με τη θεωρία μου, τα ενδιαφέροντά μου  ταυτίζονται με εκείνα των εργατών μου και vice versa. Γνωρίζω, ότι στην  Μις Χέηλ  δεν αρέσει να αποκαλούνται οι εργάτες «χέρια», γι αυτό λοιπόν δεν θα χρησιμοποιήσω αυτήν την λέξη , αν και μου έρχεται αυθόρμητα στο στόμα καθώς  ως τεχνικός όρος , η προέλευσή του, όποια κι αν είναι αυτή, είναι πολύ παλιά. Στο μέλλον, σε κάποια επόμενη χιλιετία, σε μια Ουτοπία,  αυτή η ενότητα ίσως γίνει πραγματικότητα – έτσι ακριβώς όπως μπορώ να φανταστώ τη δημοκρατία ως την τέλεια μορφή διακυβέρνησης.»
«Θα διαβάσουμε την Πολιτεία του Πλάτωνα, ευθύς μόλις τελειώσουμε τον Όμηρο.»

«Στην εποχή για την οποία μιλάει ο Πλάτων  ίσως συνάγεται ότι όλοι μας- άνδρες, γυναίκες, παιδιά- είμαστε κατάλληλοι για την δημοκρατία όμως για την παρούσα ηθική και πνευματική κατάσταση η συνταγματική νομαρχία θεωρώ ότι είναι το πρέπον πολίτευμα. Στην παιδική μας ηλικία,
χρειαζόμαστε έναν σοφό δεσποτισμό να μας κατευθύνει. Όντως, ακόμα και μετά την παιδική ηλικία, τα παιδιά και τα νεαρά άτομα είναι ευτυχή υπό την καθοδήγηση  των επιτυχημένων κανόνων μιας διακριτικής, στιβαρής εξουσίας. Συμφωνώ με την Μις Χέηλ σχετικά με το ότι θεωρώ τους εργάτες μας στην ηθική κατάσταση των παιδιών, όμως αρνούμαι ότι εμείς, οι εργοδότες τους φέραμε ή τους συντηρούμε σε αυτήν την κατάσταση. 

Επιμένω ότι ο δεσποτισμός είναι το καλύτερο είδος διακυβέρνησης γι αυτούς ˙ έτσι, τις ώρες που έρχομαι σε επαφή μαζί τους, πρέπει αναγκαστικά να είμαι απολυταρχικός. Θα χρησιμοποιήσω όλη μου την καλή προαίρεση – όχι για λόγους απάτης ή φιλανθρωπίας, κάτι το οποίο είναι πλεονάζον εδώ στο Βορρά- για να φτιάξω σωστούς κανόνες και να φτάσω σε σωστές αποφάσεις όσον αφορά την διοίκηση της επιχείρησής μου – κανόνες και αποφάσεις προς το δικό μου συμφέρον εν πρώτοις, και  ύστερα προς το δικό τους συμφέρον. Όμως δεν θα με εξαναγκάσουν να δικαιολογήσω τις αποφάσεις μου ούτε θα οπισθοχωρήσω από τη δεδηλωμένη απόφασή μου. Άς   έρθουν λοιπόν ! Θα δεινοπαθήσω κι εγώ όπως κι αυτοί.  Στο τέλος όμως θα δούν ότι δεν οπισθοχώρησα ούτε άλλαξα γνώμη στο ελάχιστο.»
Η Μάργκαρετ είχε  επιστρέψει στο δωμάτιο και είχε προσηλωθεί στο εργόχειρό της χωρίς να μιλά. Ο κος Χέηλ απάντησε:

«Τολμώ να πω ότι μιλώ με πλήρη άγνοια του θέματος ˙ όμως από τα λίγα που γνωρίζω θα έλεγα ότι  η μάζα των εργατών  ήδη βρισκόταν σε ταχεία μετάβαση στο οχληρό στάδιο που μεσολαβεί ανάμεσα στην παιδική ηλικία και στην ενηλικίωση και που  είναι το ίδιο τόσο στις κοινωνικές ομάδες όσο και στα  άτομα. Το λάθος που κάνουν στις μέρες μας πολλοί γονείς στο χειρισμό των παιδιών σε ατομικό επίπεδο είναι ότι  επιμένουν στην ίδια παράλογη πειθαρχία όπως όταν τα πρόσταζαν  ‘Να έρχεσαι όταν σε φωνάζω’  ή ‘Κάνε αυτό που σου λέω!’  Ένας σοφός γονέας όμως, ενθαρρύνει την επιθυμία για  ανεξάρτητη δράση έτσι ώστε όταν πάψει η απόλυτος καθοδήγησή του, να γίνει σύμβουλος και φίλος. Αν είναι εσφαλμένος ο συλλογισμός μου, θυμηθείτε ότι εσείς υιοθετήσατε αυτό το κατ’αναλογία παράδειγμα.»
«Πολύ πρόσφατα,» είπε η Μάργκαρετ, «άκουσα μια ιστορία που συνέβη στη Νυρεμβέργη μόλις πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια. Κάποιος πλούσιος έμενε μόνος του σε κάποιες από τις τεράστιες επαύλεις οι οποίες χρησίμευαν παλαιότερα για  κατοικίες και αποθήκες μαζί. Λέγανε πως είχε ένα παιδί αλλά κανείς δεν το γνώριζε αυτό με σιγουριά. Για σαράντα χρόνια, αυτή η φήμη φούντωνε και καταλάγιαζε  χωρίς ποτέ να παύσει ολότελα. Μετά το θάνατό του, αποδείχτηκε πως ήταν αλήθεια. Είχε ένα γυιό – έναν μεσήλικα πλέον, με την απαίδευτη νοημοσύνη ενός παιδιού, τον οποίο είχε κρατήσει σε αυτήν την παράξενη κατάσταση για να τον προφυλάξει από τους πειρασμούς και τα λάθη. Όμως, όπως είναι φυσικό, όταν αυτό το ηλικιωμένο παιδί βγήκε στον κόσμο, έγινε έρμαιο οποιουδήποτε κακοπροαίρετου συμβούλου. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το καλό απ’το κακό. Ο πατέρας του είχε κάνει το ολέθριο σφάλμα να τον μεγαλώσει μέσα στην άγνοια εκλαμβάνοντάς την ως αθωότητα και, έπειτα από δεκατέσσερις μήνες ταραχώδους βίου, οι αρχές της πόλης αναγκάστηκαν να αναλάβουν την φροντίδα του για να τον σώσουν από την λιμοκτονία. Ο χειρισμός του λόγου του ήταν τόσο ανεπαρκής που δεν μπορούσε ούτε να ζητιανέψει με επιτυχία.»

