Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 31ο "Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί ;"

Η ζωή συνεχίζεται στο Μίλτον. Η Μάργκαρετ συνεχίζει να στηρίζει την οικογένεια και να παίρνει αποφάσεις που κανονικά θα έπρεπε να τις αναλάβει ο κύριος Χέηλ. 
Στην εικονογράφηση το πορτραίτο που έχω χρησιμοποιήσει για να εικονογραφήσω τον Λέοναρντς ανήκει στον Robert Cornelious και στην ουσία είναι η πρώτη δαγκεροτυπία που απεικονίζει πρόσωπο, χρονολογημένη από το 1839. Περίπου 15 χρόνια πριν από την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία μας. Επίσης, με αφορμή τον τίτλο του 31ου κεφαλαίου, αξίζει να αναζητήσετε πληροφορίες για τον Σκωτσεζο Βάρδο , τον Robert Burns.



"Ξεχνιούνται οι παλιοί γνωστοί ;" *
                             Στίχος του  Σκωτσέζου ποιητή  Robert Burns από το "Auld Lang Syne"

Έφτασε το τσουχτερό πρωινό του Οκτωβρίου. Όχι σαν τον Οκτώβριο της εξοχής του Νότου, με την απαλή, ασημένια πάχνη που  έσβηνε μόλις πρόβαλλαν  οι ηλιαχτίδες φανερώνοντας όλη την μεγαλειώδη ομορφιά των χρωμάτων, αλλά ο Οκτώβριος του Βορρά, στο Μίλτον, όπου η ασημένια πάχνη ήταν πυκνή ομίχλη κι ο ήλιος όταν κατάφερνε να ξεπροβάλλει και να λάμψει έδειχνε μόνο ατέλειωτους σκοτεινούς δρόμους. Η Μάργκαρετ περιφερόταν νωθρά, βοηθώντας την Ντίξον στο να τακτοποιήσει το σπίτι. Τα δάκρυα την τύφλωναν συνεχώς όμως δεν είχε χρόνο για να ξεσπάσει κλαίγοντας όπως θα ήθελε. Ο πατέρας της όπως και ο αδελφός της βασίζονταν πάνω της∙ ενώ εκείνοι είχαν παραδοθεί στον πόνο τους, αυτή έπρεπε να δουλέψει, να σκεφτεί, να υπολογίσει. Ακόμα και  αυτά τα αναγκαία  περί της κηδείας θα έπρεπε να τα διευθετήσει η ίδια.
Μόλις η φωτιά θέριεψε λάμποντας και τριζοβολώντας – όταν όλα ήταν έτοιμα για το πρόγευμα και το τσαγερό στην άκρη σφύριζε το σκοπό του, η Μάργκαρετ έριξε μια ματιά τριγύρω στο δωμάτιο πριν πάει να φωνάξει τον κύριο Χέηλ και τον Φρέντερικ. Ήθελε να είναι όλα όσο το δυνατόν πιο πρόσχαρα, κι όμως μόλις πέτυχε το σκοπό της, η αντίθεση ανάμεσα στην χαρούμενη όψη του δωματίου και στις σκοτεινές της σκέψεις την έκανε να βάλει ξαφνικά τα κλάματα. Είχε γονατίσει δίπλα στον καναπέ, κρύβοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα μαξιλάρια για να μην την ακούσει κανείς, όταν ένοιωσε στον ώμο της το άγγιγμα της Ντίξον.
«Ελάτε, μις Χέηλ, ησυχάστε, καλή μου! Δεν πρέπει να το βάλετε κάτω, ειδαλλιώς τι θ’απογίνουμε ;  Δεν υπάρχει κανένας  άλλος στο σπίτι που να μπορεί να βάλει σε τάξη τα πράγματα και έχουν να γίνουν τόσα πολλά ακόμη. Πρέπει να κανονίσουμε για την κηδεία – ποιοι θα έρθουν, πού θα γίνει και όλα αυτά. Ο κύριος Φρέντερικ έχει τρελαθεί στο κλάμα κι ο αφέντης  που ποτέ δεν τα κατάφερνε σ’αυτά, τώρα μοιάζει να τα’χει χαμένα εντελώς ο δόλιος ! Είναι πολύ σκληρό, καλή μου, το ξέρω, αλλά όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα. Σταθήκατε τυχερή που δεν χάσατε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο ως τα τώρα.»
Ίσως να ήταν έτσι. Όμως αυτή ήταν από μόνη της μια τεράστια απώλεια – δεν μπορούσε να συγκριθεί με τίποτα άλλο στον κόσμο. Η Μάργκαρετ δεν ένιωσε να την παρηγορούν τα λόγια της Ντίξον, αλλά η ασυνήθιστη τρυφερότητα στον τρόπο της  αυστηρής ηλικιωμένης υπηρέτριας άγγιξε την καρδιά της και για το λόγο αυτό περισσότερο, παρά για οτιδήποτε άλλο, σηκώθηκε και απαντώντας με ένα χαμόγελο  στο ανήσυχο βλέμμα της Ντίξον, πήγε να πει στον πατέρα και τον αδελφό της ότι το πρόγευμα ήταν έτοιμο.
Ο κύριος Χέηλ ήρθε σαν να περπατούσε μέσα σ’ ένα όνειρο- ή μάλλον με τις ασυναίσθητες κινήσεις κάποιου που υπνοβατεί και που τα μάτια και το μυαλό του βλέπουν άλλα πράγματα από αυτά που τον περιβάλλουν.  Ο Φρέντερικ μπήκε μέσα με ζωηρό βήμα και βεβιασμένη φαιδρότητα, της έπιασε το χέρι, την κύτταξε στα μάτια και ξέσπασε σε λυγμούς.  Η Μάργκαρετ έπρεπε να προσπαθεί να βρίσκει διάφορα ανούσια πράγματα προς συζήτηση σε όλη τη διάρκεια  του προγεύματος για να αποστρέφει την σκέψη της συντροφιάς μακριά από την ανάμνηση του τελευταίου γεύματος που είχαν μοιραστεί, όταν συνεχώς είχαν στραμμένη την προσοχή τους για κάποια κίνηση ή ήχο από το δωμάτιο της άρρωστης.
Αφού τελείωσαν, αποφάσισε να μιλήσει στον πατέρα της για  την κηδεία.  Εκείνος, κουνώντας το κεφάλι, συναινούσε σε ό,τι  του πρότεινε, αν  και πολλές από τις προτάσεις της ήταν εντελώς  αντιφατικές.  Η Μάργκαρετ δεν αποκόμισε κάτι βέβαιο από αυτόν και φεύγοντας από το δωμάτιο για να βρει και να συμβουλευτεί την Ντίξον, άκουσε τον πατέρα της να την καλεί πίσω.
«Ρώτα τον κύριο Μπέλλ» της είπε με φωνή υπόκωφη.
«Τον κύριο Μπέλλ!» έκανε εκείνη κάπως έκπληκτη. «Τον κύριο Μπέλλ που ζει στην Οξφόρδη;»
«Τον κύριο Μπελλ» επανέλαβε εκείνος. «Ναι. Ήταν κουμπάρος στο γάμο μου.»
Η Μάργκαρετ κατάλαβε τον σύνδεσμό τους.
«Θα του γράψω αμέσως.» απάντησε. Εκείνος, βυθίστηκε ξανά στην απραξία. Όλο το πρωί η Μάργκαρετ συνέχισε να κοπιάζει, λαχταρώντας να ξεκουραστεί, εντούτοις συνέχισε να καταπιάνεται με τα πάντα, βυθισμένη στη μελαγχολία.
Κοντά στο βράδυ, η Ντίξον της είπε: «Τα κατάφερα, δεσποινίς. Στ’αλήθεια φοβόμουνα για τον κύριο ότι θα του’ρχότανε κόλπος απ’τη στεναχώρια του. Όλη τη μέρα σήμερα την πέρασε με την κυρά. Κι όταν πήγα κι αφουγκράστηκα στην πόρτα, τον άκουγα να της μιλά και να της λέει σαν να’τανε ζωντανή. Σαν μπήκα μέσα, έμενε αμίλητος κι ακούνητος σαν παραζαλισμένος. Έτσι έκατσα κι είπα με το νου μου πως πρέπει κάτι να κάνω να τον ξυπνήσω κι αν  τύχει και ταραχτεί στην αρχή, ίσως να βγει και σε καλό μετά.  Έτσι, πήγα και του’ πα πως νομίζω ότι ο κύριος Φρέντερικ δεν είναι ασφαλής εδώ.  Και πραγματικά έτσι νομίζω. Μόλις την Τρίτη που βγήκα έξω, συνάντησα έναν τύπο από το Σάουθσάμπτον – τον πρώτο που είδα αφότου ήρθα εδώ στο Μίλτον – δεν τυχαίνει να’ρχονται συχνά εδώ, νομίζω.  Που λέτε, ήταν εκείνο το παιδί, ο Λέοναρντς ,ο γυιός του γερο-Λέοναρντς που πουλαγε υφάσματα, ο μεγαλύτερος αλήτης στον κόσμο – κόντεψε να τον πεθάνει το δόλιο τον πατέρα του και ύστερα το ’σκασε και  πήγε στα καράβια. Ποτέ μου δεν τον χώνεψα. Ήταν στο Orion τον ίδιο καιρό με τον κύριο Φρέντερικ, αλλά δε θυμάμαι αν ήταν  εκεί και στην ανταρσία.
«Σε αναγνώρισε;» ρώτησε η Μάργκαρετ ανυπόμονα.
«Μα, αυτό είναι το χειρότερο. Δεν νομίζω ότι θα με καταλάβαινε αν δεν πήγαινα η χαζή να του μιλήσω πρώτη. Ήταν ένας γνωστός από το Σάουθάμπτον σε ένα ξένο μέρος αλλιώς δε θα γύρευα να πιάσω φιλίες με δαύτον – ένας άχρηστος, ένα ρεμάλι ! Μου λέει : «Μις Ντίξον! Ποιος να μου το ’λεγε πως θα σ’ έβλεπα εδώ ; Μήπως όμως λαθεύω και δεν είσαι πια ‘δεσποινίς Ντίξον’ ;» Γύρισα και του ‘πα πως εξακολουθούσα να κρατώ το πατρικό μου όνομα αν και θα είχα καλές ευκαιρίες για γάμο αν δεν ήμουν τόσο επιλεκτική. ‘Εκαμε τον  ευγενικό: « Δεν αμφέβαλε καθόλου πως έτσι ήταν». Δεν θα μ’έπιανε όμως κορόϊδο  ένας του λόγου του και του απάντησα στα ίσα – και για να μη φανεί πως με πείραξε, ρώτησα μέχρι  και για τον πατέρα του (που το’ξερα πως τον είχε πετάξει έξω από το σπίτι) σαν να είχαν τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους. Έτσι λοιπόν, για να με συγχύσει, γιατί βλέπεις μόλο που που είμασταν όλο ευγένεια, είχαμε αρχίσει να τρωγόμαστε, άρχισε να ρωτά για τον κύριο Φρέντερικ, και είπε σε τι φασαρίες είχε μπλέξει ( λες και οι φασαρίες του κυρίου Φρέντερικ θα μπορούσαν ποτέ να ξεπλύνουν τις ντροπές του  Τζωρτζ Λέοναρντ ή θα τον έκαμαν να φαίνεται καλύτερος απ’ότι είναι – ένα άχρηστο παλιοτόμαρο.) Κι έλεγε πως θα τον κρεμάσουν για ανταρσία αν τυχόν και τον πιάσουνε, και πως τον έχουνε επικηρυγμένο για 100 λίρες και πόσο έχει ατιμάσει  την οικογένειά του – κι όλα αυτά για να με συγχύσει, καλή μου, γιατί ήξερε πως κι από παλαιότερα ευχαρίστως θα βόηθαγα τον γερο-Λέοναρντ να τον βάλει σε μια τάξη, εκεί στο Σάουθσάμπτον. ‘Ετσι του ‘πα πως είναι κι άλλες οικογένειες που έχουν πιότερες αιτίες να  ντρέπονται για τα βλαστάρια τους και πως θα το χαίρονταν αν μάθαιναν πως τα παιδιά τους βγάζουνε τίμια το ψωμί τους στα ξένα, μακριά απ’ το σπίτι τους. Κι έπειτα ο αναιδέστατος μου είπε πως μπορώ να του έχω εμπιστοσύνη και αν τυχόν γνωρίζω κάποιο νεαρό που για κακή του τύχη παραστράτησε, και θα’θελε να βρεθεί στον ίσιο δρόμο, ο ίδιος ευχαρίστως να του προσφέρει ο ίδιος καθοδήγηση. Ακούς εκεί! Αυτός θα κόλαζε και άγιο ! Είχα χρόνια να αισθανθώ τόσο άσχημα όσο προχθές που καθόμουνα και του μίλαγα. Μου ’ρχότανε να βάλω τις φωνές που δεν μπορούσα να τον προσβάλλω περισσότερο, έτσι που στεκότανε και μου γελούσε κατάμουτρα λες και έπαιρνε όλες μου τις προσβολές για κοπλιμέντα και δεν τον ένοιαζε σταλιά ό, τι και να του’λεγα ενώ εγώ γινόμουν έξω φρενών με τα λόγια του.»
«Όμως δεν του είπες τίποτα για εμάς…για τον Φρέντερικ;»
«Και βέβαια, όχι !» είπε η Ντίξον. «Δεν μπήκε στον κόπο να με ρωτήσει πού έμενα και να ρώταγε εγώ δε θα του το’λεγα. Ούτε και τον ρώτησα με τι καταπιανόταν.  Περίμενε ένα λεωφορείο  το οποίο ήρθε εκείνη ακριβώς την ώρα και ‘κείνος ανέβηκε πάνω. Όμως για να με συγχύσει ως το τέλος, γύρισε την τελευταία στιγμή πριν ανέβει και μου ‘πε: « Αν με βοηθήσεις να τσακώσουμε τον υποπλοίαρχο Χέηλ, μις Ντίξον, θα μοιραστούμε το παραδάκι. Ξέρω πως θες να γίνουμε συνεταιράκια, έτσι ; Έλα πες το, μην ντρέπεσαι.»
Κι ύστερα ανέβηκε στο λεωφορείο και τον είδα να με λοξοκυττάει με το άσχημο μούτρο του,  κρυφογελώντας που κατάφερε να’χει εκείνος την τελευταία λέξη.»
Η Μάργκαρετ αναστατώθηκε με τα λόγια της Ντίξον.
«Το είπες στον Φρέντερικ;» τη ρώτησε.
«Όχι,» απάντησε η Ντίξον « Ανησυχούσα με τη  σκέψη ότι αυτός ο παλιάνθρωπος ο Λέοναρντς βρισκόταν στην πόλη, αλλά είχα τόσα πράγματα να σκεφτώ εκείνες τις μέρες που δεν κάθησα να το συλλογιστώ και πολύ. Όμως βλέποντας τον κύριο να στέκεται  έτσι ακίνητος κι αμίλητος και με την όψη του θλιμμένη και μες στα δάκρυα, σκέφτηκα ότι ίσως και να τον ταρακουνούσε λιγάκι αν είχε να σκεφτεί την ασφάλεια του κυρίου Φρέντερικ. Έτσι, κάθισα και του τα είπα όλα, μ’όλο που κοκκίνιζα όταν είπα πως ένας νεαρός μιλούσε μαζί μου στο δρόμο. Και του’κανε καλό του κυρίου. Αν πρέπει να εξακολουθήσει να κρύβεται ο κύριος Φρέντερικ, τότε θα πρέπει να φύγει, το δόλιο το παιδί, πριν έρθει ο κύριος Μπέλλ.»
«Ω, δεν φοβάμαι για τον κύριο Μπέλλ, αλλά γι αυτόν τον Λέοναρντς. Πρέπει να το πω στον Φρέντερικ. Πως  είναι ο Λέοναρντς;»
« Ένας κακιασμένος άνθρωπος, σας το λέω, δεσποινίς. Με κάτι τεράστιες κατακόκκινες φαβορίτες – αίσχος! Και μ’όλο που μού ‘πε ότι έχει καλή θέση, φόραγε κάτι ντρίλινα ρούχα σαν εργάτης.»΄
Ήταν φανερό ότι ο Φρέντερικ έπρεπε να φύγει.  Και μάλιστα όταν είχε βρει ξανά την θέση του μέσα στην θαλπωρή της οικογένειας και επρόκειτο να φανεί  σίγουρο στήριγμα στην αδελφή και τον πατέρα του. Ειδικά όταν η φροντίδα για την μητέρα του όσο ήταν ζωντανή και η θλίψη του τώρα που ήταν νεκρή τον έδενα ακόμα περισότερο με τους οικογενειακούς δεσμούς και καθιστούσαν δυσκολότερο τον αποχωρισμό.
Ενώ η Μάργκαρετ καθόταν δίπλα στο αναμμένο τζάκι του καθιστικού και αναλογιζόταν όλα αυτά  - με τον πατέρα της δίπλα ταραγμένο και ανήσυχο κάτω από την πίεση του νέου φόβου, για τον οποίο ακόμα δεν είχε πει κουβέντα -  μπήκε στο δωμάτιο ο Φρέντερικ, με χλωμό το λαμπερό του πρόσωπο, αλλά δείχνοντας ότι το υπερβολικά βίαιο ξέσπασμα  της θλίψης του είχε περάσει. Πήγε κατευθείαν στην Μάργκαρετ και τη φίλησε στο μέτωπο.
«Πόσο χλωμή, είσαι Μάργκαρετ!» είπε χαμηλόφωνα. «Είχες να φροντίσεις για όλους μας και για σένα δεν φρόντισε κανείς. Ξάπλωσε στον καναπέ – δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις.»
«Αυτό είναι το χειρότερο απ’όλα ,» ψιθύρισε εκείνη.
Έπειτα πήγε και ξάπλωσε και ο αδελφός της αφού της σκέπασε τα πόδια με μια εσάρπα, πήγε και κάθισε κάτω δίπλα της. Τα δυο αδέλφια άρχισαν να μιλούν χαμηλόφωνα. Η Μάργκαρετ του είπε όλα όσα της αφηγήθηκε η Ντίξον για την συνάντησή της με τον Λέονταρντς. Ο Φρέντερικ έσφιξε τα χείλη του σε μια ίσια γραμμή, φανερά απογοητευμένος.
«Θα’θελα να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου μια και καλή μ’αυτόν τον άνθρωπο. Ο χειρότερος ναύτης που υπηρέτησε ποτέ σε καράβι – κι ο χειρότερος χαρακτήρας. Αυτό στο δηλώνω! Γνωρίζεις τις λεπτομέρειες του περιστατικού, Μάργκαρετ ?»
«Ναι, μου μίλησε η μαμά.»
«Ε, λοιπόν, όταν όλοι οι καλοί και άξιοι ναυτικοί είχαν αγανακτήσει με τον καπετάνιο μας, αυτός ο τύπος για να γίνει αρεστός – φτού! Και να σκεφτεί κανείς ότι βρίσκεται εδώ! Ω, έτσι και είχε την παραμικρή υποψία πως βρίσκομαι σε ακτίνα είκοσι μιλίων από αυτόν, θα με κατέδιδε για να κλείσει παλιούς λογαριασμούς.  Καλύτερα να έπαιρνε οποιοσδήποτε άλλος αυτές τις εκατό λίρες που πιστεύεται ότι αξίζει το κεφάλι μου, παρά αυτό το κάθαρμα. Κρίμα που δεν μπορούμε να πείσουμε την καημένη την γριά-Ντίξον να με καταδώσει και να πάρει την αμοιβή για να’χει μια ασφάλεια στα γεράματά της.»
«Ω, σώπα, Φρέντερικ! Μη μιλάς έτσι.»
Ο κύριος Χέηλ πήγε προς το μέρος τους  τρέμοντας με ανυπομονησία. Είχε ακούσει τι έλεγαν. Πήρε το χέρι του Φρέντερικ στα δικά του.
« Παιδί μου, πρέπει να φύγεις. Είναι πολύ άσχημο, αλλά βλέπω ότι αυτό πρέπει να γίνει. Έκανες ό,τι μπορούσες. Ήσουν μια παρηγοριά για εκείνη.»
«Ω, πατέρα, στ’ αλήθεια πρέπει να φύγει;» έκανε η Μάργκαρετ παρακαλεστικά παρά την  πεποίθηση και της ίδιας ότι αυτό ήταν το σωστό.
«Σας δηλώνω ότι σκέφτομαι να το αντιμετωπίσω και να προσαχθώ σε δίκη. Να μπορούσα  μονάχα να συγκεντρώσω  αποδεικτικά στοιχεία. Δεν αντέχω στη σκέψη ότι θα με έχει στο χέρι αυτός ο εκβιαστής ο Λέοναρντς. Υπό άλλες συνθήκες, θα απολάμβανα αυτή την επίσκεψη  στα κλεφτά : έχει όλη την γοητεία για την οποία φημίζονται οι Γαλλίδες κυρίες  που ασκούν τις απαγορευμένες ηδονές.»
«Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις, Φρέντ,» είπε η Μάργκαρετ, « είναι ότι  είχες πέσει σε  μεγάλη δυσμένεια επειδή είχες κλέψει μήλα. Είχαμε πολλά δέντρα δικά μας, όλα κατάφορτα με μήλα όμως κάποιος σου είχε πει ότι τα κλεμμένα φρούτα ήταν πιο γλυκά,  κάτι το οποίο πίστεψες κατά γράμμα, και αμέσως πήγες  να τα κλέψεις. Δεν έχεις αλλάξει και πολύ από τότε.»
«Ναι – πρέπει να φύγεις,» επανέλαβε ο κύριος Χέηλ, απαντώντας και στην προηγούμενη ερώτηση της Μάργκαρετ. Ο νους του  ήταν προσηλωμένος σ’ένα και μόνο πράγμα και χρειαζόταν να καταβάλλει προσπάθεια για να παρακολουθήσει τη γρήγορη στιχομυθία των παιδιών του, προσπάθεια που δεν έκανε.
Η Μάργκαρετ και ο Φρέντερικ κυττάχτηκαν μεταξύ τους.  Δεν θα είχαν πια αυτή τη γοργή στιγμιαία αλληλοκατανόηση όταν  εκείνος έφευγε. Μπορούσαν  με το βλέμμα να πουν τόσα πράγματα που δεν τα χωρούσαν οι λέξεις. Και οι δυο αναθεμάτιζαν την ίδια σκέψη, μέχρι που βούλιαξαν στην θλίψη. Πρώτος συνήλθε ο Φρέντερικ.
«Ξέρεις, Μάργκαρετ, σήμερα το απόγευμα κόντεψα να πάρω μια τρομάρα – κι εγώ, κι η Ντίξον. Είχα ακούσει  το κουδούνι της εξώπορτας  να χτυπά, αλλά σκέφτηκα πως ο επισκέπτης θα είχε τελειώσει τη δουλειά του και θα είχε ήδη φύγει, έτσι ήμουν έτοιμος να εμφανιστώ στο διάδρομο, όταν ανοίγοντας την πόρτα της κάμαράς μου, βλέπω την Ντίξον να κατεβαίνει. Συνοφρυώθηκε και με έσπρωξε πάλι μέσα. Άφησα την πόρτα ανοικτή και άκουσα να δίνει κάποιο μήνυμα σε έναν άνδρα που βρισκόταν στο γραφείο του πατέρα, και ο οποίος έφυγε κατόπιν. Ποιος  μπορεί να ήταν ; Κάποιος  από τους εμπόρους;»
«Πολύ πιθανόν,» είπε αδιάφορα η Μάργκαρετ. « Ένας  κοντούλης, ήσυχος ανθρωπάκος ήρθε να λάβει εντολές γύρω στις δύο.»
«Μα, δεν ήταν κάποιος μικροκαμωμένος, αλλά ένας ψηλός γεροδεμένος τύπος. Και ήταν περασμένες τέσσερις όταν έφυγε.»
«Ο κύριος Θόρντον, ήταν» είπε ο κύριος Χέηλ. Χάρηκαν που τον έκαναν να συμμετέχει στη συζήτηση.
«Ο κύριος Θόρντον!» είπε η Μάργκαρετ κάπως έκπληκτη. «Νόμιζα πως…»
«Λοιπόν, τι ήταν αυτό που νόμισες, μικρή μου;» είπε ο Φρέντερικ  καθώς εκείνη άφησε την φράση της μισοτελειωμένη.
«Ω, απλά νόμιζα» είπε εκείνη κυττάζοντάς τον καταπρόσωπο και κοκκινίζοντας « πως εννοούσες κάποιον από διαφορετική κοινωνική τάξη, όχι έναν κύριο – κάποιον που ήρθε για θελήματα.»
«Κάπως έτσι έμοιαζε» είπε ο Φρέντερικ ανέμελα. «Τον θεώρησα έμπορο και αποδείχτηκε ότι ήταν βιοτέχνης.»
Η Μάργκαρετ δεν απάντησε. Θυμήθηκε πώς κι εκείνη στην αρχή, πριν γνωρίσει τον χαρακτήρα του, είχε τη ίδια γνώμη με τον Φρέντερικ και μιλούσε γι αυτόν με τον ίδιο τρόπο. Ήταν φυσικό να προκαλεί τέτοια εντύπωση,   όμως εκείνη την ενοχλούσε λίγο. Δίσταζε να μιλήσει – ήθελε να δώσει στον Φρέντερικ να καταλάβει  τι είδους άνθρωπος ήταν ο κύριος Θόρντον αλλά η γλώσσα της είχε δεθεί κόμπος.
Ο κύριος Χέηλ συνέχισε. «Νομίζω ότι ήρθε να προσφέρει κάθε βοήθεια που θα μπορούσε να παράσχει. Όμως δεν  ήμουν σε θέση να τον δω. Είπα στην Ντίξον να τον ρωτήσει αν ήθελε να δει εσένα  - νομίζω πως της είπα να σε βρει και να πας να τον δεις. Δεν ξέρω τι της είπα.»
«Είναι μια ευχάριστη γνωριμία, σωστά;» πέταξε ό Φρέντερικ την ερώτηση στον αέρα  και περίμενε να δει ποιος θα την πιάσει.
«Ένας πολύ ευγενικός φίλος,» είπε η Μάργκαρετ βλέποντας τον πατέρα της να μην αποκρίνεται.
.................................................................................................................................................