«Χρησιμοποίησα την σύγκριση της θέσης ενός εργοδότη με αυτήν του γονέα, όπως πρότεινε η Μις Χέηλ, επομένως δεν θα παραπονεθώ που στρέψατε αυτήν την παρομοίωση ως όπλο εναντίον μου.
Όμως κύριε Χέηλ, όταν θέσατε ως παράδειγμα για εμάς έναν σοφό γονέα, είπατε ότι υποστηρίζει τα παιδιά του στην επιθυμία τους για ανεξάρτητη δράση. Σας δηλώνω ότι δεν έχει έρθει ακόμα  η ώρα για να έχουν οι εργάτες οποιαδήποτε ανεξάρτητη δράση κατά τη διάρκεια της εργασίας τους  ˙ δεν καταλαβαίνω τι θα θέλατε να πείτε με αυτό. Λέω επίσης, ότι οι εργοδότες θα σφετερίζονταν την ανεξαρτησία των εργατών τους με τέτοιο τρόπο, που εγώ τουλάχιστον, θα  ένοιωθα  ότι θα ήταν άδικο να πράξουμε, αν παρεμβαίναμε υπερβολικά στην ζωή τους εκτός του εργασιακού ωραρίου. Δεν βλέπω το λόγο γιατί θα πρέπει να τους χαλιναγωγήσουμε μόνο και μόνο επειδή δουλεύουν δέκα ώρες την ημέρα για εμάς.  Εκτιμώ τόσο πολύ την ανεξαρτησία μου, ώστε δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερο ξεπεσμό από το να με κατευθύνει συνεχώς κάποιος άλλος, να με συμβουλεύει και να μου κάνει κήρυγμα ή έστω και να  επιτηρεί από κοντά με οποιοδήποτε τρόπο τις πράξεις μου. Μπορεί να είναι ο πλέον σοφός ή ο πλέον ισχυρός – το ίδιο θα επαναστατούσα και θα δυσανασχετούσα για  τις παρεμβάσεις του. Φαντάζομαι ότι αυτό το συναίσθημα είναι ισχυρότερο στο Βορρά της Αγγλίας παρά στο Νότο.»


«Με συγχωρείτε, αλλά μήπως αυτό συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει η ισότητα που δίνει η φιλία ανάμεσα στον συμβουλάτορα και στις συμβουλευόμενες τάξεις ; Μήπως επειδή κάθε άνθρωπος πασχίζει  να υπερασπίσει τη θέση του απομονωμένος και  με τρόπο μη χριστιανικό, σε διάσταση με τον αδελφό του και φθονώντας τον, συνεχώς φοβούμενος ότι θα καταπατηθούν τα δικαιώματά του ;»
«Εγώ απλά εξέθεσα αυτό που συμβαίνει. Λυπάμαι, αλλά έχω ένα ραντεβού στις οκτώ και θα πρέπει για απόψε να λάβω  τα δεδομένα ως έχουν χωρίς να προσπαθήσω να δώσω λογαριασμό γι αυτά – πράγμα που οπωσδήποτε δεν θα έκανε καμμιά διαφορά ως προς τον καθορισμό του πώς μπορεί κανείς να δράσει, έτσι όπως είναι η κατάσταση- τα δεδομένα πρέπει να γίνουν αποδεκτά ως έχουν.

«Όμως» είπε η Μάργκαρετ χαμηλόφωνα «εμένα μου φαίνεται ότι έχει διαφορά και μεγάλη μάλιστα»- ο πατέρας της της έκανε νεύμα να σωπάσει και να αφήσει τον κο Θόρντον να ολοκληρώσει αυτό που ήθελε να πει. Είχε ήδη σηκωθεί και ετοιμαζόταν να φύγει.

«Επιτρέψτε μου να πω αυτό μόνο. Δεδομένου του ισχυρού αισθήματος ανεξαρτησίας σε κάθε άνδρα του Ντάρκσάιρ,μήπως  έχω κανένα δικαίωμα να επιβάλλω με το ζόρι τις δικές μου και μόνο απόψεις ως προς το τι θα πράξει (κάτι το οποίο κι εγώ ο ίδιος απεχθάνομαι σφοδρά) απλά και μόνο επειδή εκείνος έχει εργασία που θέλει να πουλήσει και εγώ το κεφάλαιο για να την αγοράσω;»

«Ούτε στο ελάχιστο,» είπε η Μάργκαρετ, αποφασισμένη να πει τουλάχιστον αυτό «όχι εξαιτίας των ρόλων σας ως εργασίας και κεφαλαίου, όποιοι κι αν είναι αυτοί, αλλά επειδή είστε ένας άνθρωπος που συναλλάσσεται με μια ομάδα ανθρώπων πάνω στους οποίους έχετε τεράστια επιρροή, είτε απορρίπτετε τη χρήση της, είτε όχι, απλά γιατί  οι ζωές και των δυό σας  όπως και η ευημερία σας είναι σταθερά και  στενά συνυφασμένες μεταξύ τους.  Ο Θεός μας δημιούργησε έτσι ώστε να αλληλεξαρτόμεθα  αμοιβαία. Ίσως αγνοούμε την δική μας εξάρτηση ή αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε  ότι οι άλλοι εξαρτώνται από εμάς για πολύ περισσότερα πράγματα απ΄ ότι ο μισθός τους της εβδομάδας, όμως παρόλ’αυτά έτσι έχουν τα πράγματα. Ούτε εσείς ούτε οι άλλοι εργοδότες μπορείτε από μόνοι σας να βοηθήσετε τον εαυτό σας.  Ακόμα και αυτός που κομπάζει υπερήφανα για την ανεξαρτησία του εξαρτάται από τους άλλους γύρω του εξαιτίας της ασυνείδητης επιρροής τους στο χαρακτήρα του – στη ζωή του. Και το πλέον απομονωμένο απ’όλα τα Εγώ σας εδώ στο Ντάρκσάιρ βρίσκεται περιτριγυρισμένο από ανθρώπους που εξαρτώνται από αυτόν και προσκολλώνται πάνω του απ’όλες τις πλευρές – δεν μπορεί να τους αποτινάξει από πάνω του όπως και ο μεγάλος βράχος στον οποίο μοιάζει δεν μπορεί να αποτινάξει –

«Σε παρακαλώ,  όχι άλλες παρομοιώσεις, Μάργκαρετ – αρκετά μας οδήγησες εκτός θέματος ήδη» είπε ο πατέρας της χαμογελώντας με αμηχανία στη σκέψη ότι καθυστερούσαν τον κο Θόρντον παρά τη θέλησή του – κάτι που ήταν λάθος μια και  σ’ εκείνον άρεσε, εφόσον μιλούσε η Μάργκαρετ, αν και αυτά που έλεγε μονάχα τον εκνεύριζαν.

«Πείτε μου, Μις Χέηλ, βρεθήκατε ποτέ υπό την επιρροή – όχι, μάλλον δεν το εκφράζω σωστά- όμως  αν αντιληφθήκατε ποτέ ότι επηρεάζεστε από άλλους και όχι από καταστάσεις, αυτή η επιρροή ήταν άμεση ή έμμεση; Κατέβαλαν κόπο να προτρέψουν, να δώσουν εντολή, να δράσουν  άμεσα χάριν παραδείγματος  ή μήπως υπήρξαν απλοί άνθρωποι στην αλήθεια τους, που έκαναν το καθήκον τους χωρίς ενδοιασμούς,  χωρίς να υπολογίζουν με ποιόν τρόπο  οι πράξεις τους θα κάνουν τον μεν
εργατικό  τον δε οικονόμο ; Μα την αλήθεια, αν ήμουν εργάτης θα με εντυπωσίαζε είκοσι φορές περισσότερο αν ο εργοδότης μου ήταν τίμιος, τυπικός, ταχύς και αποφασιστικός σε όλες του τις πράξεις (και οι εργάτες συνήθως σ'αυτά τα πράγματα κουτσομπολεύουν αποτελεσματικότερα και από τους υπηρέτες ακόμα) παρά  οποιαδήποτε παρέμβαση, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι,  σε σχέση με το τί κάνω εκτός εργασιακού ωραρίου. Συνήθως δεν συλλογίζομαι τόσο εμβριθώς το ποιος είμαι, όμως πιστεύω ότι βασίζομαι στην ειλικρινή τιμιότητα των εργατών μου και στην  ανοιχτή εναντίωσή τους, σε αντιδιαστολή  με τον τρόπο με τον οποίο θα διαχειριστούν κάποια άλλα εργοστάσια το αποτέλεσμα, απλά επειδή  οι εργάτες μου γνωρίζουν ότι εγώ θα περιφρονήσω το με ανέντιμο τρόπο κερδισμένο πλεονέκτημα ή τις δόλιες πράξεις. Έχει μεγαλύτερο αποτέλεσμα από  μια ολόκληρη σειρά διαλέξεων πάνω στο « Η Τιμιότης είναι η καλύτερη οδός» - ζωή ξεθυμασμένη μέσα στις λέξεις. Όχι, όχι. Ό,τι είναι ο εργοδότης, τέτοιοι θα είναι και οι εργάτες χωρίς ιδιαίτερη σκέψη εκ μέρους του.»


«Αυτό είναι μια σπουδαία παραδοχή» είπε γελώντας η Μάργκαρετ. « Όταν βλέπω εργάτες βίαιους και αμετακίνητους ως προς τη διεκδίκηση των  αιτημάτων  τους, μπορώ με ασφάλεια να συμπεράνω ότι ο εργοδότης είναι το ίδιο ˙  ότι εν μέρη αγνοεί αυτό τους το φρόνημα που υπέφερε επί μακρόν,  είναι ευγενικό και δεν αναζήτησε τα δίκαιά του.»
«Είστε κι εσείς σαν όλους τους ξένους που δεν καταλαβαίνουν πώς λειτουργεί το σύστημά μας, Μις Χέηλ.» είπε βιαστικά.
«Υποθέτετε πως οι εργάτες μας είναι μαριονέτες φτιαγμένες από πηλό, έτοιμοι να τους πλάσουμε όπως θέλουμε.  Ξεχνάτε ότι η  δική μας συναλλαγή μαζί τους διαρκεί λιγότερο από το ένα τρίτο της ζωής τους. Φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεστε πως  τα καθήκοντα ενός εργοστασιάρχη είναι  μεγαλύτερα και ευρύτερα από αυτά ενός απλού εργοδότη. Πρέπει να διατηρήσουμε  έναν ευρύ εμπορικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο μας καθιστά σκαπανείς του πολιτισμού.»
«Νομίζω » είπε ο κος Χέηλ χαμογελώντας «ότι ίσως όντως πρωτοπορείτε κάπως στον τόπο σας.  Οι εργάτες σας, εδώ στο Μίλτον, είναι ένα τσούρμο άξεστων παγανιστών.»

«Είναι,» απάντησε ο κος Θόρντον. « Δεν μπορείς να τους εγχειρήσεις με ανθόνερο. Ο Κρόμγουελ* θα γινόταν εξαίρετος εργοστασιάρχης, Μις Χέηλ. Μακάρι να τον είχαμε για να μας καταστείλει την απεργία.»
« Ο Κρόμγουελ δεν αποτελεί προσωπικό μου ήρωα,» απάντησε εκείνη ψυχρά. «Όμως προσπαθώ να συμβιβάσω την αυταρχική σας διοίκηση  με  τον σεβασμό που δείχνετε για την ανεξαρτησία του χαρακτήρα των άλλων.»

Κοκκίνησε με το ύφος της. «Επιλέγω να είμαι ο αναμφισβήτητος και ανεύθυνος αφέντης των εργατών μου για τις ώρες που δουλεύουν για μένα. Όμως όταν αυτές οι ώρες τελειώσουν, παύει και η σχέση μας και σέβομαι το ίδιο την ανεξαρτησία τους όπως και τη δική μου.»
Δεν μίλησε ξανά για ένα λεπτό – ήταν πολύ εξοργισμένος. Όμως αμέσως συνήλθε και καληνύχτισε τον κο και την κα Χέηλ.  Έπειτα, πλησιάζοντας την Μάργκαρετ, της είπε σε πιο χαμηλό τόνο-
«Απόψε, σας μίλησα απότομα κάποια στιγμή και φοβάμαι πως υπήρξα κάπως  αγενής. Βλέπετε, δεν είμαι παρά ένας άξεστος εργοστασιάρχης από το Μίλτον. Θα με συγχωρέσετε;»
«Φυσικά», είπε εκείνη χαμογελώντας καθώς τον κοίταζε καταπρόσωπο - σ'αυτό το  πρόσωπο που φαινόταν ταραγμένο και θλιμμένο και δεν φάνηκε να ησυχάζει  ούτε με την γλυκιά, ηλιοφώτεινη όψη της στην οποία τα παγερά σημάδια από την συνομιλία τους είχαν ολωσδιόλου εξαφανιστεί. Όμως δεν του έτεινε το χέρι της και αισθάνθηκε  ξανά την παράλειψη που την απέδωσε σε υπερηφάνεια.



Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Κεφάλαιο 15ο "Αφεντικά και εργάτες" Μέρος Α'



Βορράς κ Νότος
Κεφάλαιο 15ο

« Αφεντικά κι εργάτες»   (Μέρος Α΄)