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Κεφάλαιο 30 : "Επιστρέφοντας επιτέλους στο σπίτι "




Βορράς κ Νότος 

Κεφάλαιο 30ο

«Επιστρέφοντας επιτέλους στο σπίτι.»



Η κυρία Θόρντον επισκέφτηκε την κυρία Χέηλ το επόμενο πρωί. Είχε χειροτερεύσει. Μια από εκείνες τις αιφνίδιες μεταπτώσεις, εκείνα τα μεγάλα, ολοφάνερα βήματα της πορείας προς το θάνατο, είχε λάβει χώρα την προηγούμενη νύχτα. Ακόμα και η ίδια της η οικογένεια είχε αιφνιδιαστεί από τη γκρίζα, αποστεωμένη της όψη αυτές τις τελευταίες δώδεκα ώρες που βασανιζόταν. Η κυρία Θόρντον – η οποία είχε εβδομάδες να την δει- αμέσως μαλάκωσε.
..........................................................................................................................................................
 Ενώ η κυρία Θόρντον μπήκε στο δωμάτιο δυναμική  και σφύζουσα από ζωή, η κυρία Χέηλ ήταν ξαπλωμένη, ακίνητη, ωστόσο η όψη  της έδειξε πως αναγνώρισε την επισκέπτρια. Πέρασαν ένα δύο λεπτά μέχρι ν’ ανοίξει τα μάτια της. Τα  βλέφαρά της ήταν γεμάτα δάκρυα, έπειτα σήκωσε το βλέμμα και το αδύναμο χέρι της αναζήτησε πάνω από τα σκεπάσματα τα δυνατά, σταθερά δάχτυλα της κυρίας Θόρντον. Έπειτα είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν – η κυρία Θόρντον αναγκάστηκε αφήνοντας την αλύγιστη στάση της να σκύψει μπροστά και να αφουγκραστεί:

«Την Μάργκαρετ ….έχετε κι εσείς  μια κόρη….. η αδελφή μου είναι στην Ιταλία. Το παιδί μου θα μείνει χωρίς μητέρα ….μόνη σε ξένο τόπο…..αν πεθάνω…..μπορείτε εσείς….»

........................................................................................................

«Θέλετε να σταθώ ως φίλη στην δεσποινίδα Χέηλ», είπε η κυρία Θόρντον με μετρημένη φωνή που δεν είχε μαλακώσει όπως η καρδιά της αλλά ηχούσε ευκρινής και ξεκάθαρη.

Η κυρία Χέηλ έχοντας ακόμα προσηλωμένα τα μάτια της στο πρόσωπο της κυρίας Θόρντον, πίεσε το χέρι που βρισκόταν πάνω στα κλινοσκεπάσματα κάτω από το δικό της.  Δεν ήταν σε θέση να μιλήσει. Η κυρία Θόρντον αναστέναξε. « Θα σταθώ αληθινή φίλη, αν το απαιτήσουν οι περιστάσεις. Όχι με τρυφερότητα, δεν μπορώ…( «να είμαι τρυφερή μαζί της» ήταν έτοιμη να πει, αλλά βλέποντας εκείνο το ταλαιπωρημένο, ανήσυχο πρόσωπο, μαλάκωσε) … «δεν είναι στη φύση μου να δείχνω τρυφερότητα, ακόμα κι όταν τη νοιώθω, ούτε να σπεύδω πρόθυμα να δίνω συμβουλές εν γένει. Όμως, αφού μου το ζητάτε, εφόσον αυτό είναι παρήγορο για εσάς, σας το υπόσχομαι.» Για λίγο δεν μίλησε κανείς. Η κυρία Θόρντον ήταν πολύ ευσυνείδητη ώστε να υποσχεθεί κάτι που δεν είχε πρόθεση να πράξει ˙ και το να πράξει ο,τιδήποτε ευγενές χάριν της Μάργκαρετ την οποία εκείνη τη στιγμή αντιπαθούσε  όσο κανέναν άλλον, ήταν δύσκολο – σχεδόν ακατόρθωτο.

«Το υπόσχομαι» είπε με αυστηρή σοβαρότητα. Αυτό φάνηκε να εγκαρδιώνει την  ετοιμοθάνατη και να της δίνει πίστη σε κάτι σταθερότερο από την ίδια τη ζωή – την ζωή που τρεμόσβηνε και παράπαιε.  «Υπόσχομαι, πως σε οποιαδήποτε δυσκολία βρεθεί η μις Χέηλ…»

«Πείτε την Μάργκαρετ!» είπε  η κυρία Χέηλ ασθμαίνοντας.

«….και στην οποία θα έρθει σε εμένα για βοήθεια, θα την βοηθήσω με όλες μου τις δυνάμεις σαν να ήταν κόρη μου. Υπόσχομαι επίσης, ότι αν ποτέ την δω να υποπίπτει σε σφάλμα, κατά τη δική μου κρίση …»

.........................................................................................................................................................

Ο κύριος Χέηλ διατηρούσε τις ελπίδες του, δεν απελπιζόταν ανάμεσα στις κρίσεις που προκαλούσε η ασθένεια της γυναίκας του ˙ αναθάρρευε σε κάθε ανάπαυλα από τον πόνο, πιστεύοντας ότι ήταν η αρχή για την οριστική ανάρρωση.  Έτσι όταν ερχόταν νέος παροξυσμός, πιο σοβαρός από τον προηγούμενο,  τον έπιανε ξανά η αγωνία και η απογοήτευση ήταν μεγαλύτερη.  Αυτό το απόγευμα βρισκόταν στο σαλόνι, ανίκανος να βρει παρηγοριά στη μοναξιά του γραφείου του ή σε οποιαδήποτε απασχόληση.  Έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του που ήταν διπλωμένα πάνω στο τραπέζι.  Η Μάργκαρετ ένοιωσε την καρδιά της να πονά βλέποντάς τον, όμως καθώς εκείνος δεν μιλούσε, προτίμησε να μην αποπειραθεί να του προσφέρει παρηγοριά. Η Μάρθα είχε φύγει. Η Ντίξον ήταν δίπλα στην κυρία Χέηλ που κοιμόταν. Το σπίτι ήταν ήσυχο και σιωπηλό και καθώς έπεφτε το σκοτάδι κανείς δεν είχε φροντίσει να ανάψει τα κεριά. Η Μάργκαρετ καθόταν δίπλα στο παράθυρο κυττάζοντας έξω τα φώτα του δρόμου όμως στην πραγματικότητα δεν έβλεπε τίποτα – άκουγε μόνο τον πατέρα της να αναστενάζει βαριά. Δεν ήθελε να πάει κάτω για να φέρει τα κεριά, λες και  αν έλειπε η ήσυχη παρουσία της από το δωμάτιο θα άφηνε χώρο να ξεδιπλωθούν πιο βίαια συναισθήματα και αυτή δεν θα ήταν εκεί για να τον παρηγορήσει. Εντούτοις, τη στιγμή ακριβώς που σκεφτόταν ότι έπρεπε να πάει να κυττάξει τη φωτιά της κουζίνας μια και δεν υπήρχε κανένας άλλος να την φροντίσει εξόν από την ίδια, άκουσε τον απόμακρο ήχο του κουδουνιού της εξώπορτας. Κάποιος το είχε τραβήξει με τόση δύναμη που τα καλώδια αντήχησαν σε όλο το σπίτι μ’ όλο που το ίδιο το κουδούνισμα δεν ήταν δυνατό. Ξαφνιασμένη, σηκώθηκε, προσπέρασε τον πατέρα της που δεν κινήθηκε στο άκουσμα του πνιχτού, σβησμένου ήχου – στράφηκε πάλι πίσω και τον φίλησε τρυφερά. Και πάλι εκείνος δεν κινήθηκε, ούτε που πρόσεξε την τρυφερή της χειρονομία. Έπειτα γλίστρησε κάτω ήσυχα μέσα στο σκοτάδι και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Η Ντίξον θα είχε φροντίσει να βάλει την αλυσίδα από μέσα πριν ανοίξει, όμως η Μάργκαρετ έχοντας αλλού το μυαλό της δεν έβαλε με το νου της κακό. Η ψηλή φιγούρα ενός άνδρα διαγραφόταν με φόντο το φωτισμένο δρόμο. Κυττούσε αλλού αλλά στο άκουσμα του σύρτη στράφηκε αμέσως .
«Εδώ είναι το σπίτι του κυρίου Χέηλ ;» ρώτησε με καθαρή, βαθιά φωνή.
Η Μάργκαρετ έτρεμε ολόκληρη. Στην αρχή δεν αποκρίθηκε. Την επόμενη στιγμή είπε αναστενάζοντας: « Φρέντερικ!» και άπλωσε τα χέρια της για να πιάσει τα δικά του και να τον τραβήξει μέσα.

«Ω, Μαργκαρετ!» είπε  κρατώντας την από τους ώμους και κυττάζοντας την, αφού φιλήθηκαν , σαν να μπορούσε ακόμα και στο σκοτάδι να δει το πρόσωπό της και να διαβάσει στην έκφρασή της γρηγορότερα απ’όσο μπορούσαν να δώσουν οι λέξεις, μια απάντηση.
«Η μητέρα μου, είναι ζωντανή;»

«Ναι, είναι ζωντανή αδελφούλη μου! Είναι πολύ άρρωστη αλλά ζεί – είναι ζωντανή!»

«Δόξα τω Θεώ!»

«Ο πατέρας είναι εξουθενωμένος από τη θλίψη.»

«Με περιμένατε, έτσι δεν είναι;»

«Όχι, δεν λάβαμε γράμμα.»
«Τότε μάλλον έφτασα πριν από αυτό. Όμως η μητέρα γνωρίζει ότι θα έρθω.»

«Ω, όλοι μας το ξέραμε. Όμως, περίμενε λίγο.  Μπες εδώ. Δωσ’  μου το χέρι σου. Τι είναι αυτό ; 
Α, ο σάκκος σου.  Η Ντίξον έχει κλείσει τα στόρια, αλλά εδώ είναι το γραφείο του πατέρα και θα μπορέσεις να ξεκουραστείς για λίγο μέχρι να πάω να του μιλήσω.»

Έψαξε στα τυφλά να βρει ένα κερί και σπαρματσέτα. Ξαφνικά ένοιωσε συστολή καθώς η μικρή αδύναμη φλόγα που τρεμόπαιξε ανάμεσά τους φανέρωσε τα πρόσωπά τους. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν ότι το πρόσωπο του αδελφού της είχε μια ασυνήθιστα σκούρα όψη  και λοξοκοιτάζοντας είδε ένα ζευγάρι γαλάζια αμυγδαλωτά μάτια να την παρατηρούν επίσης με μια σπίθα αμοιβαίας κατανόησης. Όμως μολονότι τα δύο αδέλφια αντάλλαξαν βλέμματα αμοιβαίας συμπάθειας δεν είπαν λέξη – μονάχα που η Μάργκαρετ βεβαιώθηκε πως θα έκανε καλή παρέα με τον αδελφό της και θα της άρεσε τόσο πολύ όσο τον αγαπούσε ήδη ως στενό συγγενή.  Ένοιωσε την καρδιά της πιο ανάλαφρη καθώς ανέβαινε επάνω- η θλίψη δεν είχε εκλείψει, ένοιωθε όμως να την βαραίνει λιγότερο τώρα που είχε κάποιον να τη μοιραστεί, κάποιον που βρισκόταν στην ίδια ακριβώς θέση με εκείνη.

Ακόμα και η καταρρακωμένη διάθεση του πατέρα της δεν είχε τη δύναμη να την αποθαρρύνει τώρα. Τον βρήκε ξαπλωμένο στο τραπέζι, ανήμπορο όσο ποτέ – αλλά τώρα είχε τον τρόπο  για να τον εμψυχώσει. Τον  χρησιμοποίησε – κάπως απότομα ίσως – έτσι  ανακουφισμένη καθώς αισθανόταν και η ίδια.

«Πατέρα,» είπε τυλίγοντας τα χέρια της στοργικά γύρω από το λαιμό του και πιάνοντας το κατάκοπο  κεφάλι του το ακούμπησε στον ώμο της έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει τα μάτια του και να τον αφήνει να παίρνει δύναμη και κουράγιο από τα δικά της.

«Πατέρα! Μάντεψε ποιος ήρθε!»

Την κύτταξε και είδε στα βάθη  της θλίψης που σκοτείνιαζε τα μάτια του να λάμπει η αναγνώριση και κατόπιν να την απορρίπτει ως φαντασιοπληξία.
Ρίχτηκε εμπρός και έκρυψε πάλι το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια του όπως και πρώτα.

Τον άκουσε να ψιθυρίζει και έσκυψε πάνω του τρυφερά για να αφουγκραστεί:
« Δεν ξέρω. Μην μου πεις ότι είναι ο Φρέντερικ – όχι ο Φρέντερικ. Δεν το αντέχω – είμαι εξουθενωμένος . Και η μητέρα του πεθαίνει!»

Άρχισε να φωνάζει και να κλαψουρίζει σαν παιδί. Ήταν τόσο διαφορετική η αντίδρασή του από αυτό που ήλπιζε και προσδοκούσε η Μάργκαρετ, που ένοιωσε να σφίγγεται το στομάχι της από την απογοήτευση και για λίγο έμεινε σιωπηλή.  Έπειτα μίλησε ξανά – αλλιώτικα αυτή τη φορά – όχι με τόσο ενθουσιασμό, αλλά πολύ πιο τρυφερά και προσεκτικά.

«Πατέρα, είναι ο Φρέντερικ! Σκέψου πόσο θα χαρεί η μητέρα! Και, πόσο χαρούμενοι θα πρέπει να είμαστε για χάρη της! Και για χάρη του επίσης –το καημένο το παιδί!»

...........................................................................................................................................................

Πριν έρθει το πρωί, όλα είχαν τελειώσει.

Τότε, η Μάργκαρετ άφησε πίσω της την τρεμούλα και την απελπισία και έγινε ο ισχυρός άγγελος της παρηγοριάς για τον πατέρα και τον αδελφό της.  Γιατί ο Φρέντερικ είχε πλέον καταρρεύσει και καμμιά από τις θεωρίες του  δεν τον ωφελούσε σε τίποτα. Έκλαιγε τόσο γοερά όταν κλείστηκε μόνος  στη μικρή  του  κάμαρα το βράδυ, που η Μάργκαρετ με την Ντίξον κατέβηκαν  περίτρομες να του πουν να ησυχάσει γιατί τα χωρίσματα του σπιτιού ήταν λεπτά . Οι γείτονες που έμεναν δίπλα θα μπορούσαν εύκολα να ακούσουν τις δυνατές κραυγές της νεανικής του  ταραχής  που διέφεραν τόσο πολύ από   την ηπιότερη, τρέμουσα αγωνία για το επέκεινα όταν πια έχουμε συνηθίσει τη θλίψη και δεν τολμάμε να επαναστατήσουμε ενάντια στην αναπόδραστη μοίρα, γνωρίζοντας  ποιος είναι Εκείνος  που την καθορίζει.

Η Μάργκαρετ κάθισε με τον πατέρα της στο δωμάτιο μαζί με την νεκρή. Αν τον άκουγε να κλαίει θα ήταν ευγνώμων.  Όμως εκείνος καθόταν δίπλα στο κρεβάτι εντελώς σιωπηλός. Μόνο κάπου-κάπου ξεσκέπαζε το πρόσωπο της νεκρής και το χάιδευε τρυφερά, βγάζοντας έναν απαλό άναρθρο ήχο ίδιον με αυτόν ενός ζώου που χαϊδεύει τα μικρά του. Δεν έδειχνε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της Μάργκαρετ. Μια ή δυο φορές εκείνη πήγε να τον φιλήσει – δέχτηκε το φιλί παθητικά, απωθώντας την όμως αμέσως μετά σαν η στοργή της να τον αποσπούσε από το να είναι αφοσιωμένος στην νεκρή. Ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τις κραυγές του Φρέντερικ, και κούνησε το κεφάλι του: «Καημένο παιδί ! Καημένο παιδί!» είπε και μετά αδιαφόρησε. Η Μάργκαρετ ένιωθε την καρδιά της να συντρίβεται.  Δεν μπορούσε να σκεφτεί το δικό της πένθος αλλά τον πατέρα της. Η νύχτα ξεμάκραινε και η ημέρα  είχε φτάσει ήδη όταν, ξαφνικά και χωρίς προειδοποίηση,  η φωνή της Μάργκαρετ αντήχησε τόσο καθάρια ώστε ξαφνιάστηκε και η ίδια,  σπάζοντας την ακινησία του δωματίου «Μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία· πιστεύετε εἰς τὸν Θεόν, καὶ εἰς ἐμὲ πιστεύετε.» έλεγε η Βίβλος. Και συνέχισε σταθερά να διαβάζει ολόκληρο το κεφάλαιο της άρρητης  παραμυθίας.