«Μάργκαρετ»  είπε ο πατέρας της την επόμενη μέρα, « πρέπει να ανταποδώσουμε την επίσκεψη στην κυρία Θόρντον. Η μητέρα σου δεν αισθάνεται πολύ καλά και θεωρεί πως δεν μπορεί να περπατήσει τόσο μακριά, όμως εσύ κι εγώ θα πάμε σήμερα το απόγευμα.»
....................................................................................................................
Είχαν χρόνο να χαλαρώσουν και να μιλήσουν μεταξύ τους  χαμηλόφωνα πριν κάνει την εμφάνισή της η κυρία Θόρντον.  Δεν είχαν μυστικά να πούν, αλλά είναι συνηθισμένο φαινόμενο, δωμάτια σαν κι αυτό να κάνουν τους ανθρώπους να μιλούν χαμηλόφωνα σαν να μη θέλουν να αφυπνίσουν την κοιμισμένους αντίλαλους.
Επιτέλους, η κυρία Θόρντον έκανε την είσοδό της, σε θροϊζον μαύρο μετάξι όπως ήταν το  συνήθειό της, με τις μουσαλίνες και τις δαντέλες της να συναγωνίζονται  χωρίς να υπερκαλύπτουν την άσπιλη λευκότητα των υφασμάτων του δωματίου. Η Μάργκαρετ εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η μητέρα της δεν μπορούσε να ανταποδώσει την επίσκεψη στην κα Θόρντον.  Όμως στην έγνοια της να μην αναζωπυρώσει τους φόβους του πατέρα της, έδωσε μια μάλλον αμήχανη εξήγηση, δίνοντας την εντύπωση στην κα Θόρντον ότι η κα Χέηλ είχε μια περαστική αδιαθεσία ή κάποια κατά φαντασίαν γυναικεία αδιαθεσία, η οποία θα μπορούσε – αν υπήρχε ισχυρό κίνητρο- να τεθεί κατά μέρος  ή πως απλά η επίσκεψη θα μπορούσε να αναβληθεί αν η αδιαθεσία ήταν πράγματι τόσο σοβαρή.  Ενθυμούμενη επίσης τα άλογα που χρειάστηκε να ενοικιάσει για την άμαξά της ή τον τρόπο με τον οποίο ο κος Θόρντον έδωσε εντολή στην Φάννυ να τη συνοδεύσει με σκοπό να τιμήσουν  με τον δέοντα τρόπο τους Χέηλ, η κα Θόρντον ένοιωσε  ελαφρώς προσβεβλημένη και όχι μόνο δεν έδειξε καμιά συμπόνια για την Μάργκαρετ αλλά μετά βίας σχολίασε την υγεία της μητέρας της.
«Πώς είναι ο κος Θόρντον;» ρώτησε ο κος Χέηλ. «Φοβήθηκα μήπως είναι ασθενής μετά το βεβιασμένο σημείωμα που που έστειλε χθες.»
« Ο γιός μου σπανίως ασθενεί. Και όταν ασθενεί, δεν μιλά γι αυτό ούτε το χρησιμοποιεί σαν δικαιολογία για να μην κάνει κάτι. Μου είπε ότι δεν είχε χρόνο για να διαβάσει μαζί σας, εχθές, κύριε. Είμαι βέβαιη ότι λυπήθηκε, εκτιμά πολύ τις ώρες που περνά μαζί σας.»
« Σας βεβαιώ ότι είναι και για εμένα εξίσου ευχάριστες,»  είπε ο κος Χέηλ.  « Με αναζωογονεί να βλέπω την απόλαυση  που λαμβάνει και την εκτίμηση που τρέφει για ό,τι το εκλεκτότερον από  την κλασσική λογοτεχνία.»
«Δεν αμφιβάλλω διόλου, ότι η κλασσική λογοτεχνία είναι πολύ ελκυστική για όσους έχουν ελεύθερο χρόνο. Σας εκμυστηρεύομαι όμως ότι ήταν ενάντια στην επιθυμία μου η απόφαση του γιού μου να ανανεώσει τις σπουδές του στους κλασσικούς. Αυτή η περίοδος και ο τόπος στον οποίο ζει, απαιτούν όλη του την ενέργεια και το αμέριστο ενδιαφέρον του. Οι κλασσικοί μπορεί να ταιριάζουν σε άνδρες που περνάνε ευχάριστα το χρόνο τους στις εξοχές ή στα κολέγια ˙ όμως οι άνδρες του Μίλτον οφείλουν να αφιερώνουν την σκέψη και την ενέργειά τους στην καθημερινή τους εργασία. Τουλάχιστον αυτή είναι η προσωπική μου άποψη.» Αυτό το τελευταίο σχόλιό της ειπώθηκε με μια δόση υπερηφάνειας που προσπαθούσε να καλυφθεί πίσω από ψεύτικη μετριοφροσύνη.
«Όμως, σαφέστατα αν ο νούς είναι επικεντρωμένος επί μακρόν σε  ένα μόνο αντικείμενο τότε σκληραίνει και γίνεται δύσκαμπτος  άρα και ανίκανος να λειτουργήσει σε πολλά από τα συμφέροντά του.» είπε η Μάργκαρετ.