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Κεφάλαιο 29ο "Ακτίνα Ηλίου"



Κεφάλαιο 29ο


«Ακτίνα Ηλίου»


Το επόμενο πρωί ήρθε ένα γράμμα της Ήντιθ για την Μάργκαρετ. Ήταν στοργικό και χωρίς ειρμό όπως ακριβώς και η επιστολογράφος. Όμως η στοργή συγκινούσε  την Μάργκαρετ που είχε και η ίδια στοργική φύση κι όσο για την έλλειψη ειρμού, είχε μεγαλώσει με την Ήντιθ και έτσι δεν την αντιλαμβανόταν. Το γράμμα είχε ως εξής:


«Ω, Μάργκαρετ, αξίζει να κάνεις το ταξίδι από την Αγγλία για να δεις το  μωρό μου! Είναι ένας θαυμάσιος  πιτσιρίκος, ειδικά όταν φοράει τα σκουφάκια του και πιο συγκεκριμένα αυτό που του έστειλες εσύ- καλή μου, κρινοδάκτυλη, χρυσοχέρα δεσποσύνη !
 Έχοντας κάνει όλες τις άλλες μητέρες εδώ να ζηλέψουν, θέλω να τον επιδείξω σε κάποιο καινούριο πρόσωπο και να ακούσω νέες εκφράσεις θαυμασμού – ίσως αυτός να είναι ο λόγος. Μπορεί και όχι. Μπά, μάλλον υπάρχει και λίγη εξαδελφική αγάπη μαζί μ’αυτό, όμως αλήθεια θέλω τόσο πολύ να έρθεις εδώ, Μάργκαρετ !  
 Είμαι σίγουρη ότι θα ήταν το καλύτερο για την υγεία της θείας Χέηλ.  Όλοι εδώ είναι νέοι και υγιείς, ο ουρανός πάντα γαλάζιος, ο ήλιος  πάντα φωτεινός   η μπάντα παίζει  υπέροχα και για να ξαναγυρίσω σ’αυτό που έλεγα στην αρχή, το μωρό μου πάντα γελάει !........................................................................................................................
Να το αγοράκι μου, Μάργκαρετ – αν δεν φτιάξεις τις βαλίτσες σου αμέσως μόλις λάβεις αυτή την επιστολή για να έρθεις να τον δεις, θα υποθέσω ότι κατάγεσαι από τον Βασιλιά Ηρώδη !»


Η Μάργκαρετ λαχταρούσε να ζήσει μια μέρα από τη ζωή της Ήντιθ! – την ανεμελιά της, το χαρούμενο σπιτικό της, τον ηλιόλουστο ουρανό της. Αν μια ευχή μπορούσε να τη μεταφέρει, θα είχε φύγει κατευθείαν ακόμα και για μια μόνο μέρα.  Λαχταρούσε με πάθος το σθένος που θα  μπορούσε να της προσφέρει  μια τέτοια αλλαγή –έστω και για λίγες ώρες να βρισκόταν σε αυτήν την  φωτεινή  ζωή και να αισθανθεί ξανά τόσο νέα. Ούτε είκοσι χρόνων, και έπρεπε να αντέξει τέτοιο βάρος που την έκανε να αισθάνεται πολύ μεγαλύτερη. Αυτή ήταν η πρώτη της αίσθηση  μόλις διάβασε το γράμμα της Ήντιθ. Το ξαναδιάβασε και αποξεχασμένη βρήκε διασκεδαστικό το πόσο  έμοιαζε το γράμμα με την ίδια την Ήντιθ, και γελούσε εύθυμα με τη σκέψη αυτή όταν μπήκε η κυρία Χέηλ στο καθιστικό στηριγμένη στο μπράτσο της Ντίξον. Η  Μάργκαρετ έτρεξε να φτιάξει τις μαξιλάρες. Η μητέρα της φαινόταν πιο αδύναμη απ’ ότι συνήθως.

«Με ποιο πράγμα γελάς, Μάργκαρετ ;»   ρώτησε καθώς πάσχιζε να συνέλθει από την προσπάθεια να βολευτεί στον καναπέ.

«Ένα γράμμα που έλαβα από την Ήντιθ, μητέρα. Να σου το διαβάσω;»

Το διάβασε δυνατά ˙ και για λίγο φάνηκε να κεντρίζει το ενδιαφέρον της μητέρας της η οποία άρχισε να αναρωτιέται ποιο όνομα είχε δώσει η Ήντιθ στο γυιό της, να προτείνει όλα τα πιθανά ονόματα καθώς και όλους τις εύλογες αιτίες για τις οποίες το κάθε ένα ξεχωριστά και όλα μαζί θα έπρεπε να δοθούν.  Πάνω ακριβώς σε αυτές τις πιθανολογίες, ήρθε ο κύριος Θόρντον φέρνοντας άλλη μια προσφορά σε φρούτα για την κυρία Χέηλ. Δεν μπορούσε – ή μάλλον δεν ήθελε- να αρνηθεί στον εαυτό του την ευχαρίστηση να δει την Μάργκαρετ. Δεν είχε κανένα άλλο σκοπό παρά αυτήν την ευχαρίστηση. Ήταν το ρωμαλέο  πείσμα ενός κατά τα άλλα λογικού και εγκρατή άνδρα.  Μπήκε στο δωμάτιο και με μια γρήγορη ματιά αντιλήφθηκε την παρουσία της Μάργκαρετ ˙ όμως ύστερα από την πρώτη  ψυχρή  και εκ του μακρόθεν υπόκλιση δεν άφησε ξανά το βλέμμα του να πέσει πάνω της. Έμεινε μόνο για να δείξει τα ροδάκινα που έφερε – να πει μερικά ευγενικά λόγια και να εκφράσει την συμπάθειά του – κι έπειτα το ψυχρό, προσβεβλημένο βλέμμα του  συνάντησε το βλέμμα της Μάργκαρετ σε έναν σοβαρό αποχαιρετισμό καθώς έφευγε από το δωμάτιο. Εκείνη κάθισε χλωμή και σιωπηλή.

«Ξέρεις, Μάργκαρετ, πραγματικά έχω αρχίσει να συμπαθώ τον κύριο Θόρντον.»

Καμμία απάντηση, αρχικά. Έπειτα η Μάργκαρετ πρόφερε ένα βεβιασμένο και ψυχρό:
« Α, ναι ;»
«Ναι! Νομίζω ότι οι τρόποι του έχουν αρχίσει να βελτιώνονται αισθητά.»
Η Μάργκαρετ μπορούσε να ελέγξει καλύτερα τη φωνή της τώρα.

«Είναι πολύ ευγενικός και περιποιητικός – δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία γι αυτό.»

«Αναρωτιέμαι γιατί δεν ήρθε καθόλου η κυρία Θόρντον να με δει. Πρέπει να ξέρει ότι είμαι άρρωστη αφού ζητήσαμε το υδατόστρωμα.»

«Τολμώ να πω ότι μαθαίνει από τον γυιό της τα νέα για την υγεία σου.»

Η Μάργκαρετ κατάλαβε τι σκεφτόταν η μητέρα της. Λαχταρούσε να εξασφαλίσει την καλοσύνη μιας άλλης γυναίκας  προς την θυγατέρα που σε λίγο έμελλε να μείνει ορφανή. Όμως της ήταν αδύνατο να μιλήσει.

«Μήπως» είπε η κυρία Χέηλ μετά από μια παύση, «μπορείς να πάς και να ζητήσεις από την κυρία Θόρντον να έρθει να με δει; Μια φορά μονάχα – δεν θέλω να τη βάλω σε κόπο.»

«Θα κάνω ό,τιδήποτε θέλησεις, μητέρα, αλλά αν – όταν- έρθει ο Φρέντερικ…..»
«Α, σωστά! Θα πρέπει να κρατήσουμε το σπίτι κλειστό – δεν πρέπει να δεχτούμε κανέναν. Σχεδόν δεν ξέρω αν  τολμώ να επιθυμήσω τον ερχομό του ή όχι.  Κάποιες φορές νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να μην έρθει. Βλέπω  τόσο τρομακτικά όνειρα γι αυτόν!»

«Ω, μητέρα! Θα προσέξουμε πολύ. Θα ασφαλίσω το μάνταλο στην πόρτα πριν καν διανοηθεί κανείς να τον βλάψει. Άφησέ το σε μένα, μητέρα, θα τον φροντίσω. Θα τον προσέχω όπως η λέαινα τα μικρά της.»

«Πότε θα λάβουμε νέα του;»
«Σίγουρα μετά από μια εβδομάδα –ίσως και περισσότερο.»

«Πρέπει να διώξουμε τη Μάρθα  εγκαίρως. Δεν θα ήταν σωστό να είναι εδώ  όταν φτάσει εκείνος και μετά να την διώξουμε βιαστικά.»

«Η Ντίξον σίγουρα θα έχει το νου της και θα μας το υπενθυμίσει. Σκεφτόμουν πως αν ίσως χρειαζόμασταν βοήθεια για το σπίτι θα μπορούσαμε ίσως  να φέρουμε την Μαίρη Χίγκινς. Έχει μεγάλες αναδουλειές τώρα  και  είναι πολύ καλό κορίτσι κι είμαι σίγουρη ότι θα βάλει τα δυνατά της. Θα κοιμάται στο σπίτι της και δεν χρειάζεται να ανεβαίνει πάνω για να βλέπει ποιος είναι στο σπίτι.»

«Όπως νομίζεις. Αν συμφωνεί και η Ντίξον. Όμως Μάργκαρετ, μην χρησιμοποιείς αυτούς τους ιδιωματισμούς του Μίλτον.  Το  «αναδουλειά»  είναι ιδιωματισμός. Τι θα πει η θεία Σω αν σε ακούσει να μιλάς έτσι όταν επιστρέψει;»

«Ω, μαμά, μην παριστάνεις την θεία Σω σαν τον μπαμπούλα» είπε η Μάργκαρετ γελώντας «Η Ήντιθ υιοθέτησε όλους τους στρατιωτικούς ιδιωματισμούς από τον Λοχαγό Λέννοξ και η θεία Σω ούτε που το πρόσεξε.»

«Μα εσύ χρησιμοποιείς βιομηχανικούς ιδιωματισμούς.»

«Αφού ζω σε μια βιομηχανική πόλη, θα πρέπει να χρησιμοποιώ την βιομηχανική γλώσσα αν το επιθυμώ. Ε, λοιπόν, μαμά θα εκπλαγείς αν μάθεις πόσες ακόμα  περισσότερες λέξεις ξέρω. Δεν νομίζω να γνωρίζεις τι σημαίνει 'καρφί'  .”

“Ασφαλώς, όχι, παιδί μου. Ξέρω όμως ότι ηχεί πολύ άσχημα και δεν θέλω να χρησιμοποιείς αυτή τη λέξη.»

«Πολύ καλά, αγαπημένη μου μαμά, θα συμμορφωθώ. Αλλά θα πρέπει να χρησιμοποιήσω μια πολύ μεγαλύτερη πρόταση για να την πω περιφραστικά.»

«Δεν μου αρέσει αυτό το Μίλτον,» είπε η κυρία Χέηλ «η Ήντιθ έχει απόλυτο  δίκιο που λέει ότι είναι αυτή  η κάπνα που με αρρώστησε.»

Η Μάργκαρετ ξαφνιάστηκε ακούγοντας τη  μητέρα της να λέει κάτι τέτοιο. Ο πατέρας της είχε μόλις μπει στο δωμάτιο κι αυτό την ανησύχησε πολύ. Δεν ήθελε η αόριστη εντύπωση που εκείνος είχε ήδη στο μυαλό του ότι η ατμόσφαιρα του Μίλτον είχε επιδεινώσει την υγεία της μητέρας της να επιβεβαιωθεί. Δεν ήταν σίγουρη αν είχε ακούσει αυτό που είπε η κυρία Χέηλ ή όχι, ξεκίνησε λοιπόν να μιλάει βιαστικά για άλλα πράγματα, χωρίς να έχει αντιληφθεί ότι ο κύριος Θόρντον ακολουθούσε κατά πόδας τον πατέρα της.

«Η μαμά με κατηγορεί ότι αφότου ήρθαμε στο Μιλτον  υιοθέτησα αρκετές χοντράδες.»

Οι «χοντράδες» στις οποίες για τις οποίες μιλούσε  η Μάργκαρετ είχαν σχέση αποκλειστικά με την χρήση των ιδιωματισμών του τόπου και ο χαρακτηρισμός προέκυψε από την συζήτηση που μόλις είχε με τη μητέρα της. Όμως ο κύριος Θόρντον σκυθρώπιασε και η Μάργκαρετ κατάλαβε τον τρόπο με τον οποίο είχε παρεξηγήσει τα λόγια της, έτσι, επιθυμώντας από ευγένεια να μην τον προσβάλλει άλλο άθελά της, πίεσε τον εαυτό της να προχωρήσει  σε έναν σύντομο χαιρετισμό και να συνεχίσει αυτό που έλεγε απευθυνόμενη αποκλειστικά σε αυτόν.

«Λοιπόν, κύριε Θόρντον, αν και η λέξη 'καρφί'   δεν ηχεί και τόσο χαριτωμένα, είναι ωστόσο πολύ γλαφυρή, δεν βρίσκετε ; Πώς μπορώ να μην τη χρησιμοποιήσω αν θέλω να μιλήσω για αυτό στο οποίο αναφέρεται ; Αν είναι χοντράδα το να χρησιμοποιείς τοπικούς ιδιωματισμούς, τότε έκανα πολλές χοντράδες στο Φόστερ – θυμάσαι μητέρα ;»

Ήταν ασυνήθιστο για την Μάργκαρετ να επιβάλλει  έτσι φορτικά ένα θέμα συζήτησης στους άλλους, όμως τώρα ήθελε τόσο πολύ να μην αισθανθεί ενοχλημένος ο κύριος Θόρντον από τη συζήτηση που άκουσε τυχαία, ώστε μόνο αφού ολοκλήρωσε το λόγο της αισθάνθηκε να κοκκινίζει συνειδητοποιώντας αυτό που έκανε. Ειδικά  εφόσον ο κύριος Θόρντον δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται στο ελάχιστο  την ουσία των λόγων της ή έστω  να ακούει αυτό που είχε να πει, αντιθέτως, την προσπέρασε κρατώντας μια ψυχρή και επίσημη στάση για να μιλήσει με τον κυρία Χέηλ. Εκείνη, μόλις τον είδε θυμήθηκε ότι ήθελε να δει την μητέρα του και να της εμπιστευτεί την φροντίδα της Μάργκαρετ.  Η Μάργκαρετ που καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, σιωπούσε γεμάτη ντροπή και ταραχή εξαιτίας της αδυναμίας της να κρατήσει την ψύχραιμη, αδιάφορη στάση της όταν ο κύριος Θόρντον ήταν παρών, άκουσε την χαμηλόφωνη παράκληση της μητέρας της : να την επισκεφθεί η κυρία Θόρντον σύντομα –ει δυνατόν την επόμενη ημέρα. Ο κύριος Θόρντον της το υποσχέθηκε  - συνέχισε για λίγο ακόμα τη συζήτηση και έπειτα έφυγε ˙ η Μάργκαρετ αισθάνθηκε σαν να ξαναβρήκε τη φωνή και την κίνησή της που μέχρι τότε βάραιναν αόρατες αλυσίδες. Δεν  έστρεψε καθόλου  το βλέμμα του πάνω της ˙ κι όμως, την απέφευγε τόσο προσεκτικά και μελετημένα ώστε με κάποιον τρόπο, έμοιαζε να ξέρει ακριβώς σε ποιο σημείο αν κύτταζε, θα έπεφτε επάνω της η ματιά του. Κάθε φορά που εκείνη μιλούσε, εκείνος έμοιαζε να μην δίνει καμμιά σημασία εντούτοις η επόμενη φράση του ήταν σε σχέση με κάτι που εκείνη είχε πει ˙ κάποιες φορές ήταν η απάντηση σε κάποια δική της παρατήρηση όμως απευθυνόταν σε ένα άλλο άτομο σαν να μην την είχε εκφράσει εκείνη. Δεν  την αγνοούσε από έλλειψη καλών τρόπων αλλά υιοθετούσε σκόπιμα κακούς τρόπους γιατί ένοιωθε  βαθιά προσβεβλημένος. Το έκανε εσκεμμένα εκείνη τη στιγμή και το μετάνοιωνε αργότερα.

Ωστόσο κανένα σοφά μελετημένο σχέδιο και  καμμία  πονηρή δολοπλοκία δεν θα είχαν φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Η Μάργκαρετ τον σκεφτόταν περισσότερο παρά ποτέ: όχι με την παραμικρή  υποψία αυτού που λέγεται έρωτας αλλά με λύπη επειδή τον είχε πληγώσει τόσο βαθιά και με κάποια ευγενική, τρυφερή απαντοχή πως κάποτε θα ξανάβρισκαν την παλιότερη σχέση τους –αυτή της ανταγωνιστικής φιλίας. Γιατί είχε συνειδητοποιήσει ότι τον θεωρούσε φίλο τόσο η ίδια όσο και η υπόλοιπη οικογένεια.  Στη συμπεριφορά της ως προς αυτόν  επικρατούσε αρκετή ταπεινοσύνη ως να ζητούσε σιωπηλά συγνώμη για τα υπερβολικά σκληρά λόγια της που τα είχαν προκαλέσει τα συμβάντα της ημέρας των ταραχών.

Ωστόσο, εκείνα τα λόγια τον είχαν πικράνει πολύ. Αντηχούσαν στ’ αυτιά του και ήταν περήφανος για το αίσθημα δικαίου που τον ωθούσε να προσφέρει το καλύτερο που μπορούσε στους γονείς της. Καμάρωνε για την δύναμη που έδειχνε υποβάλλοντας  τον εαυτό του στην δοκιμασία  να την αντικρίζει  κάθε φορά που σκεφτόταν κάποια πράξη που θα έδινε χαρά στον πατέρα ή τη μητέρα της . Νόμιζε ότι ήταν δυσάρεστο να βλέπει εκείνη που τον είχε ταπεινώσει τόσο πολύ, αλλά έκανε λάθος. Ένοιωθε μια οδυνηρή ευχαρίστηση να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μαζί της, να νοιώθει την παρουσία της. Όμως δεν μπορούσε να αναλύσει ιδιαίτερα τα ίδια του τα κίνητρα, κι όπως είπα, έκανε λάθος.

Σημείωση Της Μεταφράστριας (τρομάρα της!)
Με τη λέξη 'καρφί' που χρησιμοποιεί η Μάργκαρετ ως ενδεικτική της αργκό του Μίλτον, αποδίδω το Αγγλικό knobstick που σημαίνει τον απεργοσπάστη ή αυτόν που εγκαταλείπει  ή δεν θέλει να συμμετέχει σε ένα εργατικό συνδικάτο.  Δεν μπόρεσα να βρω κάποια αντίστοιχα  'αργκό' για το "απεργοσπάστης". Τα  κάπως παραπλήσια  νοηματικά 'χαφιες' και 'ρουφιάνος' απλά δεν μου 'κόλλαγαν'. Αν υπάρχει κάποια πρόταση επ'αυτού καλοί μου αναγνώστες,  είναι ευπρόσδεκτη !

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Κεφάλαιο 28ο "Θλίψεως παραμυθία"



Κεφάλαιο 28o

"Θλίψεως παραμυθία"

(Μέρος Α')

Εκείνο το απόγευμα κατευθύνθηκε με σταθερά βήματα στο σπιτικό των Χίγκινς. 
 Η Μαίρη την αναζήτησε με έκφραση σχεδόν δύσπιστη. Η Μάργκαρετ  την κοίταξε στα μάτια και της χαμογέλασε καθησυχάζοντάς την σιωπηλά. Πέρασαν βιαστικά από τα δωμάτια του σπιτιού και κατευθύνθηκαν επάνω εκεί όπου κυριαρχούσε η ήσυχη παρουσία της νεκρής.   Εκείνο το  πρόσωπο, τόσο ταλαιπωρημένο από τον πόνο, τόσο ανήσυχο συχνά από τις σκέψεις, τώρα είχε το αχνό χαμόγελο της αιώνιας ανάπαυσης. Τα μάτια της Μάργκαρετ γέμισαν δάκρυα αλλά ανείπωτη γαλήνη πλημμύρισε την ψυχή της. Ώστε αυτός ήταν ο θάνατος!  Έμοιαζε να είναι πιο γαλήνιος από την ζωή. Της ήρθαν στο μυαλό κάποια  γλαφυρά επιτύμβια: «Των κόπων ανάπαυσιν  ηύρον»      «Οι κοπιώντες θέλουσιν αναπαυθήναι»  «Έδωκε τοις πεφιλημένοις Αυτού ανάπαυσιν» .
Και τότε η Μάργκαρετ χάρηκε που είχε πάει.
Αργά, πολύ αργά η Μάργκαρετ στράφηκε μακριά από το νεκροκρέβατο. Η Μαίρη έκλαιγε με πνιχτά αναφιλητά στο βάθος. Κατέβηκαν κάτω αμίλητες. Ο Νίκολας Χίγκινς στεκόταν στη μέση του δωματίου ακουμπώντας το χέρι του πάνω στο τραπέζι. Το βλέμμα του ξαφνιασμένο από τα νέα που του είχαν προφτάσει πολλοί και διάφοροι καθώς διέσχιζε την αυλή. Τα μάτια του αδάκρυτα και αγριεμένα καθώς προσπαθούσε να συλλάβει την πραγματικότητα του θανάτου, πολεμώντας να καταλάβει ότι το σπίτι της δεν θα την ξανάβλεπε. Επειδή ήταν άρρωστη και στο κατώφλι του θανάτου για τόσο πολύ καιρό ώστε είχε πείσει τον εαυτό του πως δεν θα πέθαινε αλλά πως θα  κρατούσε έτσι ακόμα.
Η Μάργκαρετ αισθάνθηκε πως δεν είχε θέση εκεί, εξοικειωμένη καθώς ήταν  η ίδια με την είδηση του θανάτου την οποία  εκείνος, ο πατέρας,  είχε μόλις δεχθεί. Μόλις τον είδε είχε μείνει ακίνητη για λίγο δίπλα στην παλιά, στρεβλωμένη  καρέκλα αλλά  τώρα προσπαθούσε να τον  προσπεράσει κλεφτά χωρίς να την αντιληφθεί καθώς εκείνος κύτταζε ακόμα σαν χαμένος, και να τον αφήσει στην μεγάλη δυστυχία η οποία είχε ενσκήψει στο σπίτι του.
Η Μαίρη, κάθησε στη πρώτη καρέκλα που βρέθηκε μπροστά της και σκεπάζοντας το πρόσωπό της με την ποδιά της άρχισε να κλαίει.
Αυτό φάνηκε να τον συνεφέρνει. Έπιασε ξαφνικά την Μάργκαρετ από το μπράτσο και την κράτησε μέχρι να μπορέσει να βρει τα λόγια για να της μιλήσει. Ο λαιμός του ήταν στεγνός. Οι λέξεις έβγαιναν πνιχτές και βραχνές:
«Ήσουνα μαζί της ? Την είδες να ξεψυχά;»
«Όχι!» απάντησε η Μάργκαρετ στέκοντας ακίνητη με άκρα υπομονή καθώς η παρουσία της είχε γίνει αντιληπτή. Πέρασε λίγη ώρα πριν της μιλήσει ξανά αλλά συνέχισε να την κρατά από το μπράτσο.
«Όλοι θα πεθάνουμε κάποια μέρα» είπε στο τέλος, με μια περίεργη σοβαρότητα που αρχικά έκανε την Μάργκαρετ να πιστέψει ότι  είχε πιει – όχι  τόσο ώστε να μεθύσει αλλά αρκετά ώστε να θολώσει η σκέψη του. “Ήταν όμως πιο νέα από εμένα». Ακόμα αναλογιζόταν το γεγονός, χωρίς να κυττάζει την Μάργκαρετ παρόλο που την κρατούσε ακόμα σφιχτά. Ξαφνικά την κύτταξε με μια φρενιασμένη αγωνία στο βλέμμα. « Είσαι σίγουρη πως είναι νεκρή – μην της ήρθε λιγοθυμιά  ή  είναι σε λήθαργο;  Δεν είναι η πρώτη φορά - το παθαίνει συχνά.»
«Είναι νεκρή,» απάντησε η Μάργκαρετ. Δεν φοβόταν  να του μιλήσει μόλο που η λαβή του της πονούσε το χέρι και το βλέμμα του άστραφτε αγριεμένο αν και δίχως  ακόμα να καταλαβαίνει.
«Πέθανε!» του είπε.
Την κύτταξε ξανά και το βλέμμα του είχε μια απορία που σιγά σιγά έμοιαζε να σβήνει. Έπειτα, ξαφνικά, άφησε το χέρι της Μάργκαρετ και σωριάστηκε πάνω στο τραπέζι τραντάζοντάς το ολόκληρο καθώς έκλαιγε με άγρια αναφιλητά. Η Μαίρη τον πλησίασε τρέμοντας.
«Φύγε εσύ – χάσου !» φώναζε κλαίγοντας και χειρονομώντας τυφλά προς το μέρος της. «Σκοτίστηκα για λόγου σου!»  Η Μάργκαρετ  της πήρε το χέρι και το κράτησε τρυφερά στο δικό της. Εκείνος τράβαγε τα μαλλιά του, χτυπούσε το κεφάλι του πάνω στο ξύλο κι έπειτα έμεινε ξέπνοος και σαν χαμένος. Η Μάργκαρετ και η κόρη του εξακολουθούσαν να μένουν ακίνητες. Η Μαίρη έτρεμε σύγκορμη.
Στο τέλος, μπορεί να είχε περάσει ένα τέταρτο μπορεί και μια ώρα, όρθωσε το κορμί του.  Τα μάτια του ήταν πρησμένα και κατακόκκινα κι έμοιαζε να έχει ξεχάσει ότι  υπήρχαν άνθρωποι γύρω του ∙ τους κύτταξε με βλέμμα αγριεμένο. Ένα ρίγος φάνηκε να τον διαπερνά, έριξε μια ακόμα βλοσυρή ματιά τριγύρω και άρχισε να κατευθύνεται προς την πόρτα.
«Ω, πατέρα, πατέρα!» φώναξε η Μαίρη πέφτοντας στο μπράτσο του – «όχι απόψε!  Οποιαδήποτε άλλη νύχτα εκτός από απόψε. Βοήθησέ με, θα πάει να  πιεί ξανά!  Δεν θα σ’αφήσω, πατέρα! Χτύπα με, αλλά δεν σ’αφήνω. Το τελευταίο πράμα που μού΄πε ήταν να μη σ’αφήσω να πιείς!»
Αλλά και η Μάργκαρετ είχε σταθεί στην πόρτα σιωπηλή μα αποφασισμένη. Την κύτταξε αψηφώντας την.
«Αυτό είναι το σπίτι μου. Κάνε παραπέρα, κοπέλα μου αλλιώς θα σε παραμερίσω εγώ!» Είχε αποτινάξει βίαια την Μαίρη κι έμοιαζε έτοιμος να χτυπήσει την Μάργκαρετ. Όμως εκείνη δεν κίνησε ούτε βλέφαρο, παρά έμεινε να τον κυττάζει κατάματα με σοβαρότητα . Της αντιγύρισε ένα βλέμμα σκυθρωπό και άγριο. Αν εκείνη είχε κάνει κάποια κίνηση  θα την είχε πετάξει στο πλάι με μεγαλύτερη βιαιότητα από αυτή που είχε χρησιμοποιήσει στην κόρη του  της οποίας το πρόσωπο αιμορραγούσε τώρα  από την πτώση της σε μια καρέκλα.
«Τι με κυττάζεις έτσι;» τη ρώτησε στο τέλος αποκαρδιωμένος και γεμάτος δέος μπροστά  στην ήρεμη αυστηρότητά της. « Αν θαρρείς πως επειδής εκείνη σ’αγάπαγε θα μ’εμποδίσεις απ’το να πάω  όπου διάτανο θέλω, και μάλιστα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι, σε γελάσανε! Είναι σκληρό για έναν άντρα να μην μπορεί να πάει στη μόνη παρηγοριά που του απόμεινε.»