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε μιλώντας για σκληρό και δύσκαμπτο νου. Ούτε εκτιμώ αυτούς τους  χαρακτήρες που αρέσκονται να στροβιλίζονται από το ένα αντικείμενο στο άλλο ξεχνώντας την μια ημέρα αυτό που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον τους την προηγούμενη. Η ποικιλία των ενδιαφερόντων δεν  ταιριάζει στην ζωή ενός εργοστασιάρχη εδώ στο Μίλτον. Αρκεί, ή θα όφειλε να του ήταν αρκετό, το να έχει έναν και μόνο διακαή πόθο και να εστιάζει όλους τους επιμέρους στόχους της ζωής του στην πραγμάτωση αυτού.»
«Ο οποίος πόθος είναι…..;» ρώτησε η Μάργκαρετ.
Τα ωχρά της μάγουλα άναψαν και τα μάτια της σπινθήρισαν καθώς απαντούσε :
« Να κατακτήσει και να διατηρήσει μια υψηλή, έντιμη θέση ανάμεσα στους έμπορους της χώρας τους – ανάμεσα στους άνδρες της πόλης του.  Μια τέτοια θέση κατέχει ο γιός μου με την αξία του. Πηγαίνετε  όπου θέλετε – όχι μόνον στην Αγγλία αλλά και στην Ευρώπη-  το όνομα του Τζών Θόρντον από το Μίλτον είναι γνωστό και σεβαστό ανάμεσα σε όλους όσους ασχολούνται με επιχειρήσεις. Φυσικά, είναι άγνωστο στους κύκλους της μόδας» συνέχισε  περιφρονητικά. « Οι οκνηροί  κύριοι και κυρίες της αριστοκρατίας  είναι απίθανο να γνωρίζουν πολλά για έναν εργοστασιάρχη από το Μίλτον εκτός κι αν εισέλθει στο Κοινοβούλιο ή νυμφευθεί την κόρη ενός  λόρδου.»
Τόσο ο κος Χέηλ όσο και η Μάργκαρετ, συνειδητοποίησαν με  αμηχανία αλλά και ευθυμία ότι δεν είχαν ποτέ τους ακούσει αυτό το σπουδαίο όνομα μέχρι που ο κος Μπέλλ τους είχε  γράψει  ότι θα ήταν καλό να έχουν τη φιλία του κου Θόρντον στο Μίλτον.  Ο κόσμος της μητρικής υπερηφάνειας δεν ήταν  ο δικός τους κόσμος της αριστοκρατικής Χάρλευ Στρήτ αφενός ή των επαρχιακών κληρικών και των αρχόντων του Χάμπσάιρ αφετέρου.  Το πρόσωπο της Μάργκαρετ, όσο κι αν πάσχιζε να διατηρήσει την έκφραση της απλής ακροάτριας,  αποκάλυψε στην ευαίσθητη  κα Θόρντον τα πραγματικά της αισθήματα.
«Σκέφτεστε ότι δεν είχατε ακούσει ποτέ για τον υπέροχο γιό μου, Μις Χέηλ. Ότι είμαι μια γριά που το μόνο που ξέρει είναι το Μίλτον και πως σαν την κουκουβάγια του μύθου θεωρεί το παιδί της το πιο όμορφο απ’όλα.»
«Όχι,» απάντησε η Μάργκαρετ με κάποια τόλμη. « Αληθεύει ίσως ότι σκεφτόμουν πως το όνομα του κυρίου Θόρντον μου ήταν άγνωστο πριν έλθω στο Μίλτον, όμως αφότου εγκαταστάθηκα εδώ έχω ακούσει αρκετά για να με κάνουν να τον εκτιμήσω και να τον θαυμάσω, για να αισθανθώ  πόσο αληθινά και δίκαια είναι τα όσα είπατε γι αυτόν.»
«Ποιος σας μίλησε γι αυτόν;»  ρώτησε η κα Θόρντον, λίγο πιο καταπραϋμένη, φθονώντας ωστόσο μην τυχόν  η περιγραφή κάποιου άλλου αδικούσε το παιδί της.
Η Μάργκαρετ δίστασε πριν απαντήσει. Δεν της άρεσε ο αυταρχικός τόνος της ερώτησης. Τότε παρενέβη ο κος Χέηλ για να σώσει, κατά τη γνώμη του, την κατάσταση.
«Ο τρόπος που ο ίδιος ο κος Θόρντον μιλούσε, μας έκανε να καταλάβουμε την ευγένεια του χαρακτήρα του. Έτσι δεν είναι, Μάργκαρετ ;»
Τότε η κα Θόρντον ανασηκώθηκε και είπε :
«Ο γιός μου δεν είναι από τους ανθρώπους που μιλούν για τα επιτεύγματά τους. Μπορώ να σας ρωτήσω ξανά, Μις Χέηλ, βασιζόμενη στις εκτιμήσεις τίνος σχηματίσατε  ευνοϊκή άποψη για τον γιό μου ; Θα γνωρίζετε βέβαια, πως μια μητέρα είναι φυσικό να έχει την περιέργεια και να μην χορταίνει να ακούει επιδοκιμαστικά σχόλια για  τα παιδιά της.»
Η Μάργκαρετ απάντησε: « Περισσότερο ήταν τα όσα ο κος Θόρντον δεν μας είπε αλλά ήδη γνωρίζαμε από τον κο Μπέλλ για τον πρότερο βίο του – περισσότερο κι από αυτά που είπε, τα οποία μας έκαναν να αισθανθούμε τους λόγους που έχετε να είσθε υπερήφανη γι αυτόν.»
«Ο κος Μπέλλ ! Και τι μπορεί να ξέρει αυτός για τον Τζών ;  Αυτός  που ζει οκνά την ράθυμη ζωή του κολεγίου! Εντούτοις σας είμαι υπόχρεη, Μις Χέηλ.  Πολλές νεαρές δεσποσύνες  θα δίσταζαν να δώσουν σε μια γριά γυναίκα την ευχαρίστηση να μάθει ότι το όνομα του γιού της έχει συζητηθεί επί μακρόν.»
«Γιατί ;» ρώτησε η Μάργκαρετ, κυττάζοντας με απορία την κα Θόρντον καταπρόσωπο.
«Γιατί ! Επειδή υποθέτω ότι θα είχαν συνείδηση  πώς η γριά μητέρα θα συνηγορούσε υπέρ τους σε περίπτωση που έτρεφαν ελπίδες για την καρδιά του γιού.»
Χαμογέλασε βλοσυρά γιατί είχε ευχαριστηθεί με την ειλικρίνεια της Μάργκαρετ. Ίσως και να αισθάνθηκε ότι έκανε υπερβολικά πολλές ερωτήσεις σαν να είχε το δικαίωμα να κάνει κήρυγμα. Η Μάργκαρετ, ευθύς γέλασε με αυτήν την προοπτική και μάλιστα γέλασε με τόση ευθυμία που ήχησε άσχημα στα αυτιά της κας Θόρντον, σαν να είχε θεωρήσει τα λόγια που προκάλεσαν αυτή το ξέσπασμα ολότελα γελοία.
Η Μάργκαρετ συγκράτησε την ευθυμία της αμέσως μόλις είδε το ενοχλημένο ύφος της κας Θόρντον.
«Σας ζητώ συγνώμη, κυρία.  Όμως πραγματικά σας είμαι υπόχρεη που με απαλλάσσετε από το να κάνω οποιοδήποτε σχέδιο όσον αφορά την καρδιά του κου Θόρντον.»
«Πολλές νεαρές  έχουν ήδη κάνει .»  απάντησε η κα Θόρντον .
«Ελπίζω ότι η Μις Θόρντον είναι καλά,» παρενέβη ο κος Χέηλ, επιθυμώντας σφόδρα να αλλάξει τη ροή της συζήτησης.
«Όπως πάντα. Δεν είναι ιδιαίτερα σθεναρή,» απάντησε η κα Θόρντον κοφτά.
«Και ο κος Θόρντον; Μπορώ να ελπίζω ότι θα τον δω την Πέμπτη;»
«Δεν μπορώ να απαντήσω για το τι κανονίζει ο γιός μου. Γίνονται κάποιες δυσάρεστες κινήσεις στην πόλη- πλανάται η απειλή της απεργίας. Σε τέτοια περίπτωση, οι φίλοι του θα αναζητήσουν την συμβουλή του λόγω της εμπειρίας και της κρίσης του. Πιστεύω, όμως, ότι  θα έρθει την Πέμπτη. Όπως και να’χει, αν δεν μπορεί, θα σας ειδοποιήσει.»
«Απεργία!» έκανε η Μάργκαρετ. «Γιατί ; Για ποιό λόγο θα απεργήσουν;»
«Για να καταχραστούν και να γίνουν κύριοι  ξένης περιουσίας» είπε η κα Θόρντον περιφρονητικά. « Για το λόγο αυτό γίνονται πάντα οι απεργίες. Έτσι και οι εργάτες του γιού μου απεργήσουν, το μόνο που θα πώ είναι ότι θα είναι  ένα μάτσο αχάριστα παλιόσκυλα. Όμως αναμφίβολα θα απεργήσουν.»
«Υποθέτω πως θέλουν υψηλότερες αμοιβές;»  ρώτησε ο κος Χέηλ.
« Αυτό είναι μόνο η επιφάνεια.  Η αλήθεια όμως είναι πως θέλουν να γίνουν αφεντικά και να κάνουν τα αφεντικά δούλους στα ίδια τους τα εργοστάσια. Πάντα αυτό πασχίζουν ˙ όλο σ’αυτό έχουν το μυαλό τους και κάθε πέντε ή έξι χρόνια ξεσπά  μια μάχη ανάμεσα στους εργάτες και στα αφεντικά. Όμως αυτή τη φορά λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο – φαντάζομαι πως δεν υποψιάζονται τι τους περιμένει. Έτσι και εγκαταλείψουν το εργοστάσιο, δεν θα επιστρέψουν έτσι εύκολα.  Νομίζω ότι τα αφεντικά έχουν στο μυαλό τους μερικές ιδέες που θα τους κάνουν να μην παίρνουν βιαστικές αποφάσεις για απεργίες, αν το αποφασίσουν αυτή τη φορά.»