Η Μάργκαρετ κατάλαβε ότι αναγνώριζε τη δύναμή της. Τι μπορούσε να κάνει μετά; Εκείνος είχε καθίσει σε μα καρέκλα δίπλα στην πόρτα ˙ έμοιαζε κάπως ηττημένος, κάπως παραιτημένος, έχοντας πάντα κατά νου να φύγει μόλις εκείνη άφηνε τη θέση της, όμως απρόθυμος να μεταχειριστεί τη βία με την οποία την είχε απειλήσει μόλις προ ολίγου. Η Μάργκαρετ άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε στον ώμο.
«Έλα μαζί μου,» του είπε. « Έλα να την δείς!»
Του μίλησε με φωνή σιγανή και σοβαρή, χωρίς  ίχνος φόβου ή  αμφιβολίας είτε απέναντι σ’αυτόν ή στην τάση του να υποχωρήσει . Σηκώθηκε σκυθρωπός. Στεκόταν αβέβαιος με μια πεισματάρικη έκφραση στο πρόσωπό του. Τον περίμενε εκεί ˙ περίμενε ήσυχα και υπομονετικά  τη στιγμή που θα ήταν έτοιμος να ξεκινήσει. Αισθανόταν μια περίεργη ευχαρίστηση στο να τη κάνει να περιμένει αλλά επιτέλους κινήθηκε προς τη σκάλα.
Στάθηκαν και οι δυο τους δίπλα στη σωρό.
«Τα τελευταία  λόγια που είπε στην Μαίρη ήταν ‘Μην αφήσεις τον πατέρα να πιει’».
«Δεν θα τηνε πειράξει τώρα,» μουρμούρισε  εκείνος. «Τίποτις δεν μπορεί να τηνε πειράξει τώρα.»  Έπειτα, υψώνοντας τη φωνή του σε θρηνητική κραυγή, συνέχισε «Μπορεί να τσακωθούμε  και να μη μιλιόμαστε- μπορεί να τα ξαναβρούμε  και να φιλιώσουμε – μπορεί να ψοφήσουμε από την πείνα μέχρι  που να μείνουμε πετσί και κόκαλο – κανένα βάσανο δε θε να την ταράξει άλλο. Κι από βάσανα άλλο τίποτα. Μια που δούλευε σαν το σκυλί μετά που τη βρήκε η αρρώστεια, τι ζωή τράβηξε! Και να πεθάνει χωρίς να νοιώσει μια στάλα χαράς σ’όλη της τη ζήση! Όχι, κοπελιά, ότι και να λές,  εκείνη δεν καταλαβαίνει τίποτα τώρα κι εγώ θε να πάω να πιω μια κούπα  να με στυλώσει στη δυστυχία μου.»
«Όχι,» είπε η Μάργκαρετ  πιο ήπια τώρα που κι αυτός είχε μαλακώσει. « Δεν θα πάς. Αν η ζωή της ήταν έτσι όπως λες, παρ’όλ’αυτά δεν φοβόταν το θάνατο όπως τον φοβούνται μερικοί. Ω, θα έπρεπε να την ακούσεις να μιλά για την άλλη ζωή, τη ζωή κοντά στο Θεό, εκεί που βρίσκεται τώρα.»
Κούνησε το κεφάλι του λοξοκυττάζοντας τη Μάργκαρετ. Το χλωμό, τσακισμένο του πρόσωπο της έκανε οδυνηρή εντύπωση.
«Φαίνεσαι πολύ εξουθενωμένος. Πού  βρισκόσουν όλη μέρα – όχι στη δουλειά ;»
«Όχι, στη δουλειά δεν ήμουν σίγουρα,» απάντησε με ένα κοφτό, βλοσυρό γέλιο. «Όχι σε αυτό που ελόγου σου θα 'λεγες δουλειά.  Ήμουνα στην επιτροπή μέχρι που μπούχτισα προσπαθώντας να κάνω τους βλάκες να καταλάβουνε. Με φωνάξανε στη γυναίκα του Μπούσερ απ’τις εφτά το πρωί. Είναι κατάκοιτη  μα δεν έβαζε γλώσσα μέσα της της -  όλο φώναζε και γύρευε να μάθει πού να βρίσκεται εκείνος ο ανεπρόκοπος ο άντρας της. Λες και ήξερα εγώ που ήταν ή λες και μπορούσα να του πω πού να πάει και τι να κάνει. Εκείνο το άχρηστο τομάρι που πήγε και χάλασε όλα μας τα σχέδια! Κι απόστασαν  τα πόδια μου να γυρίζω για να βρω κάτι τύπους που δεν  έπρεπε να με δουν μαζί τους, μια που τώρα  μας κυνηγάει ο νόμος. Και πιο πολύ απ’ τα πόδια μου, απόστασε η ψυχή μου, πράμα που είναι χειρότερο απ’το να σε πονάν’ τα πόδια σου. Κι αν τύχαινε ν’απαντήσω κανένα φίλο πού’θελε να με κεράσει, ούτε που θα μάθαινα ότι εκείνη ξεψύχαγε εδώ. Μπέσσυ, κόρη μου, με πιστεύεις, εσύ με πιστεύεις, έτσι δεν είναι  ;» στράφηκε προς το άψυχο σώμα φρενιασμένος.
«Είμαι σίγουρη,» είπε η Μάργκαρετ, «Είμαι σίγουρη πως δεν  ήξερες – ήταν ξαφνικό. Τώρα, όμως βλέπεις, είναι διαφορετικό – τώρα ξέρεις – τη βλέπεις να κείτεται εδώ, ξέρεις τι είπε με την τελευταία της ανάσα. Δεν θα πάς, έτσι δεν είναι;»
Καμμία απάντηση. Και πραγματικά, πού αλλού θα στρεφόταν εκείνος για παρηγοριά ;
«Έλα μαζί μου στο σπίτι μου,» αποτόλμησε με θάρρος  εκείνη στο τέλος, σχεδόν τρέμοντας με την ίδια της την τόλμη καθώς το πρότεινε. «Τουλάχιστον, θα  βρείς ένα πιάτο καλό φαί, κάτι που σίγουρα το  χρειάζεσαι.»
«Ο πατέρας σου είναι παπάς;» είπε εκείνος καθώς η σκέψη του στρεφόταν αλλού.
«Ήταν.» είπε λακωνικά η Μάργκαρετ.
«Θα’ρθώ να πιω μια κούπα τσάι μαζί του αφού με κάλεσες. Είναι πολλά πράματα που πάντα ήθελα να πω σ’έναν παπά δεν με νοιάζει  αν είναι τώρα στον άμβωνα ή όχι.»
Η Μάργκαρετ είχε σαστίσει . Η ιδέα του να πάει εκείνος για τσάι με τον πατέρα της, ο οποίος θα ήταν εντελώς απροετοίμαστος για τον επισκέπτη του – και με τη μητέρα της τόσο άρρωστη – φαινόταν εντελώς αδύνατη. Και πάλι, αν οπισθοχωρούσε τώρα, θα έκανε τα πράγματα χειρότερα  - ήταν σίγουρο ότι θα τον οδηγούσε στο καπηλειό. Σκέφτηκε πως αν μονάχα κατάφερνε να τον πάει στο σπίτι της, αυτό από μόνο του ήταν τόσο σημαντικό βήμα, ώστε μπορούσε να επαφίεται για τη συνέχεια στην καλή της τύχη.
«Έχε γειά, κορίτσι μου! Χωρίσανε οι δρόμοι μας, κατά πως φαίνεται – χωριστήκαμε! Μα από την ώρα που γεννήθηκες ήσουνα παρηγοριά για τον πατέρα σου. Αχ, τ’άσπρα σου χειλάκια κόρη μου  - χαμογελούνε τώρα! Και χαίρομαι που σε βλέπω να χαμογελάς πάλι μ’όλο που απομένω τώρα  μόνος κι έρημος  για πάντα.»
Έσκυψε και φίλησε τρυφερά την κόρη του ˙ κάλυψε το πρόσωπό τη και στράφηκε να ακολουθήσει την Μάργκαρετ.  Εκείνη είχε κατέβει βιαστικά να ενημερώσει την Μαίρη για αυτό που είχε κανονίσει, να της πει ότι ήταν ο μόνος τρόπος για να τον κρατήσει μακριά από το καπηλειό και να της ζητήσει με θέρμη να έρθει και αυτή μαζί γιατί η καρδιά της δεν άντεχε στην ιδέα ότι το καημένο κορίτσι που ήταν τόσο στοργικό, θα έμενε μόνο του.
Η Μαίρη της είπε ότι είχε φίλους στη γειτονιά που θα έρχονταν να καθίσουν λιγάκι μαζί της, θα ήταν εντάξει, ο πατέρας όμως..
Εκείνος ήταν ήδη κοντά τους, αλλιώς το κορίτσι θα έλεγε κι άλλα. Είχε αποτινάξει τη συγκίνησή του σαν να ντρεπόταν που της είχε επιτρέψει να τον νικήσει. Είχε μάλιστα τόσο υπερβεί τον εαυτό του που προσποιούνταν ένα είδος πικρής ευθυμίας – σαν το γρατσούνισμα κρυμμένων αγκαθιών μέσα στα άνθη.
«Θα πάω να πάρω το τσάι μου, με τον πατέρα της, εγώ!»
Όμως κατέβασε τη σκούφια του μέχρι τα φρύδια βγαίνοντας  έξω στο δρόμο και χωρίς να κυττάζει ούτε δεξιά ούτε αριστερά, βημάτιζε βαριά δίπλα στη Μάργκαρετ.  Περισσότερο από τα λόγια, φοβόταν μήπως ταραχθεί από τα βλέμματα των γειτόνων που  έρχονταν να συλλυπηθούν. Έτσι, αυτός κι η Μάργκαρετ συνέχισαν το δρόμο τους σιωπηλοί.
Καθώς πλησίαζαν στον δρόμο που ήξερε ότι έμενε η Μάργκαρετ, κύτταξε τα χέρια του, τα ρούχα του και τα παπούτσια του.
«Σάμπως να ‘πρεπε να πλυθώ πρώτα;»
Σίγουρα αυτό θα ήταν επιθυμητό, όμως η Μάργκαρετ τον διαβεβαίωσε  ότι θα του έδιναν σαπούνι και πετσέτα και ότι μπορούσε να πλυθεί στην αυλή  - δεν θα τον άφηνε να της ξεγλυστρίσει τώρα πια.
 Ενώ εκείνος ακολούθησε την υπηρέτρια στο διάδρομο και από εκεί στην κουζίνα, πατώντας προσεχτικά σε κάθε σκούρο πλακάκι του δαπέδου για να μην φαίνονται οι βρώμικες πατημασιές  η Μάργκαρετ έτρεξε επάνω. Συνάντησε την Ντίξον στο κεφαλόσκαλο.
«Πώς είναι η μητέρα ; Ο πατέρας πού είναι;»
Η κυρία ήταν κουρασμένη και είχε αποσυρθεί στο δωμάτιό της. Ήθελε να ξαπλώσει στο κρεβάτι όμως η Ντίξον την έπεισε να ξαπλώσει στον καναπέ και να σερβιριστεί εκεί το τσάι της – θα ήταν καλύτερο από το να την πιάσει ανησυχία λόγω της πολύωρης παραμονής στο κρεβάτι.
Μέχρι εδώ καλά. Όμως πού βρισκόταν ο κύριος Χέηλ;  Στο καθιστικό. Η Μάργκαρετ μπήκε μέσα ξέπνοη σχεδόν καθώς βιαζόταν να πει τα καθέκαστα.  Φυσικά δεν τα διηγήθηκε όλα και ο πατέρας της μάλλον αιφνιδιάστηκε με την ιδέα ότι  ένας πιωμένος υφαντής ήταν στο ήσυχο γραφείο του και τον περίμενε, και μάλιστα έπρεπε να πιούνε τσάι μαζί μ’αυτόν τον άνθρωπο για χάρη του οποίου η Μάργκαρετ τον εκλιπαρούσε με αγωνία. Ο πράος, καλόκαρδος κύριος Χέηλ πρόθυμα θα μπορούσε να τον παρηγορήσει στη θλίψη του όμως η Μάργκαρετ, ατυχώς, έδινε έμφαση στο  γεγονός ότι εκείνος ήταν  πιωμένος  και ότι τον είχε φέρει σπίτι για να τον αποτρέψει από το να πάει στο καπηλειό. Το ένα είχε φέρει το άλλο τόσο φυσικά που η Μάργκαρετ δεν είχε αντιληφθεί  ακριβώς  τι είχε κάνει μέχρι που είδε στον πατέρα της κάποια έκφραση ελαφριάς απέχθειας.
«Ω, πατέρα! Είναι ένας άνθρωπος που δεν θα τον αντιπαθήσεις – αν δεν σε σοκάρει, για να πω την αλήθεια.»
«Αλλά, Μάργκαρετ, να φέρεις στο σπίτι έναν πιωμένο  – και με την μητέρα σου τόσο άρρωστη !»
Το πρόσωπο της Μάργκαρετ έδειξε απογοήτευση. «Συγνώμη, πατέρα. Είναι πολύ ήσυχος και καθόλου μεθυσμένος. Απλά φερόταν περίεργα στην αρχή – όμως ίσως ήταν το σοκ από το θάνατο της καημένης της Μπέσσυ.» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Ο κύριος Χέηλ πήρε στα χέρια του το  γλυκό της πρόσωπό  που τον κυττούσε ικετευτικά και την φίλησε στο μέτωπο.
«Εντάξει, καλή μου.  Θα πάω και θα προσπαθήσω να τον κάνω να νοιώσει όσο το δυναντόν πιο άνετα, κι εσύ πήγαινε να φροντίσεις την μητέρα σου. Μονάχα που αν μπορούσες να έρθεις και να είσαι η τρίτη στην παρέα μας, θα το χαιρόμουν.»
«Ω, ναι – σ’ευχαριστώ.» Αλλά καθώς ο κύριος Χέηλ  έβγαινε από το δωμάτιο, έτρεξε πίσω του. « Πατέρα – μην απορήσεις με ό,τι πει ….Είναι ….εννοώ ότι δεν πιστεύει σε όλα αυτά που πιστεύουμε εμείς.»
«Σε καλό μου! Ένας μέθυσος , άπιστος υφαντής!» είπε μέσα του ο κύριος Χέηλ θορυβημένος. Όμως στην Μάργκαρετ αρκέστηκε να πει :  «Αν η μητέρα σου πάει για ύπνο, φρόντισε να έρθεις αμέσως.»
...............................................................................................................

Η Μάργκαρετ χάρηκε όταν, έχοντας εκτελέσει ήρεμα και προσεκτικά τα θυγατρικά της καθήκοντα, μπορούσε πλέον να κατέβει στο γραφείο. Αναρωτιόνταν πώς να τα πήγαιναν μεταξύ τους ο πατέρας της και ο Χίγκινς.
Κατ’ αρχάς, ο ευπρεπής, καλόκαρδος, απλός και παλαιάς κοπής κύριος, με τους δικούς του κόσμιους και κομψούς τρόπους, είχε ασυνείδητα φέρει στην επιφάνεια την κρυμμένη ευγένεια του άλλου.
Ο κύριος Χέηλ αντιμετώπιζε όλους τους συνανθρώπους του το ίδιο: Δεν του περνούσε ποτέ από το μυαλό να κάνει διακρίσεις εξαιτίας της κοινωνικής του τάξης. Έφερε ένα κάθισμα για τον Νίκολας και παρέμεινε όρθιος μέχρι εκείνος να καθίσει αφού  πρώτα του το ζήτησε ο κύριος Χέηλ. Τον αποκαλούσε σταθερά «κύριο Χίγκινς» αντί του ξερού «Νίκολας» ή  «Χίγκινς» που είχε συνηθίσει ο «μέθυσος, άπιστος υφαντής». Όμως ο Νίκολας δεν  ήταν  καθ’εξιν  πότης  ούτε ολωσδιόλου άπιστος. Έπινε για να πνίξει τα βάσανα, όπως θα έλεγε κι  ο ίδιος και ήταν άπιστος στο βαθμό που δεν είχε βρει κάποια μορφή πίστεως στην οποία να προσκολληθεί ψυχή τε και σώματι.
Η Μάργκαρετ ξαφνιάστηκε λιγάκι και φάνηκε πολύ ευχαριστημένη που βρήκε τον πατέρα της και τον Χίγκινς σε σοβαρή συζήτηση  - ο ένας να μιλάει στον άλλον με  ευγένεια, όσο κι αν οι απόψεις τους συγκρούονταν. Ο Νίκολας, περιποιημένος, καθαρός (αν και στη σκάφη  της υδραντλίας) και προσηνής, ήταν γι αυτήν που ως τότε τον είχε γνωρίσει μόνο στο  άξεστο περιβάλλον του σπιτιού του, ένας καινούριος άνθρωπος.  Είχε «στρώσει» τα μαλλιά του με φρέσκο νερό,  είχε τακτοποιήσει το μαντήλι που φορούσε στο λαιμό, είχε δανειστεί ένα αποκέρι για να γυαλίσει τα ξυλοπάπουτσά του και να που καθόταν προσπαθώντας να κάνει τον πατέρα της να ενστερνιστεί κάποια ιδέα, μιλώντας με βαριά προφορά του Ντάρκσαιρ, είναι αλήθεια, όμως με φωνή χαμηλή και με έκφραση ειλικρινή και καλοπροαίρετη στο πρόσωπό του. Κι ο  πατέρας της από τη μεριά του ενδιαφερόταν γι αυτά που έλεγε ο συνομιλητής του. Γύρισε και την κύτταξε καθώς εκείνη μπήκε στο δωμάτιο, χαμογέλασε και της έδωσε ήρεμα την καρέκλα του ˙ έπειτα  ξανακαθισε όσο πιο γρήγορα μπορούσε με μια μικρή υπόκλιση προς τον καλεσμένο του απολογούμενος για την διακοπή. Ο Χίγγινς της ένευσε σε χαιρετισμό και  εκείνη τακτοποίησε αθόρυβα τα υλικά για το  εργόχειρό της στο τραπέζι και ετοιμάστηκε για να ακούσει τη συζήτηση.
«Έτσι το λοιπόν, κύριε, λογιάζω πως κι εσείς  δε θα είχατε μεγάλη πίστη αν ζούσατε στα μέρη μας – αν ήσασταν γέννημα θρέμμα. Να με συμπαθάτε αν δεν τα λέω με τις λέξεις που πρέπει μα αυτό που λογιάζω για πίστη τώρα είναι  το να λογιάζει  κανείς σε λόγια και σοφίες και υποσχέσεις που φτιάξανε κάποιοι που δεν τους έχει δει ποτέ για πράγματα και ζωή που δεν την έχει δει ποτέ του  κανένας. Τώρα, εσείς λέτε πως είναι αληθινά αυτά τα πράγματα και πως τα λόγια και η ζωή υπάρχουνε στ’αλήθεια. Εγώ λέω μονάχα ‘που είν’η απόδειξη;’  Υπάρχουν πολλοί σοφότεροι και πιο πετυχημένοι από ελόγου μου, ανθρώποι που είχαν  το χρόνο να τα σκεφτούν αυτά  ενώ εγώ είχα χρόνο μόνο για να πασχίζω να βγάλω το ψωμί μου. Ε, το λοιπόν εγώ αυτούς τους ξέρω. Κατέχω τι ζωή κάνουνε. Άνθρωποι που ζούνε γύρω μας. Δεν πιστεύουνε στην Βίβλο – το δίχως  άλλο. Μπορεί για τους τύπους να καμώνονται πως πιστεύουν αλλά, στο Θεό που πιστεύετε, κύριε, νομίζετε πως η πρώτη τους σκέψη το πρωί είναι «Πώς θα κερδίσω την αιώνια ζωή;» ή «Τι να κάνω για να γεμίσω το πουγκί μου και σήμερα; Πού να πάω; Τι συμφωνίες να  κλείσω;» Το πουγκί, και το χρυσάφι και τα χαρτονομίσματα είναι πράματα αληθινά, τα νοιώθεις και τα πιάνεις. Για δαύτους είναι η πραγματική ζωή. Ενώ η αιώνια ζωή είναι μόνο λόγια, λόγια που ταιριάζουνε μια χαρά στους…συμπαθάτε με, κύριε, μια και είστε παπάς δίχως δουλειά, θαρρώ. Ας είναι ! Δε θα προσβάλλω  ποτέ κάποιον που είναι άσχημα στριμωγμένος όπως κι  ελόγου μου. Μα θε να σας κάμω μια άλλη ερώτηση, κύριε, και δε θέλω να μου απαντήσετε, μόνο να τηνε  σκεφτείτε με το πάσο σας πριν αρχίσετε να αποπαίρνετε εμάς τα κουτορνίθια που πιστεύουμε μοναχά σ’αυτό που μπορούμε να δούμε με τα μάτια μας. Άμα η σωτηρία και ο παράδεισος ή η κόλαση, υπήρχανε στ’αλήθεια, και δε λέω στα λόγια μοναχά, αλλά μέσα στην καρδιά των ανθρώπων, δε θα μας είχανε  πάρει τ’ αυτιά με δαύτηνε όπως με την  πολιτική ‘κονομία ; Γιατί στ’αλήθεια έχουνε βαλθεί να μας αλλάξουνε τα μυαλά με αυτή τους τη  «σοφία» , όμως η άλλη  θε να’τανε ακόμα πιο σπουδαία άμα ήτανε αληθινή.»
«Μα οι εργοδότες δεν έχουν σχέση με την θρησκεία σας.  Το μόνο που τους συνδέει μαζί σας είναι το εμπόριο  -έτσι νομίζουν- και το  μόνο που τους ενδιαφέρει  και συνεπώς θέλουν να μεταστρέψουν τη γνώμη σας, είναι η επιστήμη του εμπορίου.»
«Χαίρομαι, κύριε» είπε ο Χίγκινς μ’ένα ασυνήθιστο κλείσιμο του ματιού «που είπατε ‘έτσι νομίζουν’. Φοβάμαι πως θα σας λογάριαζα  για ανέντιμο άνθρωπο άμα δεν το’χατε πει, κι ας είστε και παπάς, η μάλλον επειδής είστε παπάς. Άμα δηλαδή μιλάγατε για τη θρησκεία λέγοντας πως είναι κάτι που δε θα ‘πρεπε όλοι οι άνθρωποι να ’χουνε κατα νου να μιλήσουνε γι αυτή στους άλλους και μάλιστα πιότερο απ’ότιδήποτε άλλο, μιας και είναι αληθινή, τότε θε να πίστευα πως είστε ένας παπάς αγύρτης.  Και  κάλλιο να σας πίστευα για βλάκα παρά για αγύρτη. Με το συμπάθιο, κύριε.»
«Παρακαλώ! Θεωρείτε τη γνώμη μου εσφαλμένη και θεωρώ με τη σειρά μου τη δική σας εσφαλμένη με τρόπο περισσότερο ολέθριο. Δεν προσδοκώ να σας πείσω σε μία μέρα, ούτε σε μια συνομιλία, όμως ας γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον και  ας μιλήσουμε ελεύθερα για αυτά τα θέματα μεταξύ μας, και η αλήθεια θα υπερισχύσει. Δεν θα είχα πίστη στον Θεό αν δεν είχα πίστη σε αυτό.  Κύριε Χίγκινς, ελπίζω  πως ό,τι άλλο κι αν αποκηρύξατε, εξακολουθείτε να πιστεύετε  (εδώ η φωνή του κυρίου Χεηλ χαμήλωσε με σεβασμό) να πιστεύετε σε Εκείνον;»


Ξαφνικά ο Νίκολας Χίγκινς τινάχτηκε πάνω  όρθιος και αλύγιστος. Η Μάργκαρετ πετάχτηκε από τη θέση της γιατί από τις εκφράσεις στο πρόσωπό του πίστεψε ότι θα τον έπιανε παροξυσμός. Ο κύριος Χέηλ την κύτταξε φοβισμένος.  Επιτέλους ο Χίγκινς, κατάφερε να βρει τα λόγια να πει:

«Άνθρωπέ μου! Θα μπορούσα να  σε βροντήξω κάτω που πας να με παρασύρεις.  Τι δουλειά έχεις να με δοκιμάζεις βάζοντάς μου αμφιβολίες; Σκέψου την να κείτεται εκεί, μετά απ’ όσα έζησε  και σκέψου πώς μου αρνιέσαι την μόνη παρηγοριά  που μου ‘μεινε ; Ότι  υπάρχει Θεός που όρισε τη ζωή της. Δεν θαρρώ ότι θα έχει κι άλλη ζωή» είπε εκείνος καθώς ξανακαθόταν και συνέχισε να μιλά με ύφος σκοτεινό σαν να απευθυνόνταν στην φωτιά που εξακολουθούσε χωρίς καμμιά συμπόνοια να καίει. «Δεν πιστεύω σε άλλη ζωή παρεκτός απ’αυτήνα ‘δω, αυτήνα που τηνε πότισε τόσα φαρμάκια και βάσανα ατέλειωτα. Και δεν το βαστάω να συλλογιέμαι πως ήταν όλα ένα καπρίτσιο της τύχης και όλα μπορούσαν ν’αλλάξουν με το φύσημα τ’ανέμου.  Κάμποσες φορές συλλογίστηκα πως δεν πιστεύω στο Θεό μα δεν το ξεστόμισα όπως κάνουνε πολλοί. Μπορεί και να γέλασα  μ’αυτούς που λέγανε πως δεν πιστεύουνε τάχα  για να δείξω αψηφισιά μα ύστερα κύτταγα γύρω μου να δω μην μ’άκουσε Εκείνος,  όμως τώρα δα που απόμεινα έρμος δε θε ν’ακούσω  τι με ρωτάς και σε τι πειρασμούς με βάνεις. Υπάρχει ένα  μονάχα στέρεο  πράμα σ’αυτόν τον κόσμο που σβουρίζει ολοένα και λογικό ή όχι εγώ θα πιαστώ από αυτό . Είναι ένα απάγκιο για τους έρμους τους ανθρώπους…»
Η Μάργκαρετ τον άγγιξε  πολύ απαλά στο μπράτσο.  Δεν είχε  ξαναμιλήσει πριν ούτε την είχε ακούσει που σηκώθηκε.

«Νίκολας, δεν θέλουμε να το αναλύσουμε με τη λογική ˙ παρεξήγησες τον πατέρα μου. Δεν επικαλούμαστε τη λογική – πιστεύουμε. Το ίδιο κι εσύ. Είναι η μόνη παρηγοριά σε τέτοιους καιρούς.»

Εκείνος στράφηκε και έπιασε το χέρι της. « Ναι, έτσι δα είναι …έτσι είναι» (σκουπίζοντας τα δάκρυά του με την ανάστροφη της παλάμης του) «Μα να, βλέπεις, εκείνη είναι στο σπίτι πεθαμένη και έχω παραλογίσει από τη λύπη κι είναι φορές που μήτε ξέρω τι λέω. Τα λόγια που άκουγα να λένε κάποτε – έξυπνες και σωστές κουβέντες μου φαίνονταν τότε – μου ’ρχονται στο μυαλό τώρα που η καρδιά μου είναι μαύρη. Κι η απεργία απότυχε – το ‘ξερες αυτό, δεσποινίς;  Πήγαινα σπίτι να της ζητήσω σαν το διακονιάρη λίγη παρηγοριά σ’αυτό το βάσανο και μου ’ρθε νταμπλάς όταν μου ‘πε κάποιος  πως ήτανε πεθαμένη – έτσι μου ’πε –πεθαμένη. Αυτό ήταν όλο κι όλο, μα για μένα έφτανε και περίσσευε.

Ο κύριος Χέηλ φύσηξε τη μύτη του και σηκώθηκε δήθεν  να κόψει την καύτρα από τα κεριά  για να κρύψει την συγκίνησή του.  «Δεν είναι άπιστος, Μάργκαρετ, πως μπόρεσες να πεις κάτι τέτοιο;» της ψιθύρισε επιτιμητικά. «Νομίζω πως θα ήταν καλό να του διαβάσω το 14ο κεφάλαιο του Ιώβ.»
«Πατέρα,  όχι ακόμα. Ίσως και καθόλου. Ας τον ρωτήσουμε για την απεργία και ας του δώσουμε τη συμπαράσταση που χρειάζεται και ήλπιζε να την βρει στην καημένη τη Μπέσσυ.»

Έτσι ρωτούσαν και άκουγαν.  
.................................................................................................................................