« Δεν θα προκαλέσει αναστάτωση στην πόλη ;» ρώτησε η Μάργκαρετ.
« Μα, και βέβαια ! Σίγουρα όμως δεν είσαι λιπόψυχη, έτσι ; Το Μίλτον δεν είναι μέρος για λιποψυχιές. Στις μέρες μου, χρειάστηκε να διασχίσω ένα πλήθος από έξαλλους εργάτες που απειλούσαν να  σφάξουν τον Μάκινσον έτσι και τολμούσε να ξεμυτίσει από το εργοστάσιό του. Κι εκείνος δεν ήξερε τίποτα, έτσι έπρεπε κάποιος να πάει και να τον ειδοποιήσει, αλλιώς θα τον σκότωναν. Έπρεπε να πάει μια γυναίκα και πήγα εγώ. Κι όταν μπήκα μέσα, εγκλωβίστηκα και δεν μπορούσα να ξαναβγώ. Έπρεπε να παλέψω για τη ζωή μου. Έτσι, ανέβηκα στην στέγη όπου είχανε σωριάσει πέτρες για να τις χρησιμοποιήσουν σε περίπτωση που οι εργάτες  επιχειρούσαν να εισβάλλουν στο εργοστάσιο.  Και ήμουν έτοιμη να σηκώσω αυτές τις βαριές πέτρες και να σημαδέψω καθώς και ο καλύτερος άνδρας ανάμεσά τους, αλλά λιποθύμησα από την ένταση και την αγωνία. Αν ζεις στο Μίλτον, Μις Χέηλ, θα πρέπει να μάθεις να είσαι γενναία.»
« Θα βάλω τα δυνατά μου,» αποκρίθηκε η Μάργκαρετ κάπως ωχρή. «Δεν μπορώ να ξέρω αν είμαι γενναία ή όχι μέχρι να υποστώ τη δοκιμασία. Νομίζω όμως  ότι θα δειλιάσω.»
« Οι επαρχιώτες του Νότου συχνά τρομοκρατούνται από αυτό που για τους άνδρες και της γυναίκες του Ντάρκσαϊρ είναι απλά αγώνας για επιβίωση. Αν όμως είχες ζήσει για δέκα χρόνια ανάμεσα σε ανθρώπους οι οποίοι πάντα  φθονούν τους καλύτερους τους και διαρκώς περιμένουν μια ευκαιρία να τους εκδικηθούν, τότε- στο λόγο μου-  θα ήξερες αν είσαι δειλή ή όχι.»

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Κεφάλαιο 14 "Η Ανταρσία"


Βορράς και Νότος

Κεφάλαιο 14

 « Η Ανταρσία»

Ήταν παρήγορο για την Μάργκαρετ εκείνη την περίοδο , να ανακαλύψει ότι η μητέρα της ερχόταν περισσότερο κοντά της συναισθηματικά, σε μια σχέση τόσο στενή και τρυφερή όσο και στα παιδικά της χρόνια. Της έδειχνε εμπιστοσύνη και της άνοιγε την καρδιά της, κάτι το οποίο πάντα επιθυμούσε η Μάργκαρετ και ζήλευε παλαιότερα την Ντίξον που είχε αυτό το ρόλο. Η Μάργκαρετ καταγινόταν με το να ανταποκρίνεται αμέσως σε κάθε κάλεσμα για συμπόνια που της γινότανε –και δεν ήταν λίγες οι φορές- ακόμα κι όταν επρόκειτο για πράγματα άνευ σημασίας, τα οποία δεν θα αντιλαμβανόταν και δεν θα πρόσεχε η ίδια περισσότερο απ’ ότι ένας ελέφαντας αντιλαμβάνεται τη μικρή καρφίτσα στα πόδια του, την οποία εν τούτοις σηκώνει προσεκτικά όταν τον προστάξει ο κύριος του. Χωρίς να το αντιλαμβάνεται η Μάργκαρετ έμελλε να ανταμειφθεί.
 Κάποιο απόγευμα, απόντος του κυρίου Χέηλ, η μητέρα της άρχισε να της μιλά για τον αδελφό της τον Φρέντερικ, το θέμα ακριβώς για το οποίο η Μάργκαρετ λαχταρούσε να ρωτήσει αλλά ίσως και το μοναδικό για το οποίο η δειλία της ξεπερνούσε την έμφυτη ανοιχτότητά της. Όσο περισσότερο ήθελε να μάθει γι αυτόν, τόσο λιγότερο πιθανό ήταν να μιλήσει.
«Ω, Μάργκαρετ ! Είχε τόσο αέρα χθες το βράδυ ! Τον άκουγα να λυσσομανά από την καμινάδα της κρεβατοκάμαράς μας. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ποτέ δεν μπορώ όταν έχει τόσο τρομερό αέρα. Απέκτησα τη συνήθεια να ξαγρυπνάω όταν ο καημένος ο Φρέντερικ έφυγε για τα καράβια. Και τώρα, ακόμα κι αν δεν ξυπνήσω αμέσως, θα τον δω στον ύπνο μου να ταξιδεύει σε μια τρικυμισμένη θάλασσα, με τα κύματα να υψώνονται πελώρια, διάφανα και καταπράσινα γύρω από το πλοίο του, πιο ψηλά κι από τα κατάρτια και να συστρέφονται σαν ένα απαίσιο γιγάντιο ερπετό στεφανωμένο από άσπρους αφρούς. Είναι ένα όνειρο που βλέπω από παλιά αλλά επιμένει να ξαναέρχεται τις νύχτες που έχει αέρα, μέχρι που πετάγομαι παγωμένη από τον τρόμο και ευγνώμων επειδή έχω ξυπνήσει. Ο καημένος ο Φρέντερικ! Βρίσκεται στη στεριά τώρα, έτσι ο αέρας δεν μπορεί να τον βλάψει. Μολονότι πιστεύω ότι ίσως και να μπορεί να γκρεμίσει κάποιες από αυτές τις ψηλές καμινάδες.»
«Πού βρίσκεται τώρα ο Φρέντερικ, μητέρα; Οι επιστολές μας αναγράφουν Υπ’όψιν των κυρίων Μπαρμπούρ στο Καντίθ, το γνωρίζω, αλλά ο ίδιος πού βρίσκεται ;»
 «Δεν θυμάμαι πώς λέγεται το μέρος, όμως ο ίδιος δεν λέγεται Χέηλ – να το θυμάσαι αυτό Μάργκαρετ. Πρόσεξε τα Φ.Ντ. στις γωνίες των επιστολών. Έχει υιοθετήσει το επίθετο Ντίκινσον. Θα επιθυμούσα να πάρει το όνομα Μπερσφορντ επί του οποίου έχει κάποια δικαιώματα, αλλά ο πατέρας σου πίστευε πως θα ήταν προτιμότερο να μην το κάνει. Θα μπορούσαν, ξέρεις, να τον ανακαλύψουν αν είχε πάρει το πατρικό μου όνομα.»
 «Μητέρα» είπε η Μάργκαρετ «βρισκόμουν στη θεία Σω τότε που συνέβησαν όλα αυτά. Υποθέτω ήμουν πολύ μικρή για να μάθω όλες τις λεπτομέρειες. Όμως τώρα, θα ήθελα αν γίνεται, να ξέρω – αν βέβαια δεν σου είναι οδυνηρό να μιλάς γι αυτό.»
 «Οδυνηρό! Όχι.» απάντησε η κα Χέηλ και τα μάγουλά της άναψαν. «Οδυνηρό είναι να σκέφτομαι ότι ίσως δεν ξαναδώ ποτέ το λατρεμένο μου αγόρι. Όμως, έκανε το σωστό, Μάργκαρετ. Ας λένε ό,τι θέλουν, εγώ όμως έχω τα γράμματά του για απόδειξη και μολονότι είναι γυιός μου, τον πιστεύω περισσότερο απ’οποιοδήποτε ναυτοδικείο στη γή. Πήγαινε στη μικρό Γιαπωνέζικο ερμάρι μου – στο αριστερό συρτάρι θα βρείς ένα πακέτο επιστολές.»
 Η Μάργκαρετ πήγε. Εκεί βρίσκονταν οι κιτρινισμένες, θαλασσοβρεγμένες επιστολές, με εκείνη την παράξενη ευωδιά που αναδίδουν οι επιστολές που έρχονται από τον ωκεανό. Η Μάργκαρετ της έδωσε στην μητέρα της που έλυσε με τρεμάμενα δάχτυλα τη μεταξένια κορδέλα και παρατηρώντας τις ημερομηνίες, έδωσε να τις διαβάσει η Μάργκαρετ κάνοντας βιαστικά και ανήσυχα σχόλια πάνω στο περιεχόμενό τους, σχεδόν προτού προλάβει η κόρη της να καταλάβει το νόημά τους. «Βλέπεις Μάργκαρετ, πώς από την πρώτη κιόλας στιγμή αντιπάθησε τον Κάπταιν Ρήντ. Ήταν ο υποπλοίαρχος στο Orion, το πλοίο με το οποίο πρωτομπαρκάρησε ο Φρέντερικ. Το καημένο το αγόρι μου, πόσο όμορφος ήταν με τη στολή του δόκιμου - έκοβε τις εφημερίδες με το ξιφίδιό του σαν να ήταν χαρτοκόπτης! Όμως αυτός, ο κύριος Ρήντ, όπως λεγόταν τότε, φάνηκε να αντιπαθεί τον Φρέντερικ εξαρχής. Κι έπειτα – στάσου ! Αυτές είναι οι επιστολές που μου έγραψε από το Russel. Όταν τον μετέθεσαν και βρήκε εκεί τον παλιό του εχθρό, τον Κάπταιν Ρήντ να είναι επικεφαλής, είχε την πρόθεση να ανεχτεί υπομονετικά την τυραννία του. Δες ! Αυτή είναι η επιστολή. Διάβασέ τη Μάργκαρετ. Να, κάπου εδώ το λέει - Στάσου!  Ο πατέρας πρέπει να βασίζεται σε μ ένα ότι θα υπομείνω με όλη την δέουσα υπομονή οτιδήποτε μπορεί να αντιμετωπίσω από έναν άλλο αξιωματικό και τζέντλεμαν. Όμως από την προηγούμενη εμπειρία μου με τον τωρινό καπετάνιο, ομολογώ ότι φοβούμαι πως με περιμένει μια μακρά τυραννία πάνω στο Russel. Βλέπεις, υπόσχεται να το αντέξει υπομονετικά και είμαι σίγουρη ότι έτσι έπραξε γιατί είχε την πιο ήπια ιδιοσυγκρασία του κόσμου όταν δεν τον εξόργιζαν. Αυτή είναι η επιστολή στην οποία αναφέρει πόσο θυμωμένος ήταν ο Kάπταιν Ρήντ επειδή οι άντρες δεν εκτελούσαν τους ελιγμούς του πλοίου τόσο γρήγορα όσο το πλήρωμα του Avenger; Βλέπεις, λέει ότι στο Russel είχαν πολλούς καινούριους στο πλήρωμα, ενώ στο Avenger είχε μείνει τρία χρόνια στον σταθμό ελλιμενισμού χωρίς να κάνει τίποτα άλλο από το να κρατάει μακρυά τους δουλέμπορους και να βάζει το πλήρωμα να δουλεύει σαν τρελό ανεβοκατεβαίνοντας τα ξάρτια.»

Η Μάργκαρετ, διάβασε αργά την επιστολή, που ήταν πολύ ξεθωριασμένη πιά και δυσανάγνωστη. Ίσως ο αφηγητής να είχε υπερβάλει – και πιθανόν να είχε όντως υπερβάλλει- όσον αφορά την αυταρχικότητα του Κάπταιν Ρηντ για ασήμαντες αιτίες, μια και η επιστολή είχε γραφεί ενώ το επεισόδιο της φιλονικίας ήταν ακόμα πολύ φρέσκο. Κάποιοι ναύτες ήταν ψηλά στο δεύτερο ψηλότερο ιστίο, όταν ο καπετάνιος έδωσε εντολή να κατέβουν γρήγορα, απειλώντας τον τελευταίο που θα φτάσει με την ποινή της «γάτας με τις εννιά ουρές». Ο ναύτης που είχε ανεβεί ψηλότερα από τους άλλους, καταλαβαίνοντας ότι ήταν αδύνατον να προσπεράσει τους συντρόφους του, πλην όμως θέλοντας απεγνωσμένα να αποφύγει το μαστίγωμα, όρμησε με απελπισία να πιάσει ένα σκοινί αρκετά χαμηλότερα, αστόχησε και έπεσε αναίσθητος στο κατάστρωμα. Πέθανε λίγες ώρες αργότερα και η αγανάκτηση του πληρώματος, είχε φτάσει σε σημείο βρασμού όταν ο νεαρός Χέηλ έγραφε την επιστολή.
«Όμως, την επιστολή αυτή την λάβαμε πολύ καιρό αφού έφθασαν σ’ εμάς τα νέα για την ανταρσία. Ο καημένος μου ο Φρέντ! Μπορώ να πώ ότι ήταν μια λύτρωση γι αυτόν το ότι έγραψε το γράμμα, ακόμα κι αν δεν ήξερε πώς να το στείλει, το παλικάρι μου ! Κι έπειτα διαβάσαμε στις εφημερίδες – πολύ πριν έρθει σ’ εμάς η επιστολή του Φρέντ- ότι μια τρομερή ανταρσία ξέσπασε στο Russel , και πuως οι στασιαστές κατέλαβαν το πλοίο , το οποίο από ‘κει κει πέρα θεωρήθηκε πειρατικό, και πως ο Κάπταιν Ρήντ αφέθηκε με μια βάρκα έρμαιο των κυμάτων, μαζί με κάποιους από το πλήρωμα – αξιωματικούς ή κάτι τέτοιο- των οποίων τα ονόματα δόθηκαν γιατί τους περισυνέλεξε όλους ένα ατμόπλοιο από τις Δυτικές Ινδίες. Ω, Μάργκαρετ ! Τι συντριβή ήταν για μένα και τον πατέρα σου όταν είδαμε πως στον κατάλογο αυτό δεν υπήρχε το όνομα «Φρέντερικ Χέηλ». Σκεφτήκαμε πως ίσως να είχε γίνει κάποιο λάθος, γιατί ο καημένος ο Φρέντερικ ήταν τόσο καλό παιδί, ίσως μόνο λίγο οξύθυμος μερικές φορές, και ελπίζαμε ότι το όνομα Κάρ που υπήρχε στον κατάλογο, πιθανόν να ήταν το Χέηλ γραμμένο λάθος – οι εφημερίδες κάνουν συχνά λάθη. Έτσι, την επόμενη μέρα, την ώρα του ταχυδρομείου, ο πατέρας ξεκίνησε πεζή για το Σάουθαμπτον να πάρει τις εφημερίδες - μα δεν μπορούσα να τον περιμένω σπίτι, ξεκίνησα να τον βρώ και κάθησα να τον περιμένω πέρα από το φράχτη. Επιτέλους, τον είδα να έρχεται: Τα χέρια του κρέμονταν βαριά, το κεφάλι σκυφτό , να περπατά αργά και κοπιαστικά σαν κάθε του βήμα να ήταν τεράστιος μόχθος. Σαν να τον βλέπω τώρα, Μάργκαρετ.» «Μη συνεχίζεις, μητέρα. Καταλαβαίνω.» είπε η Μάργκαρετ σκύβοντας στοργικά στο πλευρό της μητέρας της και φιλώντας της το χέρι .