«Το λοιπόν, κύριε» είπε ο Χίγκινς κάπως πεισμωμένος, «μπορεί, αλλά ίσως πάλι κι όχι. Υπάρχουν δύο γνώμες γι αυτό.  Αλλά ακόμα κι αν υπήρχε δυο φορές αλήθεια σ’αυτό, αν  δε μπόραγα να τηνε καταλάβω δε θε να’τανε αλήθεια για μένα. Υπάρχουν αλήθεια σ’αυτά τα βιβλία που’χετε στα ράφια, τολμώ να πω,  μα για μένα δεν  είναι αλήθεια, είναι λόγια τ’ αέρα παρεκτός κι αν μπορέσω να καταλάβω τι νόημα έχουν. Αν ελόγου σας, κύριε, ή κάποιος άλλος γραμματιζούμενος κι άνθρωπος με υπομονή ερχόταν και μ’ έπιανε και μου ‘λεγε πως θα με βοηθήσει να καταλάβω τι σημαίνουν αυτά τα λόγια, χωρίς να μ’ αποπάρει αν τύχει κι είμαι κομματάκι  χαζός ή αν ξεχνάω τι σημαίνει το’ να και τ’ άλλο  - ε, τι στο καλό, με τον καιρό ίσως να ‘βλεπα κι εγώ την αλήθεια, ίσως κι όχι. Δεν μπορώ να πω ότι στο τέλος θα σκεφτώ τα ίδια πράγματα με κάποιον άλλονε. Και δε λέω πως την αλήθεια την κόβεις σε λέξεις και τη ράβεις στα μέτρα σου, όμορφα και παστρικά  όπως οι εργάτες κόβουνε τη λαμαρίνα. Μα  ο καθείς το καταλαβαίνει με τον τρόπο του. Σε κάποιον δεν θ’ αρέσει το ένα και σ’ άλλονε το άλλο. Για να μην πω πως μερικά πράγματα σε μερικούς θα πέσουνε πολύ βαριά και γι άλλους θα ‘ναι αλαφριά. Οι άνθρωποι που ‘χουνε σκοπό να γιατροπορέψουνε τον κόσμο με την αλήθεια τους, θα πρέπει να ‘χουνε κατά νού ότι οι άνθρωποι κουβαλάνε διαφορετικά μυαλά ο καθένας. Και να ‘ναι κι αυτοί  και μια στάλα τρυφεροί στο τρόπο που τηνε δίνουνε γιατί ο δόλιος ο άρρωστος  κοσμάκης μπορεί και να τους τη φτύσει  στα μούτρα. Οσο για τον Χάμπερ, πρώτα μου βάρεσε μια στ’αυτί και μετά μου πετάει  το «χάπι» του λέγοντας πως τέτοιος βλάκας που ’μαι δεν θα μου κάνει καλό, αλλά ας είναι.»

«Εύχομαι κάποιοι από τους πιο ευγενικούς και σώφρονες εργοδότες να μπορούσαν να συναντηθούν με κάποιους από εσάς τους εργάτες και να κάμετε  μια όμορφη  συζήτηση πάνω σ’αυτά τα θέματα.Θα είναι σίγουρα ο καλύτερος τρόπος για να ξεπεράσετε τις δυσκολίες σας, οι οποίες έχω την πεποίθηση ότι  προέρχονται από την άγνοιά σας – συγχωρέστε με κύριε Χίγκινς -  πάνω σε θέματα για  τα οποία συμφέρει και τους εργάτες και τους εργοδότες να υπάρξει αμοιβαία κατανόηση. Αναρωτιέμαι,» είπε - απευθυνόμενος μάλλον προς την κόρη του- μήπως θα μπορούσαμε να επηρεάσουμε  τον κύριο Θόρντον ώστε   να πράξει κάτι τέτοιο;»
«Θυμήσου, πατέρα,» είπε εκείνη πολύ χαμηλόφωνα, «τι είχε πει κάποια μέρα – ξέρεις, για τις κυβερνήσεις. Δεν ήθελε να κάνει πιο ξεκάθαρη νύξη σχετικά με την συζήτηση που είχε διαμειφθεί ως προς τον τρόπο καθοδήγησης της εργατικής τάξης –με την παροχή εκπαίδευσης ικανής ώστε να έχουν οι ίδιοι το αυτεξούσιο ή μέσω μιας πεφωτισμένης δεσποτείας από την πλευρά των εργοδοτών – είδε ότι ο Χίγκινς είχε ακούσει το όνομα του κυρίου Θόρντον, αν όχι ολόκληρο το σχόλιο και πράγματι άρχισε να μιλά γι αυτόν.

«Ο Θόρντον! Είναι ο μάγκας που έστειλε αμέσως και φέρανε εκείνους τους Ιρλανδέζους – και φτάσανε τα πράγματα στις ταραχές που καταστρέψανε την απεργία! Ακόμα κι ο Χάμπερ μ’όλο το νταηλίκι του, θα περίμενε κάμποσο – μα εκείνος ο Θόρντον το’πε και το’κανε ! Και τώρα, που το Συνδικάτο  θε να τον ‘φχαριστούσε που ‘καμε μήνυση  στον Μπούσερ και σε ‘κείνους τους τύπους που παρακούσανε τις εντολές μας, πάει ο καλός σου ο Θόρντον και λέει  χωρίς να κουνήσει βλέφαρο, ότι μιας και η απεργία τέλειωσε, εκείνος ως ζημιωμένος, δε θέλει να προχωρήσει  την καταγγελία απέναντι στους ταραχοποιούς.  Πίστευα πως θε να’χε πιότερο κουράγιο. Θαρρούσα πως θα τους πήγαινε δικαστικά και θα ‘παιρνε το αίμα του πίσω καθαρά και ξάστερα. Όμως ‘κείνος είπε ( κάποιος στο δικαστήριο μου τα’πε λέξη προς λέξη): ‘Τους ξέρουν όλοι ποιοι είναι. Θα βρουν την τιμωρία που τους αξίζει γιατί θα είναι δύσκολο να ξαναπιάσουν δουλειά. Αυτό και μόνο θα είναι αρκετά σκληρό.’ Μακάρι μοναχά να πιάνανε τον Μπούσερ και να τον φέρνανε μπροστά στον Χάμπερ. Θα τον έκανε μια χαψιά το γέρικο παλιόσκυλο ! Έτσι θα τον άφηνε νομίζεις  ; Αμ, όχι αυτός !»

«Ο κύριος Θόρντον είχε δίκιο» είπε η Μάργκαρετ. «Τώρα είσαι θυμωμένος με τον Μπούσερ, ειδάλλως πρώτος εσύ  θα έβλεπες πως ενώ η φυσιολογική τιμωρία θα ήταν αρκετή για το παράπτωμα, κάθε περαιτέρω τιμωρία θα έμοιαζε με εκδίκηση.»
«Η κόρη μου δεν συμπαθεί ιδιαίτερα τον κύριο Θόρντον» είπε ο κύριος Χέηλ, χαμογελώντας προς την μεριά της Μάργκαρετ, ενώ εκείνη κατακόκκινη σαν το γαρίφαλο βάλθηκε να κεντά με περισσότερη επιμέλεια, «όμως πιστεύω ότι  λέει αλήθεια. Τον εκτιμώ για την πράξη του αυτή.»

«Το λοιπόν, κύριε, εκόπιασα πολύ για δαύτηνε την απεργία, και δεν ειν’ παράξενο που είμαι κομμάτι φουρκισμένος βλέποντάς την να παγαίνει στράφι για το χατήρι λίγων ανθρώπων που δε θέλανε να βαστάξουνε σιωπηλά και να υπομείνουνε αντρίκεια και αλύγιστα.»

«Ξεχνάς!» είπε η Μάργκαρετ. «Δεν γνωρίζω καλά τον Μπούσερ αλλά την μοναδική φορά που τον είδα, δεν μίλαγε για τις δικές του ταλαιπωρίες αλλά για την άρρωστη γυναίκα του  - για τα μικρά του παιδιά.»

«Σωστά! Μα κι ελόγου του δεν ήταν από σίδερο. Άρχισε ύστερα να λέει για τα δικά του  βάσανα. Δεν ήταν καμωμένος για ν’ αντέχει.»

«Πώς ήρθε στο Συνδικάτο;» ρώτησε αθώα η Μάργκαρετ. «Δεν φαίνεται να έχεις πολύ σεβασμό γι αυτόν ούτε να κερδίσατε τίποτα που τον είχατε μέλος.»

Το πρόσωπο του Χίγκινς συννέφιασε. Έμεινε σιωπηλός για λίγα λεπτά. Κι ύστερα είπε αρκετά λακωνικά:

«Δεν είναι στο χέρι μου να μιλήσω για το Συνδικάτο. Κάνουν ό,τι κάνουν.  ‘Κείνοι που είναι στη συντεχνία πρέπει να είναι ενωμένοι κι άμα θέλουνε να είναι ξέχωρα απ’ τους άλλους το Συνδικάτο έχει τον τρόπο του.»

Ο κύριος Χέηλ είδε πως ο Χίγκινς  είχε θυμώσει με την τροπή της συζήτησης και δεν μίλησε.  Όχι όμως και η Μάργκαρετ παρότι έβλεπε κι εκείνη ξεκάθαρα τα αισθήματα του Χίγκινς. Ενστικτωδώς κατάλαβε πως αν  κατάφερνε να τον κάνει να εκφραστεί με απλά λόγια, θα μπορούσε κάτι ξεκάθαρο να βγει απ’ αυτό, πάνω στο οποίο θα  μπορούσαν βασιστούν για να βρουν το σωστό και το δίκαιο.

«Και ποιος είναι ο τρόπος του Συνδικάτου;"

Σήκωσε το πρόσωπό του και την κύτταξε, μοιάζοντας αποφασισμένος όσο ποτέ να αντισταθεί πεισματάρικα στην επιθυμία της να μάθει. Όμως το ήρεμο βλέμμα της, σταθερά προσηλωμένο επάνω του με υπομονή και εμπιστοσύνη, τον ανάγκασε να αποκριθεί:

«Να! Αν κάποιος δεν ανήκει στο Συνδικάτο, ‘κείνοι που δουλεύουν δίπλα του στη μηχανή  έχουνε εντολές να μη του μιλάνε – αν  τύχει κι είναι στεναχωρημένος ή άρρωστος αδιάφορο. Τον κρατάμε μακριά. Δεν είναι δικός μας. Σε κάποια μέρη όσοι τους μιλάνε τρώνε πρόστιμο. Είναι να μη σου τύχει δεσποινίς. Τράβα να δουλέψεις κανά δυο χρόνια σ’ένα μέρος  και οι άλλοι να γυρίζουν  αλλού το κεφάλι σαν τους κυττάς. Τράβα  να δουλέψεις δίπλα- δίπλα με ανθρώπους που ξέρεις πως στραβώνουν τα μούτρα τους για ελόγου σου – να μην έχεις κανέναν να πεις τη χαρά σου και να χαρεί . Κι αν τύχει κι η καρδιά σου είναι βαριά, κανείς δε θα δώσει σημασία ούτε στον αναστεναγμό ούτε στην στεναχωρημένη σου όψη (και κανένας άντρας δε θα καταδεχότανε ν’ αρχίσει τα παράπονα επειδής δεν τον ρωτάνε οι άλλοι ‘τι τρέχει’). Τράβα να το ζήσεις αυτό, δεσποινίς – δέκα ώρες για τρακόσες μέρες, και θα καταλάβεις τι σημαίνει Συνδικάτο.»
«Μα επιτέλους!» είπε η Μάργκαρετ «τι τυραννία είναι αυτή; Όχι, Χίγκινς – δεν με νοιάζει στο ελάχιστο ο θυμός σου. Γνωρίζω πως δεν θα θύμωνες με εμένα  ακόμα κι αν ήθελες -  και πρέπει να σου πω την αλήθεια: Ποτέ, μα ποτέ, σε ολόκληρη την ιστορία που έχω διαβάσει δεν έχω ακούσει για πιο αργό και μακρόσυρτο βασανιστήριο απ’ αυτό. Και ανήκεις στο Συνδικάτο! Και μιλάς για την τυραννία των εργοδοτών! »

«Μπά!» είπε ο Χίγκινς, «πες ότι θες! Η πεθαμένη στέκεται ανάμεσα σε σένα και σε κάθε θυμωμένη λέξη απ’ ελόγου μου. Θαρρείς πως ξαστοχάω ποια κείτεται εκεί και πόσο εκείνη σ’ αγάπαγε ; Και είναι τ’αφεντικά που μας ρίξανε στο κρίμα αν το Συνδικάτο είναι κρίμα. Ίσως όχι αυτή η γενιά αλλά οι πατεράδες τους. Οι πατεράδες τους συντρίψανε τους δικούς μας τους κάμανε σκόνη! Παπά! Θαρρώ πως ειχ΄ ακούσει τη μάνα μου να διαβάζει από το ‘Βαγγέλιο:  «Αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα». Έτσι και με δαύτους. Τα συνδικάτα ξεκινήσανε εκείνον τον καιρό  της σκληρής καταπίεσης – ήταν ανάγκη να γίνουν. Και είναι  και τώρα ανάγκη, έτσι θαρρώ. Για ν’αντιπαλέψουνε την αδικία  - αυτή που ήταν, αυτή που είναι κι αυτή που θε να’ρθει. Μοιάζει σάμπως με πόλεμο ˙ θα γίνουνε και κάποια παραστρατήματα – μα θε να’τανε μεγαλύτερο κρίμα να μέναμε μονάχοι. Μοναχή μας ελπίδα είναι να ενώσουμε τον κόσμο σ’ ένα κοινό σκοπό. Κι αν  υπάρχουν και κάποιοι κιοτήδες και κάποιοι μουρλοί, πρέπει να’ ρθούνε  και να ενωθούν μαζί μας  στη μεγάλη πορεία που η μόνη της δύναμη είναι το πλήθος.»

«Ω!» είπε ο κύριος Χέηλ αναστενάζοντας, «το Συνδικάτο σας αυτό καθεαυτό, θα μπορούσε να είναι υπέροχο, μεγαλειώδες – η Χριστιανοσύνη η ίδια- αν μονάχα είχε στόχο το κοινό καλό και όχι απλά το συμφέρον μιας τάξης ενάντια στην άλλη.»

«Θαρρώ, πως είναι ώρα να φεύγω, κύριε,» είπε ο Χίγκινς καθώς το ρολόι σήμανε δέκα.

«Για το σπίτι;» έκανε η Μάργκαρετ πολύ ήρεμα. Εκείνος κατάλαβε τι εννοούσε και πήρε το απλωμένο χέρι που του έτεινε. «Για το σπίτι, δεσποινίς. Μπορείς να μού ’χεις ‘μπιστοσύνη μ’ όλο που είμαι του Συνδικάτου.»
«Σε εμπιστεύομαι απόλυτα, Νίκολας»

«Μείνετε!» είπε ο κύριος Χέηλ σπεύδοντας προς τη βιβλιοθήκη. «Κύριε Χίγκινς, θα μας κάνετε παρέα στην βραδυνή μας προσευχή;»
Ο Χίγκινς κύτταξε την Μάργκαρετ με αμφιβολία. Το γλυκό, σοβαρό της βλέμμα συνάντησε το δικό του. Δεν είδε καμμία πίεση, μόνο βαθύ ενδιαφέρον. Δεν μίλησε παρά έμεινε εκεί που βρισκόταν.
Η Μάργκαρετ, το Κορίτσι της Εκκλησίας,  ο πατέρας της ο Σχισματικός και ο Χίγκινς ο Άπιστος γονάτισαν μαζί. Και αυτό, δεν τους έβλαψε καθόλου.