 «Όχι, δεν μπορείς να καταλάβεις, Μάργκαρετ. Όποιος δεν τον είδε έτσι, τότε, δεν μπορεί να καταλάβει. Με δυσκολία σηκώθηκα για να πάω να τον συναντήσω – όλα γύρω μου έμοιαζαν να καταρρέουν μεμιάς. Κι όταν τον πλησίασα, δεν μίλησε, ούτε φάνηκε να εκπλήσσεται βλέποντάς με εκεί, πάνω από τρία μίλια μακριά από το σπίτι, δίπλα στην οξιά του Όλντχαμ ˙ μόνο πήρε το χέρι μου κι άρχισε να το χαϊδεύει σαν να ήθελε να με καταπραϋνει για να μείνω ήρεμη όταν δεχτώ το μεγάλο πλήγμα. Κι όταν άρχισα να τρέμω τόσο ώστε να μην μπορώ να βγάλω λέξη, με αγκάλιασε, έσκυψε το κεφάλι του στο δικό μου κι άρχισε να τραντάζεται και να κλαίει με ένα παράξενο και πνιγμένο αναφιλητό, μέχρι που από τον μεγάλο μου τρόμο έμεινα εντελώς ακίνητη και το μόνο που έκανα ήτα να τον παρακαλώ να μου πει τι ήταν αυτό που έμαθε. Και τότε, το χέρι του τινάχτηκε σπασμωδικά σαν κάποιος άλλος να το κινούσε παρά την θέλησή του, και μου έδωσε να διαβάσω μια εφημερίδα, μια αισχρή φυλλάδα, που αποκαλούσε τον Φρέντ μας « προδότη του χειρότερου είδους» , «έναν φαύλο και ανάξιο της υπηρεσίας του». Ω, δεν μπορώ να σου περιγράψω τις φοβερές λέξεις που χρησιμοποίησαν! Μόλις το διάβασα, άρπαξα το χαρτί και το έσκισα με τα χέρια μου, το έκανα κομματάκια – ω, Μάργκαρετ – νομίζω πως το ξέσκισα και με τα δόντια μου. Δεν έκλαψα. Δεν μπορούσα. Τα μάγουλά μου ήταν φλογισμένα και τα μάτια μου τα ένοιωθα να καίνε μέσα στο κεφάλι μου. Ο πατέρας σου με κυττούσε σοβαρός. Του είπα πως τα θεωρούσα όλα ψέματα και έτσι ήταν. Μήνες αργότερα, έφτασε αυτό το γράμμα και είδες το κίνητρο του Φρέντερικ. Δεν στασίασε για τον εαυτό του ή για τη δική του ταλαιπωρία . Όμως έλεγε στον Κάπταιν Ρήντ αυτό που πίστευε, και τα πράγματα πήγαν από το κακό στο χειρότερο- και βλέπεις, οι περισσότεροι ναύτες πήραν το μέρος του Φρέντερικ. Μάργκαρετ, νομίζω πως..» συνέχισε τρέμοντας με φωνή αδύναμη και εξασθενημένη « ..χαίρομαι γι αυτό. Είμαι περισσότερο υπερήφανη που ο Φρέντερικ αντιστάθηκε στην αδικία παρά αν ήταν απλά ένας καλός αξιωματικός.»
«Εγώ το ξέρω πως είμαι περήφανη,» είπε η Μάργκαρετ αποφασιστικά. «Καλή η πίστη και η υπακοή στην φρόνηση και στο δίκαιο αλλά ακόμα καλύτερο να αψηφά κανείς την αυθαιρεσία μιας βάναυσης και άδικης εξουσίας, όχι για προσωπικό του όφελος αλλά για χάρη άλλων που είναι περισσότερο αδύναμοι.»
 «Έπειτα απ’όλα αυτά θα ήθελα να μπορούσα να δώ τον Φρέντερικ, μια ακόμα φορά. Μια μόνο φορά. Ήταν το πρώτο μου μωρό, Μάργκαρετ.» Η κα Χέηλ μιλούσε με λαχτάρα και σχεδόν σαν να απολογούνταν γι αυτό, σαν αυτή της η επιθυμία να ήταν απαξιωτική για το άλλο της παιδί. Όμως μια τέτοια ιδέα δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό της Μάργκαρετ. Σκεφτόταν πώς θα μπορούσε να εκπληρώσει την επιθυμία της μητέρας της.
«Έχουν περάσει έξι ή επτά χρόνια. Θα ισχύει ακόμα η δίωξη εναντίον του, μητέρα; Αν ερχόταν και αντιμετώπιζε το δικαστήριο, ποιά θα ήταν η ποινή του ; Σίγουρα θα μπορούσε να προσκομίσει αποδείξεις για το δίκιο του.»
 «Θα ήταν ανώφελο.» απάντησε η κα Χέηλ. «Κάποιοι από τους συντρόφους του Φρέντερικ συνελήφθησαν και πέρασαν από ναυτοδικείο πάνω στο Amicia . Πίστεψα όσα είπαν στην υπεράσπισή τους, οι δύστυχοι, γιατί συμφωνούσαν με τα όσα έγραψε ο Φρέντ – ήταν όμως μάταιο.» - και για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της συζήτησης, η κα Χέηλ άρχισε να κλαίει. Όμως, κάτι έκανε την Μάργκαρετ να πιέσει την μητέρα της για να μάθει την πληροφορία την οποία μάντευε αλλά και φοβόταν. «Τι τους έκαναν, μητέρα;» ρώτησε. «Τους κρέμασαν από τις αντένες» είπε η κα Χέηλ. « Και το χειρότερο είναι πως οι δικαστές, καταδικάζοντάς τους σε θάνατο, είπαν ότι είχαν προκαλέσει μόνοι τους το θάνατό τους, γιατί αφέθηκαν να παρασυρθούν από τα καθήκοντά τους, υπακούοντας στους ανώτερούς τους.» Σώπασαν για αρκετή ώρα. «Κι ο Φρέντερικ ήταν στην Νότια Αμερική για αρκετά χρόνια, έτσι δεν είναι;» «Ναι. Και τώρα βρίσκεται στην Ισπανία. Στο Καντίθ ή κάπου εκεί κοντά. Αν έρθει στην Αγγλία, θα τον κρεμάσουν. Δεν θα τον δω ποτέ ξανά, γιατί αν έρθει στην Αγγλία, θα τον κρεμάσουν.» Δεν υπήρχε παρηγοριά. Η κα Χέηλ στράφηκε προς τον τοίχο και έμεινε τελείως ακίνητη μέσα στην απελπισία της ως μητέρα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να πει κανείς για να την παρηγορήσει. Αποτράβηξε το χέρι της από της Μάργκαρετ με μια κάπως απότομη κίνηση σαν να ήθελε να μείνει μόνη της με την ανάμνηση του γιου της . Όταν μπήκε στο δωμάτιο ο κος Χέηλ, η Μάργκαρετ βγήκε έξω με την ψυχή βαριά, χωρίς να βλέπει πουθενά στον ορίζοντα την παραμικρή υπόσχεση ηλιαχτίδας.